ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΗ

ΤΡΟΠΟΙ ΑΠΟΡΡΙΨΗΣ ΑΠΟΡΡΙΜΜΑΤΩΝ

  • Βιο-σταθεροποίηση ή λιπασματοποίηση (Composting):

Πρόκειται για μία μέθοδο ανάκτησης των οργανικών υλών των απορριμμάτων, που εκμεταλλεύεται τα οργανικά υλικά των απορριμμάτων (ποσοστό 20-60% της μάζας), τα οποία είναι βιο-αποδομήσιμα. Η βιο-σταθεροποίηση βασίζεται στην αερόβια βιολογική αποδόμηση του οργανικού κλάσματος των απορριμμάτων, κάτω από ελεγχόμενες συνθήκες. Το τελικό υπόλειμμα αυτής της διεργασίας είναι ένα εδαφοβελτιωτικό υλικό που ονομάζεται compost και είναι σχετικά παρόμοιο με εκείνο που φυσιολογικά σχηματίζεται στο χώμα, μετά τη φυσική βιολογική αποδόμηση της νεκρής οργανικής ύλης που καταλήγει σε αυτό.
Για να παραχθεί compost, κατάλληλο για να χρησιμοποιηθεί σε καλλιέργειες, πρέπει τα απορρίμματα να πληρούν ορισμένες προδιαγραφές ως προς τα θρεπτικά στοιχεία που πρέπει να περιέχουν (άζωτο, φώσφορο), αλλά και ως προς τα ανεπιθύμητα συστατικά που δεν πρέπει να περιέχουν (πλαστικά, γυαλιά, μέταλλα, και άλλα). Για το λόγο αυτό, ο σωστός διαχωρισμός των απορριμμάτων στην πηγή, αλλά και η μηχανική διαλογή των απορριμμάτων που καταλήγουν στη μονάδα επεξεργασίας, είναι καθοριστικής σημασίας για την καταλληλότητα του υλικού που προορίζεται για τη διεργασία της λιπασματοποίησης. Συνεπώς, η διαδικασία της βιο-σταθεροποίησης, αναγκαστικά, συνδυάζεται με την ανακύκλωση.
Η βιο-σταθεροποίηση παρουσιάζει μια σειρά πλεονεκτημάτων, καθώς είναι μια φυσική βιολογική διεργασία και ως τέτοια δεν προκαλεί καμιά διαταραχή στα οικοσυστήματα. Επίσης, παρέχει τη δυνατότητα εμπλουτισμού των εδαφών και συμβάλλει έτσι, στη διατήρηση της γονιμότητας των εδαφών κι ακόμη στη μείωση της διάβρωσης σε επικλινείς αναδασωτέες περιοχές. Και αυτό, διότι είναι ένα οργανο-χημικό υλικό που η προσθήκη του στο χώμα βελτιώνει τα φυσικά και χημικά χαρακτηριστικά του τελευταίου, ενώ η περιεκτικότητά του σε θρεπτικά στοιχεία, έστω και χαμηλή, συμβάλλει στην αύξηση των αποδόσεων των καλλιεργειών.
Παρολαυτά, όμως, το κόστος εφαρμογής της είναι μεγάλο, ενώ υπάρχει σαφής απαίτηση για ταφή, τουλάχιστον ενός μέρους από το μη ζυμώσιμο κλάσμα των σκουπιδιών. Θα πρέπει να σημειωθεί πως το κόστος της λιπασματοποίησης ανά τόνο σκουπιδιών είναι σημαντικά μεγαλύτερο από το αντίστοιχο κόστος της ελεγχόμενης απόρριψης, ενώ δεν διαφέρει σημαντικά από την απλή καύση. Δεδομένου, όμως, ότι ένα μέρος της δαπάνης καλύπτεται από την εμπορική διάθεση του παραγόμενου compost, το τελικό κόστος της λιπασματοποίησης των οικιακών απορριμμάτων, σε πολλές περιπτώσεις, είναι μικρότερο της καύσης, αλλά πάντα μεγαλύτερο της ελεγχόμενης απόρριψης.
Επίσης, η διάθεση του compost δεν είναι πάντα μια εύκολη υπόθεση, καθώς η περιεκτικότητα σε τεμαχίδια γυαλιού, μετάλλων και πλαστικών καθιστά δύσκολο το χειρισμό του. Το πρόβλημα αυτό φαίνεται ότι συνεχώς μειώνεται με την ανάπτυξη της σχετικής τεχνολογίας μηχανικού διαχωρισμού των απορριμμάτων που οδηγεί στην παραγωγή όλο και περισσότερο καθαρού compost, αλλά, φυσικά, με μεγαλύτερο κόστος. Ένα άλλο πρόβλημα του compost των οικιακών απορριμμάτων, αλλά και του compost της λάσπης του βιολογικού καθαρισμού των λυμάτων των πόλεων, είναι η περιεκτικότητά τους σε βαρέα μέταλλα. Η περιεκτικότητα αυτή εξαρτάται από την ποιοτική σύσταση των σκουπιδιών και ο έλεγχός τους είναι απαραίτητος πριν από την επιλογή της λιπασματοποίησης, αλλά και περιοδικά μετά από αυτήν.

Αφήστε μια απάντηση