Feed
Άρθρα
Σχόλια

Όταν ο Ηρακλής πήγαινε να πιάσει τον Ερυμάνθιο Κάπρο, πέρασε από το βουνό Φολόη στην Αρκαδία. Το βουνό αυτό είχε ονομαστεί έτσι από τον Κένταυρο Φόλο, που ζούσε εκεί. Ο Κένταυρος φιλοξένησε τον Ηρακλή στην σπηλιά του. Πήρε σφαχτάρι, έψησε κομμάτια του και τα πρόσφερε στον Ηρακλή. Από το φαΐ όμως ο Ηρακλής δίψασε και του ζήτησε κρασί. Ο Φόλος του είπε ότι υπήρχε ένα πιθάρι χωμένο στη γη, αλλά φοβόταν να το ανοίξει. Ανήκε σε όλους τους Κενταύρους και δεν επιτρεπόταν να το ανοίξει μόνος του. Μια παλιά ιστορία έλεγε πως κάποτε, στα παλιά χρόνια, ο Διόνυσος είχε δώσει το πιθάρι αυτό σε κάποιο Κένταυρο και του έδωσε την προσταγή, τότε μόνο να το ανοίξει, όταν θα ερχόταν εκεί ο Ηρακλής.

Καθώς άνοιξαν το πιθάρι η μυρωδιά εξαπλώθηκε παντού μέχρι που έφτασε στα ρουθούνια των άλλων Κενταύρων, οι οποίοι όρμησαν στη σπηλιά του Φόλου. Ο Φόλος τους φοβήθηκε για αυτό και κρύφτηκε και έτσι ο Ηρακλής τους αντιμετώπισε μόνος του. Δυσκολεύτηκε πολύ γιατί οι Κένταυροι είχαν την αντοχή και τη δύναμη του αλόγου και το λογικό και την πείρα του ανθρώπου. Στο τέλος όμως τα κατάφερε και τους έδιωξε μακριά. Ο Φόλος καθώς έθαβε τους νεκρούς Κενταύρους τράβηξε ένα βέλος από το σώμα ενός Κένταυρου και πληγώθηκε, και καθώς ήταν δηλητηριασμένο πέθανε Όταν Ο Ηρακλής είδε το Φόλο νεκρό τον έθαψε κάτω από το βουνό, που από τότε πήρε το όνομά του και λέγεται Φολόη.

Είσοδος του Άδη:Οι Θεσπρωτοί πιστεύουν πως ο Ηρακλής κατέβηκε στον Άδη από την είσοδο που βρισκόταν κοντά στον Αχέροντα ποταμό και την Αχερουσία λίμνη.
Οι άποικο των Μεγαρέων, που είχαν κτίσει την πόλη Ηράκλεια στον Πόντο, διηγούνται πως κοντά στην πόλη τουςήταν η είσοδος από την οποία κατέβηκε ο Ηρακλής στον Κάτω Κόσμο.

Έξοδος του Ηρακλή από τον Άδη:

Οι κάτοικοι της Βοιωτίας λένε ότι ο Ηρακλής ανέβηκε από τον Άδη μέσα από ένα άνοιγμα που βρισκόταν στο βουνό Λαφύστιο, όπου υπήρχε και μια απεικόνιση του Ηρακλή με την επωνυμία “Ηρακλής Χάροψ”
Στην Ερμιόνιδα, πίσω από το ναό της Χθόνιας υπήρχαν τρεις χώροι, που οι ντόπιοι τους ονόμαζαν του Πλούτωνα, του Κλυμένου και τον τρίτο Αχερουσία Λίμνη. Στο χώρο του Κλυμένου έδειχναν ένα χάσμα γης, από το οποίο έλεγαν ότι ανέβασε ο Ηρακλής τον Κέρβερο.

Ερμηνεία του Μύθου

Το κατέβασμα του Ηρακλή στον Άδη είναι η πορεία του προς το θάνατο και ο αγώνας του να τον αντιμετωπίσει και να τον νικήσει για να αλλάξει τη μοίρα του κερδίζοντας την αθανασία.Μια ερμηνεία που μπορούμε να δώσουμε για το μύθο αυτό, σύμφωνα με αυτά που γνωρίζουμε, ως μαθητές και μαθήτριες της Ε Δημοτικού, έχει σχέση με το Τροφώνιο Μαντείο του υπήρχε στην πόλης μας.

Η κάθοδος του πιστού στο άδυτο του μαντείου, που συμβολίζει τhν κάθοδο στον Άδη, σκοπό είχε την αναζήτηση της αλήθειας. Μιας αλήθειας που θα του επέτρεπε να ζήσει μια καλύτερη ζωή στη γη αλλά και θα αντιμετόπιζε με το καλύτερο τρόπο την είσοδό του στον Κάτω Κόσμο.

Οι φωτ. δείχνουν τους τόπους εισόδου στον Άδη, κατά τη μυθολογία:
φωτ. 1η: Αχερουσία λίμνη – Ήπειρο
φωτ. 2η :ακρωτήριο Ταίναρο – Πελοπόννησος
φωτ. 3η: Ερμιόνη – Αργολίδας

Βιβλιογραφία: Ελληνική Μυθολογία – Εκδοτική Αθηνών

Ο Κέρβερος ήταν ένα σκυλί με πενήντα κεφάλια. Τα τρία μπροστά του ήταν σκυλίσια και τα άλλα πάνω στη ράχη του ήταν κεφάλια διάφορων ζώων. Η ουρά του κατέληγε στο κεφάλι ενός φαρμακερού φιδιού. Τον Κέρβερο τον είχε γεννήσει η Έχιδνα από τον Τυφώνα και ήταν φύλακας του Άδη. Αυτό το θεριό θέλησε να δει ο Ευρυσθέας και έστειλε τον Ηρακλή να του τον φέρει. Αυτή τη φορά έπρεπε εντελώς μόνος του να επιχειρήσει το ακατόρθωτο, δηλαδή να κατέβει ζωντανός στον Άδη και να ξαναγυρίσει πίσω φέρνοντας δεμένον τον Κέρβερο.

Πριν αρχίσει το ταξίδι του ο Ηρακλής πέρασε από την Ελευσίνα και μυήθηκε στα Ελευσίνια Μυστήρια, στα μυστήρια της ζωής και του θανάτου. Οι θεοί όπως και τις άλλες φορές έτσι και τώρα του παραστάθηκαν. Ο Δίας, ο πατέρας του, έστειλε την Αθηνά και τον Ερμή να τον συνοδέψουν και να τον βοηθήσουν στις δύσκολες στιγμές του. Πολλές ήταν οι είσοδοι για να μπει κάποιος στον Κάτω Κόσμο. ο Ηρακλής προτίμησε να μπει από την είσοδο που βρισκόταν στο ακρωτήριο Ταίναρο, στην Πελοπόννησο.

Στο ακρωτήριο υπήρχε ναός του Ποσειδώνα και κάτω από τον ναό υπήρχε μια σπηλιά. Σ’ αυτή τη σπηλιά κατέβηκε ο Ηρακλής και έφτασε στη θάλασσα κάτω από τη γη. Στην παραλία περίμενε ο Χάρωνας που με το μικρό πλοιάριο περνούσε τις ψυχές στο βασίλειο των νεκρών. Ο Ηρακλής ζήτησε από το Χάρωνα να τον πάει απέναντι αλλά αυτός αρνήθηκε, τότε ο Ηρακλής άρπαξε το κουπί και απείλησε να τον κτυπήσει. Αυτός αναγκαστικά δέχτηκε και τον πέρασε απέναντι. Όταν τον είδαν οι ψυχές φοβήθηκαν πολύ και σκόρπισαν τρομαγμένες, εκτός από το Μελέαγρο και την αδελφή του τη Γόργη.
Ο Ηρακλής ήθελε να μιλήσει με τους νεκρούς και γι’ αυτό έπρεπε πρώτα να τους αφήσει να πιουν αίμα από σφαγμένο ζώο. Για το σκοπό αυτό πήρε και έσφαξε ένα βόδι από τα βόδια του Άδη που τα έβοσκε ο Μενοίτης. Ο Μενοίτης θύμωσε για την πράξη του Ηρακλή και τον προκάλεσε σε μονομαχία. Ο Ηρακλής τον έπιασε από τη μέση και θα τον αποτελείωνε αν δεν τον παρακαλούσε η Περσεφόνη να του χαρίσει τη ζωή.
Στον Άδη συνάντησε τις ψυχές πολλών γνωστών του και κάποιους τους βοήθησε. Άκουσε το Μελέαγρο να διηγείται την ιστορία του και ο οποίος του είπε να παντρευτεί την αδελφή του, τη Διηάνειρα, όταν θα ανέβαινε στον Απάνω Κόσμο.
Ο Ηρακλής πήγε και συνάντησε τον Πλούτωνα και την Περσεφόνη και ζήτησε την άδεια να πάρει τον Κέρβερο πάνω στη γη για να τον δει ο Ευρυσθέας.Ο Πλούτωνας έδωσε την άδεια, όμως με έναν όρο: θα έπρεπε να πιάσει τον Κέρβερο μόνο με τα χέρια, χωρίς να χρησιμοποιήσει ασπίδα ή σιδερένιο όπλο. Γι’ αυτό ο Ηρακλής άφησε τα όπλα και φόρεσε μόνο τη λεοντή του. Όταν τελικά βρήκε τον Κέρβερο τον έπιασε με τα γυμνά του χέρια από το λαιμό, τον έδεσε γερά, ενώ η φιδίσια ουρά του τού είχε δώσει αρκετές δαγκωνιές. Πήρε ο Ηρακλής τον Κέρβερο και κίνησε για τον Απάνω Κόσμο. Αλλά ο Πλούτωνας δεν κράτησε τη συμφωνία του και δεν το άφηνε να φύγει. Ο Ηρακλής θύμωσε τράβηξε μια σαϊτιά και πλήγωσε τον Πλούτωνα. Αυτός φοβήθηκε και του έδωσε την άδεια να φύγει. Η Αθηνά τον βοήθησε να περάσει το ποτάμι της Στυγός, έτσι έφτασε στην έξοδο του Κάτω Κόσμου, που βρισκόταν στην Τροιζήνα, από όπου ανέβηκε στη γη.

Όταν ανέβηκε επάνω ο Κέρβερος θαμπώθηκε από το φως του ήλιου, γιατί ζούσε πάντα στα σκοτάδια, με αποτέλεσμα από το στόμα του να βγαίνει χολή, που όπου έσταζε φύτρωνε ένα δηλητηριώδες φυτό, το ακόνιτο. Από όπου περνούσε ο Ηρακλής μέχρι να φτάσει στις Μυκήνες ο Κέρβερος σκορπούσε τον τρόμο στους ανθρώπους που τον έβλεπαν. Όταν τον είδε ο Ευρυσθέας από το φόβο του μπήκε και κρύφτηκε στο χάλκινο πιθάρι του.
Αφού τον είδε ο Ευρυσθέας ο Ηρακλής τον επέστρεψε στον Άδη όπως το είχε υποσχεθεί στον Πλούτωνα.

Υπάρχουν πολλές παραλλαγές που διηγούνται διαφορετικά την ιστορία με τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων.
Βάζουν το κήπο να έναι στο Βορρά, στη χώρα των Υπερβορείων. Άλλοι τον τοποθετούν δίπλα στο βουνό Άτλαντα, ο οποίος πήρε το όνομά του από τον Τιτάνα Άτλαντα.Άλλοι τον τοποθετούν πιο νότια, στη χώρα των Αιθιόπων και άλλοι πέρα από τον Ωκεανό, σ’ ενα νησί. Έλεγαν μάλιστα για να πάει ο Ηρακλής εκεί χρησιμοποιήσε το κύπελλο του Ήλιου.
Ο Άτλας δεν έμενε λώς εκεί κοντά στον κήπο αλλά τον είχε ιδιοκτησία του και μάλιστα ήταν βασιλιάς που είχε το βασίλειό του πέρα από τη χώρα των Αιθιόπων. Επειδή η Θέμις του είχε προφητέψει πως θα έρθει ο Ηρακλής να πάρει τα μήλα, είχε φράξει τον κήπο γύρω γύρω με έναν γερό τοίχο και είχε βάλει ένα φίδι να τον φυλάει. Ο Άτλας λένε ότι ήταν πατέρας του Έσπερου και των Εσπερίδων.
Άλλοι λένε ότι οι Εσπερίδες ήταν κόρες του Έσπερου και άλλοι ότι είναι κόρες του Δία και της Θέμιδας, όπως και οι Νύμφες.Ο Άτλας μαζί με τον αδελφό του τον Έσπερο ζούσαν σε μια χώρα που την έλεγαν Εσπερία και ήταν ονομαστοί για τη δύναμή τους αλλά και γιατί είχαν κάτι θαυμάσια πρόβατα με ξανθοκόκκινο χρώμα, από τα οποία μετά βγήκε και η ιστορία με τα μήλα, γιατί μήλα έλεγαν τα πρόβατα. Ο Έσπερος απόκτησε μια κόρη την Εσπερίδα, που ζευγάρωσε με το θείο της τον Άτλαντα και απέκτησαν εφτά κορίτσια, που από τον πατέρα τους ονομάστηκαν Ατλαντίδες και από τη μητέρα τους Εσπερίδες.

Τις κοπέλλες αυτές κάποια μέρα τις άρπαξαν οι ληστές του βασιλιά Βούσιρι και τις πήγαν στην Αίγυπτο. Όταν ο Ηρακλής περνούσε από εκεί τις είδε και πήρε μαζί του αφού σκότωσε τους ληστές. Ο Ηρακλής τις πήρε μαζί του και τις έφερε στον πατέρα τους, τον Άτλαντα.

Για το πως πήρε τα μήλα ο Ηρακλής άλλοι λένε ότι τα πήρε μόνος του και ότι ο Άτλας μόνο το δρόμο του έδειξε. Όσο για το φίδι άλλοι λένε ότι το σκότωσε με το ρόπαλο ή με το τόξο, χρησιμοποιώντας τα βέλη που είχε βουτήξει στο δηλητηριασμένο αίμα της Λερναίας Ύδρας, Οι Εσπερίδες που μαζί με το φίδι φύλαγαν το δέντρο στεναχωρήθηκαν πολύ και μεταμορφώθηκαν από τη λύπη του σε δέντρα: σε λεύκη, φτελιά και Ιτιά. Το φίδι ο Δίας το έβαλε ανάμεσα στα άστρα για ναείνει άσβηστη η μνήμη του.

Άλλοι πάλι λένε πως δε σκότωσε το φίδι απλώς το κοίμησε για όσο χρόνο χρειαζόταν να κόψει τα μήλα από το δέντρο.

ΚΥΚΝΟΣ

Η μάχη με τον Κύκνο έγινε όταν ο Ηρακλής πήγαινε για να φέρει τα μήλα τα Εσπερίδων. Βρισκόταν στη Θάλασσα πηγαίνοντας στον Κήυκα στην Τραχίνα. Όταν έφτασε στις Παγασές, πλαγιά του Πηλίου συνάντησε τον Κύκνο μαζί με τον Άρη μέσα σε ένα άλσος του θεού Απόλλωνα.
Ο Κύκνος που ήταν γιος του Άρη και εχθρός του Απόλλωνα. Γι’ αυτό έστηνε καρτέρι σε αυτούς που πήγαιναν στους Δελφούς και τους άρπαζε τα αναθήματα που επρόκειτο να χαρίσουν στο θεό και έκλεβε από τις εκατόμβες που ήταν προορισμένες για τις θυσίες. Μετά αποκεφάλιζε τα θύματά του και μάζευε τα κρανία τους για να χτίσει ναό στον πατέρα του.

Ο Κύκνος όταν έβλεπε έναν ξένο τον καλούσε σε μονομαχία το ίδιο έκανε και με τον Ηρακλή. Έτσι ετοιμάστηκαν και οι δυο για τον αγώνα. Ο Ηρακλής φορούσε μια πανοπλία που του την είχε φτιάξει ο Ήφαιστος και τον προστάτευε η Αθηνά ενώ τον Κύκνο τον προστάτευε ο πατέρας του ο Άρης. Αποφασισμένοι και οι δυο με τις ασπίδες μπροστά και τα δόρατα στο χέρι άρχισαν τα κονταροχτυπήματα. Εκείνη τη στιγμή βρόντηξε ο Δίας ψηλά στον Ουρανό και άφησε να πέσουν αιμάτινες σταγόνες στη γη, σημάδι πολέμου και ενθάρρυνση για το γιο του . Αφού κτυπήθηκαν κάμποση ώρα ο Ηρακλή χτύπησε στον αυχένα τον Κύκνο και τον ξάπλωσε νεκρό.
Όταν είδε ο Άρης το γιο του νεκρό όρμησε ο ίδιος εναντίον του Απόλλωνα και παραλίγο να τον σκοτώσει αλλά η Αθηνά έκανε το δόρυ του να αστοχήσει έτσι γλύτωσε ο ήρωας. Ο Ηρακλής με τη σειρά του όρμησε στον Άρη και τον τραυμάτισε στο μηρό του. Μετά από αυτό ο Απόλλωνας έφυγε για τον Όλυμπο.

Προμηθέας
Ο Ηρακλής μετά τ την Αραβία και την Ασία πήγε στον Καύκασο αφού πέρασε τον Εύξεινο Πόντο με το κύπελλο του ήλιου. Στον Καύκασο βρήκε αλυσοδεμένο τον Προμηθέα. Τον είχε τιμωρήσει ο Δίας γιατί τον είχε εξαπατήσει σε μια θυσία αλλά και γιατί είχε κλέψει τη φωτιά από τον Όλυμπο και την είχε δώσει στους ανθρώπους. Τις αλυσίδες του τις είχε φτιάξει ο Ήφαιστος και πάνω στο βράχο κάθε μέρα πήγαινε ένα όρνεο και του έτρωγε το συκώτι. Όταν είδε ο Προμηθέας τον Ηρακλή του ζήτησε να τον ελευθερώσει. Πράγματι ο Ηρακλής παρακάλεσε το Δία να του επιτρέψει να τον ελευθερώσει. Ο Δίας δέχτηκε με έναν όρο, να φοράει ο Προμηθέας σε όλη την υπόλοιπη ζωή του ως σημάδι αιχμαλωσίας του ένα δαχτυλίδι φτιαγμένο από την αλυσίδα του και στολισμένο με πέτρες του Καυκάσου. Ήταν το πρώτο δαχτυλίδι με πέτρα στον κόσμο.

Ημαθίωνας

Ο Ημαθίωνας ήταν βασιλιάς της Αιθιοπίας. ο Ηρακλής αφού έφτασε,πηγαίνοντας για τα μήλα των Εσπερίδων, στην Αίγυπτο ανέβηκε το ρεύμα του Νείλου ποταμού και έφτασε στην Αιθιοπία. Όμως ο Ημαθίωνας δεν τον άφησε να μπει στη χώρα του και ήταν φανερό ότι ήθελε να συγκρουστεί μαζί του. Στον αγώνα αυτό ο Ημαθίωνας σκοτώθηκε και ο Ηρακλής όρισε βασιλιά της Αιθιοπίας τον αδελφό του Ημαθίωνα, τον Μέμνονα.

Όταν παντρεύτηκε ο Δίας και η Ήρα όλο οι θεοί τους πρόσφεραν πλούσια δώρα. Η μητέρα – Γη έφερε στη νύμφη δώρο κάτι θαυμάσια χρυσά μήλα, που ήταν τα μήλα της αιώνιας νεότητας και της αθανασίας. Η Ήρα ευχαριστήθηκε πάρα πολύ που έδωσε εντολή να φυτέψουν τους σπόρους τους στον κήπο των θεών. Από το σπόρο αυτό φύτρωσαν θαυμαστά δέντρα που έκαναν χρυσά μήλα. Ο κήπος των θεών λένε πως ήταν πέρα στη Δύση, κοντά στο μέρος που έμενε ο Άτλας, ο γιος του Ιαπετού, που στους ώμους του κρατούσε τους στύλους που κρατούσαν τον ουρανό. Εκεί έμεναν και οι καλλίφωνες Εσπερίδες,που φύλαγαν τον κήπο των θεών, κόρες της Νύχτας, η Αίγλη ( η Λαμπερή), η Ερύθεια ( η Κόκκινη) και η Εσπερέθουσα ( η Αρέθουσα της Δύσης). Η Ήρα παρατήρησε ότι οι Εσπερίδες έκλεβαν τα μήλα γι’ αυτό έβαλε φύλακα στον κήπο το Λάδωνα, πελώριο φίδι με εκατό κεφάλια, κατακόκκινη ράχη, έβγαζε όλων των ειδών τις φωνές και δεν κοιμόταν ποτέ. Έτσι κανένας δεν μπορούσε να πλησιάσει τον κήπο.

Ο Ευρυσθέας έστειλε τον Ηρακλή να του φέρει τα μήλα των Εσπερίδων. Επειδή ο Ηρακλής δεν είχε ιδέα που ήταν ο κήπος των Εσπερίδων πήγε μέσω Ιλλυρίας στον Πάδο ποταμό, στην πατρίδα του θαλάσσιου Νηρέα. Καθ΄οδόν συνάντησε τονΚύκνο το γιο του Άρη και της Πυρήνης που τον προκάλεσε σε μονομαχία. Όταν όμως ετοιμάστηκαν για τη μάχη ο Δίας έριξε ένα αστροπελέκι και διεκόπη η μάχη. Όταν έφτασε στον ποταμό Πάδο οι ποταμονύμφες του έδειξαν το Νηρέα που κοιμόταν. Ο Ηρακλής ζήτησε από το Νηρέα να του μαντέψει πως θα βρει τα μήλα. Αφού πήρε τις πληροφορίες που ήθελε συνέχισε το ταξίδι του.

Πέρασε πρώτα από την Αφρική, από τη Λιβύη και την Αίγυπτο και μετά συνέχισε για την Ασία. Πέρασε από την Αραβία, όπου σκότωσε τον Ημαθίωνα, μετά συνέχισε και έφτασε μέχρι τις Ινδίες. Εκεί έμεινε λίγο καιρό και έσμιξε με μια μεγάλη αρχόντισσα. Από την ένωση αυτή γεννήθηκε μια κόρη, η Πανδαία, που όταν έγινε 17 χρόνων έλαμπε από την ομορφιά της. Η Πανδαία παντρεύτηκε 17 χρονών και από τότε όλες οι κόρες της Ινδίας παντρεύονταν δεκαεφτά χρονών.
Στην συνέχεια προχώρησε προς βορρά όπου έφτασε στον Καύκασο. Εκεί βρήκε τον Προμηθέα, που ο Δίας τον είχε τιμωρήσει αλυσοδένοντάς τον σε ένα βράχο του βουνού, όπου ένας αετός του έτρωγε το συκώτι. Ο Προμηθέας για να τον ευχαριστήσει που τον ελευθέρωσε τον συμβούλεψε που θα βρει τα μήλα και με ποιο τρόπο θα τα πάρει.

Ο Ηρακλής πήρε το δρόμο που του υπέδειξε ο Προμηθέας. Έφτασε ση χώρα όπου βρισκόταν ο Τιτάνας Άτλαντας. Ο Ηρακλής του είπε το σκοπό της επίσκεψής του και ζήτησε τη βοήθειά του. Ο Άτλαντας δέχτηκε να πάει αυτός να του φέρει τα μήλα από τον κήπο. Γι’ αυτό ζήτησε από τον Ηρακλή να κρατήσει αυτός τον ουρανό σε αυτό το διάστημα Ο Ηρακλής δέχτηκε και πήρε στους ώμους του τις κολόνες του ουρανού.
ο Άτλαντας πήγε στις Εσπερίδες και ζήτησε τα τρία χρυσά μήλα. Αυτές έδωσαν ένα ποτό στο φύλακα – δράκοντα για να τον εξουδετερώσουν. Αφού το φίδι κοιμήθηκε έκοψαν τα μήλα και τα έδωσαν στον Άτλαντα.

Ο Άτλαντας επέστρεψε με τα μήλα και είπε στον Ηρακλή να τα πάει αυτός στον Ευρυσθέα. Ο Ηρακλής θύμωσε που τον ξεγέλασε, αλλά δεν το έδειξε. Έδειξε πως δεχόταν να πάει ο Άτλαντας τα μήλα στον Ευρυσθέα. Πριν φύγει του ζήτησε να τον βοηθήσει λίγο να βάλει μια κουλούρα στους ώμους του γιατί τον έκοβαν οι κολόνες. Γι’ αυτό θα έπρεπε να κρατήσει για λίγο τις κολόνες ώσπου να βάλει τις κουλούρες. Ο Άτλαντας δέχτηκε , άφησε τα μήλα κάτω και ανασήκωσε τον ουρανό. Ο Ηρακλής πήρε τα μήλα, αποχαιρέτησε τον Άτλαντα και κίνησε για τις Μυκήνες. Εκείνος δεν τα κράτησε τα έδωσε στον Ηρακλή και αυτός με τη σειρά του τα χάρισε στην Αθηνά. Αυτή τα πήγε πάλι στον κήπο των Εσπερίδων γιατί θεωρούνταν ανοσιούργημα να αφήσει κανείς τα μήλα αυτά σε άλλο μέρος έξω από τον κήπο που ευδοκιμούσαν.

Βιβλιογραφία: “Ελληνική Μυθολογία” – Εκδοτική Αθηνών
“Οι Ελληνικοί Μύθοι” – Ρόμπερτ Γκρεϊβς
” Ηρακλής” – Κ. Χωρεάνθης

Ο Βούσιρις ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Λυσιάνασσας. Ό Βούσιρις ήταν ένας άγριος βασιλιάς, εχθρός κάθε ξένου που έφτανε στη χώρα του. Κάθε ταξιδιώτη ή επισκέπτη που περνούσε τα σύνορα της Αιγύπτου τον έπιανε και τον οδηγούσε στην πόλη Μέμφιδα που ήταν το περίφημο ιερό του Δία. Του έλεγε ότι θα τον μυούσε στη λατρεία του ιερού και δεμένο τον έβαζε πάνω στο βωμό του θεού. Αλλά μετά ερχόταν ο ίδιος με τους ιερείς και την ακολουθία του, τον έσφαζε και τον πρόσφερε θυσία στο Θεό.

Αυτή η συνήθεια, να θυσιάζει τους ξένους, δεν υπήρχε πάντα στην Αίγυπτο, αλλά καθιερώθηκε για τον εξής λόγο: Κάποτε είχε πέσει μεγάλη ανομβρία στη χώρα, τα χωράφια είχαν ερημωθεί, τα δέντρα ξεραίνονταν και στη γη δε φύτρωνε το χρυσό στάρι. Πέρασαν εννέα χρόνια μεγάλης δυστυχίας και ο κόσμος άρχισε να φωνάζει. Δεν είχε πια τίποτα να φάει και πέθαιναν κατά χιλιάδες. Ο Βούσιρις δεν ήξερε τι να κάνει γι’ αυτό έστειλε ανθρώπους του στην Κύπρο να πάνε να φέρουν το μάντη Φράσιο.

Αυτός τους συμβούλεψε για να σταματήσει η ανομβρία στη χώρα τους θα πρέπει κάθε χρόνο να θυσιάζουν έναν ξένο. Ο Βούσιρις υπακούοντας το Φράσιο, τον έπιασε και τον θυσίασε πρώτο και συνέχισε τις ανθρωποθυσίες κάθε χρόνο.

Ο Ηρακλής περνώντας από Αίγυπτο για να πάει να φέρει τα βόδια του Γηρυόνη ή κατά άλλους να φέρει τα μήλα των εσπερίδων πιάστηκε από τους στρατιώτες του Βούσιρι οι οποίοι τον οδήγησαν στη Μέμφιδα. Αμέσως του έβαλαν στεφάνι στο κεφάλι, τον έδεσαν και τον πήγαν με πομπή στο βωμό. Ο Ηρακλής συμπεριφερόταν ήσυχα και έδειχνε ότι πίστεψε αυτά που του είπε ο Βούσιρις. Όταν όμως άρχισε η τελετή της θυσίας έσπασε με μια κίνηση τα δεσμά του και όρμησε στον Βούσιρι τον οποίο και σκότωσε καθώς και όλη την ακολουθία του φριχτού βασιλιά.

Ο Ηρακλής πηγαίνοντας για τα βόδια του Γηρυόνη πέρασε από τη Λιβύη. Κοντά στη λίμνηΤριτωνίδα βασίλευε ο Ανταίος, γιος του Ποσειδώνα και της Γης. Ήταν ένα γίγαντας εξήντα πήχεις ψηλός. Είχε τεράστια δύναμη που φαινόταν να μην τον εγκαταλείπει ποτέ, γιατί όσο πατούσε τη μητέρα του τη Γη έπαιρνε δυνάμει Ήταν όμως άγριος βασιλιάς και διψασμένος για αίμα. Μόλις κανένας ξένος ερχόταν στη χώρα του τον προκαλούσε σε πάλη και τον σκότωνε. Τα κρανία των σκοτωμένων τα μάζευε για να χτίσει με αυτά ένα ναό στον πατέρα του.

Όταν ο Ηρακλής έφτασε στην πόλη του Ανταίου θέλησε να τον συναντήσει και να αναμετρηθεί μαζί του. Ο Ανταίος δέχτηκε πρόθυμα να παλέψει με τον Ηρακλή γιατί ήταν σίγουρος για τη νίκη του.
Ο Ηρακλής δεν ήταν εύκολο θύμα για τον Ανταίο, μα και ο Ανταίος δεν μπορούσε να νικηθεί όσο πατούσε στη Γη και έπαιρνε συνεχώς καινούριες δυνάμεις. Γι’ αυτό και ο Ηρακλής έπρεπε με κάθε τρόπο να διακόψει την επαφή του με τη Γη. Τον έπιασε λοιπόν στα μπράτσα του και το σήκωσε ψηλά στον αέρα. Εκείνη τη στιγμή ο Ανταίος είχε χάσει τις δυνάμεις του, ο Ηρακλής τον έσφιξε ανάμεσα στα μπράτσα του και του τσάκισε τα κόκαλα. Μετά από λίγο ο γίγαντας ξεψύχησε. Ο Ηρακλής πήρε τον Ανταίο και τον έθαψε. Χρόνια μετά οι κάτοικοι της περιοχής έδειχναν το μνήμα του που είχε σχήμα ανθρώπου που κοιμάται ανάσκελα.

Ο Ηρακλής μετά την πάλη του με τον Ανταίο ήταν κουρασμένος και έπεσε να κοιμηθεί. Τότε ήρθαν οι Πυγμαίοι, ένας λαός από μικρούτσικα ανθρωπάκια που τα είχε γεννήσει η Γη και ήταν αδέλφια του Ανταίου για να εκδικηθούν το θάνατο του Ανταίου. Είχαν μαζί τους μικροσκοπικά όπλα και άρχισαν να ανεβαίνουν πάνω στον Ηρακλή. Ο Ηρακλής σε λίγο ξύπνησε και μόλις τους είδε έβαλε τα γέλια. Άπλωσε τα χέρια του, τους μάζεψε όλους μέσα στη λεοντή του και τους πήγε στον Ευρυσθέα.

Η λίμνη Κωπαΐδα ήταν κάποτε η μεγαλύτερη λίμνη της Ελλάδας. Πριν από 10.000.0000 χρόνια ένα τεκτονικό βύθισμα δημιούργησε το λεκανοπέδιο της Κωπαΐδας, εκτάσεως 200 περίπου τετραγωνικών χιλιομέτρων. Οι έντονε βροχοπτώσεις και το λιώσιμο των πάγων πριν 11.500 χρόνια από σήμερα μετέτρεψε το λεκανοπέδιο σε λίμνη. Η λίμνη γύρω της είχε ασβεστολιθικά πετρώματα τα οποία διερράγησαν από σεισμούς και τα νερά της εξαφανίζονταν υπογείως. Το χειμώνα με τις έντονες βροχοπτώσεις πλημμύριζε και το καλοκαίρι τα νερά έφευγαν μέσα από υπόγειες διαδρομές και μετατρεπόταν σε έλος.
Η λίμνη είχε διάφορες ονομασίες, όπως Κηφισίδα, Ορχομένια, Αλιαρτίς, Ογχηστός, Ελευσίς, Ακραιφνίς, από τα ονόματα των παρακείμενων πόλεων. Τελικά επικράτησε το όνομα Κωπαΐς, από την αρχαία πόλη Κώπαι.Οι Μινύες με τρεις γιγάντιες διώρυγες, μέσου πλάτους 40 -60μ. και ύψος ανάλογο με την επιφάνεια της λίμνης μάζεψαν τα νερά και τα διοχέτευσαν στα υπόγεια χάσματα της ακρολιμνιάς, στις καταβόθρες.
Η βόρεια διώρυγα, που ήταν και η μεγαλύτερη έπαιρνε τα νερά του Μέλανα και του Κηφισού ποταμού και περνώντας από το Στροβίκι, το Κάστρο έριχνε τα νερά στις ανατολικές καταβόθρες της Μπίνιας, της Μεγάλης Καταβόθρας ή Σπηλιά του Ηρακλή στο Νέο Κόκκινο.
Η δεύτερη διώρυγα έπαιρνε τα νερά της Έρκυνας και περνώντας από τα Μαυρόγεια, διέσχιζε την πεδιάδα και συναντούσε την τρίτη διώρυγα.
Η τρίτη διώρυγα, στο νότο, έπαιρνε τα νερά του Φάλαρου, του Λόφιδος της Αλιάρτου, περνούσε κοντά από τη νησίδα του Γλα και χυνόταν στην πρώτη διώρυγα, τη βόρεια.

Οι Μινύες άνοιξαν πολλές καταβόθρες ή διάνοιξαν τις ήδη υπάρχουσες για την καλύτερη διοχέτευση των υδάτων. Επειδή στα βορειοανατολικά η λίμνη ήταν βαθύτερη και τα νερά δεν έφευγαν, αναγκάστηκαν να σκάψουν μία υπόγεια σήραγγα μήκους 2230 μ., πλάτους 1,50μ. και ύψος 1,80μ. και διοχέτευσαν τα νερά στον Ευβοϊκό Κόλπο.
Σε αυτή τη σήραγγα έφτιαξαν και 16 φρεάτια – ανοίγματα, σε απόσταση 100 μέχρι 200 μ. το ένα από το άλλο. Πρώτα ανοίχτηκαν τα φρεάτια και μετά δια μέσου αυτών η σήραγγα. Αργότερα αυτά χρησιμοποιούντο για να ελέγχουν τη ροή του νερού.
Το έργο αυτό έγινε όταν ήταν βασιλιάς του Ορχομενού ο Ορχομενός, ο γιος του Μινύα. Από αυτόν πήρε και η πόλη το όνομά της. Ο Ορχομενός την εποχή εκείνη ήταν μια από τις πλουσιότερες πόλεις, μετά την Τροία και τις Μυκήνες.
Με αφορμή τους φόρους που πλήρωναν οι Θηβαίοι στους Ορχομένιους ο Ηρακλής για να τους εκδικηθεί πήγε στη Μεγάλη Καταβόθρα, στο Νέο Κόκκινο και την έκλεισε με αποτέλεσμα να μη βρίσκουν διέξοδο τα νερά και να πλημμυρίσει η πεδιάδα.
Η Μυθολογία αναφέρει ότι ο Ηρακλής έριξε μια γροθιά στην οροφή με αποτέλεσμα να αποκολληθεί ένας βράχος, να πέσει στην είσοδο της σπηλιάς και να τη φράξει.
Ερμηνεύοντας το μύθο μπορούμε να πούμε ότι την εποχή εκείνη κάποιος σεισμός που έγινε προκάλεσε την πτώση ενός μέρους της οροφής που έκλεισε την είσοδο της καταβόθρας.

Τα Πτώϊα ήταν αγωνίσματα πνευματικού ενδιαφέροντος που τελούνταν κάθε πέντε χρόνια. Από μια επιγραφή που βρέθηκε πληροφορούμαστε ότι κατά τον πρώτο αιώνα π.Χ. τελούνταν τα αθλήματα του Σαλπιστή, Κήρυκος, ραψωδού, Ποιητή Επών, Αθλητή και Κιθαρωδού. Τα αγωνίσματα διεξάγονταν στο θέατρο.Πριν αρχίσουν τα αγωνίσματα έπρεπε να έχει προηγηθεί:

1. Η κήρυξη της εκεχειρίας.Για την ασφαλή διεξαγωγή των αγώνων και την ασφάλεια της περιοχής της Ακραιφίας και του Πτώου άρχιζε εκεχειρία από τις 15 Ιουλιου ( Ιπποδρόμιος μήνας του Βοιωτικού ημερολογίου) μέχρι τις 15 Αυγούστου, σύμφωνα με το δόγμα των αμφικτιονιών κρατούσε ένα μήνα. Στο διάστημα αυτό σταματούσε κάθε πολεμική και εχθρική ενέργεια και ο τόπος βρισκόταν σε κατάσταση αναγκαστικής ειρήνης.

2. Η επίσημη θυσία. Στην επίσημη θυσία συμμετείχαν οι θεωροί, δηλαδή οι επίσημοι απεσταλμένοι του Βοιωτικού Κοινού και της πόλης της Ακραιφίας.

Στη συνέχεια ετελούντο τα αγωνίσματα στο θέατρο όπου και αναδεικνύονταν οι νικητές, οι οποίοι βραβεύονταν με στεφάνι μπροστά στη θυμέλη και γι’ αυτό το αγώνισμα λεγόταν “στεφανίτης θυμελικός αγών”ή θεατρικό αγώνισμα επειδή γινόταν στη θεατρική σκηνή.

Μετά τους αγώνες ακολουθούσαν μεγάλες εορταστικές εκδηλώσεις με χορούς, όπως ο συρτός που από τότε έφτασε και στα δικά μας χρόνια. με δείπνα, διανομή γλυκών, χρημάτων, φαγητών κ.ά. Τα ονόματα των νικητών χαράσσονταν σε λίθινες στήλες τις οποίες έστηναν στο ιερό.
Όταν ήταν αυτοκράτορας ο Καλιγούλας τα Πτώϊα σταμάτησαν για 30 χρόνια. Όταν ξανάρχισε η λειτουργία τους με καινούριο όνομα τα “Μεγάλα Πτώϊα και Καισάρεια”τα αγωνίσματα αναμορφώθηκαν και απέκτησαν μεγάλη λαμπρότητα. Αυτό έγινε όταν ήταν αγωνοθέτης ο Ακραίφιος πολίτης Επαμεινώνδας Επαμεινώνδου.
Μετά το τέλος των αγώνων αυτός και η σύζυγός του Νωτία πρόσφεραν γεύματα και δείπνα και πλούσιες παροχές στους συνέδρους, θεωρούς και κατοίκους της πόλης , ξοδεύοντας πολλά χρήματα από τη μεγάλη περιουσία του.

Βιβλιογραφία: “Ακραιφία” Κ. Ανδρίτσος

« Πιο πρόσφατα Άρθρα - Παλιότερα Άρθρα »

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων