Άρθρα κατηγορίας "Ενθυμήματα"

Δάσκαλε, απ’ την τσέπη σου τα πληρώνεις;

Βασίλης Τασινός

Ιωάννινα 7 Ιουλίου 2019

Στο προηγούμενο κείμενο που δημοσίευσα, «Δάσκαλε, έδειξε ασέβεια και έπρεπε να τιμωρηθεί», μέσα από το πραγματικό γεγονός που περιέγραψα, αναδεικνύεται ότι ο δάσκαλος πρέπει να αντιμετωπίζει μόνος του τα συνηθισμένα παραπτώματα των μαθητών του και όχι με το παραμικρό πρόβλημα που παρουσιάζεται στην τάξη του να προσφεύγει στους γονείς.

Με το παρόν κείμενο, που επίσης αναφέρεται σε πραγματικό γεγονός, αναδεικνύεται η αναγκαιότητα της καλής συνεργασίας του δασκάλου με τους γονείς, προκειμένου να αντιμετωπίζονται από κοινού προβληματικές συμπεριφορές των μαθητών που υποπίπτουν στην αντίληψη του δασκάλου. Δυστυχώς, όμως, για διαφόρους λόγους δεν είναι πάντα εφικτή η καλή συνεργασία του δασκάλου με τους γονείς.

Όταν ήμουν δάσκαλος στο Δημοτικό Σχολείο Τύμβου Μαραθώνα το σχολικό έτος 1989-1990, ο συνάδελφός μου ο Μίλτος, που ήταν και Διευθυντής του σχολείου, μου διηγήθηκε ένα περιστατικό – με αφορμή την επίσκεψη που δέχτηκε στο Γραφείο του από έναν άγνωστο σ’ εμένα άνδρα – που συνέβη στο σχολείο μας πριν τέσσερα χρόνια.

«Τον είδες, Βασίλη, τον κύριο που έφυγε από το Γραφείο μου»; μου λέει ο Μίλτος.      « Άκου, λοιπόν, τι έγινε: Πριν τέσσερα χρόνια υπέπεσε στην αντίληψη μου ότι ο γιος του, μαθητής μου τότε στην ΣΤ΄ τάξη, ξόδευε πολλά χρήματα στο κυλικείο, όχι μόνο για αυτά που αγόραζε για τον εαυτό του αλλά και για τις αγορές των συμμαθητών του. Καθημερινά ερχόταν στο σχολείο με χιλιάρικο και μερικές φορές και με πεντοχίλιαρο, όπως μου είχε αναφέρει η κυρία που είχε το κυλικείο.

Κάλεσα στο σχολείο τον πατέρα του – τον κύριο που είδες πριν λίγο – για να συζητήσουμε το γεγονός, και πριν καλά καλά προλάβω να ολοκληρώσω μία φράση, μου λέει με αυθάδεια: “Δάσκαλε, απ’ την τσέπη σου τα πληρώνεις;” Από την τσέπη μου δεν τα πληρώνω, του λέω, αλλά δεν είναι σωστό σ’ αυτή την ηλικία ο γιος σου να ξοδεύει τόσα πολλά χρήματα· αργότερα θα αντιληφθείς το λάθος σου αλλά φοβάμαι ότι θα είναι αργά!

 Σήμερα, λοιπόν, που με επισκέφτηκε, είχαμε τον εξής διάλογο:

– Δάσκαλε, πόσο δίκιο είχες, όταν μου έλεγες: “Μη δίνεις τόσα πολλά χρήματα στο γιο σου, γιατί τα ξοδεύει ασυλλόγιστα στο κυλικείο του σχολείου.”

– Τι συνέβη και θυμήθηκες τα λόγια μου μετά από τέσσερα χρόνια;

– Δάσκαλε, ήρθε στο μποστάνι που δούλευα και μου ζητούσε με επιμονή περισσότερα χρήματα απ’ αυτά που του δίνω κάθε ημέρα για τα προσωπικά του έξοδα, κι όταν του είπα ότι για πάρεις περισσότερα θα πρέπει να δουλέψεις μαζί μου στο κτήμα, εκνευρίστηκε και άρχισε να μου πετάει κολοκύθια στο κεφάλι · κοίταξε, μου πρήστηκε η μύτη!

– Δεν με εκπλήσσει καθόλου το γεγονός· εσύ δημιούργησες τις προϋποθέσεις για την συμπεριφορά αυτή του παιδιού σου. Θυμάσαι τι μου είπες, όταν σου επισήμανα ότι ο γιος σου ξοδεύει πολλά χρήματα στο κυλικείο: “Δάσκαλε, απ’ την τσέπη σου τα πληρώνεις;” Ε…τώρα ήρθε η ώρα να πληρώσεις· όπως έστρωσες, θα κοιμηθείς».

Εν κατακλείδι, ο δάσκαλος έκανε το καθήκον του στην προβληματική συμπεριφορά που διαπίστωσε, με το γονέα όμως απέναντί του. Ο γονέας αντιλήφθηκε καθυστερημένα και με οδυνηρό τρόπο το μεγάλο λάθος που είχε κάνει. Και το πιο πιθανόν είναι, η δυσμενής εξέλιξη του κανακάρη να μη σταμάτησε στην εφηβεία, αλλά να συνεχίστηκε και στην ενήλικη ζωή.

Δάσκαλε, έδειξε ασέβεια και έπρεπε να τιμωρηθεί

Βασίλης Τασινός

Ιωάννινα 30 Ιουνίου 2019

Πιστεύω πως κάθε δάσκαλος στο ξεκίνημα της θητείας του θα υποπέσει και σε κάποια λάθη εξαιτίας της απειρίας του και της έλλειψης ουσιαστικής στήριξης στο εκπαιδευτικό του έργο.

Το περιστατικό που αναφέρω παρακάτω, είναι από την πρώτη χρονιά της θητείας μου που δίδασκα στην Α’ τάξη του 137ου Δημοτικού Σχολείου Αθηνών, το σχολικό έτος 1979-1980.

Η μαθήτριά μου η Ειρήνη είχε τη συνήθεια καθημερνά να μασάει τσίχλα κατά την ώρα του μαθήματος. Οι παρατηρήσεις μου δεν έφερναν κανένα αποτέλεσμα. Ενώ με την υπόδειξή μου πετούσε την τσίχλα στο καλάθι, την επόμενη ώρα άλλη τσίχλα έβαζε στο στόμα της. Πέρασαν πολλές ημέρες και η Ειρήνη εξακολουθούσε την ίδια τακτική.

Κάποια ημέρα συνομιλώντας με τον πατέρα της, ο οποίος έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον για την πρόοδο της κόρης του, παρεμπιπτόντως του ανέφερα και το γεγονός ότι η Ειρήνη μασάει τσίχλα την ώρα του μαθήματος, ελπίζοντας σε κάποιες νουθεσίες που θα έφερναν αποτέλεσμα!

Την επόμενη ημέρα βλέπω την Ειρήνη με μώλωπες στο πρόσωπο! Νόμισα ότι την χτύπησε  κάποιος μαθητής. Τη ρώτησα: «Τι συνέβη Ειρήνη»; Δεν μου απαντούσε! Επέμεινα και πάλι εξακολουθούσε να μην μου λέει τίποτε! Εκείνη τη στιγμή μου ήρθε στο μυαλό η συζήτηση που είχα κάνει την προηγούμενη ημέρα με τον πατέρα της και τη ρώτησα: «Ειρήνη, μήπως σε τιμώρησαν οι γονείς σου, επειδή μασάς τσίχλα την ώρα του μαθήματος»; Δεν μου απάντησε αλλά από τον τρόπο που αντέδρασε με έβαλε σε υποψίες ότι μάλλον αυτό είχε συμβεί. Την επόμενη ημέρα ο πατέρας της μου επιβεβαίωσε τις υποψίες μου, λέγοντας: «Δάσκαλε, έδειξε ασέβεια στο πρόσωπό σας και έπρεπε να τιμωρηθεί». Αποδοκίμασα την πράξη του και κάνοντας την αυτοκριτική μου του είπα: «ήταν λάθος μου να σας ενημερώσω για ένα ασήμαντο γεγονός»!

 Όμως, το περιστατικό με την Ειρήνη έχει και συνέχεια και μάλιστα πιο ενδιαφέρουσα και διδακτική. Ενώ οι μώλωπες δεν είχαν σβήσει ακόμη από το πρόσωπό της, πάλι μασούσε τσίχλα την ώρα του μαθήματος! Βέβαια, έκανα πως δεν το αντιλαμβανόμουν και συνέχιζα κανονικά το μάθημα. «Το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού».

Ενώ, λοιπόν, η Ειρήνη τιμωρήθηκε τόσο αυστηρά, εξακολουθούσε να μασάει τσίχλα στην τάξη. Οι παρατηρήσεις μου και ο ξυλοδαρμός από τον πατέρα της δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα. Θα μπορούσε, όμως, να φέρει θετικό αποτέλεσμα η υπομονετική συζήτηση και η έλλειψη αυταρχισμού, που δυστυχώς δεν είχαν καμία εφαρμογή στην περίπτωση της Ειρήνης!

Το λάθος μου να ενημερώσω τον πατέρα της για ένα ασήμαντο γεγονός δεν μπορώ να το ξεχάσω, αν και έχουν περάσει σαράντα χρόνια, γιατί είχε ως συνέπεια μία πολύ σκληρή και άδικη τιμωρία! Όμως, «ουδέν κακόν αμιγές καλού»· ήταν η πρώτη και η τελευταία φορά που ενημέρωσα γονέα για συνηθισμένα ζητήματα συμπεριφοράς των μαθητών μου. Πάντα μόνος μου έλυνα τα προβλήματα που προέκυπταν στην τάξη και δεν διανοήθηκα ποτέ να ζητήσω τη βοήθεια των γονέων. Κατάλαβα από τον πρώτο χρόνο της θητείας μου ότι ο δάσκαλος δεν πρέπει με το παραμικρό πρόβλημα που προκύπτει στην τάξη του να ενημερώνει τους γονείς και να ζητάει τη βοήθειά τους, γιατί δεν αποκλείεται το μικρό πρόβλημα με τη «βοήθεια» των γονέων να γίνει μεγάλο. Τη βοήθεια των γονέων θα πρέπει να την επιδιώκει μόνο αν υπάρχουν σοβαρά παραπτώματα· κι αυτά τα σοβαρά παραπτώματα σπανίζουν και το πιο πιθανό είναι ο δάσκαλος να μην τα συναντήσει ποτέ.

Εν ολίγοις, ο δάσκαλος πρέπει να αξιολογεί τα παραπτώματα και να πράττει αναλόγως. Πάντως, η προσφυγή στους γονείς πρέπει να γίνεται με φειδώ και μόνο όταν τα παραπτώματα είναι σοβαρά.

Η δύναμη του παραδείγματος

Βασίλης Τασινός
Ιωάννινα 1 Φεβρουαρίου 2016

LDP

Οι νουθεσίες των δασκάλων προς τους μαθητές για διάφορα θέματα και προβλήματα που προκύπτουν στη σχολική ζωή, ποτέ δεν είναι αρκετές από μόνες τους να φέρουν θετικά αποτελέσματα, αν δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένες προς μίμηση πράξεις.
Αν επί παραδείγματι ο δάσκαλος νουθετεί τους μαθητές του για τον αλληλοσεβασμό που πρέπει να δείχνουν, αλλά ο ίδιος δεν δείχνει τον πρέπον σεβασμό απέναντί τους ή τους μιλάει για τις βλαβερές συνέπειες του καπνίσματος, αλλά ο ίδιος καπνίζει ή τους ζητά να είναι συνεπείς στις υποσχέσεις τους, αλλά ο ίδιος δεν είναι συνεπής στις δικές του υποσχέσεις απέναντί τους, δεν μπορεί να έχουν απήχηση τα λόγια του, όσες φορές κι αν τα επαναλαμβάνει καθημερινά• γίνεται μονότονος και κουραστικός, γιατί η αναντιστοιχία λόγων και έργων είναι τελικά εκείνο που μετράει. «Δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις», όπως λέει και η θυμόσοφος ρήση.
Ακόμη, αν ο δάσκαλος ενεργεί αυταρχικά, δεν μπορεί να έχει ουσιαστικά αποτελέσματα στο εκπαιδευτικό του έργο, και ούτε μπορεί να κερδίσει την αγάπη και το σεβασμό των μαθητών του.
Το περιστατικό που θα αναφέρω παρακάτω, αναδεικνύει την παράμετρο ότι οι καλές πρακτικές των δασκάλων βελτιώνουν τη συμπεριφορά των μαθητών και τις παιδαγωγικές σχέσεις.
Το σχολικό έτος 1999-2000 δίδασκα στο διθέσιο Δημοτικό Σχολείο Δολιανών του Νομού Ιωαννίνων, στις τάξεις Α, Γ και Δ, σ` ένα πολύ ωραίο πέτρινο κτίριο με πολύ μεγάλη αυλή.
Από την άνοιξη και μετά τα Δολιανά δεχόταν επισκέψεις από δημοτικά σχολεία της πόλης των Ιωαννίνων, στα πλαίσια των μαθητικών εκδρομών. Οι μαθητές περνούσαν και από την αυλή του σχολείου μας για να παίξουν για κάποιο χρονικό διάστημα που οι δάσκαλοί τους είχαν προγραμματίσει.
Μία ημέρα, λοιπόν, κάποιο δημοτικό σχολείο των Ιωαννίνων, αφού παρέμεινε για δύο περίπου ώρες στην αυλή μας, αναχώρησε την ώρα που η συνάδελφός μου κι εγώ κάναμε μάθημα και άφησε την αυλή γεμάτη σκουπίδια, παρόλο που οι δάσκαλοι -συνοδοί μάς είχαν υποσχεθεί ότι θα φρόντιζαν για την καθαριότητα!
Την επόμενη ημέρα, στην πρωινή συγκέντρωση, στηλιτεύοντας τη συμπεριφορά των φιλοξενούμενων μαθητών και των δασκάλων τους, κυρίως των δασκάλων τους, να μας αφήσουν τα σκουπίδια τους και να φύγουν, ζήτησα όλοι μαζί να καθαρίσουμε την αυλή. Τα παιδιά, όμως, θύμωσαν με τους επισκέπτες μας και ισχυριζόμενοι ότι είναι άδικο να μαζέψουν τα σκουπίδια που δεν τα πέταξαν οι ίδιοι, δεν θέλησαν να λάβουν μέρος στην καθαριότητα. Τους είπα ότι έχουν δίκιο, αλλά συμπλήρωσα ότι η αυλή πρέπει να καθαριστεί, γιατί το πρόβλημα είναι πλέον δικό μας. Πήρα, λοιπόν, μία πλαστική σακούλα και άρχισα να μαζεύω μόνος μου τα σκουπίδια. Με ακολούθησε η Γεωργία, μαθήτρια της Β` τάξης (δεν ήταν δική μου μαθήτρια), και μαζί μαζέψαμε όλα τα σκουπίδια απ` την αυλή.
Οι μαθητές των μεγάλων τάξεων, ειδικά της Ε` και της ΣΤ` τάξης, δεν αισθάνθηκαν καλά που δεν με βοήθησαν στον καθαρισμό της αυλής και ζήτησαν συγγνώμη από τη δασκάλα τους. Η δασκάλα τους, όμως, τους είπε ότι είναι καλύτερα να ζητήσουν συγγνώμη από εμένα, ενώ συνεχάρη τη Γεωργία που με βοήθησε στην καθαριότητα. Πραγματικά, με πλησίασαν στο διάλειμμα όλα τα παιδιά του σχολείου και μου ζήτησαν συγγνώμη, παραδεχόμενοι πως ήταν λάθος τους που δεν έλαβαν μέρος στον καθαρισμό της αυλής!
Στη συνέχεια οι μαθητές μας έδειχναν ιδιαίτερο ζήλο στην καθαριότητα του σχολείου, κι αν υπήρχε και κάποιο σκουπιδάκι ξεχασμένο από τους μαθητές του Γυμνασίου Δολιανών που χρησιμοποιούσαν την αυλή μας στο απογευματινό τους παιχνίδι, αμέσως το μετέφεραν στο καλάθι των αχρήστων!
Αξίζει ακόμη να αναφέρω ότι στις επόμενες επισκέψεις των δημοτικών σχολείων των Ιωαννίνων στην αυλή μας, κάποιοι από τους μαθητές μας – κατά την ώρα του διαλείμματος – έκαναν παρατηρήσεις στους μαθητές εκείνους που πετούσαν τα σκουπίδια στον αύλειο χώρο και ζητούσαν από τους δασκάλους να φροντίσουν η αυλή μας να παραμείνει καθαρή, λέγοντάς τους και το δυσάρεστο γεγονός με το προηγούμενο σχολείο που μας άφησε τα σκουπίδια κι έφυγε!
Αναμφισβήτητα, αν η συνάδελφός μου κι εγώ αντιδρούσαμε αυταρχικά και υποχρεώναμε τους μαθητές να καθαρίσουν την αυλή, και άδικοι θα ήμασταν απέναντί τους και κανένα παιδαγωγικό αποτέλεσμα δεν θα είχαμε.
Εν κατακλείδι, τα απρόοπτα γεγονότα της σχολικής ζωής δίνουν στο δάσκαλο πολλές ευκαιρίες να περάσει τα μηνύματα που θέλει, αρκεί να έχει υπόψη του ότι οι μαθητές πείθονται δια του παραδείγματος και όχι δια του κηρύγματος ή ακόμη χειρότερα δια του αυταρχισμού.

Ο Κουταλιανός

Βασίλης Τασινός
Ιωάννινα 1 Αυγούστου 2015

LK
Στις 15 Ιουνίου του 2013, συναντήθηκα στα Γιάννενα με τη Δέσποινα, τη Ζωή, τη Ντίνα και την Τασούλα, μαθήτριές μου για δύο χρόνια στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Παιανίας (σχολικό έτος 1991-1992 Ε` τάξη και σχολικό έτος 1992-1993 ΣΤ` τάξη). Το αντάμωμα αυτό το περιγράφω στο άρθρο μου «Καλώς ανταμωθήκαμε».
Με το παρόν σημείωμα, θα ήθελα να αναφερθώ σε ένα ωραίο περιστατικό που μου θύμισε η Δέσποινα από τα μαθητικά τους χρόνια, την ημέρα της συνάντησή μας.
Στην ΣΤ` τάξη, στο μάθημα της Μουσικής, τους είχα μάθει το τραγούδι «Ο Κουταλιανός». Τα αγόρια τραγουδούσαν τους στίχους που αναφέρονται στη ρώμη του Κουταλιανού και τα κορίτσια τραγουδούσαν τους στίχους που αναφέρονται στο πόσο πολύ φοβάται ο Κουταλιανός τη γυναίκα του. Πάντα κατά την εκτέλεση του τραγουδιού, υπήρχε μια όμορφη κόντρα μεταξύ αγοριών και κοριτσιών για το ποια ομάδα θα κατάφερνε να ακουστεί πιο δυνατά, τραγουδώντας τους στίχους που την αφορούσε, κάτι ανάλογο με το τραγούδι «Ήταν ένα μικρό καράβι», που τραγουδιέται εδώ και πολλές δεκαετίες στα σχολεία μας. Τον Κουταλιανό τον τραγουδούσαμε πολλές φορές στην τάξη, γιατί το «απαιτούσαν» οι μαθητές μου και το απολάμβαναν πολύ, όπως κι εγώ φυσικά. Μια μέρα με ρωτάει η Δέσποινα: «Γιατί, κύριε, ο Κουταλιανός που είναι πάρα πολύ δυνατός άντρας, φοβάται τόσο πολύ τη γυναίκα του;» Της απάντησα: «Την ερώτηση αυτή δεν θα σου την απαντήσω τώρα, αλλά όταν θα συναντηθούμε μετά από δέκα ή είκοσι χρόνια, αν φυσικά εξακολουθείς να έχεις και τότε την ίδια απορία».
Τα χρόνια πέρασαν και η ερώτηση μού ετέθη εκ νέου από τη Δέσποινα με πολλά γέλια…

Ο Κουταλιανός
Σίδερα μασάει ο Κουταλιανός
τρένα σταματάει ο Κουταλιανός
πέτρες ροκανίζει ο Κουταλιανός
και βουνά γκρεμίζει ο Κουταλιανός.

Κι αν μασάει σίδερα και κάνει το λιοντάρι,
στο τσαρδί του ο Κουταλιανός
τρέμει σαν το ψάρι στην κυρά του μπρος
αχ πώς τη φοβάται ο φτωχός Κουταλιανός,
τρέμει σαν το ψάρι στην κυρά του μπρος
αλλά μην του πείτε κανενός.

Δένεται σε κόμπους ο Κουταλιανός
καταπίνει γλόμπους ο Κουταλιανός
είναι παλληκάρι ο Κουταλιανός
τίγρη και λιοντάρι ο Κουταλιανός.

Κι αν μασάει σίδερα και κάνει το λιοντάρι,
στο τσαρδί του ο Κουταλιανός
τρέμει σαν το ψάρι στην κυρά του μπρος
αχ πώς τη φοβάται ο φτωχός Κουταλιανός,
τρέμει σαν το ψάρι στην κυρά του μπρος
αλλά μην του πείτε κανενός.

Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Μάνος Λοΐζος

Είσαι βλάκας!

Βασίλης Τασινός

Ιωάννινα 15 Δεκεμβρίου 2014

LL1

Πριν τρεις ημέρες συνάντησα το Βαγγέλη – καλό φίλο, καλό συνάδελφο, κοντοχωριανό και δύο χρόνια μεγαλύτερό μου – στο καφεζαχαροπλαστείο  «Διεθνές» και πίνοντας το καφεδάκι θυμηθήκαμε τα πρώτα διδασκαλικά μας χρόνια, τον ενθουσιασμό μας, τις ωραίες μας στιγμές, τα λάθη μας και χωρίς να το καταλάβουμε φτάσαμε και στα μαθητικά μας χρόνια. Είχαμε κοινούς καθηγητές στο Γυμνάσιο και θυμηθήκαμε αρκετά σκληρά περιστατικά από τα πέτρινα χρόνια που σίγουρα σημάδεψαν την παιδική μας ψυχή. Ο χρόνος όμως είναι γιατρός και έχει την ικανότητα να μετατρέπει και τα τραγικά γεγονότα σε κωμικά! Γελάσαμε πολύ με τα παθήματά μας! Ο Βαγγέλης προχώρησε μερικά χρόνια πιο πίσω και έφτασε στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού του. Μου αφηγήθηκε ένα περιστατικό από την ΣΤ` τάξη που αξίζει να το αναφέρω! Ο δάσκαλός τους στο μάθημα της Αριθμητικής έλυνε στον πίνακα ένα πρόβλημα με την «Απλή μέθοδο των τριών». Το πρόβλημα αναφερόταν  σε ένα έργο που είχε αναλάβει συγκεκριμένος αριθμός εργατών το οποίο θα το τελείωνε σε συγκεκριμένες ημέρες εργασίας. Οι εργάτες, όμως, αυξήθηκαν και ζητούμενο του προβλήματος ήταν σε πόσες ημέρες θα τελείωνε το έργο. Ο δάσκαλος κάνοντας λάθος, έβγαλε ως αποτέλεσμα ότι οι περισσότεροι εργάτες θα τελείωναν  το έργο σε περισσότερες ημέρες! Οι μαθητές αντιλήφθηκαν το λάθος αλλά πολύ επικίνδυνο εκείνη την εποχή να το επισημάνουν στο δάσκαλο… Ένας όμως συμμαθητής του Βαγγέλη τόλμησε να ψελλίσει: «Μα πώς είναι δυνατόν, κύριε, αφού δούλευαν περισσότεροι εργάτες να κάνουν περισσότερες ημέρες να τελειώσουν το έργο;» για να πάρει την οργισμένη απάντηση του δασκάλου: «Είσαι βλάκας και δεν καταλαβαίνεις ότι οι περισσότεροι εργάτες κουβέντιαζαν μεταξύ τους και δεν δούλευαν όπως θα έπρεπε , γι` αυτό έκαναν και περισσότερες ημέρες για να τελειώσουν το έργο»!!!

Αναμνήσεις από το Γάλαρο Αχαΐας

Βασίλης Τασινός

Ιωάννινα 1 Μαρτίου 2014

L84 

Η εκπαιδευτική μου διαδρομή ξεκίνησε από την Αθήνα το 1979, όπου εργάστηκα για τρία συνεχόμενα χρόνια ως αναπληρωτής δάσκαλος.

Το Σεπτέμβριο του 1982 διορίστηκα στο Νομό Αχαΐας. Τοποθετήθηκα προσωρινά, για τρεις ημέρες, στο μονοθέσιο Δημοτικό Σχολείο του Κλείτορα και μετά στο μονοθέσιο Δημοτικό Σχολείο του Γάλαρου, 48 χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Πάτρας.  

Στο ΚΤΕΛ Πατρών με πληροφόρησαν ότι το λεωφορείο πάει μέχρι την Αγία Βαρβάρα, που απέχει τρία χιλιόμετρα από το Γάλαρο.

Έφθασα με το λεωφορείο στην Αγία Βαρβάρα και πήγα στο καφενείο για να πληροφορηθώ, αν υπάρχει κάποιο ταξί για να με πάει στο Γάλαρο. Ο καφετζής με ενημέρωσε ότι ο χωματόδρομος προς το Γάλαρο είναι σε πολύ άσχημη κατάσταση και κανένας ταξιτζής δεν κάνει αυτό το δρομολόγιο.

Πίνοντας τον καφέ, άρχισα να προετοιμάζομαι ψυχολογικά για πεζοπορία τριών χιλιομέτρων, φορτωμένος με μια βαλίτσα, μια τσάντα και έναν υπνόσακο.

Δεν είχαν περάσει δεκαπέντε λεπτά, όταν σταμάτησε έξω από το καφενείο ένα αγροτικό αυτοκίνητο και ακούω τον καφετζή να μου λέει: «Δάσκαλε, είσαι πολύ τυχερός, θα πας με αυτοκίνητο στο Γάλαρο». Με σύστησε με το νεαρό που είχε το αγροτικό και την ηλικιωμένη αγρότισσα που ήταν μαζί του.

Ενώ συζητούσα με τον οδηγό, βλέπω την ηλικιωμένη αγρότισσα να σκαρφαλώνει στην καρότσα του αυτοκινήτου και να μου παραχωρεί τη θέση της! «Μα τι κάνετε, δεν είναι δυνατόν να το δεχτώ αυτό!» της είπα. Ήταν ανένδοτη! Απευθύνθηκα στον οδηγό λέγοντάς του ότι «προτιμώ να πάω με τα πόδια, παρά να γίνει αυτό!» «Δάσκαλε, έμπα μπροστά να φύγουμε, όσο και να επιμείνεις κι εσύ κι εγώ δεν πρόκειται να κατέβει από την καρότσα» μου απάντησε. Ένοιωσα πολύ άσχημα να καθίσει η ηλικιωμένη κυρία στην καρότσα κι εγώ που ήμουν είκοσι έξι ετών μπροστά στο αυτοκίνητο! Οι απλοί και αγνοί άνθρωποι του χωριού, πόσο πολύ σεβόταν το δάσκαλο!

Με το αυτοκίνητο να παλαντζάρει στις λακκούβες και στις πέτρες του δρόμου και το βλέμμα μου να στρέφεται κάθε τόσο στην καρότσα, φτάσαμε στο Γάλαρο.

Κατέβηκα συγκινημένος από το αυτοκίνητο και αφού τους ευχαρίστησα, πήγα στο καφενείο και πήρα το κλειδί του σχολείου για να γνωρίσω το χώρο μου, που θα τον χρησιμοποιούσα και ως κατοικία.

Η μοναδική αίθουσα του σχολείου επικοινωνούσε με ένα μικρό δωμάτιο, το οποίο είχε ένα κρεβάτι, ένα μικρό τραπέζι και μία καρέκλα. Αυτό θα ήταν το σπίτι μου για όσο χρόνο παρέμεινα στο Γάλαρο. Έτσι ήταν τότε το ξεκίνημα για τους περισσότερους μονοθεσίτες δασκάλους.   

Επέστρεψα στο καφενείο, όπου είχαν μαζευτεί αρκετοί κάτοικοι του χωριού για να γνωρίσουν τον καινούργιο δάσκαλο. Με αγκάλιασαν από την πρώτη στιγμή με πολλή αγάπη.

Θυμάμαι ότι κάθε βράδυ με περίμεναν στο καφενείο κι αν καμιά φορά δεν πήγαινα, μου έλεγαν το παράπονό τους την επόμενη μέρα. Έτσι το είχα καθιερώσει, έστω και για λίγο χρόνο, να πηγαίνω κάθε βράδυ στο καφενείο.

Και τι δεν έκαναν στη συνέχεια οι κάτοικοι του χωριού για να με ευχαριστήσουν: Άλλοι με έπαιρναν μαζί τους στο όργωμα του χωραφιού, άλλοι στο κυνήγι (αν και δεν ήμουν κυνηγός), άλλοι στο γρέκι να μου δείξουν το βιος τους κι άλλοι στο σπίτι τους να πιούμε ένα κρασάκι.

Το μονοθέσιο Δημοτικό Σχολείο είχε συνολικά δεκαέξι μαθητές. Πολύ καλά παιδιά, διψούσαν για την καινούργια γνώση και έδειχναν μεγάλο σεβασμό στο δάσκαλο.  

Κι ενώ περνούσαν ευχάριστα οι ημέρες στο χωριό – παρόλες τις καθημερινές δυσκολίες διαβίωσης – στις αρχές Νοεμβρίου του 1982 δέχτηκα ένα τηλεφώνημα στο κοινοτικό κατάστημα την ώρα που βρισκόμουν στο σχολείο. Ήταν ένας δάσκαλος, που δεν τον γνώριζα και μου ζητούσε, αν ήθελα, να κάνουμε αμοιβαία απόσπαση. να έρθει στη θέση μου στο Γάλαρο και να πάω στη θέση του στο 3ο Δημοτικό Σχολείο Πειραιά.

Αιφνιδιάστηκα από την πρόταση του συναδέλφου μου και σίγησα για λίγο. Σκέφτηκα από τη μια μεριά τη σπάνια ευκαιρία που μου δινόταν να επιστρέψω στην Αθήνα και από την άλλη τους μαθητές που θα εγκατέλειπα στη μέση της χρονιάς. «Δεν σε ακούω χαρούμενο, σου δίνεται η ευκαιρία να επιστρέψεις στην Αθήνα και το σκέφτεσαι;» μου είπε ο συνάδελφός μου στο τηλέφωνο. Με χαρά και λύπη μαζί – όσο κι αν φαίνεται αντιφατικό – δέχτηκα να γίνει η αμοιβαία απόσπαση με το συνάδελφό μου τον Αντρέα, ο οποίος για τους δικούς λόγους ξεκίνησε τη διαδικασία αυτή.

Επέστρεψα στο σχολείο και με δυσκολία συνέχισα το μάθημα, σκεπτόμενος συνεχώς την ημέρα που θα ανακοίνωνα στους μαθητές μου και στους γονείς τους τη φυγή μου από το σχολείο.

Σε δέκα ημέρες εγκρίθηκε η αμοιβαία απόσπαση από το Υπουργείο Παιδείας και με ανάμεικτα συναισθήματα χαιρέτησα τους μαθητές μου  και τους κατοίκους του χωριού και πήρα το δρόμο για τον Πειραιά. Σίγουρα, τους στεναχώρησα όλους. Έδειξαν όμως κατανόηση και μεγαλοψυχία, όπως θα φανεί κι από το παρακάτω περιστατικό.

Το Δεκέμβρη του 1982 βρισκόμουν στο χωριό μου, στα Δολιανά Ιωαννίνων, για τις διακοπές των Χριστουγέννων, όταν εντελώς απρόσμενα δέχτηκα την επίσκεψη από δύο κατοίκους του Γάλαρου, οι οποίοι ήρθαν με το αγροτικό τους αυτοκίνητο. Ο ένας ήταν ο πατέρας της Ροδούλας, μαθήτριάς μου στην ΣΤ` τάξη και ο άλλος ο αδελφός της Άννας, μαθήτριάς μου στην Α` τάξη, που είχε και το καφενείο του χωριού. «Στο είπαμε, δάσκαλε, ότι θα έρθουμε στο χωριό σου να σε δούμε!» μου είπε ο πατέρας της Ροδούλας. Μου πρόσφεραν ένα δοχείο λάδι δικής τους παραγωγής και μου μετέφεραν τα χαιρετίσματα απ` όλους τους κατοίκους του χωριού.

Με συγκίνησαν πολύ, που ήρθαν από τόσο μακριά να με δουν, παρόλο που δεν ήμουν πια δάσκαλος στο χωριό τους!

Το μεσημέρι φάγαμε μαζί συζητώντας για πολλή ώρα. Όταν τους άκουγα να με επαινούν μπροστά στους γονείς μου, δεν το κρύβω ότι ένιωθα κάπως άβολα, γιατί όλα αυτά τα καλά λόγια, δεν αντιστοιχούσαν με το λίγο χρόνο που παρέμεινα στο σχολείο τους. Ύστερα, ο τρόπος που έφυγα δεν είχε να κάνει με κάποια αναγκαστική απόσπαση από την υπηρεσία, αλλά με αμοιβαία απόσπαση, η οποία πραγματοποιήθηκε με τη συναίνεσή μου.   

Οι γονείς μου ευχαριστήθηκαν πολύ, βλέποντας την εκτίμηση που μου είχαν οι κάτοικοι του Γάλαρου.

Τους πρότεινα να διανυχτερεύσουν στο πατρικό μου σπίτι, αλλά οι αγροτικές δουλειές που άφησαν πίσω τους δεν το επέτρεπαν και το βραδάκι πήραν το δρόμο της επιστροφής. Τους χαιρέτησα συγκινημένος, τους πρόσφερα κρασί παραγωγής του πατέρα μου να το πιουν στο καφενείο και τους παρακάλεσα να δώσουν πολλούς χαιρετισμούς σε όλους στο χωριό και ειδικά στους μαθητές.

Τόσα χρόνια πέρασαν και δεν μπορώ να ξεχάσω την πολλή αγάπη που μου έδωσαν οι κάτοικοι του Γάλαρου, αλλά ούτε και τα βλέμματα των μαθητών μου, όταν τους ανακοίνωσα τη φυγή μου από το σχολείο!               

 

Στα χρόνια της Αυταρχικής Αγωγής

 Βασίλης Τασινός

Ιωάννινα 25 Ιουνίου 2013

 LAA

Με το παρόν άρθρο θα αναφερθώ στα χρόνια της Αυταρχικής Αγωγής, όπως τα έζησα ως μαθητής στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, καθώς και την επίδραση που είχαν στη μετέπειτα εκπαιδευτική μου διαδρομή.

Τη δεκαετία του 1960 η μαθητική ζωή από το Νηπιαγωγείο ακόμη, ήταν δύσκολη υπόθεση.

Όσο κι αν σκαλίζω τη μνήμη μου από τα χρόνια του Νηπιαγωγείου, μόνο δύο γεγονότα θυμάμαι έντονα. Το πρώτο ότι η νηπιαγωγός μας σήκωνε  όρθιους με το ένα πόδι, όταν κάναμε κάποια αταξία και το δεύτερο ένα δυνατό χαστούκι που μου έδωσε. Ακόμη με τσούζει το μάγουλο… 

Αλλά και το ξεκίνημα μου στην Α` Δημοτικού δεν ήταν καλύτερο. Ο ηλικιωμένος  Διευθυντής, όταν με συνάντησε την πρώτη ημέρα στο διάδρομο του σχολείου, μου τράβηξε το μαλλί και μου είπε: «Αύριο να είσαι κουρεμένος με την ψιλή μηχανή.» Την ίδια μεταχείριση επιφύλαξε και στον αδελφό μου, επίσης την πρώτη ημέρα στο σχολείο. Πολύ σκληρό να ξεκινάς με αυτόν τον τρόπο τη μαθητική σου ζωή.

Τα περισσότερα χρόνια  στο Δημοτικό, ήταν δύσκολα χρόνια για όλα τα παιδιά. Πολύ ξύλο! Ευτυχώς, πήραμε ανάσα δύο χρόνια που είχαμε μία καλή δασκάλα.

Πριν δυο μήνες συνάντησα τυχαία στα Γιάννενα το δάσκαλο που είχα στην Ε` και ΣΤ` Τάξη και με πρωτοβουλία του έγινε ο παρακάτω διάλογος:

         Για πες μου, Βασίλη, τι θυμάσαι από τα δύο χρόνια που με είχες δάσκαλο;

         Ξύλο, πολύ ξύλο θυμάμαι!

         Αυτό, Βασίλη, τότε δεν ήταν σχολείο, αυτό ήταν φασισμός!

         Στο ίδιο σχολείο, όμως, ήταν και η γυναίκα σου δασκάλα κι όλοι οι μαθητές έχουμε καλές αναμνήσεις.

Με τη σιωπή του δασκάλου σταμάτησε η συζήτηση για τα μαθητικά μου χρόνια. Μου θύμισε, όμως,  τα δυνατά χαστούκια που μας έδινε και μάλιστα με συγκεκριμένη τεχνική. Με το  αριστερό του χέρι έβαζε κόντρα στο μάγουλο και με το δεξί εξαπέλυε το αστροπελέκι. Ήθελε να το ευχαριστηθεί, να είναι γεμάτο…

Σίγουρα, το σχολείο τότε ήταν αυταρχικό με τους περισσότερους δασκάλους τρομοκρατημένους από τους επιθεωρητές, οι οποίοι με τη σειρά τους τρομοκρατούσαν τους μαθητές. Μερικοί μάλιστα δάσκαλοι ξεπερνούσαν τα όρια και έκαναν πολύ δύσκολη τη ζωή των μαθητών.

Αλλά και η μεγάλη πλειοψηφία των γονέων της εποχής εκείνης δικαιολογούσαν, αν όχι ενθάρρυναν, την αυταρχική συμπεριφορά των δασκάλων. Δύσκολο πράγμα εκείνη την εποχή να είσαι μαθητής. 

Θυμάμαι τις συζητήσεις με τους συμμαθητές μου, που λέγαμε «πότε επιτέλους θα τελειώσει το Δημοτικό να πάμε στο Γυμνάσιο για να νιώσουμε πιο ελεύθεροι».

Αμ, δε! Τα πράγματα στο Γυμνάσιο ήταν πολύ χειρότερα και οι εκπαιδευτικοί πιο σκληροί και αυταρχικοί. Αν εξαιρέσω το φιλόλογο και τη μαθηματικό που είχα στη Β2 τάξη, καθώς και το θεολόγο στην ΣΤ` τάξη, δεν έχω να θυμηθώ τίποτε το θετικό από τους άλλους καθηγητές, που είχα και στις έξι τάξεις του Γυμνασίου. Η συμπεριφορά τους υπήρξε αυταρχική, ορισμένων πολύ αυταρχική και στην καλύτερη περίπτωση αδιάφορη.

Ευτυχώς, δηλαδή, που σε όλο αυτό το διάστημα της Αυταρχικής Εκπαίδευσης υπήρχαν και οι φωτεινές εξαιρέσεις. Τους χρωστάμε μεγάλη ευγνωμοσύνη. Στα πέτρινα χρόνια ήταν σπουδαία υπόθεση να έχεις έναν καλό εκπαιδευτικό, που να σέβεται την προσωπικότητά σου. 

Στη Β2 τάξη που εμείς είχαμε τον καλό φιλόλογο (χαίρει και σήμερα της εκτίμησης των παλιών μαθητών του), στο άλλο τμήμα Β1, δίδασκε ένας αυταρχικός θεολόγος τα φιλολογικά μαθήματα. Τον είχαμε γευτεί και εμείς στην Α2 τάξη και μας είχε κάνει τη ζωή δύσκολη. Ο εν λόγω θεολόγος μερικές φορές μας τραβούσε τα μαλλιά και τις τρίχες που έπαιρνε ως λάφυρο τις ελευθέρωνε επιδεικτικά από τον αντίχειρα και τον δείκτη  του χεριού του. Όμως, οι πιο πολλές εκθέσεις που μας έβαζε ήταν θρησκευτικού περιεχομένου, όπως για παράδειγμα : «Εμπρός στο εικόνισμα της Παναγίας». Ουαί δε υμίν γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί….(Κατά Ματθαίον, κεφ. 23)

Ο Σπύρος, συμμαθητής μου στην Α2 τάξη, δεν άντεξε τη βαναυσότητα αυτού του θεολόγου και στα μέσα της χρονιάς διέκοψε τη φοίτηση. Κι εγώ πιστεύω, λόγω του χαρακτήρα μου,  θα είχα διακόψει τη φοίτηση, αν ο πατέρας μου – σε μια άρνησή μου να πάω στο σχολείο – δεν ήταν τόσο ξεκάθαρος απέναντί μου λέγοντας: «Κοίταξε, αν σταματήσεις το σχολείο θα πας να δουλέψεις». Ο Θεός να αναπαύει την ψυχή του πατέρα μου, που με βοήθησε με αυτόν το ρεαλιστικό τρόπο να μη διακόψω το σχολείο. 

Ο Σπύρος, αφού διέκοψε τη φοίτηση, βρήκε έναν καλό τρόπο στη συνέχεια να εκνευρίζει τον αυταρχικό θεολόγο, συνεπικουρούμενος και από τους πρώην συμμαθητές του. Το καφενείο του χωριού είχε ένα ηλεκτρόφωνο (τζουκ -μποξ), το οποίο μετά την Άνοιξη ο καφετζής το έβγαζε στο πεζοδρόμιο. Όταν το απόγευμα ο θεολόγος περνούσε μπροστά από το καφενείο (είχε πάντα σταθερή ώρα), του έβαζε το τραγούδι που γνωρίζαμε ότι τον εκνεύριζε πολύ. «Με φωνάζουνε τζίνι, το τζίνι, γιατί σ` όλα είμαι μέσα…» Μόλις το άκουγε, γινόταν έξω φρενών. Είχε τιμωρήσει αρκετούς μαθητές που βρισκόταν δίπλα στο ηλεκτρόφωνο, όταν έπαιζε αυτό το τραγούδι. Όμως το Σπύρο, δεν μπορούσε πλέον να τον τιμωρήσει, παρόλο που ξεχείλιζε από θυμό, γιατί δεν είχε πλέον καμιά εξουσία επάνω του. Επειδή, κάθε φορά που περνούσε μπροστά από το καφενείο ο θεολόγος, ο Σπύρος χρειαζόταν και μία δραχμή να ρίξει στο ηλεκτρόφωνο (τα χρήματα τότε ήταν δυσεύρετα), εκ περιτροπής κάποιος από μας θυσίαζε το χαρτζιλίκι του για να ακούσει ο καθηγητής το «αγαπημένο του άσμα». Ο Σπύρος μάλιστα, το χόρευε επιδεικτικά, ως οργισμένος νέος (είχαν μακρύνει και τα μαλλιά του), ενώ εμείς κρυμμένοι πίσω από τον τοίχο της πλατείας απολαμβάναμε το θέαμα. 

Πρόβλημα, όμως, υπήρχε όταν έλειπε ο Σπύρος και θέλαμε να πικάρουμε το σαδιστή θεολόγο. Τότε κάποιος από την παρέα αναλάμβανε τη δύσκολη αποστολή. Έριχνε τη δραχμή στο ηλεκτρόφωνο και εξαφανιζόταν τρέχοντας προς το κάτω μέρος της πλατείας, πριν προλάβει να τον δει ο θεολόγος. Είχε υπολογίσει, όμως, το σωστό χρόνο που έπρεπε να πέσει η δραχμή στο ηλεκτρόφωνο, ώστε όταν περνά μπροστά από το καφενείο ο καθηγητής, τότε ακριβώς να πέφτει η βελόνη στο δίσκο και να αρχίζει το τραγούδι. Αυτή η φάση είχε και τη μεγαλύτερη πλάκα, γιατί ο οργισμένος και ο αυταρχικός καθηγητής έψαχνε να βρει στο καφενείο το υποψήφιο θύμα του. Ούτε ο καφετζής δεν καταλάβαινε ποιος έφερνε σε πέρας τις επικίνδυνες αυτές αποστολές.

Στα δύσκολα χρόνια της Αυταρχικής Εκπαίδευσης είχαμε και πολύ ευχάριστες στιγμές. Κάτι έπρεπε να κάνουμε και εμείς για να εκτονώνουμε το θυμό μας, απέναντι στην αλαζονεία και την παραφροσύνη μερικών καθηγητών. 

Από τη ίδια τάξη θυμάμαι πολλά δυσάρεστα περιστατικά. Μια μέρα ένας άλλος καθηγητής – θεολόγος κι αυτός – έριξε πολύ ξύλο σε ένα συμμαθητή μου, γιατί είχε κάνει το «σοβαρό παράπτωμα» να γράψει στο πρόγραμμα των μαθημάτων, μόνον το αρχικό γράμμα του επιθέτου του. Εντελώς ξαφνικά τον αρχίζει στις δυνατές σφαλιάρες λέγοντάς του: « Ζ , με λένε εμένα….» 

Ο ίδιος αυτός καθηγητής μάς χτυπούσε με μια βέργα, που είχε πάντα στην έδρα του. Πολλές βέργες τις είχαμε εξαφανίσει, ρίχνοντάς τες στο υπόγειο της αίθουσας από μια τρύπα του πατώματος, που είχε δημιουργηθεί από το ρόζο που έφυγε από μια σανίδα. Παραφράζοντας το αρχαίο ρητό θα έλεγα «κακοποίηση τέχνας κατεργάζεται».  

Ο «Ζ» ένα απόγευμα, μόλις είχε σουρουπώσει, χωρίς να τον αντιληφθούμε, μας πλησίασε μια ομάδα 5-6 παιδιών και παρακολουθούσε κρυμμένος πίσω από τον τοίχο τη συζήτησή μας. Διακωμωδούσαμε την συμπεριφορά των καθηγητών, τις κινήσεις τους και τις λέξεις που χρησιμοποιούσαν συνεχώς. Μάλιστα ο Παναγιώτης παρίστανε τον «Ζ» πως περπατούσε. Ξαφνικά, ο «Ζ» εμφανίζεται μπροστά μας! Παγώσαμε από το φόβο μας, γιατί ξέραμε τι μας περίμενε στη συνέχεια! Όμως  αυτή η ιστορία έχει «χάπι-εντ», γιατί ο Παναγιώτης είχε πατέρα τον αστυνόμο του χωριού και τα χρόνια εκείνα της δικτατορίας, οι «παλικαράδες» αυτού του είδους, τη βία την ασκούσαν μόνο στα φτωχά και ανυπεράσπιστα παιδιά.  

Από την Α` τάξη Γυμνασίου,  θυμάμαι ακόμη δύο περιστατικά με πρωταγωνιστή το Γυμνασιάρχη.  

Το πρώτο διαδραματίστηκε στη συγκέντρωση της πρωινής προσευχής, όπου ο Γυμνασιάρχης από την υπερυψωμένη αυλή διέκοψε την ομιλία του, πήδηξε κάτω και  έσπασε στο ξύλο έναν συμμαθητή μου μπροστά σε 250 μαθητές. Εκ των υστέρων μάθαμε ότι το «μεγάλο παράπτωμά του» ήταν ότι  έβαλε μια μπουκιά ψωμί στο στόμα.

Το δεύτερο περιστατικό έγινε πάλι στη συγκέντρωση της πρωινής προσευχής, όταν ο ίδιος Γυμνασιάρχης ανακοίνωσε την αποβολή ενός μαθητή της Ε` τάξης από το σχολείο, γιατί συνελήφθη από έναν καθηγητή να καπνίζει στις τουαλέτες του σχολείου. Ζήτησε από το μαθητή να ανέβει στην υπερυψωμένη αυλή για να τον βλέπουν όλοι και ανακοίνωσε την τετραήμερη αποβολή του με τον εξής τρόπο: 

«Ο μαθητής Ευαγγέλου… [κάνει παύση και του τραβάει ένα δυνατό χαστούκι],  Κωνσταντίνος… [ δεύτερη παύση, δεύτερο δυνατό χαστούκι], συνελήφθη καπνίζων στις τουαλέτες… [τρίτη  παύση, τρίτο δυνατό χαστούκι]. Ο πατέρας του μοχθεί να του στέλνει χρήματα για να σπουδάσει κι αυτός τα ξοδεύει αγοράζοντας τσιγάρα… [εδώ τα χαστούκια ήταν τόσα πολλά που χάθηκε ο λογαριασμός.]….» Μέχρι να ανακοινώσει την αποβολή, τον είχε ρημάξει στο ξύλο και τον είχε εξευτελίσει μπροστά σε όλους τους μαθητές, τους καθηγητές και μερικούς κατοίκους του χωριού, που εκείνη τη στιγμή βρισκόταν στην πλατεία.

Έχω ιδία πείρα για το πόσο δυνατά ήταν τα χαστούκια τού εν λόγω Γυμνασιάρχη. Μια μέρα η φιλόλογος, που είχα στην Γ` Γυμνασίου, με οδήγησε στο Γραφείο του για κάποιο παράπτωμα που είχα κάνει. Πριν ακόμη την ακούσει να του αναφέρει το παράπτωμά μου, μου άστραψε δύο δυνατά χαστούκια, γιατί δε φορούσα ζώνη στο παντελόνι μου. Και έφυγα από το Γραφείο του με την έκπληξη ότι τιμωρήθηκα, όχι για το λόγο που με πήγε η φιλόλογος, που ούτε καν την άφησε να τον αναφέρει, αλλά γιατί δεν φόραγα ζώνη. Η αυταρχικότητα  και η παραφροσύνη σε όλο το μεγαλείο!!!

«Για δες καιρό που διάλεξα να κόψω το σχολείο…» Έτσι άρχιζε την πικραμένη κι από καρδιάς Έκθεση αποχαιρετισμού, που έγγραψε ο συμμαθητής μου Δημήτρης στην Δ` τάξη Γυμνασίου, μια ανοιξιάτικη ημέρα, που διέκοψε τη φοίτησή του από το σχολείο, εξαιτίας της αυταρχικής συμπεριφοράς του φιλόλογου. Η Έκθεσή του αυτή δεν είχε σχέση με το θέμα, που μας έβαλε ο καθηγητής. Με αυτόν τον πρωτότυπο και αξιοπρεπή τρόπο ανέφερε αναλυτικά τους λόγους που διέκοψε το σχολείο και ζητούσε συγγνώμη, αν πίκρανε κάποιον συμμαθητή του. Μας τη διάβασε στο διάλειμμα, την άφησε στην έδρα να τη διαβάσει κι ο φιλόλογος κι έφυγε. Δεν άντεξε άλλο τον αυταρχισμό και έδωσε τέλος στη σχολική ζωή. Θα πήγαινε να μάθει κάποια τέχνη, όπως έγραφε στην Έκθεσή του.  

Με τον ίδιο φιλόλογο είχα σοβαρά προβλήματα κι εγώ την επόμενη χρονιά. Τα προβλήματα άρχισαν, όταν μια ημέρα μας διάβασε μια εγκύκλιο του Υπουργείου Παιδείας, βάσει της οποίας, όποιος μαθητής επιθυμούσε, μπορούσε να γίνει μέλος του Ερυθρού Σταυρού. Κανείς, όμως, μαθητής δεν εκδήλωσε την επιθυμία και αμέσως αντέδρασε αυταρχικά. Άνοιξε τον κατάλογο κι άρχιζε να διαβάζει τα ονόματα των μαθητών. Καθένας που άκουγε το όνομά του ήταν υποχρεωμένος να πηγαίνει στην έδρα και να υπογράφει ότι επιθυμούσε να γίνει μέλος του Ερυθρού Σταυρού. Όταν έφθασε στο όνομά μου, αρνήθηκα να υπογράψω, λέγοντας ότι η εγκύκλιος γράφει ότι δεν είναι υποχρεωτικό να γίνεις μέλος. Εκνευρίστηκε πολύ και μου λέει : «Εσύ τι είσαι; Αναρχικός; Θα τα πούμε στη συνέχεια!» Και η συνέχεια ήταν δύσκολη από κάθε άποψη. Μου δώσανε μια τετραήμερη αποβολή, γιατί δεν είχα πάει στην εκκλησία την Κυριακή. Προσωρινός Γυμνασιάρχης ήταν ο αυταρχικός θεολόγος που μας έκανε φιλολογικά μαθήματα στην Α2 τάξη. Για να μην αποχαιρετήσω κι εγώ τη σχολική ζωή, όπως ο Δημήτρης, αναγκάστηκα να αλλάξω Γυμνάσιο. Ευτυχώς ο πατέρας μου κατάλαβε την κρισιμότητα της κατάστασης και μου το επέτρεψε.

Το κλίμα που συνάντησα στο καινούργιο Γυμνάσιο ήταν καλύτερο, αλλά ήμουν μακριά από το σπίτι μου κι αυτό μου κόστισε πολύ. 

Επανήλθα πανηγυρικά στο χωριό μου την επόμενη χρονιά, στην ΣΤ` τάξη, γιατί ο εν λόγω φιλόλογος είχε πάρει μετάθεση. Κάναμε κι ένα πάρτι με τους φίλους μου για να γιορτάσουμε το ευχάριστο γεγονός.

Από την Ε` τάξη δεν μπορώ να ξεχάσω και το Μαθηματικό. Καλό κουμάσι κι αυτός! Αγαπημένο βίτσιο του ήταν ο εξευτελισμός του μαθητή! Δηλαδή να σηκώνεται και να κάθεται ο μαθητής στο θρανίο, ανάλογα με την εντολή που έδινε αυτός από την έδρα. «Σήκω πάνω, κάτσε κάτω!» Κι από ένα σημείο και μετά το «σήκω πάνω» το εκδήλωνε με  την κίνηση του χεριού του προς τα πάνω και το «κάτσε κάτω» με κίνηση του χεριού του προς τα κάτω. Κάνοντας το χέρι πάνω – κάτω, μετέτρεπε το μαθητή σε ελατήριο, απολαμβάνοντας τον εξευτελισμό της προσωπικότητάς του. 

Όσον αφορά την αρνητική συμπεριφορά των καθηγητών, έχουν καταγραφεί πολλά στο νου μου. Θα ήθελα όμως να σταματήσω εδώ, γιατί αν συνεχίσω, δεν ξέρω για πόση ώρα ακόμη μπορώ να γράφω. Βέβαια την προηγούμενη δεκαετία, τα πράγματα ήταν πολύ πιο σκληρά για τους μαθητές, γιατί η βαναυσότητα των καθηγητών ήταν μεγαλύτερη. Μου έχουν διηγηθεί οι μεγαλύτεροι περιστατικά, που σήμερα φαντάζουν εξωπραγματικά και δε γίνονται εύκολα πιστευτά!

Θυμάμαι, όμως, με πολλή αγάπη το θεολόγο που είχα στην ΣΤ` τάξη και όχι μόνον εγώ, αλλά ολόκληρο το Γυμνάσιο, γιατί συγχρόνως ήταν και ο Γυμνασιάρχης μας. Δυστυχώς, ήρθε αργά στο Γυμνάσιό μας. Εκλεκτός άνθρωπος, να` ναι καλά, όπου κι αν βρίσκεται!!! Είναι γεγονός ότι οι καλοί εκπαιδευτικοί ζουν για πάντα στη μνήμη και στην καρδιά των μαθητών.

Πάντως, βλέποντας τα πράγματα από την απόσταση του χρόνου, θα έλεγα και οι δύο κατηγορίες εκπαιδευτικών έπαιξαν ρόλο  στην εκπαιδευτική μου διαδρομή. Οι μεν πρώτοι (φωτεινές εξαιρέσεις) έγιναν παράδειγμα προς μίμηση, οι δε δεύτεροι (αυταρχικοί ή αδιάφοροι) παράδειγμα προς αποφυγή.   

Υπήρξαν φορές που στο ξεκίνημα της θητείας μου, ως αναπληρωτής δάσκαλος, συνέλαβα τον εαυτό μου να διολισθαίνει στην εύκολη λύση του αυταρχισμού. Ευτυχώς, όμως, ερχόταν στο μυαλό μου οι δαίμονες της Αυταρχικής Αγωγής από τα μαθητικά μου χρόνια και με επανέφεραν στην τάξη. Οι αναμνήσεις αυτές από το παρελθόν και η αυτοκριτική με βοήθησαν να βελτιώνομαι χρόνο με το χρόνο. 

Θυμάμαι το έτος 1982, που δίδασκα στην Ε` τάξη σε σχολείο των Αθηνών, τη μητέρα της μαθήτριάς μου Αμαλίας, να μου λέει με τη λήξη της σχολικής χρονιάς: «Η κόρη μου κι εγώ είμαστε πολύ ευχαριστημένες από τη δουλειά σας και τη συμπεριφορά σας.» Της απάντησα: «Εσείς μπορεί να είστε ευχαριστημένες από εμένα, όμως, εγώ δεν είμαι ευχαριστημένος από τον εαυτό μου.» Κι αυτό το είπα, όχι γιατί ήθελα να φανώ μετριόφρων, αλλά γιατί μερικές φορές, λόγω απειρίας και έλλειψης καθοδήγησης, διέπραξα κάποια παιδαγωγικά λάθη.

Θα ήθελα να αναφέρω και ένα ακόμη περιστατικό από την ίδια τάξη. Μια μέρα που ενημέρωνα τους γονείς για την επίδοση των παιδιών τους, μου λέει η μητέρα της Νάνση: «Τραβήξτε της και λίγο το τσουλούφι, μη τη λυπάστε, καλό θα της κάνει.» Σημειωτέον ότι η Νάνση ήταν πολύ καλή μαθήτρια, ευγενική και πειθαρχημένη. Τέτοια περιστατικά, που οι γονείς  παρότρυναν το δάσκαλο προς την Αυταρχική Αγωγή, υπήρχαν αρκετά την εποχή εκείνη.

Σαν απόμαχος πλέον της εκπαίδευσης, θα ήθελα να επισημάνω στους νέους εκπαιδευτικούς ότι η Αυταρχική Αγωγή είτε εκδηλώνεται με τη σωματική βία είτε με τη λεκτική βία, δε φέρνει κανένα θετικό αποτέλεσμα. Ο δάσκαλος πρέπει να πειθαρχεί τους μαθητές του, όχι όμως με τον αυταρχισμό! Τρόποι υπάρχουν πολλοί και τα παιδιά καταλαβαίνουν πολύ περισσότερα, απ` όσα εμείς οι μεγάλοι πολλές φορές νομίζουμε.                 

 

Η πρώτη Έκθεση της Ηλιάνας

 Βασίλης Τασινός

Ιωάννινα 22 Ιουνίου 2013

LH

Το σχολικό έτος 2000-2001 ήμουν δάσκαλος στο 5ο Δημοτικό Σχολείο Ιωαννίνων και είχα αναλάβει την Α` τάξη.

Η Ηλιάνα, μαθήτριά μου, μόλις έμαθε να γράφει και να διαβάζει, μου έγραψε σε ένα φύλλο ζωγραφικής τις παρακάτω συγκινητικές φράσεις: «Αγαπητέ κύριε, σας ευχαριστώ πολύ που με μαθαίνετε γράμματα. Σας αγαπώ πολύ, θέλω να είστε καλά και ποτέ να μην αρρωστήσετε.»

Οι φράσεις αυτές έχουν χαραχθεί βαθιά στην ψυχή μου και δεν πρόκειται να σβήσουν ποτέ!!!  

 

Διαδήλωση στο σπίτι

 Βασίλης Τασινός

Ιωάννινα 20 Ιουνίου 2013

LDS1

LDS4

Το να γράψεις κάτι θετικό για τον εαυτό σου, ίσως να φανεί εγωιστικό, μπορεί και ματαιόδοξο. Έχοντας υπόψη την παράμετρο αυτή, θα τολμήσω να γράψω το παρακάτω κείμενο, γιατί πιστεύω ότι κάτι έχει να προσφέρει.

Στις 31 Μαρτίου 1994, ημέρα Πέμπτη, με πήρε τηλέφωνο στο 1ο Δημοτικό σχολείο Παιανίας που υπηρετούσα ως δάσκαλος, ο Προϊστάμενος του 5ου Γραφείου Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Αττικής και μου ανακοινώνει ότι με έχει συμπεριλάβει στις καταστάσεις των εκπαιδευτικών, που θα παρακολουθήσουν το 2ο κύκλο της τρίμηνης περιοδικής επιμόρφωσης από τις 4 Απριλίου 1994 μέχρι 30 Ιουνίου 1994. Τη Δευτέρα, μου είπε, πρέπει να βρίσκεσαι στο Περιφερειακό Επιμορφωτικό Κέντρο Ανατολικής Αττικής στην Κηφισιά.

Αιφνιδιάστηκα από την ενέργεια αυτή του Προϊσταμένου μου και του απάντησα ότι θέλω πολύ να παρακολουθήσω την επιμόρφωση, αλλά θα ήθελα αυτό να γίνει τον ερχόμενο Σεπτέμβριο, στον 3ο κύκλο επιμόρφωσης, ώστε να μην εγκαταλείψω την τάξη μου, τρεις μήνες πριν τη λήξη των μαθημάτων. Εξάλλου, του είπα, με βρίσκεται εντελώς απροετοίμαστο να εγκαταλείψω την τάξη μου σε δύο ημέρες.

Δεν εισακούστηκε η παράκλησή μου και ως εκ τούτου, έπρεπε να αποχωριστώ – με πόνο ψυχής – τους μαθητές μου, που είχα στην ΣΤ`1 τάξη του 1ου  Δημοτικού Σχολείου Παιανίας.

Την ίδια μέρα, λοιπόν, ανακοίνωσα το γεγονός στους μαθητές μου. Θλίψη  έπεσε στην τάξη και δέχτηκα τις επίμονες παρακλήσεις τους να μην τους εγκαταλείψω.  Τους εξήγησα ότι η μετακίνηση έγινε εν αγνοία μου, προσπάθησα να την αποτρέψω, αλλά δεν τα κατάφερα.

Από την έντονη συναισθηματική πίεση που ένιωσα, το βράδυ δεν μπόρεσα να κοιμηθώ. Διαρκώς εναλλασσόταν στο νου μου τα θλιμμένα πρόσωπα των μαθητών μου.   

Την Παρασκευή επαναλήφτηκαν με μεγαλύτερη ένταση οι παρακλήσεις τους. Και πάλι τους εξήγησα ότι δεν ήταν επιλογή δική μου να εγκαταλείψω την τάξη, πριν τη λήξη των μαθημάτων.

Νόμισα ότι τα παιδιά κατάλαβαν ότι δεν περνούσε πλέον από το χέρι μου να κάνω τίποτε. Τους αποχαιρέτησα και τους είπα ότι θα συναντηθούμε στις 15 Ιουνίου, τελευταία ημέρα λειτουργίας του σχολείου.

Την επόμενη ημέρα, Σάββατο πρωί, ενώ καθόμουν στο γραφείο του σπιτιού μου, άκουσα δυνατές φωνές από το δρόμο. Ανοίγω το παράθυρο και τι να δω! Οι μαθητές μου είχαν ανοίξει ένα μεγάλο πανό, που έγραφε: «Βασίλης Τασινός ήταν ο πιο καλός». Το ίδιο σύνθημα φώναζαν με δύναμη και πάθος, κάνοντας την ύστατη προσπάθεια να με πείσουν να παραμείνω στο σχολείο. Ήταν μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές που έζησα ως δάσκαλος. Δεν το κρύβω, λύγισα, μου ξέφυγαν δάκρυα, προσπάθησα γρήγορα να συνέλθω για να μην καταλάβουν οι μαθητές τη φόρτισή μου και τους κάλεσα στο σπίτι. Όλοι τους κρατούσαν από ένα λουλούδι και μου το πρόσφεραν. Ξανά οι ίδιες συγκινητικές, παρακλήσεις τους! Άπλωσαν το πανό στον τοίχο του σαλονιού και μου ζήτησαν να βγάλουμε μερικές αναμνηστικές φωτογραφίες. Όπως έμαθα από  τη συζήτηση που είχα μαζί τους, εμπνευστής της ιδέας για «διαδήλωση στο σπίτι» ήταν ο Σόλων, ο οποίος με το «επιτελείο του» επικοινώνησε με τους μισούς περίπου μαθητές(τους άλλους δεν τους βρήκε, γιατί δεν ήταν σπίτι τους) για να φτιάξουν το πανό και να διεκδικήσουν δυναμικά το δάσκαλό τους.

Την επόμενη ημέρα, Κυριακή πρωί, ήρθαν και οι υπόλοιποι μαθητές στο σπίτι μου (μερικοί ήρθαν για δεύτερη φορά), προσφέροντάς μου ο καθένας τους και από ένα λουλούδι, με το ίδιο αίτημα να παραμείνω στο σχολείο. Μετά τη δύσκολη συζήτηση που είχα και με τη δεύτερη ομάδα των μαθητών μου, βγάλαμε μερικές αναμνηστικές φωτογραφίες. Για να αποφορτίσω λίγο την ατμόσφαιρα, έβαλα το μαγνητόφωνο και στήσαμε το χορό.

Με αυτόν τον τρόπο αποχαιρέτησα – τρεις μήνες πριν τη λήξη των μαθημάτων – την ΣΤ`1 τάξη του 1ου  Δημοτικού Σχολείου Παιανίας.

Το πανό των μαθητών μου το έχω φυλαγμένο στην αρχειοθήκη του σπιτιού μου και μου θυμίζει πάντα, τη μεγάλη αγάπη που εισέπραξα  από μια τάξη, που την είχα μόλις έξι μήνες.

Να είστε πάντα καλά, αγαπημένοι μου μαθητές!!!      

 

Η ευγνωμοσύνη της Ευδοξίας

  Βασίλης Τασινός

Ιωάννινα 19 Ιουνίου 2013

LEK

Είναι απίστευτη η αγάπη που εισπράττει ο δάσκαλος από τους μαθητές του, όταν πραγματικά τον νιώθουν κοντά τους.

Το περιστατικό που θα σας αφηγηθώ διαδραματίστηκε στο 7ο Δημοτικό Σχολείο Περάματος το 1985, την τελευταία ημέρα του διδακτικού έτους.

Η Ευδοξία, μαθήτριά μου στην ΣΤ` τάξη, όταν της έδωσα τον έλεγχο προόδου, χωρίς να το περιμένω, με αιφνιδίασε φιλώντας μου τα χέρια. «Μα τι κάνεις!», της λέω. «Σας ευχαριστώ, κύριε, γι` αυτά που κάνατε για μένα τη φετινή χρονιά», μου απάντησε. 

Τι έκανα, όμως, για την Ευδοξία, που ένιωσε την ανάγκη να εκφράσει με αυτόν τον ασυνήθιστο τρόπο την ευγνωμοσύνη της; Ειλικρινά το λέω, δεν έκανα τίποτε το εξαιρετικό, τίποτε το κουραστικό, όπως θα δείτε παρακάτω.

Όταν ξεκίνησαν τα μαθήματα, το Σεπτέμβριο του 1984, η Ευδοξία δεν ήξερε ούτε  να διαβάζει ούτε και να γράφει. Διαπίστωσα ότι είχε ένα μικρό πρόβλημα δυσλεξίας. Γνώριζε τα γράμματα, όχι όμως τα δίψηφα σύμφωνα και δίψηφα φωνήεντα.

Δεν ήθελα με κανέναν τρόπο να περάσει η χρονιά και η Ευδοξία να μη μάθει ανάγνωση και γραφή.

Συζήτησα μαζί της και της είπα, αν θέλει φέτος μαζί μου να προσπαθήσει να μάθει να διαβάζει και να γράφει, όπως τα άλλα παιδιά. Με χαρά το δέχτηκε, λέγοντάς μου ότι θα κάνει οτιδήποτε της λέω.

Το εξατομικευμένο πρόγραμμα στα Ελληνικά που κατήρτισα για την Ευδοξία, ήταν από το Αλφαβητάρι της Α` τάξης.

Έκανα και μια συζήτηση με τους συμμαθητές της, λέγοντάς τους ότι φέτος πρέπει όλοι μας να βοηθήσουμε την Ευδοξία για να καταφέρει να διαβάζει και να γράφει.  Η Διαμάντω μάλιστα – άριστη μαθήτρια –  μου ζήτησε να καθίσει στο ίδιο θρανίο με την Ευδοξία για να τη βοηθάει.

Τα κείμενα του βιβλίου της Α` Δημοτικού, που απευθύνονται σε παιδιά έξι ετών, ήταν πιθανόν σε κάποιους συμμαθητές της να προκαλούσαν γέλια, όταν άκουγαν την Ευδοξία να τα διαβάζει. Γι` αυτό σκέφτηκα ότι θα ήταν καλύτερα να μου διαβάζει το κείμενο στο διάλειμμα, όταν οι συμμαθητές της θα έβγαιναν έξω.

Η Διαμάντω, που καθόταν δίπλα της στο θρανίο, υπαγόρευε την Ορθογραφία από το Αλφαβητάρι (τρία λεπτά περίπου κρατούσε αυτό) και στη συνέχεια, όταν χτυπούσε το κουδούνι, ερχόταν στην έδρα, μου έδειχνε την Ορθογραφία και μου διάβαζε το κείμενο. Δηλαδή, αφιέρωνα τρία με πέντε λεπτά από το πρώτο διάλειμμα για να διορθώσω την Ορθογραφία της και να την ακούσω να διαβάζει. Αυτός, λοιπόν, ήταν όλος ο «κόπος μου» και μερικές επισκέψεις στο θρανίο της, όταν οι συμμαθητές της έκαναν κάποιες σιωπηρές εργασίες.

Τα μαθήματα από το βιβλίο της Α` τάξης γινόταν πολύ γρήγορα, γιατί η Ευδοξία έδειχνε ιδιαίτερη προσήλωση στο στόχο της και η τάξη την ενθάρρυνε, συγκινητικά θα έλεγα. Πολύ γρήγορα τελείωσε το πρώτο και δεύτερο τεύχος της Γλώσσας και στα μέσα περίπου της χρονιάς την πέρασα στο Αναγνωστικό της ΣΤ` τάξης. Μάλιστα, όταν το ανακοίνωσα για πρώτη φορά στην τάξη, της φάνηκε παράξενο και κάπως δύσκολο. «Θα τα καταφέρεις, είμαι σίγουρος ότι θα τα καταφέρεις !» της είπα.

Η πρώτη ημέρα που διάβασε από το βιβλίο της ΣΤ` τάξης, ενώπιον των συμμαθητών της, ήταν μια ημέρα με έντονη συναισθηματική φόρτιση. Τα πήγε περίφημα και δέχτηκε το αυθόρμητο χειροκρότημα της τάξης. Έλαμψε από χαρά!!!

Επανέρχομαι στη στιγμή εκείνη που της έδωσα τον έλεγχο προόδου. Πίσω της ακριβώς βρισκόταν η μητέρα της, η οποία με συγκινητικά λόγια με ευχαρίστησε για ό,τι έκανα για την Ευδοξία. Της είπα ότι «δεν έκανα τίποτε το σπουδαίο, χάρη στη θέλησή της και την προσπάθειά της είχαμε αυτό το καλό αποτέλεσμα.» Με αιφνιδίασε με τη σειρά της και η μητέρα της Ευδοξίας, όταν μου είπε: «Δάσκαλε, σκέφτομαι να μην τη στείλω Γυμνάσιο, γιατί θα απογοητευτεί από τη συμπεριφορά των καθηγητών και θα σταματήσει το διάβασμα.» Φυσικά δε συμφώνησα μαζί της λέγοντας: «Πέρα από το γεγονός ότι η φοίτηση στο Γυμνάσιο είναι υποχρεωτική , γιατί θεωρείτε δεδομένο ότι οι καθηγητές θα είναι αρνητικοί απέναντί της;» Τον επόμενο χρόνο πήρα μετάθεση σε σχολείο των Αθηνών και δε γνωρίζω τι έγινε στη συνέχεια με την Ευδοξία.

Τελειώνοντας  θα ήθελα να τονίσω ότι είναι καθήκον των εκπαιδευτικών να δίνουν το χρόνο που αναλογεί – και κάτι παραπάνω – στους «δύσκολους» μαθητές. Είναι σίγουρο ότι η ηθική αμοιβή που θα εισπράξουν από τα παιδιά αυτά θα είναι πολύ μεγάλη και δυσανάλογη του κόπου που θα καταβάλουν. Είναι τα σπουδαία και μεγάλα δώρα, που δε θα ξεχάσουν ποτέ στη ζωή τους!!!    

 

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων