2 Οκτώβριος 2008

Η μοίρα που σε έσπρωξε τη μαχαιριά να δώσεις,

σου έστειλε στη φυλακή καινούριο αφεντικό.

Από το άλλο σου εγώ τρέχεις για να γλιτώσεις,

ο Χάρος σού ζητιάνεψε για λίγο μερτικό.

 

Κλεισμένος χρόνια στο μικρό καβούκι της ζωής σου

φουμάρισες απ΄ τον καπνό που βρήκες στις Μυκήνες,

την ευκαιρία άρπαξε, απ? τη μιζέρια γδύσου,

σε περιμένουν στο εξής καταραμένοι μήνες.

 

Τις σκοτωμένες μέρες σου συμφώνησες να διώξεις.

Τέσσερις τοίχοι χώρεσαν το άπιαστο όνειρό σου

και στη ζωή που έχασες χαιρετισμούς να δώσεις.

Γυναίκες απ? τη Μάνη το κρασί σου θα νερώσουν.

 

Εφτά φορές σε πλήγωσε της μάνας σου η κατάρα,

τα λάθη σου το πάλεψες σωστά να γίνουν όλα.

Απ? το φιλί δοκίμασες μονάχα τη λαχτάρα,

σε πήρε και σε σήκωσε κι ας είχες τέτοια φόρα.

 

Χαρταετοί στον ουρανό τα παιδικά σου χρόνια

και ένας κόμπος στο λαιμό τη γλώσσα σου να δένει.

Μεγάλωσες και ξέχασες την πρώτη σου κολόνια,

κακό από το πουθενά ξανά σε προλαβαίνει.

 

Σου ζήτησαν υπόσχεση κι εσύ απαντάς με γρίφους.

Πότε θα μάθεις τελικά να λες τη σκάφη σκάφη;

Στη νιότη σου χαλάλισες ένα σακούλι μύθους,

χωρά η περιουσία σου σ? ένα σπασμένο ράφι.

 

Δεν είναι πια στο χέρι σου να λες «ο εαυτός μου».

Ποιο χέρι τώρα με κρατά και θα μου δώσει λύση;

Το χέρι που σου χάρισε το φως αυτού του κόσμου,

το ίδιο χέρι κάποτε τα μάτια σου θα κλείσει.

Αφήστε μια απάντηση

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση