Τα βιβλία στο Δημοτικό Σχολείο

Βασίλης Τασινός

Ιωάννινα 6 Μαΐου 2014

 BD5

Με το παρόν άρθρο αναφέρομαι σε γενικές γραμμές στα σχολικά βιβλία του Δημοτικού, όπως τα γνώρισα ως μαθητής τη δεκαετία του 1960 και ως δάσκαλος από το 1979 μέχρι σήμερα, καθώς και στην ανάγκη να γραφούν νέα βιβλία, που θα δίνουν ελευθερία στο δάσκαλο να προσεγγίζει τη διδακτέα ύλη.   

Τα μαθητικά χρόνια τη δεκαετία του 1960, ήταν χρόνια δύσκολα, εξαιτίας της αυταρχικής συμπεριφοράς των περισσοτέρων εκπαιδευτικών. Στο άρθρο μου «Στα χρόνια της Αυταρχικής Αγωγής» περιγράφω τα πέτρινα εκείνα χρόνια. Βεβαίως, υπήρχαν και καλοί εκπαιδευτικοί την εποχή εκείνη, έστω κι αν ήταν λίγοι, που λειτουργούσαν ως βάλσαμο στη μεγάλη αυταρχικότητα.

Παρά ταύτα, κυκλοφορεί ευρέως στην κοινωνία μας η άποψη ότι το αυταρχικό σχολείο των περασμένων δεκαετιών ήταν καλύτερο, γιατί τα φτωχά παιδιά, χωρίς να πάνε ούτε μία ώρα φροντιστήριο, επιτύγχαναν στις εισαγωγικές εξετάσεις του Πανεπιστημίου και συνέχιζαν με επιτυχία τις σπουδές τους.

Όντως, είναι αλήθεια ότι πολλοί σπουδάσαμε τα χρόνια εκείνα, χωρίς τη βοήθεια του φροντιστηρίου. Αλλά αυτό οφείλεται, κατά την άποψή μου, κυρίως στα σχολικά βιβλία, που τα περισσότερα σε γενικές γραμμές ήταν καλά και απλά βιβλία, εξέφραζαν την εποχή τους και  δεν στερούσαν από το δάσκαλο την ελευθερία στη διδακτική προσέγγιση της ύλης.    

 Ακόμη, υπήρχαν και κάποια πολύ καλά εξωσχολικά βιβλία, που συμπλήρωναν τις ελλείψεις των σχολικών βιβλίων, όπως για παράδειγμα στο Δημοτικό οι Ασκήσεις της Αριθμητικής και της Γεωμετρίας του Μάγου, στο Γυμνάσιο η Άλγεβρα του Παπανικολάου, η Γεωμετρία του Τόγκα, η Φυσική του Αλεξόπουλου, η Χημεία του Μανωλκίδη… Τα εξωσχολικά αυτά βιβλία, όποιος είχε την οικονομική δυνατότητα τα αγόραζε, διαφορετικά, τα δανείζονταν από τους συμμαθητές του. Είναι γεγονός ότι  τα βιβλία των πιο πάνω συγγραφέων, τα δύσκολα εκείνα  χρόνια, έλιωναν στην κυριολεξία στα χέρια αλλεπάλληλων μαθητών και είναι να απορεί κανείς, που ποτέ δεν εντάχτηκαν και επισήμως στα σχολικά βιβλία!

Από τα βιβλία λοιπόν (σχολικά και εξωσχολικά), που τα αγόραζαν από το εμπόριο με μεγάλη δυσκολία οι γονείς των περισσοτέρων μαθητών, λόγω της ανέχειας που υπήρχε τότε, έμαθαν πολλά παιδιά γράμματα τα χρόνια της αυταρχικής εκπαίδευσης, γι` αυτό και σήμερα τα αναπολούν με μεγάλη νοσταλγία. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου, που πρόσφατα επανακυκλοφόρησαν με το «Βήμα της Κυριακής» τα παλιά Αναγνωστικά του Δημοτικού και έγιναν ανάρπαστα! Σε όλα τα περίπτερα έβλεπες ουρές, κυρίως από ηλικιωμένους ανθρώπους, που ήθελαν να ξαναπιάσουν στα χέρια τους τα βιβλία που τους έμαθαν γράμματα.

Τα περισσότερα από τα σχολικά βιβλία που είχαμε την εποχή εκείνη, παρουσίαζαν με αναλυτικό και κατανοητό τρόπο τη διδακτέα ύλη και οι μαθητές μελετώντας τα, μπορούσαν να κατανοήσουν το μάθημα  κι αν ακόμη δεν είχαν παρακολουθήσει την παράδοση του δασκάλου.  

Επομένως τα βιβλία αυτά, συν τοις άλλοις, βοηθούσαν και τους μαθητές που απουσίαζαν από το σχολείο, λόγω βραχυχρόνιας ή και μακροχρόνιας ασθένειας, να καλύπτουν τα κενά, κάτι που δυστυχώς δεν γίνεται με τα μεταγενέστερα βιβλία.

Σήμερα δημιουργούνται κενά στη μάθηση, ακόμη και στους μαθητές εκείνους που παρακολουθούν κανονικά τα μαθήματα.

 Για παράδειγμα στα Μαθηματικά, σύμφωνα με τη μεθοδολογία των νέων βιβλίων, ο μαθητής κάνοντας κάποιες δραστηριότητες που του υποδεικνύονται, καλείται να προσεγγίσει μόνος του τη νέα γνώση. Είναι δυνατόν σε μια τάξη  με τριάντα παιδιά (αυτός είναι ο μέσος όρος των μαθητών στις τάξεις μας) να μπορέσει να λειτουργήσει ο δάσκαλος με τη μέθοδο αυτή; Ίσως να είχε νόημα αυτός ο τρόπος διδασκαλίας σε μια τάξη με μονοψήφιο αριθμό μαθητών, οι οποίοι θα πρέπει να έχουν και ένα ανεβασμένο επίπεδο για να μη «χάνεται» ο διδακτικός χρόνος με τους αδύνατους και τους μέτριους μαθητές.

 Γι’ αυτό, πέραν των καλών προθέσεων των συγγραφέων, τα περισσότερα από τα βιβλία των Μαθηματικών, πλήττουν τους αδύνατους και τους μέτριους μαθητές, ενώ είναι βέβαιο ότι δημιουργούν προβλήματα και στους καλούς μαθητές, γιατί είναι κακογραμμένα και δυσνόητα.

Ακόμη, με τα νέα βιβλία των Μαθηματικών, δυσκολεύονται πολύ και οι γονείς να βοηθούν τα παιδιά τους που υστερούν και δοθείσης ευκαιρίας εκφράζουν και αυτοί τη δυσαρέσκειά τους.

 Παρευρισκόμενος σε μια εκπαιδευτική συζήτηση, άκουσα έναν μαθηματικό, επαγγελματία φροντιστή, να λέει για το σημερινό βιβλίο των Μαθηματικών της Ε` Δημοτικού: «Τα περισσότερα κεφάλαια είναι κακογραμμένα και δυσκολεύομαι πολύ να βοηθήσω την κόρη μου με τη συγκεκριμένη μεθοδολογία των συγγραφέων»! Φτάσαμε, δηλαδή, στο σημείο με τα σημερινά βιβλία να δυσκολεύονται ακόμη και οι φροντιστές!

 Το βιβλίο των Μαθηματικών της Ε` Δημοτικού, καθώς και το βιβλίο των Μαθηματικών της Β` Δημοτικού, ξεσήκωσαν θύελλα διαμαρτυριών στους μάχιμους εκπαιδευτικούς. Στην Πανελλαδική έρευνα που πραγματοποίησε το Ινστιτούτο Παιδαγωγικών Ερευνών-Μελετών (Ι.Π.Ε.Μ.) για τα νέα βιβλία, κατόπιν πρότασης της  Δασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδας (Δ.Ο.Ε),  αναφέρονται  τα  εξής: «Σε ό,τι αφορά τα εγχειρίδια για το μάθημα των Μαθηματικών, υψηλό ποσοστό εκπαιδευτικών προτείνουν την αντικατάσταση του εγχειριδίου που διδάχτηκε κατά το σχολικό έτος 2007/08 στη Β` και Ε` τάξη. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για το εγχειρίδιο της ΣΤ` τάξης στο μάθημα της Ιστορίας. Για τα υπόλοιπα μαθήματα το ποσοστό των εκπαιδευτικών που προτείνουν την αντικατάσταση του αντίστοιχου εγχειριδίου δεν υπερβαίνει  το 30%». («Συνοπτικό τεύχος με τα ευρήματα του Ι.Π.Ε.Μ. για τα νέα σχολικά βιβλία», σελίδα 114, Αθήνα 2009)

 Ένα βασικό ερώτημα που προκύπτει από το παραπάνω απόσπασμα της έρευνας είναι για ποιο λόγο δεν αναφέρονται και αριθμητικά τα υψηλά ποσοστά των εκπαιδευτικών που προτείνουν την αντικατάσταση των Μαθηματικών της  Β` τάξης, των Μαθηματικών της Ε` τάξης και της Ιστορίας της ΣΤ` τάξης, όπως και τα ακριβή αριθμητικά ποσοστά των εκπαιδευτικών που προτείνουν την αντικατάσταση των εγχειριδίων στα υπόλοιπα μαθήματα; Αξίζει να σημειωθεί ότι ενώ πέρασαν πέντε χρόνια από τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής, εκτός από την αντικατάσταση του βιβλίου της Ιστορίας της ΣΤ` τάξης (το απαράδεκτο και ανιστόρητο αυτό βιβλίο αποσύρθηκε κατόπιν της καθολικής αποδοκιμασίας που του επιφύλαξε η ελληνική κοινωνία),  τα λοιπά βιβλία εξακολουθούν να βρίσκονται στα σχολεία μας.

Από προσωπική έρευνα που πραγματοποίησα για τα νέα βιβλία από τη θέση του Προϊσταμένου Εκπαιδευτικών Θεμάτων στη Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ιωαννίνων, διαπίστωσα ότι η πλειοψηφία των δασκάλων τα κρίνει αρνητικά, χωρίς όμως να συμφωνεί και με τα βιβλία της προηγούμενης τριακονταετίας. Είναι πραγματικά κρίμα τα βιβλία που έχουμε τα τελευταία τριάντα χρόνια να μην είναι ούτε καν στο επίπεδο των βιβλίων που είχαμε πριν το 1982.

Θυμάμαι τη διάρθρωση της ύλης στο  βιβλίο της Αριθμητικής – Γεωμετρίας της ΣΤ` τάξης του Μέγα (το δίδαξα τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1980, λίγο πριν αντικατασταθεί), όπου στην αρχή υπήρχαν επαναληπτικά μαθήματα από την ύλη της Ε` τάξης, στη συνέχεια με απλά λόγια και αντιπροσωπευτικά παραδείγματα παρουσιάζονταν  τα προς διδασκαλία κεφάλαια και στο τέλος του κάθε κεφαλαίου υπήρχαν τρεις κατηγορίες ασκήσεων: Εύκολες ασκήσεις για όλους του μαθητές, λίγο δύσκολες ασκήσεις για τους περισσότερους μαθητές και δύσκολες ασκήσεις για τους πολύ καλούς μαθητές. Ο δάσκαλος, λοιπόν, με τη βοήθεια του βιβλίου αυτού, μπορούσε άνετα να δουλεύει στα Μαθηματικά με τρεις ταχύτητες τους μαθητές του.

Πρόβλημα παρουσιάζεται και στην ύλη των βιβλίων των Ελληνικών. Τα νέα βιβλία της Γλώσσας, όπως και τα προηγούμενα, περιέχουν κυρίως κείμενα με μικρή ή ανύπαρκτη λογοτεχνική αξία. Αντίθετα τα παλαιά Αναγνωστικά (πριν το 1982), είχαν πληθώρα αξιόλογων λογοτεχνικών κειμένων.

Η Έκθεση στην ουσία καταργήθηκε, εφόσον αντικαταστάθηκε με κάποιες ολιγόλεπτες ασκήσεις γραπτού λόγου, όπως αναλυτικά περιγράφω στο άρθρο μου «Η Τεχνική των Εκθέσεων στο Δημοτικό Σχολείο».

 Η Γραμματική υποβαθμίστηκε. Ήδη, εδώ και τρεις δεκαετίες περίπου, το εγχειρίδιο της Γραμματικής έχει αποσυρθεί από την Γ` και την Δ` τάξη. Στη συνέχεια απέσυραν και το εγχειρίδιο της Γραμματικής από την Ε` και την ΣΤ` τάξη, αλλά αυτό δεν κράτησε για πολύ χρόνο, γιατί επαναστάτησαν οι μάχιμοι εκπαιδευτικοί, οι οποίοι «ανάγκαζαν» τους γονείς να το  προμηθεύονται από το εμπόριο και έτσι το Υπουργείο Παιδείας αναγκάστηκε να το επαναφέρει.  

Τα σημερινά βιβλία στο μάθημα των Φυσικών στην Ε’ στην ΣΤ’ τάξη, «Ερευνώ και ανακαλύπτω», με το ερευνητικά εξελισσόμενο διδακτικό μοντέλο που προτείνουν οι συγγραφείς και με δεδομένο ότι απευθύνονται σε τάξεις των τριάντα μαθητών, παρόλα τα θετικά στοιχεία που έχουν, είναι αδύνατον η ύλη να διδαχτεί στις διδακτικές ώρες που προβλέπονται από το αναλυτικό πρόγραμμα. Συνεπώς και τα βιβλία αυτά παρουσιάζουν πρόβλημα.

 Πάμε τώρα στα λεγόμενα «δευτερεύοντα μαθήματα». Κι εδώ όλα τα βιβλία ακολούθησαν τη λογική των προηγούμενων βιβλίων που αντικαταστάθηκαν. Αντί να έχουμε μια ωραία και γλαφυρή παρουσίαση της ύλης με βασικές ερωτήσεις στο τέλος του κάθε κεφαλαίου, έχουμε βιβλιοτετράδια με ακροστιχίδες, σταυρόλεξα και ανούσιες ασκήσεις σε στυλ περιοδικού.

 Ακόμη και τα βιβλία των Θρησκευτικών τα μετέτρεψαν σε βιβλιοτετράδια με ακροστιχίδες και σταυρόλεξα! Πού είναι το βιβλίο των «Ευαγγελικών Περικοπών» που είχαμε τα προηγούμενα χρόνια, που δίπλα στο κείμενο του Ευαγγελίου υπήρχε η μετάφραση και στη συνέχεια η ανάλυση των υψηλών νοημάτων; Ως γνωστόν, το Ευαγγέλιο, εκτός από τη θρησκευτική και ανθρωπιστική διάσταση, έχει και λογοτεχνική αξία, που αναγνωρίζεται δημοσίως και από μη θρησκευόμενους πνευματικούς ανθρώπους. Γιατί λοιπόν το βιβλίο αυτό αποσύρθηκε από την ΣΤ` τάξη;

Όλα σχεδόν τα σχολικά βιβλία έχουν μεταλλαχθεί σε βιβλιοτετράδια και έχουν καταντήσει χειρότερα και από πρόχειρα τετράδια. οι μαθητές γράφουν, σβήνουν, μουντζουρώνουν, σχίζουν φύλλα, χωρίς στην ουσία να φταίνε οι ίδιοι  για την κακοποίηση αυτή. Δεν αντιμετωπίζονται πλέον τα βιβλία με τον πρέπον σεβασμό, γιατί ίσως δεν τον αξίζουν…

Τα βιβλία δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να λειτουργούν ως τετράδια εργασιών. Δεν πρέπει να είναι έτσι δομημένα, ώστε να γράφουν πάνω σ’ αυτά οι μαθητές. Στο βιβλίο ο μαθητής θα υπογραμμίσει, με μολύβι κάποιες βασικές λέξεις ή προτάσεις κατά τη μελέτη και τίποτε περισσότερο. Επιβάλλεται να γίνει πλήρης διαχωρισμός μεταξύ βιβλίου και τετραδίου εργασιών για να αναβαθμιστούν και τα δύο.

Τα σχολικά βιβλία θα πρέπει να δίνουν τη διδακτέα ύλη με απλά και κατανοητά λόγια, χωρίς να επιβάλλουν διδακτική μεθοδολογία. Και τα τετράδια εργασιών θα πρέπει να περιέχουν ασκήσεις εμπέδωσης και τίποτε περισσότερο.

Με τη δομή που έχουν τα περισσότερα βιβλία τα τελευταία τριάντα χρόνια, ο δάσκαλος που μένει αυστηρά προσηλωμένος στη μεθοδολογία τους, χωρίς να το θέλει, δημιουργεί  μαθησιακά κενά στους περισσότερους μαθητές. Η ζωή, όμως, δεν επιτρέπει την ύπαρξη κενών. Κάπως έτσι αυξήθηκαν υπερβολικά τα φροντιστήρια και τα ιδιαίτερα μαθήματα, τα οποία εδώ και πολλά χρόνια στην ουσία έχουν αντικαταστήσει τα δημόσια σχολεία.

Θα ήθελα, όμως,  να αναφερθώ και σε δύο καλά βιβλία του Δημοτικού Σχολείου: Το Ανθολόγιο της Ε` και της ΣΤ` τάξης με «Λογισμό και όνειρο» και το Πολυθεματικό βιβλίο για την Ευέλικτη Ζώνη «Βλέπω το σημερινό κόσμο». Και τα δύο αυτά βιβλία εμπεριέχουν αξιόλογα κείμενα.

 Με ό,τι έγραψα στο παρόν άρθρο για τα παλιά βιβλία, δεν υπονοώ σε καμιά περίπτωση την επαναφορά τους στο Δημοτικό Σχολείο. Τα σχολικά βιβλία επιβάλλεται πάντα να εκφράζουν την εποχή τους. Είναι, όμως, γεγονός ότι τα σημερινά βιβλία δεν προσφέρουν στη μάθηση, όπως τα περισσότερα από τα παλιά βιβλία στην εποχή τους.

Ύστερα, δεν πρέπει να απορρίπτουμε συλλήβδην τη μεθοδολογία των παλιών βιβλίων, γιατί ο τρόπος που προσέγγιζαν την ύλη αρκετά από αυτά, ήταν απλός και κατανοητός για το μαθητή, αλλά και για το γονέα που βοηθούσε το παιδί του στο σπίτι.

Το Υπουργείο Παιδείας θα πρέπει επιτέλους να προκηρύξει ελεύθερο διαγωνισμό για τη συγγραφή όλων των σχολικών βιβλίων, που θα είναι περισσότερα του ενός για κάθε μάθημα και δεν θα έχουν σχέση με την εισαγόμενη διδακτική νοοτροπία των βιβλιοτετραδίων, αλλά με τη δική μας παράδοση, που δίνει ελευθερία στο δάσκαλο να προσεγγίζει τη διδακτέα ύλη.    

Τελειώνοντας θα ήθελα να αναφερθώ σε μια σημαντική καινοτομία του νόμου 5045 του 1931 «Περί σχολικών βιβλίων», βάσει της οποίας καταργήθηκε το κρατικό μονοπώλιο των σχολικών βιβλίων, εγκρίθηκαν περισσότερα του ενός βιβλία για κάθε μάθημα και δόθηκε η δυνατότητα στους συλλόγους διδασκόντων να επιλέγουν τα βιβλία που θα διδάξουν στα σχολεία τους. Εντυπωσιακό είναι και το γεγονός ότι κατά την πρώτη εφαρμογή του νόμου 5045, υποβλήθηκαν προς κρίση 745 βιβλία, εκ των οποίων εγκρίθηκαν 28 για τις έξι τάξεις του Δημοτικού! Δυστυχώς, ο νόμος αυτός καταργήθηκε από την επόμενη κυβέρνηση, η οποία ψήφισε νέο νόμο για τα βιβλία, στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Ράβε – ξήλωνε από τότε…Σήμερα, ογδόντα πέντε χρόνια μετά την ψήφιση του νόμου 5045, έχουμε ακόμη το μονοπώλιο του ενός βιβλίου και μάλιστα κακογραμμένου!!! Αυτό λέγεται πρόοδος;;;  

 

4 σκέψεις σχετικά με το “Τα βιβλία στο Δημοτικό Σχολείο

Αφήστε μια απάντηση

Top
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων