Εορτή της Αγίας Μεγαλομάρτυρος Αικατερίνης

 Μεγαλομάρτυς της Χριστιανοσύνης. Η μνήμη της εορτάζεται στις 25 Νοεμβρίου και στις 24 Νοεμβρίου στο σλαβόφωνο χριστιανικό κόσμο.Σύμφωνα με την εκκλησιαστική παράδοση, η Αικατερίνη γεννήθηκε και έζησε στην Αλεξάνδρεια επί…

Ρωμαίου αυτοκράτορα Μαξιμιανού (250-310). Ήταν κόρη του επάρχου της πόλης Κώνστα και διακρίθηκε για τη σπάνια σοφία και ομορφιά της. Με διαταγή του Μαξιμιανού συμμετείχε σε συζήτηση με 50 φιλοσόφους, γύρω από τη χριστιανική πίστη. Όχι μόνο έπεισε πολλούς από αυτούς με τα επιχειρήματά της, αλλά κατόρθωσε να τους μεταστρέψει προς τον Χριστιανισμό.

Ο Μαξιμιανός, μόλις το πληροφορήθηκε, εξοργίστηκε και προσπάθησε να καλοπιάσει την Αικατερίνη. Μόλις, όμως, πληροφορήθηκε ότι ή όμορφη αλεξανδρινή διανοούμενη προσηλύτισε τη σύζυγό του Φαυστίνα, τον σωματοφύλακά της Πορφύριο και 200 στρατιώτες, διέταξε τον αποκεφαλισμό τους και τη σύλληψη της Αικατερίνης, την οποία εξόρισε.

Η επιμονή της να μην απαρνηθεί τον Χριστιανισμό, προκάλεσε τη δήμευση της περιουσίας της και την καταδίκη της σε αργό θάνατο στον οδοντωτό τροχό. Ο τροχός έσπασε μόλις άγγιξε το σώμα της κι έτσι ο Μαξιμιανός διέταξε τον αποκεφαλισμό της. Τότε, από την ασώματο κεφαλή της, αντί για αίμα έτρεξε γάλα, σύμφωνα πάντα με την εκκλησιαστική παράδοση. Τον έκτο αιώνα ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ιουστινιανός μετέφερε το λείψανο της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά, όπου ιδρύθηκε η ομώνυμη περίβλεπτος μονή.

Η Αγία Αικατερίνη είναι προστάτιδα του Πανεπιστημίου των Παρισίων και διαφόρων επαγγελματικών κλάδων σε πολλές χριστιανικές χώρες του κόσμου, όπως των δικηγόρων και νομικών εν γένει, βιβλιοθηκονόμων, φιλοσόφων, μυλωνάδων, γανωματήδων, νοσοκόμων, γραμματέων, στενογράφων, βυρσοδεψών και των αγγειοπλαστών. Ακόμη, είναι προστάτιδα των ετοιμοθάνατων, των παρθένων και των ανύπαντρων γυναικών.

Στην Ελλάδα, η Αγία Αικατερίνη είναι προστάτιδα των γεωργών, επειδή η εορτή της συμπίπτει με τη σπορά. Υπάρχει, μάλιστα, πανελλήνια παράδοση, ότι αν τυχαίνει να υπάρχει ανομβρία, η αγία «δανείζεται νερό» από άλλον άγιο για να βρέξει την ημέρα της εορτής της και να ευχαριστήσει τους γεωργούς.

Στις Κυκλάδες οι άγαμες κοπέλες ζυμώνουν αλμυροκουλούρες την ημέρα της εορτής της αγίας και τρώνε ένα κομμάτι προτού κοιμηθούν, λέγοντας: «Άγια μου Κατερίνα, ντοτόρου θυγατέρα, / άμε στην άρουρα, στην κάρουλα / στη μαρμαροχρυσοπηγή / που ν’ οι Μοίρες τω Μοιρών/ κι αν είν’ κι εμένα η δική μου / και αν είναι άξια και καλή / πες της νάρθει να με βρει». Το ίδιο βράδυ αν δουν στο όνειρό τους ότι κάποιος τους δίνει νερό να ξεδιψάσουν, τότε αυτός θα είναι ο μελλοντικός σύζυγός τους.

Η Αγία Αικατερίνη είναι πολιούχος της Κατερίνης. Η πρωτεύουσα της Πιερίας ονομάστηκε αρχικά Αικατερίνη από το όνομα της αγίας.

Απολυτίκιο της Αγίας Αικατερίνης

Την πανεύφημον νύμφην Χριστού υμνήσωμεν,
Αικατερίναν την θείαν και πολιούχον Σινά,
την βοήθειαν ημών και αντίληψιν ότι
εφήμωσε λαμπρώς τους κομψούς
των ασεβών του Πνεύματος τη μαχαίρα,
και νυν ως μάρτυς στεφθείσα,
αιτείται πάσι το μέγα έλεος.

Το Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου Ρητίνης


Η παραπάνω μονή είναι χτισμένη σε εξαιρετική τοποθεσία με θέα προς την πεδιάδα κάτω από τα Πιέρια και τη θάλασσα.

Ο ναός, σύμφωνα με μια επιγραφή σε παράσταση του τιμώμενου αγίου πάνω από την πόρτα που οδηγεί στο εσωτερικό, πρέπει να θεωρηθεί κτίσμα του τέλους του 15ου αι. Πρόκειται για  ναό (βασιλική) με ξύλινη στέγη, ο οποίος επισκευάστηκε στις αρχές του 19ου αιώνα. Ο ναός εσωτερικά είναι ολόκληρος αγιογραφημένος. Η πρώτη τοιχογράφηση έγινε στα 1494. Σήμερα φαίνονται μόνο δυο παραστάσεις του 1494. Η μία είναι ο Άγιος Γεώργιος έφιππος να φονεύει το δράκοντα, πάνω από την πόρτα εισόδου και η δεύτερη το Άγιο Κεράμιο με αποτυπωμένη τη μορφή του Χριστού σ’ αυτό, μέσα σε κόγχη του βόρειου τοίχου του ιερού. Ο υπόλοιπος ναός διατηρεί τοιχογραφίες του 1619. Μια επιγραφή στο νότιο τοίχο αναφέρει το όνομα ενός επισκόπου Πέτρας Ακάκιου και του ηγούμενου της μονής Διονυσίου.
Η μονή υπήρξε σημαντικό κέντρο κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας και βρισκόταν σε μεγάλη ακμή  ως τη δεκαετία του 1930. Εγκαταλείφθηκε οριστικά από τους μοναχούς την περίοδο 1940-1943.
                              
       Το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου βρίσκεται στο χωριό Ρητίνη. Η ίδρυσή του ανάγεται στη μεταβυζαντινή περίοδο ενώ το καθολικό του κοσμείται με σημαντικές αγιογραφίες του 14ου και 16ου αιώνα.

       Η χρονολόγησή του έχει γίνει βάσει τοιχογραφίας η οποία φέρει χρονολογία 1494 και είναι η παλαιότερη στην Πιερία. Υπάρχουν και μεταγενέστερες τοιχογραφίες του 1619.

       Ο ναός του μοναστηριού είναι ένα από τα παλαιότερα κτήρια του τύπου του στην Πιερία ενώ το εικονογραφικό πρόγραμμα του ναού του είναι χαρακτηριστικό της μεταβυζαντινής εικονογραφίας των χωριών της Μακεδονίας. Το μοναστήρι ήταν υπό τον έλεγχο του επισκόπου της Πέτρας, ενώ στο παρελθόν γνώρισε μεγάλη ακμή.

        Σύμφωνα με μαρτυρίες και τη λαϊκή παράδοση αποτελούσε χώρο συγκέντρωσης των οπλαρχηγών και κρησφύγετο κατά το Μακεδονικό Αγώνα.                        Σήμερα η μονή δεν λειτουργεί αλλά διατηρείται ανέγγιχτος σχεδόν από το χρόνο ο μικρός ναός του Αγίου Γεωργίου με τις μεταβυζαντινής τέχνης και λαϊκότροπης έκφρασης.

Πύργος Λαζαίων


 Ανάμεσα  στους ιδρυτές της Μηλιάς, ήταν και η οικογένεια των κλεφταρματωλών. Έζησαν και έδρασαν στην περιοχή για 150 χρόνια. Μάρτυρας της δράσης των είναι τα ερείπια  του ξακουστού πύργου στο κοινώ μέρος του χωριού.

 Οι Λαζαίοι έχτισαν στις αρχές του 17ου αιώνα, οχυρό πύργο λιθόκτιστο σε περίοκτη θέση με θολωτό εισόγει όπου φύλαγαν τα πολεμοφόδια και τα τρόφιμά τους. Έμοιαζε με τους πύργους του Αγίου Όρους που ήταν ψηλοί με πολεμίστρες . Ο πύργος είχε υπόγεια έξοδο διαφυγής κοντά στον νερόμυλο που ήταν λίγο πιο κάτω. Τα ερείπια του μύλου υπάρχουν και σήμερα.

Σε μικρή απόσταση από τον πύργο βρισκόταν το σπίτι τους με την πετρόκτιστη βρύση στην αυλή. Τα ερείπια υπήρχαν αλλά σήμερα έχουν εξαφανιστεί από ανθρώπινες παρεμβάσεις των τελευταίων ετών.
 Η πρώτη καταστροφή του πύργου έγινε το 1813. Ο Βελή Πασάς, γιος του Αλή, εξεστράτευσε εναντίον της Μηλιάς και κατόπιν προδοσίας κυρίευσε τον Πύργο. Τα αποτελέσματα ήταν καταστροφικά για την οικογένεια των Λαζαίων και για όλους τους άλλους.
 Το 1822 στις 2 Απριλίου έγινε η δεύτερη μεγάλη καταστροφή. Οι Οθωμανοί πολιόρκησαν τον πύργο, έκαψαν το χωριό και την εκκλησία της Αγίας Παρασκευής. Οι Έλληνες που βρισκόταν μέσα στον πύργο, ανάμεσά τους και ο ιστορικός Κασομούλης, διέφυγαν με έφοδο και συνέχισαν τον αγώνα σους στη νότια Ελλάδα.

Αγία Παρασκευή


Η Εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, ουσιαστικά «καλωσορίζει» του επισκέπτες στην Άνω Μηλιά. Τρίκλιτη Βασιλική, χτίστηκε επί τουρκοκρατίας και στην αυλή της οι σκλάβοι Έλληνες έζησαν χαρές, λύπες, καταστροφές… Τον Απρίλιο του 1822 οι Οθωμανοί κατακτητές έκαψαν το χωριό και την εκκλησία.
 Γύρω στο 1854 οι κάτοικοι της Μηλιάς ξαναέχτισαν την εκκλησία όπως μαρτυρά το ανάγλυφο πάνω από το παράθυρο της κόγχης. Ο αυλόγυρος του ναού στέγασε και πάλι τις χαρές και τους καημούς των κατοίκων της Άνω Μηλιάς.
 Εκεί ο Κοσμάς ο Αιτωλός, πριν δυόμισι αιώνες περίπου, συγκέντρωσε τους Μηλιώτες και τους μίλησε για την Ορθοδοξία, τη σκλαβιά του Γένους και την ανάσταση του.
 Οι Μηλιώτες, τρομοκρατημένοι από μια επιδημία που είχε ενσκήψει εκείνη την εποχή, ζήτησαν τη βοήθειά του και σύμφωνα με την παράδοση ο Κοσμάς ο Αιτωλός, τέλεσε παράκληση και γύρισε το χωριό τρεις φορές.
 Την Τρίτη φορά έκανε στάση στην ανατολική πλευρά του χωριού, λίγο πιο κάτω από την Αγία Παρασκευή, κι εκεί στη διχάλα ενός μικρού πεύκου, στερέωσε έναν σιδερένιο σταυρό.
 Ο ίδιος σταυρός εξακολουθεί και φωλιάζει στην διχάλα του πεύκου εδώ και 230 χρόνια περίπου. Εκεί βρίσκεται και το εκκλησάκι προς τιμήν του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού, απ’ όπου και η πανοραμική θέα τόσο στη Μεσαία όσο και στην Κάτω Μηλια.

Ζιάζιακος


Η ίδρυση του χωριού Ζιάζιακο  πιθανολογείται στα μέσα του 18ου αιώνα, όταν οι Έλληνες καταπιεσμένοι από τους τούρκους αναγκάζοντας τους να καταφύγουν σε ασφαλέστερες περιοχές, όπως ήταν ο Όλυμπος και τα Πιέρια. Έτσι συγκροτήθηκε ο ντόπιος πληθυσμός. Ένα τέτοιο χωριό ήταν το «Ζιάζιακο» απ’ όπου μετακινούμενοι οι κάτοικοι ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στα σημερινά χωριά Λόφο και Ράχη. Στολίδι του χωριού και της ευρύτερης περιοχής ήταν ο Ιερός Ναός κοιμήσεως της Θεοτόκου που στέκει και σήμερα εκεί  στο Παλιοζιάζιακο για να θυμίζει την Ιστορία αιώνων και το βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα των κατοίκων. Ο ναός, διαμήκης βασιλικής με τρία κλίτη και διρριχτή στέγη, πανηγυρίζει στις 21 Νοεμβρίου και συγκέντρωνε πλήθος προσκυνητών που έρχονται να προσκυνήσουν την εικόνα της Παναγίας και ζητήσουν τις μεσιτείες της.

Βροντισμένη


Η αρχαιολογική σκαπάνη ανάσκαψε στη θέση αυτή μεγάλο τμήμα μια παλαιοχριστιανικής τρίκλιτης βασιλικής και τμήμα ενός εξαγωνικού Μαρτυρίου, με καμαρωτούς τάφους κάτω από το δάπεδο του. Πρόκειται για τον αρχαιότερο χριστιανικό οικισμό της Πιερίας, που ιδρύθηκε γύρω στα 400 μΧ. τα αρχαιολογικά ευρήματα συνθέτουν την ιστορική και πολιτιστική φυσιογνωμία της περιοχής γεγονός που καθιστά τη βασιλική της Βροντισμένης παλιότερη και από την Αχειροποίη της Θεσσαλονίκης, που είναι η παλαιότερη ελληνιστική βασιλική στη Μεσόγειο. Στην κορυφή του λόφου, βορειοανατολικά της βασιλικής βρίσκεται ένα παλαιοχριστιανικό Μαρτύριο το πρώτο το πρώτο εντοπίζεται στην Πιερία.

Αρχαίο Λουτρό Ελατοχωρίου

Στη περιοχή παλιοκλήσσι στο εκκλησάκι της Αγίας παρασκευής στο Ελατοχώρι βρίσκεται το (αρχαιολογικό εύρημα) Αρχαίο Λουτρό, εικάζεται ότι εκεί υπάρχει μια αρχαία πολιτεία και χρονολογείται από τον 3ο με 4ο αιώνα μ.Χ. Στα πρώτα Χριστιανικά χρόνια των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων Ιουστινιανού και Θεοδοσίου.

Το Κάστρο του Πλαταμώνα


Το Κάστρο του Πλαταμώνα, είναι κάστρο – πόλη της μεσοβυζαντινής περιόδου, (10ος μ.Χ αιώνας) και είναι κτισμένο νοτιοανατολικά του Ολύμπου. Ο Πύργος του, που δεσπόζει πάνω στην εθνικό οδό, είναι ο πιο εντυπωσιακός ακρόπυργος που υπάρχει σε ελληνικό κάστρο.
Ιστορία
Το Κάστρο είναι χτισμένο στη θέση της αρχαίας Ηράκλειας. Το τοπωνύμιο «Πλαταμώνας» αναφέρεται για πρώτη φορά το 1198 σε χρυσόβουλο του βυζαντινού αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ Κομνηνού. Πιθανότατα, υπήρχε ένα Βυζαντινό κάστρο σε εκείνο το σημείο ήδη από τον 10ο αιώνα.
Μετά την Δ’ Σταυροφορία και την άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204, ο Πλαταμώνας περιήλθε στη δικαιοδοσία του Βονιφάτιου Μομφερατικού, ηγεμόνα της Θεσσαλονίκης, που ακολουθώντας τις Φεουδαρχικές πρακτικές της Δύσης, το παραχώρησε στον Λομβαρδό ιππότη Ρολάνδο Πίσκια, που είναι αυτός που έχτισε το κάστρο στη θέση των αρχαίων ερειπίων.
Το κάστρο έμεινε φράγκικο για πολύ λίγο. Καταλήφθηκε το 1218 από τον δεσπότη της Ηπείρου Θεόδωρο Άγγελοκαι μετά τη μάχη της Πελαγονίας (1259), από τον αυτοκράτορα Μιχαήλ Η΄ τον Παλαιολόγο. Γύρω στα 1385 έπεσε στα χέρια του Τούρκων, οι οποίοι το διατήρησαν σε καλή κατάσταση, δεδομένου ότι χρησίμευε ως βάση των επιχειρήσεων τους εναντίον των ανταρτών του γειτονικού Ολύμπου.
Το 1425 οι Ενετοί κατέλαβαν τον Πλαταμώνα, σε μια επιχείρηση κατά την οποία 100 Τούρκοι κάηκαν ζωντανοί μέσα στο κάστρο. Το 1427 όμως οι Τούρκοι το ανακατέλαβαν.
Στα τέλη 18ου αιώνα ο Πλαταμώνας ήταν αρματολίκι, με επικεφαλής τον Τσακνάκη, ενώ διοικητής διετέλεσε και ο ήρωας του ‘21 Γεωργάκης Ολύμπιος. Το 1770 καταλήφθηκε για ένα μικρό χρονικό διάστημα από τους Έλληνες, όπως επίσης και το 1825 και 1878. Βομβαρδίστηκε από τον πλοίαρχο Σαχτούρη το 1897 και από τότε εγκαταλείφθηκε από του Τούρκους.
Στις 15-16 Αυγούστου 1941 στην περιοχή του Πλαταμώνα συγκρούστηκε ένα νεοζηλανδικό τάγμα με γερμανικά τμήματα και η μάχη έληξε με την υποχώρηση των Νεοζηλανδών και αφού προηγουμένως οι Γερμανοί βομβάρδισαν το κάστρο.
Στο κάστρο του Πλαταμώνα συναντάμε τα 3 βασικά χαρακτηριστικά των μεσαιωνικών φρουρίων: τον πρώτο περίβολο, τον δεύτερο περίβολο που αποτελεί και την ακρόπολη και τον κεντρικό πύργο.
Ο εξωτερικός τοίχος του κάστρου έχει σχήμα πολυγωνικό. Ενισχύεται από τρεις περίβολους και διατηρείται σε καλή κατάσταση. Ο εξωτερικός περίβολος είναι ευρύχωρος και η είσοδός του βρίσκεται στη νοτιοανατολική πλευρά. Στην ίδια πλευρά διακρίνεται και ερειπωμένο προτείχισμα.
Το ύψος των τειχών φτάνει δεξιά από την είσοδο τα 9,5μ. και αριστερά τα 7,5μ., ενώ το πάχος κυμαίνεται μεταξύ 1,2 και 2 μέτρα.
Στην βορειοανατολική πλευρά υψώνεται ο μεγαλοπρεπής κεντρικό πύργος του αμυντικού συγκροτήματος με σχήμα οκταγωνικό, ύψος 16μ. και πάχος 2μ. του οποίου η είσοδος βρισκόταν, για λόγους ασφαλείας, σε ύψος 2μ από την επιφάνεια του εδάφους.
Πάνω από τις δύο πύλες υπήρχε και άλλος πύργος, σήμερα κατεστραμμένος Στο χώρο του κάστρου διατηρείται η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής (η μόνη από τις 5 που υπήρχαν εκεί παλαιότερα) η οποία κατά τουρκοκρατία είχε μετατραπεί σε τζαμί.

Ο Προφήτης Ηλίας


     Το πιο ονομαστό ερημοκλήσι του Ολύμπου είναι του Προφήτη Ηλία που βρίσκεται σε υψ. 2803 μ., πάνω στην ομώνυμη κορυφή και είναι ο πιο ψηλός λατρευτικός χώρος  της Ελλάδας. Το έκτισε ο Όσιος Διονύσιος κατά τα μέσα του 16ου αιώνα, ενώ κάθε Ιούλιο ανήμερα της γιορτής του Προφήτη, μοναχοί της γειτονικής μονής ανεβαίνουν στην κορυφή και κάνουν λειτουργία. Είναι ένα μικρό εκκλησάκι, με μέγιστο ύψος 1,60 μ. κατασκευασμένο από δολομιτικές πλάκες, από αυτές που βρίσκονται στη γύρω περιοχή. Αν και δεν βρέθηκαν αρχαιολογικά λείψανα, θεωρείται ότι το εκκλησάκι χτίστηκε πάνω σε αρχαίο ιερό κορυφής, όπως υπήρχε στην απέναντι κορυφή του Αγίου Αντωνίου. Eκεί οι αρχαίοι κάτοικοι πρόσφεραν θυσίες δυο φορές το χρόνο.

 

ΜΟΝΗ ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ


Η Ιερά Μονή του Αγίου Διονυσίου του εν Ολύμπω είναι η σημαντικότερη ίσως Μονή στο νομό Πιερίας  και υπάγεται στην Ιερά Μητρόπολη Κίτρους, Κατερίνης και Πλαταμωνος. Βρίσκεται στον Όλυμπο, σε υψόμετρο 900μ. σε θέση φύσει οχυρή ανάμεσα σε δύο ρέματα και απέχει 18 χιλιόμετρα από το Λιτόχωρο. Η Παλαιά Μονή ιδρύθηκε το 16ο αιώνα από τον Άγιο Διονύσιο Εν Ολυμπω και στα χρόνια της Τουρκοκρατίας σημείωσε οικονομική και πνευματική ακμή. Μετά το1821καταλήφθηκε από τον τουρκικό στρατό, πυρπολήθηκε και λεηλατήθηκε. Το1943 ανατάχθηκε από τους Ναζί επειδή στα κτήριά της κρύβονταν Έλληνες αντάρτες. Έκτοτε μεταφέρθηκε στο Μετόχι της, κοντά στο Λιτόχωρο. Μέχρι το1928το Μοναστήρι ήταν Σταυροπηγιακό,Πατριαρχικό υπό την δικαιοδοσία του Οικουμενικού θρόνου. Το 1929 υπήχθη στις Νέες Χώρες.


Σήμερα αναπτύσσει πνευματική και φιλανθρωπική δραστηριότητα, με ολοήμερες εξομολογήσεις και πνευματικές διδαχές κάθε Κυριακή πρωί μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας, όπως επίσης διαλόγους, συνέδρια και ολονύκτιες αγρυπνίες. Πανηγυρίζει στις 23 Ιανουαρίου,  που είναι και η ημέρα μνήμης του Αγίου Διονυσίου. Επίσης, στις 14 Σεπτεμβρίου  τελείται η τοπική εορτή του Σταυρού, στην Παλαιά Μονή του Αγίου Διονυσίου.

Ιστορικά στοιχεία

ο μοναστήρι ιδρύθηκε από τον Άγιο Διονύσιο εν Ολύμπω γύρω στο 1542, επί Πατριάρχης Ιερεμίας  του Β’ (1522-1546) και όταν ήταν Σουλτάνος ο Σουλεϊμάν Α  (1520-1566). Ο Άγιος, επιστρέφοντας από το Πηλιο, έλαβε από τον Τούρκο Αγά της περιοχής την άδεια να κτίσει ελεύθερα μοναστήρι και μάλιστα του δόθηκε και η κυριότητα της περιοχής.
Ο Διονύσιος εν Ολύμπω έχτισε κελιά, παρεκκλήσια και μύλους ενώ φρόντισε για τον εμπλουτισμό του μοναστηριού με κειμήλια, λείψανα αγίων, εικόνες (ήταν ο ίδιος αγιογράφος), με βιβλιοθήκη πατερικών κειμένων και έγραψε κανονισμούς για την ομαλή λειτουργία της Μονής. Σύντομα τον ακολούθησαν στο Μοναστήρι πολλοί μοναχοί, καθώς η φήμη του Αγίου εξαπλώθηκε με τα θαύματά του και τη λιτή χριστιανική ζωή του. Έπειτα από 35 χρόνια σχεδόν από την ίδρυση της Μονής, έχουμε γραπτή μαρτυρία για την ακτινοβολία που εξέπεμπε σε επιστολή του Θεοδόσιου Ζυγομαλά προς το Στέφανο Γκέρλαχ, καταδεικνύονταςτον εντυπωσιακά μεγάλο αριθμό μοναχών που υπήρχαν στη μονή σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα από την ίδρυσή της.
Ο Άγιος Διονύσιος επιδόθηκε σε τριπλή εργασία μέχρι το θάνατό του. Έκανε περιοδείες στην ευρύτερη περιοχή του Ολύμπου, διδάσκοντας και εξομολογώντας αλλά και στήριζε τον υπόδουλο ελληνισμό, ενθαρρύνοντας την απελευθέρωση από τον τουρκικό ζυγό.
Ο βιογράφος του Δαμασκηνός Ρεντίνης αναφέρει χαρακτηριστικά ότι ο Άγιος εργαζόταν για όλα αυτά.

Ο Όσιος απεβίωσε εκεί στις 23 Ιανουαρίου   και είναι άγνωστο το πια χρονολογία έγινε αυτό. Τάφηκε στο αριστερό παρεκκλήσι του Καθολικού της Μονής, όπου σώζεται ο τάφος του μέχρι και σήμερα. Αποτελεί πόλο έλξης για χιλιάδες προσκυνητές κάθε χρόνο.

 

Διεθνής ακτινοβολία

Μετά την αποδημία εις Κύριον του Διονυσίου, η φήμη του Μοναστηριού ξεπέρασε τα όρια της Θεσσαλίας και Μακεδονίας και έφτασε μέχρι και τη Ρωσία. Αυτό φαίνεται από σωζόμενη στη Μονή επιστολή των Αυτοκρατόρων της Ρωσίας με χρονολογία 13 Ιουνίου 1692, με την οποία επιτρέπεται στους Μοναχούς του Ολύμπου να περιφέρουν την κάρα του Αγίου Διονυσίου στη Ρωσία. Επίσης, αξίζει να σημειωθεί ότι πολλά μοναστήρια και ναοί στη Βόρεια Ήπειρο κοσμούνται με αγιογραφίες, έργα των αγιογράφων-μοναχών του Ολύμπου. Μερικά αφιερώματα στο σκευοφυλάκιο της Μονής φέρουν ρουμανικές επιγραφές, που δείχνει ότι και στην τότε Μολδοβλαχία  είχε απλωθεί η φήμη της Μονής.

 

Καταστροφές και λεηλασίες

Το μοναστήρι δέχθηκε την οργή των Τουρκαλβανών του Αλή Πασά αλλά και των Τούρκων και Γερμανών αργότερα. Οι πολλές πυργκαγιές και καταστροφές που υπέστη η μονή έχουν καταστήσει άγνωστη την ιστορία της το 17ο και 18ο αιώνα.
Το 1790-91 κάηκε από πυρκαγιά, όπως αναφέρεται στην αλληλογραφία των πατέρων της Μονής με τον επίσκοπο Καμπανίας Θεόφιλο, αδελφό διατελέσαντα της Μονής του ‘Ολύμπου και καυχώμενον δια τον τίτλο του » Ώλυμπίτου». Την περίοδο της Επανάστασης του 1821 η Μονή πυρπολήθηκε από τους Τούρκους, όπως μνημονεύει ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος. Από τις πυρκαγιές αυτές καταστράφηκε το μεγαλύτερο μέρος της βιβλιοθήκης, των κειμηλίων και των υπαρχόντων στη Μονή. Πολλά από αυτά τα έκαψαν οι ίδιοι οι μοναχοί από το φόβο τους το 1878 κατά την Επανάσταση του Ολυμπου.
ο μοναστήρι από πολύ παλιά αποτέλεσε κέντρο όλων των κλεφτών και αρματολών του Ολύμπου, άλλά και την έδρα των επαναστατικών κυβερνήσεων, κατά το 1821, 1828 και 1878. Κατά την εξέγερση του 1878, στη μονή κατέφυγαν τα γυναικόπεδα από το Λιτόχωρο και μεγάλη ήταν η βοήθειά της στον αγώνα για την Απελευθέρωση, στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο (1897) και επίσης κατά το Μακεδονικό Αγώνα.
 
 

 

Στα χρόνια της Ναζιστικής κατοχής, το μοναστήρι δέχθηκε το τελευταίο πλήγμα με το βομβαρδισμό του από τους Γερμανούς και την ανατίναξη των κτηρίων του (διασώθηκε μόνο το ηγουμενείο), επειδή σε αυτά είχαν καταφύγει αντάρτες. Έπειτα μεταφέρθηκε στο Μετόχι ή Σκάλα, που υπάρχει από το 18ο αιώνα, κοντά στο Λιτοχωρο . Το εν λόγω Μετόχι αναφέρεται σε σιγγίλιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου το 1753.

 

To Μοναστήρι σήμερα


  
Μέσα στο μοναστήρι, σε πρόσφατα ανακαινισμένο κτήριο του 1860 λειτουργεί και το νέο σκευοφυλάκιο (Εκκλησιαστικό Βυζαντινό Μουσείο), το οποίο εγκαινιάστηκε από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο  στις 29 Μαΐου 1999. Σε αυτό φυλάσσονται εκκλησιαστικά κειμήλια μεγάλης καλλιτεχνικής και ιστορικής αξίας. Ενδεικτικά αναφέρονται εικόνες του 15ου-19ου αιώνα, πατριαρχικά σιγγίλια, κεντητά άμφια, πατριαρχικοί σταυροί, τμήμα Τιμίου Ξύλου, άγια λείψανα και παλαιά χειρόγραφα. Από αυτά γνωρίζουμε σήμερα πολλά στοιχεία για την Ιστορία της Μονής.
Η Μονή προσπαθεί και ακολουθεί σχεδόν κατά γράμμα το αγιορείτικο τυπικό και οι γυναίκες εκκλησιάζονται στο εξωτερικό καθολικό της Μονής (γιατί η Μονή διατηρεί το άβατο)..
Κοντά στη σημερινή θέση της Μονής Αγίου Διονυσίου βρίσκεται η τοποθεσία Μύλοι, που έλαβε την ονομασία της από το νερόμυλο, ο οποίος είναι ακόμα σε λειτουργία και έχει διαμορφωθεί σε χώρο αναψυχής.
ΠΗΓΕΣ
·         Εγκόλπιο ημερολόγιο Ιεράς Μητροπόλεως Κίτρους,Κατερίνης και Πλαταμώνος 2007
·         Τουριστικός οδηγός , Δυτικη-Κεντρική ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ