Παραδοσιακοί χοροί της Αποκριάς
Τα έθιμα της περιόδου της Αποκριάς συνδέονται και με γιορτές της αρχαιότητας οι οποίες αφομοιώθηκαν από τη χριστιανική παράδοση. Τα έθιμα σε κάθε γωνιά της χώρας συνδέονται άλλοτε με την ιστορία και τους θρύλους της κάθε περιοχής και άλλοτε πάλι αποτελούν απλώς μια αφορμή διαφυγής από την καθημερινότητα. Την τελευταία Παρασκευή της αποκριάς γλεντήσαμε, χαρήκαμε και γελάσαμε με την καρδιά μας με τους παρακάτω αποκριάτικους παραδοσιακούς χορούς στο σχολείο μας!
Γαϊτανάκι
Από τα λίγα που διατηρούνται αυτούσια ως τις ημέρες μας, το γαϊτανάκι είναι ένας χορός που δένει απόλυτα με το χρώμα και το κέφι της Αποκριάς. Ένα υπέροχο παιχνίδι – χορός που περιλαμβάνει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά τα οποία είναι αναγκαία για μια ξέφρενη διασκέδαση. Χρώματα, κέφι και χιούμορ… πλέκονται μαζί με τις κορδέλες σε έναν χορό αγάπης και συμφιλίωσης με ιδιαίτερους συμβολισμούς.
Ρίζες και ετυμολογία
Το γαϊτανάκι, το οποίο κάνει ιδιαίτερα αισθητή την παρουσία του τα τελευταία χρόνια στις εκδηλώσεις των αστικών κέντρων, πέρασε στην Ελλάδα από πρόσφυγες του Πόντου και της Μικράς Ασίας και έδεσε απόλυτα με τα άλλα τοπικά έθιμα, αφού η δεξιοτεχνία των χορευτών αλλά και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του δεν αφήνουν κανέναν αδιάφορο.
Η λέξη «γαϊτανάκι» είναι υποκοριστικό της μεσαιωνικής λέξης «γαϊτάνιν», που σημαίνει μεταξωτό κορδόνι, λωρίδα, ταινία. Προέρχεται από τα ελληνιστικά χρόνια, μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, από την ελληνιστική λέξη γαϊτάνη. Χωρίς να είμαστε βέβαιοι για την ετυμολογία της, η ονομασία της έχει να κάνει με την πόλη Gaeta της Ιταλίας, ιωνική αποικία των Σαμίων, γνωστή για την παραγωγή κορδέλας. Οι κορδέλες συνήθως ήταν από βαμβάκι, μαλλί ή μετάξι και αποτελούσαν διακοσμητική πινελιά των φορεμάτων.
Πώς χορεύεται
Χρειάζονται δεκατρία άτομα για να στήσουν τον ιδιότυπο χορό. Ο ένας κρατά έναν μεγάλο στύλο στο κέντρο, από την κορυφή του οποίου ξεκινούν δώδεκα μακριές κορδέλες, καθεμιά με διαφορετικό χρώμα. Οι κορδέλες αυτές λέγονται γαϊτάνια και είναι αυτές που δίνουν το όνομά τους και στο έθιμο. Γύρω από τον στύλο δώδεκα χορευτές κρατούν από ένα γαϊτάνι και χορεύουν ταυτόχρονα ανά ζευγάρια, τραγουδώντας το παραδοσιακό τραγούδι.
Καθώς κινούνται γύρω από τον στύλο, κάθε χορευτής εναλλάσσεται με το ταίρι του και έτσι όπως γυρνούν, πλέκουν τις κορδέλες γύρω από τον στύλο δημιουργώντας χρωματιστούς συνδυασμούς, με τον ίδιο τρόπο που έπλεκαν παλιά οι γυναίκες τα γαϊτάνια και στόλιζαν τις παραδοσιακές φορεσιές. Όταν οι κορδέλες έχουν όλες τυλιχτεί και οι χορευτές χορεύουν όλο και πιο κοντά στο κοντάρι, αντιστρέφεται η φορά του χορού και αφού τα γαϊτάνια ξετυλιχτούν o χορός τελειώνει.
Τι συμβολίζει
Ο αριθμός των δώδεκα χορευτών λέγεται ότι δηλώνει τους μήνες του χρόνου που εναλλάσσονται. Σε πολλές κοινωνίες, κυρίως αγροτικές, το γαϊτανάκι συμβολίζει την ομόνοια και τη συναδελφικότητα. Ο κυκλικός χορός συμβολίζει τον κύκλο της ζωής, από τη ζωή στον θάνατο, από τη λύπη στη χαρά, από τον χειμώνα στην άνοιξη και το αντίθετο.
Και οι Απόκριες αποτελούν μια γιορτή χαράς που συνδυάζεται και με την αναζωογόνηση, με το ξύπνημα της φύσης, την άνοιξη. Αντλούν την καταγωγή τους από τα αρχαία Ανθεστήρια.
Σκούπα
Χορός από τη Λέρο
Αποκριάτικος ζευγαρωτός χορός από τη Λέρο. Το όνομά του προέρχεται από τη σκούπα που χρησιμοποιούν οι χορευτές ως “εφεδρική ντάμα”. Η διάταξη των ζευγαριών είναι τυχαία στο χώρο. Γενικά χορεύεται από 6-7 ζευγάρια και κάποιον που αντί για ντάμα βαστά μια σκούπα και τραγουδά “Μαυρομάτα, μαυρομάτα, συ μου τα ‘κλεψες τα νιάτα…” και συνεχίζει με έμμετρα πειράγματα και αστεία. Κάποια στιγμή ο μουσικός ή ο χορευτής με τη σκούπα φωνάζει “αλλαγή”, και τότε όλοι πρέπει να αλλάξουν ντάμες κι αυτός να προλάβει να αρπάξει την ντάμα κάποιου. Όποιος μείνει χωρίς ντάμα χορεύει με τη σκούπα. Ο ρυθμός και ο βηματισμός είναι τύπου “Πόλκας” και δείχνει την επίδραση των ευρωπαϊκών χορών στο Αιγαίο.
Στην Ικαρία λέγεται “Σκάντζα ντάμα”!
Πώς το τρίβουν το πιπέρι
Παραδοσιακό, σκωπτικό τραγούδι με καταγωγή τα χρόνια του Βυζαντίου.
Ο χορός είναι παραδοσιακός «στα τρία» σε κύκλο και οι χορευτές μιμούνται τις κινήσεις που περιγράφονται στους στίχους.
Η ιστορία του τραγουδιού που στις μέρες μας έχει χιουμοριστικό χαρακτήρα, εντοπίζεται στα βυζαντινά χρόνια. Οι βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν πολύ το πιπέρι στο φαγητό τους, όπως και άλλα μπαχαρικά. Το εμπόριο τους ήταν πολύ διαδεδομένο καθώς έμποροι από την Ασία τα εισήγαγαν ακατέργαστα και τα πουλούσαν.
Πολλά μοναστήρια για να βγάλουν χρήματα, αγόραζαν το πιπέρι σε κόκκους και οι καλόγεροι το έτριβαν και το πουλούσαν ακριβότερα, ώστε να έχουν κέρδος. Η δουλειά αυτή όμως ήταν αρκετά σκληρή καθώς γινόταν σε χειροκίνητους μύλους που απαιτούσαν μεγάλη δύναμη στα χέρια.
Επιπλέον το τριμμένο πιπέρι δημιουργούσε προβλήματα στα μάτια και την αναπνοή καθώς τινάζονταν πάνω στους καλόγερους. Έτσι κάποια στιγμή καθιερώθηκε να κάνουν αυτή τη δουλειά μόνο οι καλόγεροι που είχαν τιμωρηθεί για κάποιο παράπτωμα. Γι΄ αυτό και ο στίχος λέει «του διαβόλου οι καλογέροι», εννοώντας όσους έχουν κάνει κάποια «αμαρτία». Οι υπόλοιποι συνήθιζαν να λένε στον τιμωρημένο «τώρα θα δεις πως το τρίβουν το πιπέρι» και από εκεί εμπνεύστηκαν οι στίχοι του τραγουδιού.
Υπάρχει και μια εκδοχή που θέλει κλέφτες την εποχή της Τουρκοκρατίας να ζήτησαν καταφύγιο σε ένα μοναστήρι. Ο ηγούμενος τους δέχτηκε και τους μεταμφίεσε σε μοναχούς. Όταν έφτασαν οι Τούρκοι και ρώτησαν για τους κλέφτες, ο ηγούμενος απάντησε ότι δεν είχε ιδέα. Οι μεταμφιεσμένοι κάθονταν κάτω και έτριβαν πιπέρι. Κατά διαστήματα ο ηγούμενος τους έδινε εντολή να τρίβουν το πιπέρι με διαφορετικό μέρος του σώματός τους και όπως είπε στους Τούρκους, το έκανε επειδή οι καλόγεροι ήταν τιμωρημένοι. Ο ηγούμενος διάλεξε αυτόν τον τρόπο για να διασκεδάσει τον Τούρκο και να του αποσπάσει την προσοχή. Ο ίδιος ήξερε καλά ότι κάτω από τα ράσα, οι κλέφτες έκρυβαν τα όπλα τους και ήταν έτοιμη για παν ενδεχόμενο. Γι’ αυτό και ο στίχος λέει: “Άιντε σηκωθείτε παλληκάρια με σπαθιά και με χαντζάρια”
‘Οποια εκδοχή κι αν ισχύει, το παραδοσιακό αυτό τραγούδι αντέχει στο χρόνο και συνεχίζει να περνάει από γενιά σε γενιά.









































