2 Οκτώβριος 2008
Μεσημέρι
ήρθε ο μικρός πραματευτής.
Λαίμαργες
οι κυράδες κολυμπούν
στην απλωμένη του πραμάτεια.
Παράμερα
οι νιες κοπέλες
γλυκοκοιτάζουνε τα δυο του μάτια,
γιατί? ναι μορφονιός κι απάντρευτος ακόμα.
Παίρνει κι αυτός να ιστορεί
έρωτες γενναίων αφεντάδων.
Στη λάβρα του μεσημεριού
οι καρδιές λιγώνουν,
άπληστα τα χέρια
σκουπίζουν τα μισάνοιχτα χείλη.
Μα όρεξη
δεν έχει σήμερα ο πραματευτής.
Η βαρυγκόμια
αλυσοδένει τον καημό του.
Πάνω από το δίχτυ με τις τσιριμόνιες
ταξιδεύει το βλέμμα του,
πίσω από τις γρίλιες,
εκεί, δίπλα στους μεντεσέδες
που μια πικραμυγδαλιά φυτρώνει.
Αόριστα
στο τσιράκι του γνέφει
στην άμαξα να φορτωθούν
για τον ίδιο δρόμο πάλι.
Κι από τότε
ο μικρός πραματευτής,
νυχτοπερπατάρης,
μοιρολόι φεγγαρόλουστο
με τον καημό του γνέθει.
Κάτω από Ποίηση | 0 Σχόλια