>ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ
>
Μυθιστορήματα
- Ἡ Μετανάστις (1880)
- Οἱ Ἔμποροι τῶν Ἐθνῶν (1883)
- Ἡ Γυφτοπούλα (1884)
- Χρῆστος Μηλιόνης
- Ἡ Φόνισσα
Ποιήματα
- Στὴν Παναγίτσα στὸ Πυργί
- Στὴν Παναγία τὴν Κουνίστρα
- Στὴν Παναγία τοῦ Ντομᾶν
- Στὴν Παναγία τὴν Κεχριά
- Πρὸς τὴν μητέρα μου (1880)
- Δέησις (1881)
- Ἔκπτωτος ψυχή (1881)
- Ἡ κοιμωμένη βασιλοπούλα (1891)
- Τὸ ὡραῖον φάσμα (1895)
- Εἰς τοὺς ἀδελφοὺς Γιαννάκην καὶ Κώστα Γ. Ραφτάκη (1902)
- Νύχτα βασάνου (1903)
- Τὸ μοιρολόγι τῆς φώκιας (1908)
- Ἐπῳδὴ παπᾶ στὴ χολέρα (1879)
- Ἐπῳδὴ γιατροῦ στὴ χολέρα (1879)
- Τὸ τραγούδι τῆς Κατίνας (1892)
- Εἰς ἱππεύουσαν Παναγυριώτισσαν (1907)
- Ἔρωτες στὰ κοπριά (1907)
Διηγήματα
- Τὸ Χριστόψωμο (1887)
- Ἀγάπη στὸν κρεμνὸ
- Ἅγια καὶ πεθαμένα (1896)
- Ἄνθος τοῦ γιαλοῦ
- Ἄψαλτος
- Γούτου Γουπάτου
- Γυναῖκες τῆς προσμονῆς καὶ τοῦ καημοῦ
- Ἐξοχικὴ Λαμπρή
- Ἐπιμηθεῖς εἰς τὸν βράχον (1907)
- Ἔρως – Ἥρως (1896)
- Ζάνος Χαρίσης
- Ἡ ἀποσώστρα (γραμμένο στὴ δημοτική)
- Ἡ βλαχοπούλα (1893)
- Ἡ Μαυρομαντηλοῦ (1891)
- Ἡ Νοσταλγός
- Ἡ Ντελησυφέρω
- Ἡ Σταχτομαζώχτρα
- Ἡ τύχη ἀπ᾿ τὴν Ἀμέρικα (1901)
- Ἡ Φαρμακολύτρια
- Ἡ Χολεριασμένη
- Ὁ ἀβασκαμὸς τοῦ Ἀγᾶ (1896)
- Ὁ γάμος τοῦ Καραχμέτη (1909)
- Τ᾿ ἀερικὸ στὸ δέντρο (1907)
- Τὸ θαῦμα τῆς Καισαριανῆς (1901)
- Τὸ καμίνι (1907)
Θαλασσινὰ εἰδύλλια
- Ἔρως – Ἥρως (1896)
- Ὁ Ἀλιβάνιστος
- Ὁ Ἀμερικάνος (1891)
- Ὁ Βαρδιανὸς στὰ Σπόρκα
- Ὁ Ἔρωτας στὰ χιόνια
- Ὁ νεκρὸς ταξιδιώτης (1910)
- Ὁ πανδρολόγος (1902)
- Ὄνειρο στὸ κῦμα (1900)
- Στὸ Χριστὸ στὸ κάστρο
- Οἱ λίρες τοῦ Ζάχου
- Οἱ μάγισσες (1900)
- Ὁλόγυρα στὴ λίμνη (1892)
- Ὄνειρο στὸ κῦμα (1900)
- Πατέρας στὸ σπίτι
- Ρεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταύγουστου
- Στὴν Ἁγι-Ἀναστασιά
- Στὸ Χριστό, στὸ κάστρο (1892)
- Στρίγγλα Μάνα
- Τ᾿ ἀγνάντεμα (1899)
- Τ᾿ ἀστεράκι (1908)
- Τὰ δυὸ τέρατα (1909)
- Τὰ μαῦρα κούτσουρα (1903)
- Τὰ ρόδινα ἀκρογιάλια
- Τὰ Χριστούγεννα τοῦ Τεμπέλη
- Τὸ ἐνιαύσιον θῦμα (1899)
- Τὸ Λάβαρον
- Τὸ μοιρολόγι τῆς φώκιας (1908)
- Τρελλὴ βραδυά (1901)
- Ὑπηρέτρα (1888)
- Ὑπὸ τὴν βασιλικὴν δρῦν (1901)
- Φτωχὸς Ἅγιος (1891)
- Χρυσὸς καὶ χρυσομηλιγγᾶτος
- Χωρὶς στεφάνι (1896)
καὶ ἄλλα 130 διηγήματα…
Συλλογές
- Μάγισσες
- Νοσταλγός (12 διηγήματα)
- Πεντάρφανος
- Ἅπαντα 1
- Ἅπαντα 2
- Ἅπαντα 3
- Ἅπαντα 4
- Ἅπαντα 5
- Ἀθηναϊκὰ διηγήματα
- Διηγήματα τῆς Ἀγάπης
- Πασχαλινὰ διηγήματα
- Διηγήματα γιὰ παιδιὰ καὶ νέους
- Ἐπιλογή Ι
- Ἐπιλογή ΙΙ
- Ἐπιλογή ΙΙΙ – Κοινωνικὰ διηγήματα
Ναυαγίων ναυάγια
καὶ ἄλλα διηγήματα
Οἱ Χαλασοχώρηδες
καὶ ἄλλα διηγήματα
Σκιαθίτικα διηγήματα
- Ἡ Μαυρομαντηλοῦ (1891)
- Φτωχὸς Ἅγιος (1891)
- Ἡ Γλυκοφιλοῦσα (1894)
- Ἅγια καὶ πεθαμένα (1896)
- Τ᾿ ἀγνάντεμμα (1899)
- Τὸ ἐνιαύσιον θῦμα (1899)
- Οἱ μάγισσες (1900)
- Τρελλὴ βραδυά (1901)
- Ὑπὸ τὴν βασιλικὴν δρῦν (1901)
- Ἡ τύχη ἀπ᾿ τὴν Ἀμέρικα (1901)
- Ὁ πανδρολόγος (1902)
- Τὸ Νησὶ τῆς Οὐρανίτσας (1902)
- Τὸ μοιρολόγι τῆς φώκιας (1908)
- Τ᾿ ἀστεράκι (1908)
- Τὰ δυὸ τέρατα (1909)
Χριστουγεννιάτικα διηγήματα
- Ὑπηρέτρα (1888)
- Ὁ Ἀμερικάνος (1891)
- Στὸ Χριστό, στὸ κάστρο (1892)
- Ἡ βλαχοπούλα (1893)
Τὸ μοιρολόγι τῆς φώκιας
Κάτω ἀπὸ τὸν κρημνόν, ὁποῦ βρέχουν τὰ κύματα, ὅπου κατέρχεται τὸ μονοπάτι, τὸ ἀρχίζον ἀπὸ τὸν ἀνεμόμυλον τοῦ Μαμογιάννη, ὁποῦ ἀντικρύζει τὰ Μνημούρια, καὶ δυτικῶς, δίπλα εἰς τὴν χαμηλὴν προεξοχὴν τοῦ γιαλοῦ, τὴν ὁποίαν τὰ μαγκόπαιδα τοῦ χωρίου, ὁποῦ δὲν παύουν ἀπὸ πρωίας μέχρις ἑσπέρας, ὅλον τὸ θέρος, νὰ κολυμβοῦν ἐκεῖ τριγύρω, ὀνομάζουν τὸ Κοχύλι -φαίνεται νὰ ἔχῃ τοιοῦτον σχῆμα- κατέβαινε τὸ βράδυ-βράδυ ἡ γριά-Λούκαινα, μία χαροκαμένη πτωχὴ γραία, κρατοῦσα ὑπὸ τὴν μασχάλην μίαν ἀβασταγήν, διὰ νὰ πλύνῃ τὰ μάλλινα σινδόνια της εἰς τὸ κῦμα τὸ ἁλμυρόν, εἶτα νὰ ξεγλυκάνῃ εἰς τὴν μικρὰν βρύσιν, τὸ Γλυφονέρι, ὁποῦ δακρύζει ἀπὸ τὸν βράχον τοῦ σχιστολίθου, καὶ χύνεται ἤρεμα εἰς τὰ κύματα. Κατέβαινε σιγὰ τὸν κατήφορον, τὸ μονοπάτι, καὶ μὲ ψίθυρον φωνὴν ἔμελπεν ἓν πένθιμον βαθὺ μυρολόγι, φέρουσα ἅμα τὴν παλάμην εἰς τὸ μέτωπόν της, διὰ νὰ σκεπάση τὰ ὄμματα ἀπὸ τὸ θάμβος τοῦ ἡλίου, ὁποῦ ἐβασίλευεν εἰς τὸ βουνὸν ἀντικρύ, κ᾿ αἱ ἀκτῖνες του ἐθώπευον κατέναντί της τὸν μικρὸν περίβολον καὶ τὰ μνήματα τῶν νεκρῶν, πάλλευκα, ἀσβεστωμένα, λάμποντα εἰς τὰς τελευταίας του ἀκτῖνας.Ἐνθυμεῖτο τὰ πέντε παιδιά της, τὰ ὁποῖα εἶχε θάψει εἰς τὸ ἁλῶνι ἐκεῖνο τοῦ χάρου, εἰς τὸν κῆπον ἐκεῖνον τῆς φθορᾶς, τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο, πρὸ χρόνων πολλῶν, ὅταν ἦτο νέα ἀκόμη. Δυὸ κοράσια καὶ τρία ἀγόρια, ὅλα εἰς μικρὰν ἡλικίαν τῆς εἶχε θερίσει ὁ χάρος ὁ ἀχόρταστος.
Τελευταῖον ἐπῆρε καὶ τὸν ἄνδρα της, καὶ τῆς εἶχον μείνει μόνον δυὸ υἱοί, ξενιτευμένοι τώρα. Ὁ εἶς εἶχεν ὑπάγει, τῆς εἶπον, εἰς τὴν Αὐστραλίαν, καὶ δὲν εἶχε στείλει γράμμα ἀπὸ τριῶν ἐτῶν. Αὕτη δὲν ἤξευρε τί εἶχεν ἀπογίνει. Ὁ ἄλλος ὁ μικρότερος ἐταξίδευε μὲ τὰ καράβια ἐντὸς τῆς Μεσογείου, καὶ κάποτε τὴν ἐνθυμεῖτο ἀκόμη. Τῆς εἶχε μείνει καὶ μία κόρη, ὑπανδρευμένη τώρα, μὲ μισὴν δωδεκάδα παιδιά.
Πλησίον αὐτῆς, ἡ γριά-Λούκαινα ἐθήτευε τώρα, εἰς τὸ γῆρας της, καὶ δι᾿ αὐτὴν ἐπήγαινε τὸν κατήφορον, τὸ μονοπάτι, διὰ νὰ πλύνῃ τὰ χράμια καὶ ἄλλα διάφορα σκουτιὰ εἰς τὸ κῦμα τὸ ἁλμυρόν, καὶ νὰ τὰ ξεγλυκάνη στὸ Γλυφονέρι.
Ἡ γραῖα ἔκυψεν εἰς τὴν ἄκρην χθαμαλοῦ, θαλασσοφαγωμένου βράχου, καὶ ἤρχισε νὰ πλύνῃ τὰ ροῦχα. Δεξιά της κατήρχετο ὁμαλώτερος, πλαγιαστός, ὁ κρημνὸς τοῦ γηλόφου, ἐφ᾿ οὗ ἦτο τὸ Κοιμητήριον, καὶ εἰς τὰ κλίτη τοῦ ὁποίου ἐκυλίοντο ἀενάως πρὸς τὴν θάλασσαν τὴν πανδέγμονα τεμάχια σαπρῶν ξύλων ἀπὸ ξεχώματα, ἤτοι ἀνακομιδὰς ἀνθρωπίνων σκελετῶν, λείψανα ἀπόχρυσες γόβες ἢ χρυσοκέντητα ὑποκάμισα νεαρῶν γυναικῶν, συνταφέντα ποτὲ μαζί των, βόστρυχοι ἀπὸ κόμας ξανθάς, καὶ ἄλλα τοῦ θανάτου λάφυρα. Ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς της, ὀλίγον πρὸς τὰ δεξιά, ἐντὸς μικρᾶς κρυπτῆς λάκκας, παραπλεύρως τοῦ Κοιμητηρίου, εἶχε καθίσει νεαρὸς βοσκός, ἐπιστρέφων μὲ τὸ μικρὸν κοπάδι του ἀπὸ τοὺς ἀγρούς, καί, χωρὶς ν᾿ ἀναλογισθῇ τὸ πένθιμον τοῦ τόπου, εἶχε βγάλει τὸ σουραύλι ἀπὸ τὸ μαρσίπιόν του, καὶ ἤρχισε νὰ μέλπῃ φαιδρὸν ποιμενικὸν ᾆσμα. Τὸ μοιρολόγι τῆς γραίας ἐκόπασεν εἰς τὸν θόρυβον τοῦ αὐλοῦ, καὶ οἱ ἐπιστρέφοντες ἀπὸ τοὺς ἀγροὺς τὴν ὥραν ἐκείνην – εἶχε δύσει ἐν τῷ μεταξὺ ὁ ἥλιος – ἤκουον μόνον τὴν φλογέραν, κ᾿ ἐκοίταζον νὰ ἴδωσι ποῦ ἦτο ὁ αὐλητής, ὅστις δὲν ἐφαίνετο, κρυμμένος μεταξὺ τῶν θάμνων, μέσα εἰς τὸ βαθὺ κοίλωμα τοῦ κρημνοῦ.
Μία γολέτα ἦτο σηκωμένη στὰ πανιά, κ᾿ ἔκαμνε βόλτες ἐντὸς τοῦ λιμένος. Ἀλλὰ δὲν ἔπαιρναν τὰ πανιά της, καὶ δὲν ἔκαμπτε ποτὲ τὸν κάβον τὸν δυτικόν. Μία φώκη, βόσκουσα ἐκεῖ πλησίον, εἰς τὰ βαθιὰ νερά, ἤκουσεν ἴσως τὸ σιγανὸν μυρολόγι τῆς γραίας, ἐθέλχθη ἀπὸ τὸν θυρυβώδη αὐλὸν τοῦ μικροῦ βοσκοῦ, καὶ ἦλθε παραέξω, εἰς τὰ ρηχά, κ᾿ ἐτέρπετο εἰς τὸν ἦχον, κ᾿ ἐλικνίζετο εἰς κύματα. Μία μικρὰ κόρη, ἦτο ἡ μεγαλυτέρα ἐγγονὴ τῆς γραίας, ἡ Ἀκριβούλα, ἐννέα ἐτῶν, ἴσως τὴν εἶχε στείλει ἡ μάννα της, ἢ μᾶλλον εἶχε ξεκλεφθῆ ἀπὸ τὴν ἄγρυπνον ἐπιτήρησίν της, καὶ μαθοῦσα ὅτι ἡ μάμμη εὑρίσκετο εἰς τὸ Κοχύλι, πλύνουσα εἰς τὸν αἰγιαλόν, ἦλθε νὰ τὴν εὕρῃ, διὰ νὰ παίξη ὀλίγον εἰς τὰ κύματα. Ἀλλὰ δὲν ἤξευρεν ὅπως πόθεν ἤρχιζε τὸ μονοπάτι, ἀπὸ τοῦ Μαμογιάννη τὸν μύλον, ἀντικρὺ στὰ Μνημούρια, καὶ ἅμα ἤκουσε τὴν φλογέραν, ἐπῆγε πρὸς τὰ ἐκεῖ καὶ ἀνεκάλυψε τὸν κρυμμένον αὐλητήν. Καὶ ἀφοῦ ἐχόρτασε ν᾿ ἀκούῃ τὸ ὄργανόν του καὶ νὰ καμαρώνῃ τὸν μικρὸν βοσκόν, εἶδεν ἐκεῖ πού, εἰς τὴν ἀμφιλύκην τοῦ νυκτώματος, ἓν μικρὸν μονοπάτι, καὶ ὅτι ἐκεῖθεν εἶχε κατέλθει ἡ γραῖα ἡ μάμμη της. Κ᾿ ἐπῆρε τὸ κατηφορικὸν ἀπότομον μονοπάτι διὰ νὰ φθάση εἰς τὸν αἰγιαλὸν νὰ τὴν ἀνταμώσῃ. Καὶ εἶχε νυκτώσει ἤδη.
Ἡ μικρὰ κατέβη ὀλίγα βήματα κάτω, εἶτα εἶδεν ὅτι ὁ δρομίσκος ἐγίνετο ἀκόμη πλέον ἀπόκρημνος. Ἔβαλε μίαν φωνήν, κ᾿ ἐπροσπάθει ν᾿ ἀναβῇ, νὰ ἐπιστρέψη ὀπίσω. Εὑρίσκετο ἐπάνω εἰς τὴν ὀφρὺν ἑνὸς προεξέχοντος βράχου, ὡς δυὸ ἀναστήματα ἀνδρὸς ὑπεράνω τῆς θαλάσσης. Ὁ οὐρανὸς ἐσκοτείνιαζε, σύννεφα ἔκρυπταν τὰ ἄστρα, καὶ ἦτον στὴν χάσιν τοῦ φεγγαριοῦ. Ἐπροσπάθησε καὶ δὲν εὕρισκε πλέον τὸν δρόμον πόθεν εἶχε κατέλθει. Ἐγύρισεν πάλιν πρὸς τὰ κάτω, κ᾿ ἐδοκίμασε νὰ καταβῇ. Ἐγλίστρησε κ᾿ ἔπεσε, μπλούμ! εἰς τὸ κῦμα. Ἦτο τόσον βαθὺ ὅσον καὶ ὁ βράχος ὑψηλός. Δυὸ ὀργυιὲς ὡς ἔγγιστα. Ὁ θόρυβος τοῦ αὐλοῦ ἔκαμε νὰ μὴ ἀκουσθῇ ἡ κραυγή. Ὁ βοσκὸς ἤκουσεν ἕνα πλαταγισμόν, ἀλλὰ ἐκεῖθεν ὅπου ἦτο, δὲν ἔβλεπε τὴ βάσιν τοῦ βράχου καὶ τὴν ἄκρην τοῦ γιαλοῦ. Ἄλλως δὲν εἶχε προσέξει εἰς τὴν μικρὰν κόρην καὶ σχεδὸν δὲν εἶχεν αἰσθανθῆ τὴν παρουσίαν της.
Καθὼς εἶχε νυκτώσει ἤδη, ἡ γραῖα Λούκαινα εἶχε κάμει τὴν ἀβασταγήν της, καὶ ἤρχισε ν᾿ ἀνέρχεται τὸ μονοπάτι, ἐπιστρέφουσα κατ᾿ οἶκον. Εἰς τὴν μέσην του δρομίσκου ἤκουσε τὸν πλαταγισμόν, ἐστράφη κ᾿ ἐκοίταξεν εἰς τὸ σκότος, πρὸς τὸ μέρος ὅπου ἦτο ὁ αὐλητής.
– Κεῖνος ὁ Σουραυλῆς θὰ εἶναι, εἶπε, διότι τὸν ἐγνώριζε. Δὲν τοῦ φτάνει νὰ ξυπνᾷ τοὺς πεθαμένους μὲ τὴ φλογέρα του, μόνο ρίχνει καὶ βράχια στὸ γιαλὸ γιὰ νὰ χαζεύῃ… Σημαδιακὸς κι ἀταίριαστος εἶναι.
Κι ἐξηκολούθησε τὸ δρόμο της.
Κ᾿ ἡ γολέτα ἐξηκολούθει ἀκόμη νὰ βολταντζάρῃ εἰς τὸν λιμένα. Κι ὁ μικρὸς βοσκὸς ἐξηκολούθει νὰ φυσᾷ τὸν αὐλόν του εἰς τὴν σιγὴν τῆς νυκτός.
Κ᾿ ἡ φώκη, καθὼς εἶχεν ἔλθει ἔξω εἰς τὰ ρηχά, ηὖρε τὸ μικρὸν πνιγμένον σῶμα τῆς πτωχῆς Ἀκριβούλας, καὶ ἤρχισε νὰ τὸ περιτριγυρίζῃ καὶ νὰ τὸ μυρολογᾷ, πρὶν ἀρχίση τὸ ἑσπερινὸν δεῖπνον της.
Τὸ μυρολόγι τῆς φώκης, τὸ ὁποῖον μετέφρασεν εἰς ἀνθρώπινα λόγια εἶς γέρων ψαρᾶς, ἐντριβὴς εἰς τὴν ἄφωνον γλῶσσαν τῶν φωκῶν, ἔλεγε περίπου τὰ ἑξῆς:
ἡ ἐγγόνα τῆς γρια-Λούκαινας.
Φύκιά ῾ναι τὰ στεφάνια της,
κοχύλια τὰ προικιά της…
Κ᾿ ἡ γριὰ ἀκόμα μυρολογᾷ
τὰ γεννοβόλια της τὰ παλιά.
Σὰν νἄχαν ποτὲ τελειωμὸ
τὰ πάθια κ᾿ οἱ καημοὶ τοῦ κόσμου.
>Κωστὴς
>
Σὲ ἐποχὴ ἀκατάσχετου δημοτικισμοῦ καὶ γλωσσικοῦ ἐκφαυλισμοῦ, τὸ φυγόκοσμο παπαδοπαίδι ἐκ τῆς νήσου Σκιάθου ποὺ καταγινόταν μὲ τὸ γράψιμο ἀποφάσισε νὰ περιγράψει τὴ μικρὴ σκιαθίτικη κοινότητα καὶ ἀσφαλῶς νὰ τὴν ἀναπλάσει κατὰ τὶς ὑπαγορεύσεις τῆς καρδιᾶς του. Ἔτσι ἡ νεοελληνικὴ λογοτεχνία εὐεργετήθηκε ἀπὸ τὸ μέγιστο πεζογραφικό του ἔργο, τὸ ὁποῖο δὲν μπορεῖ νὰ βρεῖ μιμητές, συνεχιστές, πλαστογράφους καὶ δυστυχῶς μὲ τὸν καιρὸ οὔτε καν ἀναγνῶστες. Ὁ λόγος εἶναι πολὺ ἁπλός. Γιὰ νὰ οἰκοδομήσει τὸ ἀνοικοδόμητο καὶ νὰ φέρει σὲ πέρας ἕνα ἔργο ποὺ μόνο διαισθητικὰ τὸ εἶχε ἀχνοσυλλάβει, εἶχε ἐπείγουσα ἀνάγκη τὴν ἀπόσταση ἀπὸ τὰ πρόσωπά του, ἡ ὁποία κατὰ κύριο λόγο ἦταν γλωσσική. Ἂν τὸν συγκρίνουμε γιὰ παράδειγμα μὲ τὸν Ῥοΐδη ἡ τὸν Καρκαβίτσα, ἡ διαφορὰ ἐμφανίζεται χαώδης. Ὁ πρῶτος ἦταν ἀκραιφνὴς καθαρευουσιάνος, παρὰ τὸ γεγονὸς -ἄλλη παραξενιὰ τῆς ἐποχῆς- ὅτι ὑποστήριζε φανατικὰ τὴ δημοτικὴ γλώσσα. Ὁ δεύτερος, ἐνῶ ἔγραψε τὴ «Λυγερὴ» σὲ καθαρεύουσα γλώσσα, τοῦ λοιποῦ συνέχισε μὲ τὸν «Ζητιάνο» καὶ τὰ «Λόγια τῆς πλώρης» σὲ ἄκρα δημοτική. Σημαδιακὴ ἐν προκειμένῳ εἶναι καὶ ἡ σύμπτωση ὅτι τὸ «Ταξίδι» τοῦ Ψυχάρη κυκλοφορεῖ τὴν ἴδια χρονιὰ μὲ τὸ «Χριστόψωμο» (1877), ποὺ ὡς πρῶτο εἶναι καὶ ἰδρυτικὸ τῆς παπαδιαμαντικῆς διηγηματογραφίας.
Ἐξ οὗ καὶ ἡ ἀπανταχοῦσα ποὺ ἀπευθύνει στὸν Ψυχάρη: «Τὴν δημοτικήνγλωσσαν ποῦ τὴν εἶδε, ποῦ τὴν ἔμαθεν ὁ Ψυχάρης; Αὐτὸς εἶναι Χῖος, σχεδὸν ξένος, ἀριστοκράτης Φαναριώτης, ἐπὶ χειρῶν μ᾿ ἓν στρεβλωτικὸν ἰδίωμα νὰ ἐπιβληθῇ ὡς δημιουργὸς καὶ διδάσκαλος ὁλοκλήρου ἔθνους. Αἱ γλῶσσαι δὲν ἐπιβάλλονται οὕτω εἰς τὰ καλὰ καθούμενα ὑπὸ τῶν ἀτόμων εἰς τοὺς ἄλλους».
Προφανῶς τὴ γλώσσα δὲν τὴν ἐπινοεῖς, τῆς παραδίνεσαι. Ὅπως καὶ τὴν «παράδοση», ἄλλωστε, ποὺ σωστὰ βαφτίστηκε ἔτσι. Διαβάζοντας λοιπὸν τὰ διηγήματα, στὴν ἐπιφάνεια τῆς σελίδας ἡ στὸ πλασματικό της βάθος, διανεύουν τὰ ἀρχαία ἑλληνικά, τὰ βυζαντινά, τὰ μεσαιωνικά, τὰ ἑλληνικὰ καὶ τὰ καθαρευουσιάνικα, βέβαια, συγκροτώντας ἕνα ἐνδιάθετο γλωσσικὸ φρόνημα. Ἀπὸ κοντὰ ἡ γλώσσα τῶν ἐφημερίδων, ἡ ἐκκλησιαστική, ἡ δημοτική, ἡ χυδαία κ.τ.λ. Ἄλλωστε, ὁ ἴδιος πίστευε (ὁ εὐλογημένος) ὅτι ἡ γραφόμενη γλώσσα ποτὲ δὲν ταυτίστηκε μὲ τὴ ζῶσα φωνή. Προτίμησε λοιπὸν χάρη στὸ ψυχόρμητό του τὴν πρόσμειξη, κινούμενος ἀπὸ τὴ λαϊκὴ ντοπιολαλιὰ ὡς τὴν καθαρεύουσα μὲ ἀρχαΐζουσες μνῆμες.
Θὰ πρέπει, μᾶλλον, νὰ μιλήσουμε γιὰ ἕνα προσωπικὸ σύστημα ἀναβαθμῶν καὶ διολισθήσεων ὅπου, διὰ τῆς γλωσσικῆς ἀναγωγῆς, ἀναδεικνύει τὸ ἀναφερόμενο. Γράφει γιὰ παράδειγμα: «Ἐπασχεν ἀπὸ συνεχῆ πνιγμονήν, εἶχε λήρους, λιποθυμίας, παραμιλήματα, ἔκλαιε , κ᾿ ἐκόπτετο ἄνευ αἰτίας παννυχί, ὑπὸ τὸν σκληρὸν ἐφιάλτην». «…Ἐγύριζεν μ᾿ ἀπορίαν πρὸς τὸ μέρος τῆς μεσήλικος γυναικός, ἱστάμενης καὶ αὐτῆς παρὰ τὴν θύραν τῆς οἰκίας της, νηθούσης ὀρθοστάδην μὲ μεγάλην ρόκαν». Θὰ μποροῦσε βέβαια νὰ γράψει ὅτι μία γυναίκα πλέκει, πλὴν ὅμως, μὲ τὸ «νηθούσης ὀρθοστάδην» ἐπιτρέπει στὴν παράσταση νὰ μεσιτευτεῖ ἀπὸ ἕνα φίλτρο γλωσσικό, κάνοντας ἔτσι τὴν πραγματικότητα πιὸ πραγματική. Ὁ Παπαδιαμάντης, δηλαδή, δὲν ἀντιγράφει αὐτὸ ποὺ βλέπει, ἀπεναντίας ἐπιβάλλει εἰδικὴ προοπτικὴ καὶ φωτοσκίαση μὲ τεχνάσματα γλωσσικῆς ἐγγύτητας καὶ ἀπόστασης.
Μέσα στὴ φυσικὴ σκιαθίτικη κοινότητα ἕνα βρέφος πεθαίνει στὸ βυζὶ τῆς μάνας του· ὡστόσο μέσα στὰ διηγήματα πεθαίνει «εἰς τὸν μαζὸν τῆς μητρός». Τὸ βάρος δὲν πέφτει τόσο στὴν ὁμηρικὴ λέξη «μαζὸς» ὅσο στὴν ἰδιοφυΐα τοῦ ἀφηγητῆ ὁ ὁποῖος, προσφεύγοντας στὴν τεχνικότητα, καθιστὰ τὴν παράσταση πιὸ πειστικὴ καὶ ἀπὸ τὴ φυσική. Θὰ μπορούσαμε, μάλιστα, νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ματιά του δὲν ἀνήκει σὲ ἐπιμέρους ἄτομο, ἀλλὰ στὸ Γένος ὁλόκληρο ποὺ παρακολουθεῖ τὸν ἑαυτό του.
Ἂν δὲν σταθεῖ κανεὶς σὲ αὐτὸ τὸ ἀπίθανο γνώρισμα τοῦ γλωσσικοῦ συγκρητισμοῦ, ποὺ ἀσκεῖται μὲ πρωτοφανῆ μαεστρία, εὐνόητο εἶναι νὰ ὑποπέσει στὸ σφάλμα τῆς λατρείας τοῦ περιεχομένου. Ξέρουμε τί ἀχαλίνωτο λιβανιστήρι ἔχει ξοδευτεῖ γιὰ τὰ ἄσημα καὶ βασανισμένα πρόσωπά του, γιὰ τὶς γριοῦλες, τὶς ἄγουρες καὶ ἀδικοχαμένες κόρες, γιὰ τοὺς ἀλκοολικοὺς καὶ τοὺς ξωμάχους τοῦ νησιοῦ, γιὰ τοὺς ἱερεῖς τῶν πόλεων καὶ τῶν χωρίων. Γιὰ τὴ θρησκευτικὴ πίστη του τέλος. Ὅλα αὐτὰ παρέλκουν. Ἂν τὸ νόημα φωλίαζε στὴ δραματικότητα τῶν προσώπων, τότε ὁ Παπαδιαμάντης θὰ μποροῦσε κάλλιστα νὰ μεταφραστεῖ ἀλλὰ δὲν πρόκειται γιὰ τὸν Καζαντζάκη καὶ τὸν ἐξωτικὸ νιτσεϊσμό του. Ὅταν σκέπτεται κανεὶς τί θὰ ἦταν ὁ Παπαδιαμάντης στὴ γαλλικὴ -σκέτο χάλι!-, ἀπορεῖ γιὰ τὴν ἐπιμονὴ ὁρισμένων κύκλων νὰ διεθνοποιήσουν τὸν Σκιαθίτη γιὰ νὰ κερδίσει τὴ δόξα ποὺ τοῦ στεροῦν ὅσο μένει ἀμετάφραστος. Ἐξίσου κακόζηλο εἶναι καὶ τὸ ἐγχείρημα τοῦ γυρίσματος τοῦ Παπαδιαμάντη στὴ δημοτικὴ (γιὰ νὰ μὴ χάσει ἡ Βενετιὰ βελόνι) καὶ νὰ καταστεῖ προσιτὸς στὴν ἀνελλήνιστη νεολαία.
ΨΑΛΤΑΔΕΣ
Ἐνῷ ὁ παππᾶς ἀπήγγελε τὰς μακρὰς αἰτήσεις τῆς Λιτῆς, ἐπισυνάπτων καὶ τὰ ὀνόματα ὅλα ζωντανὰ καὶ πεθαμένα, ὅσα τοῦ εἶχον ὑπαγορεύσει ἀφ᾿ ἑσπέρας αἱ εὐλαβεῖς προσκυνήτριαι, ὁ Φραγκούλας ἔψαλλε μεγαλοφώνως τὸ τριπλοῦν «Κύριε Ἐλέησον» μὲ τὴν χονδρὴν φωνήν του, καὶ μὲ ὅλον τὸ πάθος τῆς ψαλτικῆς του. Τότε ὁ μπαρμπα-Δημητρός, ὅστις ἐφαίνετο νὰ εἶχε πειραχθῆ ὀλίγον, ἴσως διότι ὁ Φραγκούλας ἐν τῇ ψαλτομανίᾳ του δὲν ἐπέτρεπε νὰ πῇ κ᾿ ἐκεῖνος ἕνα τροπαράκι σωστὸ (διότι, ἅμα ἤρχιζεν ὁ Δημητρὸς τὸ δικό του, ὁ Φραγκούλας μὲ τὴν γερὴν κεφαλικὴν φωνήν του, ἐκθύμως συνέψαλλε, τοῦ ἤρπαζε τὴν πρωτοφωνίαν, καὶ ὑπέτασσε κ᾿ ἐκάλυπτε τὴν ἀσθενῆ καὶ τερετίζουσαν φωνὴν ἐκείνου) ἔλαβε τὸ θάῤῥος νὰ κάμῃ παρατήρησιν. («Ῥεμβασμὸς τοῦ Δεκαπενταυγούστου»). Ἡ σκηνὴ ὑπαινίσσεται τὸ παράπονο τοῦ ἐξαδέλφου τοῦ Παπαδιαμάντη, Ἀλέξανδρου Μωραϊτίδη, ἐπειδὴ στὸν Ἃγιο Ἐλισσαῖο δὲν τοῦ ἐπέτρεπε ποτὲ νὰ ψάλει ἀπὸ τὴ θέση τοῦ δεξιοῦ ψάλτη.
Σαββάτο 12, Κυριακὴ 13 Φεβρουαρίου 2011
στήλη: Ἰσόπεδος διάβασις
>Ὁ
>
Εἶναι γνωστό, διαπιστώνει ἡ μελετήτρια, ὅτι ὅσο ζοῦσε ὁ Παπαδιαμάντης δὲν εἶδε βιβλίο του τυπωμένο. Τὸ κοινὸ ἑπομένως τὸν γνώρισε μέσα ἀπὸ τὶς ἐφημερίδες καὶ τὰ λογοτεχνικὰ περιοδικά. Ὁ Ξενόπουλος ἄλλωστε ἰσχυρίζεται ὅτι τὰ παπαδιαμαντικὰ ἔργα ἱκανοποιοῦσαν τὶς προσδοκίες τῶν ἀναγνωστῶν. Μὲ τὶς παρενθέσεις ὅμως καὶ τὶς ὑποσημειώσεις του, ὁ Παπαδιαμάντης ἀποσκοποῦσε στὸ νὰ ἀνατρέψει τὸν διαμορφωμένο ἀναγνωστικὸ ὁρίζοντα, γεγονὸς ποὺ τὸν ἔκανε, ἐκτὸς ἀπὸ συγγραφέα τῶν πολλῶν, καὶ συγγραφέα τῶν ὀλίγων. Δὲν ἐδιάβαζαν συνεπῶς ὅλοι οἱ ἀναγνῶστες, καταλήγει ἡ Γ. Φαρίνου-Μαλαματάρη, τὸν ἴδιο Παπαδιαμάντη.
Κανεὶς ἀπὸ τοὺς πρώτους ἐπώνυμους κριτικοὺς – ὁ Παλαμᾶς, ὁ Νιρβάνας ἢ ὁ Ξενόπουλος – δὲν ἀντιλήφθηκε τὸ παπαδιαμαντικὸ κείμενο ὡς ἔργο ἠθογραφικὸ καὶ μόνον, τὸ ὁποῖο ἀπεικονίζει φωτογραφικὰ τὴν ἀγροτικὴ κοινότητα, ἀλλὰ ὅλοι τους στάθηκαν στὸν ποιητικὸ τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ὁ Σκιαθίτης διηγηματογράφος ἀπέδωσε τὴν πραγματικότητα. Δυὸ ὑπῆρξαν ἐξάλλου τὰ καίρια προβλήματα ποὺ ἀπασχόλησαν τὴν κριτική, ἡ παπαδιαμαντικὴ γλώσσα καὶ ὁ τρόπος ποὺ τὸ ἔργο ἀποτύπωσε τὴν ἐθνικὴ-λαϊκὴ ψυχή. Ἡ γλώσσα τοῦ Παπαδιαμάντη δίχασε τὴν κριτική: Ὁ K. Χατζόπουλος χαρακτήρισε τὴν καθαρεύουσά του σχολαστική, ὁ Ἄ. Τερζάκης προβληματική, ὁ Μ. Μ. Παπαϊωάννου ἀδρανῆ ἐπιβίωση τοῦ παρελθόντος καὶ ὁ Π. Μουλλᾶς ἀνυπόταχτη ντυμένη τὸ καθαρευουσιάνικο φόρεμά της. Ὁ Τ. Ἄγρας τὴ θεώρησε ἀντιθέτως γλῶσσα μὲ ἱστορία αἰώνων, ὁ Ὁ. Ἐλύτης θησαυρισμένη ἀπὸ ἀπανωτὰ στρώματα παιδείας καὶ οἱ Ζ. Λορεντζᾶτος καὶ Ν. Β. Τωμαδάκης γλώσσα ποὺ ἀρνεῖται νὰ ὑποκύψει στὴ μονοχρωμία τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης ἐκφορᾶς.
Ὁ Παπαδιαμάντης θεωρήθηκε ἀκόμα ἐκφραστὴς τῆς ἐθνικῆς – λαϊκῆς νεοελληνικῆς ψυχῆς. Ὁ Γρ. Ξενόπουλος τὸν χαρακτήρισε φορέα τῆς ρωμέικης λαϊκῆς ψυχῆς, ὁ Παλαμᾶς ἐκφραστῆ τῆς νέας ἑλληνικῆς ψυχῆς μὲ τὴν ἔννοια μιᾶς ὑπερβατικῆς σύνθεσης τῶν ἀντιθέσεων καὶ ὁ T. Ἄγρας ἐκφραστὴ τῆς μυστικῆς, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴν ἡρωική, νεοελληνικὴ ψυχή. H ἀπουσία αὐτοῦ ἀκριβῶς τοῦ ἀντιστασιακοῦ ἤθους εἴτε ταυτίστηκε θετικὰ μὲ τὴν ἔννοια τῆς ὀρθόδοξης Χριστιανοσύνης (Ζ. Λορεντζᾶτος, Κ. Μπαστιᾶς, Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, Χρ. Γιανναρᾶς) εἴτε ταυτίστηκε ἀρνητικὰ μὲ τὴ μοιρολατρικὴ πίστη καὶ τὸν ῥαγιαδισμό. H ἀπουσία ἡρωικοῦ ἀντιστασιακοῦ στοιχείου χαρακτηρίστηκε ἔτσι ἀπὸ τοὺς ἀριστεροὺς Ν. Ζαχαριάδη καὶ Μ. Μ. Παπαϊωάννου ὡς στοιχεῖο καλλιτεχνικῆς ἀνεπάρκειας, ἐνῶ υἱοθετώντας πνεῦμα συμβιβαστικὸ ὁ Γ. Βαλέτας θεώρησε ὅτι ὁ λαὸς τοῦ Παπαδιαμάντη εἶναι τὸ ποίμνιο ἑνὸς Χριστοῦ ποὺ μεταφέρει τὴ λαϊκή του ἐπαγγελία στὴν ἀθηναϊκὴ ἐφημερίδα. Τμῆμα τῆς γενιᾶς τοῦ ῾30 υἱοθέτησε τέλος τὴ ῥομαντικὴ ἄποψη ὅτι ἡ παπαδιαμαντικὴ κοινότητα ἐκφράζει τὸν πρωτογονικὸ λαὸ ποὺ ὄχι μόνον ἀποτελεῖ μέρος τῆς φύσης, ἀλλὰ παίζει σὲ μικρογραφία τὰ παντοτινὰ πάθη τοῦ ἀνθρώπου.
Τὸ παπαδιαμαντικὸ ἔργο προκάλεσε ὁρισμένους μελετητὲς νὰ τὸ προσεγγίσουν χρησιμοποιώντας τὰ ἐργαλεῖα τῆς ψυχαναλυτικῆς κριτικῆς (Π. Μουλλᾶς καὶ Γκὺ Σωνιέ), ἐνῶ ἡ ἀνάγνωση τοῦ Λ. Προγκίδη βρίσκεται στοὺς ἀντίποδες τῆς ἀνάγνωσης τοῦ Z. Λορεντζάτου. Ὁ Προγκίδης δὲν ἀνακαλύπτει στὸν Παπαδιαμάντη, παρατηρεῖ ἡ Φαρίνου-Μαλαματάρη, τὴν ἔξαρση τοῦ Βυζαντίου ἀλλὰ τὴν κοσμικὴ ἀναγέννηση, ἡ ὁποία ἐφηῦρε τὸ μυθιστόρημα, τὸ ἀνθρώπινο μυστήριο καὶ τὴν ἀτομικὴ μοναδικότητα. H μελετήτρια παρατηρεῖ ἐπίσης ὅτι, ἐνῶ ἀρχικὰ ὁ Παπαδιαμάντης ὑπῆρξε ὁ ἀγαπημένος τῶν ποιητῶν, στὰ μεταπολεμικὰ χρόνια ἔγινε ὁ ἀγαπημένος τῶν πεζογράφων ὅπως εἶναι οἱ Δ. Χατζῆς, Γ. Ἰωάννου, Ἀλ. Κοτζιᾶς, Χρ. Μηλιώνης καὶ Ἠ. Χ. Παπαδημητρακόπουλος.
Ἐκτὸς ἀπὸ κάποιες ἑξαιρέσεις, οἱ πεποιθήσεις τῶν ἀναγνωστῶν, καταλήγει ἡ μελετήτρια, πάντοτε ἐπηρέασαν τὴν ἀξιολόγηση τοῦ παπαδιαμαντικοῦ ἔργου. Ὅσοι ἔτσι συμφωνοῦσαν μὲ τὶς θέσεις του ἔβρισκαν ἰδιοφυῆ καὶ τὴ μορφὴ τῶν κειμένων, ἐνῶ ὅποιοι διαφωνοῦσαν, ἔβρισκαν ἐλαττώματα καὶ στὴ μορφή. H ἀνάγνωση τοῦ Παπαδιαμάντη, καταλήγει, ἀπαιτεῖ τὸ συνδυασμὸ τοῦ αἰσθητικοῦ καὶ τοῦ κριτηρίου τοῦ περιεχομένου, ἐνῶ ὁ περιορισμὸς σὲ ἕνα μονάχα κριτήριο σημαίνει ἀπώλεια. Ὅπως ἐξάλλου κάθε ἄξιο λογοτεχνικὸ ἔργο, τὸ παπαδιαμαντικὸ κείμενο ἔχει ἐνσωματωμένα στοιχεῖα ποὺ μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ τὸ διαβάζουμε καὶ ἐκτὸς τῶν περιστάσεων ποὺ ὁδήγησαν στὴ γραφή του.
Κυριακὴ 12 Ἰουνίου 2005
>Ἀλέξανδρος
>
Τὸ σύντομο βιογραφικὸ ποὺ ἔφτιαξε ὁ ἴδιος ὁ πεζογράφος γιὰ τὸν ἑαυτό του κατὰ παράκληση τοῦ Γιάννη Βλαχογιάννη ἀναφέρει ὅτι:
Ἐγεννήθην ἐν Σκιάθῳ τῇ 4ῃ Μαρτίου 1851. Ἐβγῆκα ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον εἰς τὰ 1863, ἀλλὰ μόνον τῷ 1867 ἐστάλην εἰς τὸ Γυμνάσιον Χαλκίδος, ὅπου ἤκουσα τὴν Α´ καὶ Β´ τάξιν. Τῇ Γ´ ἐμαθήτευσα εἰς Πειραιᾶ, εἶτα διέκοψα τὰς σπουδάς μου καὶ ἔμεινα εἰς τὴν πατρίδα. Κατὰ τὸν Ἰούλιο τοῦ 1872 ἐπῆγα εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος χάριν προσκυνήσεως, ὅπου ἔμεινα ὀλίγους μῆνας. Τῷ 1873 ἦλθα εἰς Ἀθήνας καὶ ἐφοίτησα εἰς τὴν Δ´ τοῦ Βαρβακείου. Τῷ 1874 ἐνεγράφην εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολὴν ὅπου ἤκουσα κατ᾿ ἐκλογὴν ὀλίγα μαθήματα φιλολογικά, κατ᾿ ἰδίαν δὲ ἠσχολούμην εἰς τὰς ξένας γλώσσας.
Μικρὸς ἐζωγράφιζα Ἅγίους, εἶτα ἔγραφα στίχους, κι ἐδοκίμαζα νἀ συντάξω κωμωδίας. Τῷ 1868 ἐπεχείρησα νὰ γράψω μυθιστόρημα. Τῷ 1879 ἐδημοσιεύθη ἡ «Μετανάστις» ἔργον μου, εἰς τὸν «Νεολόγον» Κωνσταντινουπόλεως. Τῷ 1881 ἓν θρησκευτικὸν ποιημάτιον εἰς τὸ περιοδικὸν «Σωτῆρα». Τῷ 1882 ἐδημοσιεύθησαν «Οἱ Ἔμποροι τῶν ἐθνῶν»εἰς τὸ «Μὴ χάνεσαι». Ἀργότερα ἔγραψα περὶ τὰ ἑκατὸν διηγήματα, δημοσιευθέντα εἰς διάφορα περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες. Α.Π.
Ἀναλυτικὸ βιογραφικό
Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ὁ καὶ Ἅγιος τῶν γραμμάτων μας χαρακτηριζόμενος, γεννήθηκε στὴ Σκιάθο στὶς 3 Μαρτίου τοῦ 1851 καὶ ἦταν γιὸς τοῦ ἱερέα Ἀδαμαντίου Ἐμμανουὴλ καὶ τῆς Ἀγγελικῆς κόρης Ἀλεξ. Μωραϊτίδη. Τέσσερις ἀδελφὲς κι ἕνας ἀδελφὸς θὰ εἶναι ἡ μόνη περιουσία ποὺ θὰ κληρονομήσει ἀπὸ τὴν φτωχὴ οἰκογένειά του. Τελείωσε τὸ δημοτικὸ καὶ τὶς δυὸ πρῶτες τάξεις τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου στὴ Σκιάθο. Φοίτησε σὲ σχολεῖο τῆς Σκοπέλου, τοῦ Πειραιᾶ καὶ τελικὰ πῆρε ἀπολυτήριο Γυμνασίου ἀπὸ τὸ Βαρβάκειο τὸ 1874. Τὸν Σεπτέμβριο τοῦ ἴδιου χρόνου, γράφτηκε στὴ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, ἀπ᾿ ὅπου ὅμως ποτὲ δὲν ἀποφοίτησε, ἐνῷ γράφει τὸ πρῶτο λυρικό του ποίημα γιὰ τὴ μητέρα του. Βγάζει τὰ πρὸς τὸ ζῆν τοῦ πενιχροῦ ὑλικὰ βίου του προγυμνάζοντας μαθητές. Μόνος του θὰ μάθει ἀγγλικὰ καὶ γαλλικὰ στὰ πρῶτα χρόνια τῶν σπουδῶν του. Φίλος καὶ σύντροφός του σ᾿ αὐτὰ τὰ χρόνια ὁ λογοτέχνης ἐξάδελφός του Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, μετέπειτα Ἀνδρόνικος μοναχός. Ὁ Μωραϊτίδης θὰ τὸν φέρει σὲ ἐπαφὴ μὲ λογοτεχνικοὺς καὶ δημοσιογραφικοὺς κύκλους τῆς ἐποχῆς, κι ὁ Παπαδιαμάντης θ᾿ ἀρχίσει νὰ βλέπει τὰ ἔργα του νὰ δημοσιεύονται στὸν «Ραμπαγᾶ», στὸν «Νεολόγο» τῆς Κωνσταντινουπολεως, στὸ «Μὴ Χάνεσαι» καὶ στὶς ἐφημερίδες «Ἐφημερίς» καὶ «Ἀκρόπολις». Γρήγορα οἱ συνεργασίες του μὲ περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες θὰ αὐξηθοῦν, ἀλλά, βιοποριστικό του ἐπάγγελμα θὰ γίνει ἡ δημοσιογραφία κι οἱ μεταφράσεις.
Τὸ 1879 δημοσιεύει τὸ μυθιστόρημα ὁ «Μετανάστης» στὴν ἐφημερίδα «Νεολόγος».
Τὸ 1882 ἄρχισε νὰ δημοσιεύει τὸ μυθιστόρημά του «Οἱ ἔμποροι τῶν Ἐθνῶν» στὴν ἐφημερίδα «Μὴ χάνεσαι», ἐνῷ παράλληλα ἄρχισε νὰ ἐργάζεται ὡς μεταφραστής.
Τὸ 1884 ἄρχισε νὰ δημοσιεύει στὴν «Ἀκρόπολη» τὸ μυθιστόρημά του «Γυφτοπούλα», ὅπου ἀπὸ τὸ 1892 ὡς τὸ 1897 ἐργάζεται ὡς τακτικὸς συνεργάτης.
Οἱ προοπτικὲς φαίνονται μεγάλες γιὰ μία ἐπιτυχῆ δημοσιογραφικὴ καὶ λογοτεχνικὴ πορεία στὴν Πρωτεύουσα, ὅμως αὐτὸ δὲν συγκινεῖ τὸν «κοσμοκαλόγερο», τὸν μοναχικὸ καὶ ταπεινὸ Παπαδιαμάντη. Οἱ μόνες ὧρες ποὺ φαίνεται νὰ χαίρεται στὴν Ἀθήνα εἶναι ἐκεῖνες ποὺ περνάει μὲ τοὺς ἁπλοὺς καθημερινοὺς λαϊκοὺς ἀνθρώπους, κι ἐκεῖνες ποὺ ψάλλει στὸν Ἅγιο Ἐλισσαῖο στὸ Μοναστηράκι. Δεξιὸς ψάλτης ὁ Παπαδιαμάντης, ἀριστερὸς ὁ Μωραϊτίδης, κι ἱερέας ὁ προσφάτως ἀνακηρυχθεὶς Ἅγιος Νικόλαος Πλανᾶς, ὁ βιώσας τὴν Ταπείνωση.
Πέρα ἀπὸ τὴν δυσκολία του νὰ προσαρμοστεῖ στὴν πρωτεύουσα, παθαίνει καὶ ρευματισμοὺς στὰ χέρια, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ μὴν μπορεῖ νὰ συνεχίσει τὴ δημοσιογραφική του ἐργασία. Χωρὶς κανέναν οἰκονομικὸ πόρο θὰ ἐπιστρέψει στὴ Σκιάθο ὅπου, ἄρρωστος, θὰ ἀφεθεῖ γιὰ λίγο στὶς φροντίδες τῶν ἀδελφῶν του. Ἀπὸ τὸ 1902 ὡς τὸ 1904 μένει στὴ Σκιάθο ἀπ᾿ ὅπου δημοσιεύει τὴ «Φόνισσα». Στὶς 13 Μαρτίου 1908 γιορτάζεται στὸν «Παρνασσὸ» ἡ 25ετηρίδα του στὰ ἑλληνικὰ γράμματα, ὑπὸ τὴν προστασία τῆς πριγκίπισσας Μαρίας Βοναπάρτη. Ἀμέσως μετὰ ἐπιστρέφει στὴν πατρίδα του ὅπου καὶ μένει ὡς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Θὰ προειδεῖ τὸν θάνατό του, καὶ τὴν δυσκαταποσία τῶν τελευταίων ὡρῶν του, καὶ θὰ ζητήσει νὰ τὸν κοινωνήσει ὁ ἱερέας τῆς ἐνορίας του δυὸ μέρες πρίν. Κοιμήθηκε τὸ ξημέρωμα τῆς 3ης Ἰανουαρίου τοῦ 1911 ἀπὸ πνευμονία. Ἡ κηδεία του ἔγινε τὴν ἴδια μέρα καὶ τὸν ἐπικήδειο ἐκφώνησε ὁ Γεώργιος Ρήγας. Στὶς 22 Νοεμβρίου 1912 τὸν τάφο του ἐπισκέφτηκε ἡ Μαρία Βοναπάρτη καὶ τὸ 1925 στήθηκε ἡ προτομή του, ἔργο τοῦ Θ. Θωμόπουλου.
Τὸ ἔργο τοῦ Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη, τὸ ὁποῖο εἶναι σήμερα διεθνῶς ἀναγνωρισμένο, ἐπηρεάστηκε ἄμεσα ἀπὸ τὸ νησὶ στὸ ὁποῖο γεννήθηκε καὶ πέθανε, τὸ νησὶ ποὺ ἀγάπησε καὶ ὕμνησε ὅσο κανένας ἄλλος, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους του, τὶς πραγματικὲς ἱστορίες τῶν ὁποίων μετέφερε γράφοντας. Ὑπῆρξε ἕνας ἄριστος μελετητὴς τῆς ἀνθρώπινης ψυχολογίας καὶ τῶν ἠθῶν τῆς ἐποχῆς του. Μὲ τὴν ἀπαράμιλλη καὶ γεμάτη λυρισμὸ πένα του, ἔγραψε χωρὶς ἀμφιβολία τὰ κορυφαῖα ἠθογραφήματα τῆς νεότερης Ἑλλάδας. Ἔτσι, τὸ ὄνομά του μᾶς παραπέμπει στὸ νησί του, ἀλλὰ παράλληλα, στὸ ἄκουσμα τῆς λέξης «Σκιάθος», δὲν μποροῦμε νὰ μὴ σκεφτοῦμε τὸν μεγάλο αὐτὸ λογοτέχνη, ποὺ σφράγισε ἀνεξίτηλα τὸ νησί του ἀκριβῶς ὅπως αὐτὸ σφράγισε τὸ ἔργο του.
Πηγή: http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/alexandros_papadiamantis/