Η λέξη της εβδομαδος: Δάνειο

Ουσιαστικό ουδετέρου γένους.

Δάνειο είναι το χρηματικό ποσό που δίνεται σε κάποιον με την υποχρέωση να το επιστρέψει μέσα σε ορισμένο χρονικό διάστημα, είτε καταβάλλοντας –συνήθως– τον αντίστοιχο τόκο (έντοκο δάνειο) είτε όχι (άτοκο δάνειο). Το πρόσωπο που προσφέρει τα χρήματα αποκαλείται δανειστής ή δανειοδότης, ενώ αυτός που τα λαμβάνει οφειλέτης ή δανειολήπτης. Η συμφωνία μεταξύ αυτών των δύο προσώπων (συμβαλλομένων μερών) αποτελεί σύμβαση δανείου, η οποία επιφέρει ορισμένες έννομες συνέπειες και ρυθμίζεται στο άρθρο 806 του Αστικού Κώδικα. Σύμφωνα με το άρθρο 806, με τη σύμβαση του δανείου ο ένας συμβαλλόμενος μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα πράγματα που μπορούν να αντικατασταθούν και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας. Διαφορετική περίπτωση είναι η σύμβαση του χρησιδανείου, κατά την οποία παραχωρείται η χρήση πράγματος χωρίς αντάλλαγμα και ο χρήστης έχει υποχρέωση να αποδώσει το πράγμα μετά τη λήξη της σύμβασης (άρθρο 810 του Αστικού Κώδικα), π.χ. ο δανεισμός ενός βιβλίου.

Ό,τι δανειζόμαστε όμως είναι πάντα «υλικό»; Οπωσδήποτε όχι, αφού υπάρχουν και οι «άυλες» αξίες. Έτσι, μιλάμε για πνευματικά ή καλλιτεχνικά δάνεια, αλλά και για γλωσσικά δάνεια, τα λεξιδάνεια (= μεταφορά ξένου όρου από ή προς την ελληνική, π.χ. η λέξη καβγάς που ήρθε από τα τουρκικά), αντιδάνεια (= λέξεις «ανήσυχες» που ταξίδεψαν από τα αρχαία ελληνικά σε άλλες γλώσσες και επέστρεψαν ως άσωτοι υιοί με τη μορφή δανείων, π.χ. πλαζ < πλάγιος), μεταφραστικά δάνεια (ο δανεισμός από άλλη γλώσσα της σημασίας των λέξεων και όχι της μορφής τους, π.χ. καλαθοσφαίριση < basket ball), διεθνισμοί, π.χ. η λέξη ψυχομετρία, που αποδίδει τη γαλλική psychométrie, η οποία δημιουργήθηκε από ελληνικές ρίζες.

via http://www.asprilexi.com

Κατηγορίες: Ελληνική γλώσσα - Λέξεις