Ο Ηρακλής αφού κυρίεψε την Οχαλία και έστειλε την Ιόλη και τα λάφυρα στην Τραχίνα, θέλησε να τιμήσει το Δία γι’ αυτό πήγε στο ακρωτήριο Κηναίο της Εύβοιας όπου έχτισε βωμό. Ετοίμασε όλα τα απαραίτηταγια μια μεγαλοπρεπή ευχαριστήρια θυσία. Προηγουμένως όμως είχε πει στο Λίχα, τον κήρυκά του, να του φέρει από το παλάτι της Τραχίνας ένα χιτώνα και ένα ιμάτιο που ήταν συνήθεια να φοράνε στις θυσίες.

Όταν έφτασε η συνοδεία στην Τραχίνα και η Διηάνειρα έμαθε από το Λίχα ποια ήτν η Ιόλη και ότι ο Ηρακλής την αγαπούσε, την κυρίεψετυφλή ζήλια, αλλά δεν το έδειξε. Δέχτηκε την Ιόλη ευγενικά και διέταξε να την περιποιηθούν βασιλικά στο παλάτι. Θυμήθηκε όμως το ερωτικό φίλτρο που της είχε δώσει ο Κένταυρος Νέσσος πεθαίνοντας και επειδή νόμισε πως έχανε την αγάπη του Ηρακλή, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το φίλτρο για να τον ξανακερδίσει.
Ετοίμασε τη λαμπρή φορεσιά για τη θυσία, αφού προηγουμένος άλειψε το χιτώνα με το αίμα του Νέσσου, προσέχοντας όλα αυτά να τα κάνει μακριά από τις αχτίνες τουήλιου και τις φλογες της φωτιάς, καταπώς την είχε
ορμηνέψει ο Κένταυρος. Αφού τελείωσε έκλεισε τα ρούχα μέσα σε ένα ξύλινο κουτί και τα έδωσε στο Λίχα να τα πάει στον Ηρακλή, λέγοντάς του αυτά τα ρούχα να μην τα φορέσει άλλος εκτός του Ηρακλή, να μην δει το χιτώνα το φως του ήλιου ή η λάμψη της φωτιάς και να τον φορέσει κατάσαρκα. Με τις οδηγίες αυτές ξεκίνησε ο Λίχας για την Εύβοια.
Όταν είχε πια φύγει ο Λίχας η Δηιάνειρα μπήκε στο δωμάτιο της να μαζέψει το κομμάτι το μαλλί με το οποίο είχε αλείψει το χιτώνα με το αίμα, όμως είδε ένα παράξενο πράγμα: η τούφα είχε γίνει άφαντη και στη θέση της υπήρχε μια φούχτα στάκτη μέσα σε άσπρο αφρό. Τότε κατάλαβε ότι αυτό έγινε επειδή είχε πετάξει το μαλλί σε μέρος που το είδαν οι ακτίνες του ήλιου και αμέσως κατάλαβε ότι αφού το αίμα του Κενταύρου εξαφάνισε το μαλλί, θα μπορούσε να κάνει κακό στον Ηρακλή. Τότε κατάλαβε ότι ο Νέσσος την είχε εξαπατήσει και ότι μόνο που επιθυμούσε την ώρα που πέθαινε χτυπημένος από το βέλος του Ηρακλή, ήταν να τον εκδικηθεί. Και πράγαματι οι φόβοι της δεν άργησαν να βγουν αληθινοί.
Όταν έφτασε ο Λίχας στο ακρωτήριο Κηναίο με τα δώρα της Δηιάνειρας ο Ηρακλής είχε ετοιμάσει τα σφάγια για τη Θυσία. Δώδεκα ταύρους για το Δία, δύο για τον Ποσειδώνα, μία δαμάλα για την Αθηνά και άλλα, όλα μαζί εκατό. Ο Ηρακλής φόρεσε το χιτώνα, άναψε τη φωτιά και άρχισε τη θυσία. Καθώς φούντωνε η φωτιά για τη θυσία, ο ιδρώτας έτρεχε στο κορμί του Ηρακλή και ο χιτώνας κόλλαγε πάνω του. Σε λίγο άρχισε να ενεργεί το αίμα του Νέσσου και φριχτοί πόνοι έσκισαν το κορμί του.
Φώναζε, καταριόταν το Λίχα που βρήκε τέτοιο φρικτό και ύπουλο τρόπο να τον θανατώσει, μα εκείνος έλεγε πως ήταν έργο της Δηιάνειρας. Ο
Ηρακλής μέσα στους αβάσταχτους πόνους του άρπαξε το Λίχα και τον πέταξε με το όρμή πάνω στους βράχους, που το κεφάλι του θρυμματίστηκε.Τρομαγμένοι όλοι κοίταζαν τον Ηρακλή να σφαδάζει και να κυλιέται σρτο χώμα σαν λαβωμένο ζώο. Καθώς προσπαθούσε να ξεκολλήσει το χιτώνα από πάνω του, τραβούσε μαζί και ολόκληρα κομμάτια σάρκες και ούρλιαζε φριχτά. Τέλος παρακάλεσσε τον Ύλλο και τους ανθρώπους του να τον πάρουν από εκεί, και εκείνοι τον έβαλαν σε ένα καράβι να τον πάνε στο παλάτι στην Τραχίνα.
Στο μεταξύ έμαθε το φοβερό κακό η Δηιάνειρα που άθελά της προκάλεσε στον Ηρακλή και δεν άντεξε τον πόνο, πήρε ένα μαχαίρι το έχωσε ανάμεσε στα πλευρά της και σκοτώθηκε. Ο Ηρακλής όμως ούτε στην Τραχίνα μπορούσε να ησυχάσει από τους τρομερούς πόνους. Έβλεπε το τέλος τοπυ να πλησιάζει και ζήτησε να πάνε μακριά από την πόλη. Προηγουμένως όμως φώναξε τον Ύλλο και τον έβαλε να ορκιστεί πως θα πάρει την Ιόλη γυναίκα του μετά το θάνατό του. Ύστερα έδωσε εντολή και τον πήγαν έξω
από την πόλη, Τον πήγαν στην ψηλότερη κορυφή της Οίτης, έκοψαν ξύλα βελανιδιάς και αγριελιάς καέκαναν ένα σωρό. Τότε πρόσταξε ο Ηρακλής να τον βάλουν επάνω και ζήτησε από το παιδί του, τον Ύλλο, να βάλει φωτιά για να τον λυτρώσει από το μαρτύριό του. Ο Ύλλος όμως δεν άντεχε να το κάνει αυτό και ο Ηρακλής ζήτησε τη χάρη αυτή από τον πρώτο περαστικό. Αυτός ήταν ο Φιλοκτήτης, που έτυχε να περνάει από εκεί, ο οποίος δέχτηκε να ικανοποιήσει την επιθυμία του. Ο Ηρακλής για να τον ανταμείψει του χάρισε το τόξο και τα βέλη του. Αμέσως ο Φιλοκτήτης έβαλε φωτιά στα ξύλα.
Τότε έγινε κάτι θαυμαστό. Ξαφνικά άρχισε να αστράφτει και να βροντά, ενώ ένα πυκνό σύννεφο κατέβηκε σκέπασε την πυρά, όταν διαλύθηκε, είδαν ότι ο Ηρακλής δεν ήταν εκεί και έτσι όλοι πίστεψαν πως ανέβηκε στους θεούς. Του έκανα αφιερώματα, όπως αυτά που κάνουν στους ήρωες και στους ημίθεους, και έφυγαν για την Τραχίνα, διαδίδοντας παντού όσα έγιναν πάνω στο βουνό.
Μαζί με το σύννεφο ανέβηκε και ο Ηρακλής στον Όλυμπο, όπου τον δέχτηκαν οι θεοί δίπλα τους. Ακόμα και η Ήρα συμφιλιώθηκε μαζί του.Ο Ηρακλής παντρεύτηκε την Ήβη, την κόρη του Δία και τη Ήρας, και έμεινε πια αγέραστος για όλα τα χρόνια πάνω στον Όλυμπο.
Σιγά σιγά οι άνθρωποι άρχισαν να τιμούν τον Ηρακλή σαν θεό, να φτιαχνουν ιερά του και να του προσφέρουν θυσίες.
Οι φωτογραφίες του αρχαιολογικού χώρου είνα από την Πυρά του Ηρακλή στην Οίτη.

κόρη του Ουρανού και πατέρας τους ο Ωκεανός. Τα δυο αδέλφια ήταν γνωστά για τις πονηριές τους και τις απάτες τους. Έκλεβαν, εξαπατούσαν, λήστευαν, ιδίως τους περαστικούς, και ήταν ο τρόμος όλων των ανθρώπων. Η μητέρα τους τους είχε προειδοποιήσει να φυλάγονται από τον Μελάμπυγο, δηλαδή αυτόν που έχει μαύρο πισινό.Όταν Ο Ηρακλής υπηρετούσε την Ομφάλη έτυχε να περάσει από εκεί και κουρασμένος έπεσε να κοιμηθεί στη σκιά ενόε δέντρου. Οι Κέρκωπες περνώντας από εκεί τον είδαν κοιμισμένο και σκέφτηκαν να του πάρουν τα
όπλα του που ήταν αφημένα δίπλα του. Έσκυψαν να τα πάρουν αλλά την ώρα εκείνη ξύπνησε ο Ηρακλής και τους είδε με τα όπλα στα χέρια, τους έπιασε, τους έδεσε τα πόδια και τους κρέμασε με το κεφάλι κάτω σε ένα μακρύ ξύλο που το πέρασε στους ώμους του κι έτσι συνέχισε το δρόμο του.
Κόρινθο. Εκεί ο Ηρακλής ήθελε να φτιάξει δικό του μαντείο. Ο Απόλλωνας πήγε να πάρει τον τρίποδα και συγκρούστηκε με τον Ηρακλή.Η σύγκρουση εξελίχτηκε σε μια πραγματική μάχη. Ο Δίας για να προφτάσει τα χειρότερα έστειλε ένα κεραυνό ανάμεσα τους και τους χώρισε. Λένε πως ο Ηρακλής και ο Απόλλωνας μετά συμφιλιώθηκαν και έχτισαν μαζί μια πόλη το Γύθειο στη
Λακωνία. Ο Δίας όμως ανκοίνωσε στον Ηρακλή την απόφασή του για το φόνο του Ίφιτου: Για να ξεπλύνει το μίασμα και να μπορέσει να αποζημιώσει τον πατέρα του Ίφιτου, έπρεπε να πουληθεί σκλάβος και να υπηρετήσει την Ομφάλη.

Λερναίας Ύδρας που είχε το βέλος του Ηρακλή- και να το φυλάξει, γιατί ήταν μαγικό φίλτρο που θα προκαλεί τον έρωτα του άντρα της και θα την προφυλάει, όταν χρειαστεί από κάθε αντίζηλο. Η Διηάνειρα πίστεψε τον Νέσσο και το έβαλε σε ένα χάλκινο δοχείο για να το φυλάξει.
τον Ηρακλή να του δώσει το κέρατο πίσω. Σε αντάλλαγμα του έδωσε το κέρατο της Αμάλθειας, που το ζήτησε από την κόρη του Ωκεανού, την Αμάλθεια. Το κέρας αυτό είχε τη δύναμη να βγάζει φαγητά και ποτά ασταμάτητα, όσο επιθυμούσε κανείς. Ο Ηρακλής με τη σειρά του το χάρισε στον Οινέα και τους Καλυδώνιους.