Feed
Άρθρα
Σχόλια
Ο καιρός περνούσε και ήρθε η μέρα που η Αλκμήνη θα γεννούσε. Κάλεσε ο Δίας τους άλλους θεούς γύρω του και καυχήθηκε πως το παιδί που θα έφερνε τη μέρα εκείνη στο φως η Ειλείθυια, η θεά της γέννας, θα εξουσίαζε όλους τους άλλους, γιατί ήταν από τη δική του γεννιά. Η Ήρα που είχε μάθει τα κατορθώματα του Δία είχε καταστρώσει κιόλας ένα σχέδιο για να τον εξαπατήσει, καμώθηκε πως δεν το πίστευε και τον παρακάλεσε να ορκιστεί ότι πράγματι αυτός που θα γεννιόταν πρώτος αυτή τη μέρα θα κυριαρχούσε σε όλους τους γείτονες.
Το σχέδιό της ήταν να καθιστερήσει την Αλκμήνη να γεννήσει από τη μια και από την άλλη να επιταχύνει τη γέννα της Νικίππης, της γυναίκας του Σθένελου. Διέταξε τις μοίρες και την Ειλείθυια να καθηστερήσουν τη γέννηση του παιδιού της Αλκμήνης ώστε να γεννήσει πρώτη η Νικίππη. Έτσι και έγινε. Μέχρι να γεννήσει τον Ευρυσθέα η Νικίππη οι Μοίρες και η Ειλείθυια κάθονταν μπροστά στην πόρτα της Αλκμήνης έχοντας δέσει τα χέρια τους γύρω από τα γόνατά τους. Καθώς κάθονταν με τα χέρια σταυρωμένα πέρασε μια ανυφίτσα από μπροστά τους και τότε αυτές τρόμαξαν και έλυσαν τα χέρια τους και αμέσως η Αλκμήνη γέννησε. Παρ’ όλα αυτά η Ήρα είχε πετύχει το σκοπό της και ο Ηρακλή είχε γεννηθεί δεύτερος.
Μια μέρα μετά από τη γέννηση του Ηρακλή γεννήθηκε και ο αδελφός του Ιφικλής.
Αφού γεννησε η Αλκμήνη, φοβήθηκε την ζήλια της Ήρας και αποφάσισε να μην κρατήσει το παιδί. Πήγε και άφησε το βρέφος σε ένα άλσος που ονομαζόταν “πεδίον Ηράκλειον”. Σε λίγο πέρασε από εκεί η Ήρα και η Αθηνά, είδαν το βρέφος και θαύμασαν τη μορφή του. Η Αθηνά έπεισε την Ήρα να το βυζάξει. Καθώς όμως η Ήρα του έδωσε το στήθος το μωρό το δάγκωσε δυνατά και η Ήρα το πέταξε κάτω. Η Αθηνά τότε το σήκωσε και το πήγε στην μητέρα του.
Μια άλλη παραλλαγή του μύθου λέει ότι ο Ερμής πήγε κρυφά τον Ηρακλή στην Ήρα, όταν αυτή κοιμόταν, και τον έβαλε στο στήθος της για να το θηλάσει. Το παιδί όμως δάγκωσε το στήθος και η Ήρα από τον πόνο πετάχτηκε από τον ύπνο της, πέταξε το παιδί κάτω και από τα γάλα που χύθηκε από το στήθος της σχηματίστηκε ο γαλαξίας.
Η Ήρα δεν ξέχασε ποτέ το θυμό της και ήθελε να ξεκάνει τον Ηρακλή. Ένα βράδυ που τα δυο αδέλφια κοιμόντουσαν ήσυχα στη κούνια, που ήταν μια ασπίδα, έστειλε δυο μεγάλα φίδια για να κατασπαράξουν τα βρέθη. Μα ξαφνικά, με τη θάληση του Δία, ένα φως έλουσε το δωμάτιο και τα παιδιά ξύπνησαν. Ο Ιφικλής μόλις είδε τα φίδια άρχισε να κλαίει ενώ ο Ηρακλής δε φοβήθηκε καθόλου, έπιασε τα φίδια από το λαιμό τους και τα έπνιξε. Άκουσε η Αλκμήνη τα κλάματα του Ιφικλή και έτρεξε αναστατωμένη στο δωμάτιο των παιδιών. Μόλις είδε τα πνιγμένα φίδια, τα οποία ακόμη κρατούσε ο Ηρακλής έβαλε μια δυνατή φωνή που έκανε και τον Αμφιτρύωνα να πεταχτεί από τον ύπνο του. Βλέποντας τον Ηρακλή να κρατά γελαστός τα φίδια βεβαιωθηκε ότι αυτό ήταν παιδί του Δία.

O Δίας κάποια μέρα είδε την όμορφη Αλκμήνη και αποφάσισε να την κάνει δική του. Ήθελε να κάνει μαζί της τον πιο γενναίο και πιο δυνατό ανάμεσα στους θνητούς, αυτόν που θα γινόταν λυτρωτής των ανθρώπων από τα δεινά. Εκμεταλλεύτηκε την απουσία του Αμφιτρύωνα, που έλειπε σε μια εκστρατεία, πήρε τη μορφή του Αμφιτρύωνα, όπως θα ήταν καθώς θα γύριζε από την εκστρατεία, και ένα βράδυ εμφανίστηκε στην πόρτα της, ενώ γύρω του έβρεχε χρυσή βροχή. Στο ένα χέρι του κρατούσε χρυσό κύπελλο και στο άλλο ένα περιδέραιο. Η Αλκμήνη ξεγελάστηκε και νόμισε ότι ήταν ο Αμφιτρύωνας, γι’ αυτό του ζήτησε να της πει όλα όσα έγιναν κατά τη διάρκεια της εκστρατείας. Ο Δίας σαν θεός που ήταν της τα διηγήθηκε και αφού της έδωσε τα δώρα κοιμήθηκε μαζί της.
Ο Δίας όμως είχε παρακαλέσει τον Ήλιο να μη βγει τρεις μέρες. Έτσι η νύχτα κράτησε όσο τρεις νύχτες. Γι’ αυτό ο Ηρακλής, που γεννήθηκε από αυτή τη νύχτα ονομάστηκε “τριέσπσερος” γιατί χρειάστηκαν τρεις νύχτες για τη σύλληψή του και “τρισέληνος”, γιατί βγήκε τρεις φορές απανωτά το φεγγάρι χωρίς να γίνει μέρα. Μετά ο Δίας εξαφανίστηκε πριν επιστρέψει ο Αμφιτρύωνας.
Την ίδια νύχτα ήρθε και ο Αμφιτρύωνας από τον πόλεμο, αλλά η Αλκμήνη δεν τον υποδέχτηκε όπως περίμενε ο Αμφιτρύωνας. Την ρώτησε να μάθει για πιο λόγο δεν ήταν καλή μαζί του. Η Αλκμήνη παραξενεύτηκε, και με την σειρά του τον ρώτησε γιατί παραπονιόταν αφού πριν από λίγο είχαν πλαγιάσει μαζί και μάλιστα του έδειξε και το χρυσό κύπελλο.
Ο Αμφιτρύωνας αρνιόταν και ορκιζόταν πως δεν είχε ξανάρθει το ίδιο βράδυ στο δωμάτιό της ούτε της είχε δώσει κανένα χρυσό κύπελλο. Απόδειξει για όλα αυτά, έλεγε, ήταν το χρυσό κύπελλο που της έφερνε δώρο από τα λάφυρα ήταν μέσα στο κιβώτιο. Όταν όμως άνοιξαν το κιβώτιο το κύπελλο δεν ήταν εκεί. Ο Αμφιτρύωνας δεν ήξερε τι να πει γι’ αυτό κατέφυγε στον μάντη Τειρεσία, ο οποίος του είπε ότι ο Δίας ήταν εκείνος που είχε πάρει τη μορφή του και ενώθηκε με την Αλκμήνη. Έτσι τον Ηρακλή τον συνέλαβε με τον Δία και τον Ιφικλή με τονΑμφιτρύωνα .
Άλλη παραλλαγή του μύθου λέει ότι ο Αμφιτρύωνας δεν πίστεψε τηνΑλκμήνη και θύμωσε πολύ για την απιστία της, γι’ αυτό άναψε φωτιά με τη βοήθεια του Αντήνορα για να κάψει την άπιστη γυναίκα του. Ο Δίας όμως εξακόντισε τον κεραυνό του, που πέφτει μπροστά στη σωρό των ξύλων, και στέλνει σύννεφα που φέρνουν βροχή για να σβήσουν οι φλόγες.
Προπάππος του Ηρακλή ήταν ο Περσέας, γιος του Δία και της Δανάης, ο ήρωας που σκότωσε την Μέδουσα και έσωσε την Ανδρομέδα από το θαλάσσιο τέρας. Βασίλεψε στην Τίρυνθα και τις Μυκήνες και απέκτησα από την Ανδρομέδα πέντε γιους: τον Αλκαίο, τον Σθένελο, τον Έλειο, τον Μήστορα και τον Ηλεκτρύωνα, και μία κόρη, τη Γοργοφόνη. Από τους πέντε γιους του Περσέα μόνο οι δύο έχουν σχέσει με την ιστορία του Ηρακλή: ο Αλκαίος και ο Ηλεκτρύωνας.
Ο Αλκαίος νυμφεύθηκε την Αστυμάδουσα και απέκτησαν δυο παιδιά, τον Αμφιτρύωνα και την Αναξώ. ο Ηλεκτρύωνας παντρεύτηκε την ανιψιά του, Αναξώ, και απέκτησε την Αλκμήνη, την μητέρα του Ηρακλή.
Η Αλκμήνη πήρε για άντρα της τον αδελφό της μητέρας της, τον Αμφιτρύωνα. Η Αλκμήνη όμως απέκτησε τον Ηρακλή από το Δία και από τον Αμφιτύωνα τον Ιφικλή.
Ένας άλλος γιος του Περσέα ο Σθένελος, θα παντρευτεί τη κόρη του Πέλοπα, την Νικίππη, και θα αποκτήσει δυο κόρες και ένα γιο, τον Ευρυσθέα, τον οποίο θα υπηρετήσει ο Ηρακλής με τους άθλους του.

Η Πολύμνια είναι μια από τις εννέα ” Ελλικωνιάδες Μούσες“. Πατέρας της ήταν ο Δίας και μητέρα της η Μνημοσύνη. Η Πολύμνια ή Πολυμνία ή Πολυάμνια ήταν προστάτισσα των θεϊκών ύμνων αλλά και των τραγουδιών προς τιμήν των θεών και των ηρώων αλλά και της ευγλωττίας. Μερικές φορές είναι και γνωστή ως μούσα της υποκριτικής μίμησης, της γεωμετρίας, της ιστορίας της γραμματικής, του διαλογισμού και της γεωργίας. Θεωρείται ότι η Πολύμνια φέρει φήμη στους συγγραφείς, των οποίων το έργο τους τους έχουν χαρίσει αθάνατη φήμη.

Οι καλλιτέχνες την παριστάνουν ως μια σοβαρή γυναίκα, συλλογισμένη και στοχαστική.

 

 

 

 

 

 


Οι “πόρτες” εισόδου του νερού από την ανατολική πεδιάδα στη δυτική και το αντίθετο. Πάνω από τις πόρτες περνά ασφαλτοστρωμένος δρόμος.
Οι πόρτες έχουν επισκευαστεί τρεις φορές από την κατασκευή τους και αυτό φαίνεται από τον τρόπο επισκευής και τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν κάθε φορά.

 

Η ελληνική μυθολογία μας λέει ότι ο Πύραμος και η Θίσβη ήταν δυο ερωτευμένοι νέοι, οι οποίοι συναντούν την άρνηση των οικογενειών τους στην ένωσή τους. Οι δυο νέοι είχαν τραγικό τέλος στην προσπάθειά τους να συναντηθούν μυστικά. στο δάσος. Η Θίσβη καλυμμένη με πέπλο στο κεφάλι φτάνει πρώτη στο σημείο συνάντησης. Ενώ περιμένει με αγωνία τον Πύραμο βλέπει μπροστά της ένα λιοντάρι, που μόλις είχε κατασπαράξει ένα θήραμα Με φόβο τρέχει για να κρυφτεί και στη βιασύνη της επάνω δεν μαζεύει από κάτω το πέπλο που της έπεσε. Το λιοντάρι βρίσκει το πέπλο και στην προσπάθειά του να το ξεσκίσει το αφήνει γεμάτο αίματα στο χώμα. Φτάνοντας μετά από λίγο ο Πύραμος βλέπει το πέπλο με τα αίματα και υποθέτει ότι η Θίσβη έχει κατασπαραχθεί από το Λιοντάρι. Στην απελπισία του επάνω βγάζει το σπαθί του και αυτοκτονεί. Σε λίγο έρχεται η Θίσβη και βλέπει νεκρό τον αγαπημένο της και καθώς πέφτει με το στήθος της στο ζεστό από το αίμα του σπαθί πεθαίνει και αυτή.
Σύμφωνα με την παράδοση οι δυο τραγικοί εραστές δώσανε τα ονόματά τους , ο μεν Πύραμος σε ένα ποταμό της Κιλικίας, η δε Θίσβη σε μια πηγή δίπλα στο ποτάμι.

Ο Παυσανίας γράφει : ” Η κοιλάδα ανάμεσα στα βουνά θα ήταν λίμνη εξαιτίας της ποσότητας των υδάτων, αν δεν είχαν κατασκευάσει ένα ισχυρό πρόχωμα στο μέσον. Κάθε δεύτερο χρόνο εκτρέπουν τα νερά στην άλλη πλευρά του προχώματος και καλλιεργούν την εδώ πλευρά“. Ο Παυσανίας πρόφτασε να δει το έργο σε λειτουργία Το ισχυρό πρόχωμα διατηρείται ακόμα και σήμερα. Ο δρόμος που πηγαίνει από Θίσβη στο λιμανάκι του Αι- Γιάννη  ένα μέρος του είναι στρωμένος στο πρόχωμα.(εικ. αριστ.)

Ο Γερμανός μελετητής Κnauss ( Κνάους) μας λέει ότι το πρόχωμα έχει μήκος 1200μ. και σταθερό ύψος 2,5 μ. Το πρόχωμα χώριζε την πεδιάδα σε ανατολική και δυτική. Και στις δυο πλευρές της πεδιάδας είχαν φτιάξει τεχνικές λίμνες, και μάζευαν τα νερά των ρεμάτων . Η λίμνη στη δυτική πεδιάδα, όπως μας λέει ο Παυσανίας λεγόταν Δόναξ , που σημαίνει “καλαμωτή σύραγξ“.
Υπήρχαν δυο “πόρτες” στο ανάχωμα από όπου διοχέτευαν το νερό από το ένα μέρος της πεδιάδας στο άλλο.

Προστάτης θεός της ήταν ο Αλεξάκης Ηρακλής, λατρευόταν επίσης η Άρτεμης, ο Ερμής και ο Ασκληπιός. Στη Θίσβη υπήρχε ναός του Ηρακλή με ένα αξιόλογο μαρμάρινο άγαλμα. Προς τιμήν του γίνονταν οι μεγαλοπρεπείς γιορτές τα Ηράκλεια. Χιλιάδες ήταν οι επισκέπτες τις ημέρες των γιορτών. Άλλος σημαντικός ναός ήταν της Άρτεμης της Ειλειθυΐας, προστάτισσα των τοκετών.
Υπάρχουν πολλοί μυκηναϊκοί θαλαμοειδείς τάφοιοι σπηλιές” που λένε οι ντόπιοι κάτοικοι της Θίσβης.
Στα χρόνια της τουρκοκρατίας η Θίσβη εγκαταλείπεται και δημιουργούνται καινούριοι οικισμοί εκεί γύρω.
Μετάτην εγκατάλειψη της αρχαίας Θίσβης δημιουργήθηκε ο οικισμός Κακόσι, δηλ. κακός όσιος. Το όνομά του Κακόσι  οφείλεται σε ένα γεγονός, που εκτυλίχθηκε στη Θίσβη. Ανάμεσα στα δυο υψώματα της αρχαίας ΘίσβηςΚακόσιον ασκήτεψε ένας μοναχός που οι κάτοικοι τον εκτιμούσαν πολύ, γι’ αυτό τον έλεγαν όσιο. Κάποια μέρα ανακάλυψαν οι κάτοικοι ότι ο μοναχός ευθυνόταν για το σύνολο των κλοπών που είχαν γίνει. Οι κάτοικοι τον έδιωξαν και ο χώρος που ασκήτεψε ονομάστηκε ” “.

Η Θίσβη βρίσκεται στους νότιους πρόποδες του βουνού Μεγάλη Τσούκα (889 μ.).  Στη Θίσβη του σήμερα συνυπάρχουν αρμονικά οι τσιμεντένιες κατικοίες με τα μεγαλοπρεπή αρχοντικά του παρελθόντος, τα στολισμένα μαρμάρινα οικόσημα στην είσοδό τους, καθώς και τα ερείπια των καμένων σπιτιών της κατοχής.

Το ιστορικό της όνομα το έλαβε από μια νύμφη του Ασωπού ποταμού της οποίας το όνομα ήταν Θίσβη. Το λεξικό Σούδα διαβάζουμε τα εξής: Θίσβη όνομα κύριο που σημαίνει σορός αλλά ερμηνεύεται και ως σωρός. Ετυμολογικά ερμηνεύεται από θίσβη ή θίσβις που σημαίνει κιβώτιο από βύβλου πλεκτού, κοφίνι. Η ερμηνεία της λέξης Θίσβης ως σορός, δηλαδή νεκρός μας φέρνει στο νου τους λατρευτικούς χώρους των λαξευμένων βράχων που βρίσκονται στην περιοχή. Ο Όμηρος μας λέει ότι πήρε μέρος στον Τρωικό πόλεμο και την αναφέρει ως “πολυτρήτωνα τε Θίσβη“, δηλ. με τις πολλές περιστερές. Η οχυρωμένη ακρόπολης της Θίσβης, , βρίσκεται στο λόφο Παλαιόκαστρο, στο ΒΔ μέρος της πόλης και στο λόφο Νεόκαστρο, στο Ν_ΝΑ μέρος της πόλης.
Σήμερα σώζονται δυο πύργοι, στη νότια πλευρά ο ένας και στη βόρεια πλευρά ο άλλος. Το συνολικό μήκος του τείχους ήταν 2,5 χλμ και το πάχος τους 2,5 μέτρα.
Στα ιστορικά χρόνια η Θίσβη ήτα μια από τις σημαντικότερες πόλεις της Βοιωτίας. Το εμπόριο άνθισε στη Θίσβη γιατί βρισκόταν πάνω σε εμπορικό δρόμο. Αυτοί που ερχόντουσαν από το νότο, μέσω του Κορινθιακού Κόλπου χρησιμοποιούσαν τα δυο λιμάνια της, το ένα στον Άγιο Ιωάννη κα το άλλο στο Βαθύ.

  ΟΑθάμας είχε αποκτήσει δυο παιδιά από τη Νεφέλη, το Φρίξο και την Έλλη, που τα υπεραγαπούσε.. Όταν όμως παντρεύτηκε την Ινώ τα πράγματα άλλαξαν. Με την Ινώ απέκτησε άλλα δυο παιδιά το Λέαρχο και το Μελικέρτη. Ήθελε πολύ να γίνει ο πρωτότοκος γιος της βασιλιάς, αλλά τα σχέδιά της τα χάλαγε ο Φρίξος. Για να τον βγάλει από τη μέση κατέστρωσε σατανικό σχέδιο.

Διέταξε τις γυναίκες του Ορχομενού να φρυγανίσουν κρυφά το σιτάρι που ήταν για σπορά κι έτσι δεν φύτρωσε όταν οι άντρες τους το έσπειραν. Έπεσε λιμός και δυστυχία στη χώρα του Ορχομενού και ο Αθάμας έστειλε να ζητήσει συμβουλή στο μαντείο των Δελφών. Όταν οι αντιπρόσωποί του γύρισαν, η Ινώ τους ανάγκασε να αλλάξουν τον χρησμό και να πουν στον Αθάμα ότι η μάστιγα θα έπαυε αν θυσιαζόταν ο Φρίξος στο Δία.
Ο βασιλιάς πίστεψε τον ψεύτικο χρησμό κι αναγκασμένος από τους υπηκόους του, που δεινοπαθούσαν, δέχτηκε να θυσιάσει το γιο του. Τη στιγμή όμως που ο Φρίξο, πλησίαζε στο βωμό στο βουνό Λαφύστιο, τον άρπαξε με μυστηριόδη τρόπο μαζί με την αδελφή του, η μάνα του η Νεφλέλη. Η Νεφέλη είχε ένα κριάρι προικισμένο με λόγο, με τρίχωμα χρυσό που μπορούσε να πετάε, που της είχε δωρήσει ο Ερμής. Επάνω σε αυτό το κριάρι ανέβασε τα δυο παιδιά της για να τα γλυτώσει από την Ινώ. Στη μέση της διαδρομής όμως η Έλλη ζαλίζεται, γλιστράει και πέφτει στη θάλασσα, στο στενό που έχει το όνομά της Ελλήσποντος.
Ο Φρίξος πήγε στην Κολχίδα, στην πόλη του βασιλιά Αιήτη, γιος του Ήλιου. Εκεί ο Φρίξος θυσίασε το κριάρι στο Δία και δώρισε το “χρυσόμαλλο δέρας” στον Αιήτη. Επειδή υπήρχε κάποιος χρησμός που έλεγε ότι αν του πάρουν το χρυσόμαλλο δέρας αυτός θα πεθάνει, το πήρε και το κρέμασε σε μια βελανιδιά και έβαλε να το φυλάνε “πύρινοιταύροι κι ένας ακοίμητος δράκοντας. Αυτό αργότερα θα πάρει ο Ιάσονας, σύμφωνα με το μύθο της Αργοναυτικής εκστρατείας.
Πίσω στον Ορχομενό ο Αθάμας τρελάθηκε και σκότωσε το γιο του Λέαρχο γιατί τον πέρασε ελάφι. Η Ινώ φοβήθηκε και μαζί με τον άλλο της το γιο, τον Μελικέρτη, έφυγε. Όμως επειδή πέρασε πολλές κακουχίες κατά την φυγή της, έπεσε στις Σκυρωνίδες πέτρες, κοντά στον Ισθμό, μαζί με το γιο της. Αυτή πνίγηκε, ενώ ο γιος της σώθηκε γιατί έτυχε να περνά εκείνη τη στιγμή ένα δελφίνι.
Η Ινώ από τότε έγινε προστάτιδα των θαλασσοδαρμένων με τό όνομα Λευκοθέα και ο Μελικέρτης λατρεύτηκε σαν θαλάσσιος θεός με το όνομα Παλαίμων.

« Πιο πρόσφατα Άρθρα - Παλιότερα Άρθρα »

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων