Καθάρισε ο χώρος από τους πολλούς καπνούς
και σα να μου φαίνεται πως ανάσταση μυρίζει
κι ούτε μπορούν οι αέρηδες και η βροχή να σβήσουν την αίσθηση τούτη,
την ανάσταση.
Ως και τα χελιδόνια με άγρυπνο μένουν μάτι,
ως και οι μέλισσες που άφησαν τα λουλούδια να ξαποστάσουν
και μέλι τώρα δεν τρυγούν.
Ως κι εγώ, βρε, νιώθω, όσο πάει, την αίσθηση τούτη,
την ανάσταση.
Αν γινόταν, προτού με απορροφήσει η υπόλοιπη ζωή μου,
θα? θελα να? μαι κι εγώ εκεί, στη φύση την αναστημένη,
στα χελιδόνια πλάι και στις μέλισσες?
στο ρυθμό τους, τ? ανάλαφρο πέταγμά τους?
Κι οι μέρες περνούν
κι η αίσθηση τούτη δεν παύει να με πολιορκεί,
το σώμα μου να κεντά με πευκοβελόνες,
με αιχμηρά τριανταφυλλάγκαθα.
Κάθε πρωί αετοί κατεβαίνουν απ? τα ψηλά βουνά,
πετούν για λίγο πάνω από το απόρθητο φρούριό μου
και κράζουν πως αγναντεύουν την ανάσταση,
πως η ανάσταση σιμώνει?
Τ? ανάλαφρο πέταγμά τους δάκρυα μου χαρίζει,
όμως και θλίψη στην καρδιά, στα στήθη.
Για λίγο ποθώ να πετάξω κι εγώ πέρα από το απόρθητο φρούριό μου,
ψηλότερα και από τις αετοφωλιές με τα μικρά αετόπουλα?
για λίγο όμως?
Ήδη στις κορφές άρχισε να διαλύεται η ομίχλη,
το γλυκό πρωινό φως του ήλιου χαμογελά μπρος την ανάσταση.
Οι πύλες όμως στο απόρθητο φρούριό μου μένουν κλειστές,
το ίδιο και τα χείλη φράζουν τους λυγμούς
που σαν ηφαίστειο ζητούν να εκραγούν?
Λίγο πριν η καρδιά μου σπάσει,
ο καημός μου συνταράζει το κορμί?
Αχ, αυτό το ανάλαφρο πέταγμά τους? κόβει τον αέρα στα δύο
για να ντυθεί με αυτόν η ανάσταση
και συντρίμμια η καρδιά μου στο απόρθητο φρούριό μου.
Ως το απόγευμα τίποτα δε θα αλλάξει·
το ανάλαφρο πέταγμά τους πάνω από το απόρθητο φρούριό μου, εκεί ψηλά?
Κάτω από Ποίηση | 0 Σχόλια