Με αφορμή το περιβαλλοντικό μας πρόγραμμα “Γεωπεριβαλλοντικά – Γεωμυθολογικά μονοπάτια της Βοιωτίας”, εμείς, τα παιδιά της Δ2 και Ε1 του 4ου. Δημοτικού Σχ. Λιβαδειάς. με τις δασκάλες μας Βοζιάρη Ελένη και Νιαβή Βασιλική, υπεύθυνη του περιβαλλοντικού προγράμματος, επισκεφτήκαμε την πόλη της Θήβας ακολουθώντας τα χνάρια του Ηρακλή.

Η ξενάγησή μας ξεκίνησε μπροστά από το Μουσείο με ξεναγό μας τον κ. Γιάννη Φάππα, αρχαιολόγο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας Θήβας. Πήραμε τον κεντρικό δρόμο της πόλης και προχωρήσαμε προς το κέντρο. Η πρώτη μας στάση ήταν στο Μυκηναϊκό ανάκτορο. Ο χώρος αυτός ήταν μεγάλος και διακρίνονταν πολλά δωμάτια. Στο πρώτο δωμάτιο, βρέθηκαν από τις ανασκαφές – έρευνες αντικείμενα χρυσά, πολύτιμοι λίθοι, από το Ιράν, Αφγανιστάν και Αίγυπτο καθώς και αγγεία από την Κρήτη. Επίσης εντοπίστηκαν αμφορείς με τους οποίους μετέφεραν το λάδι που αγόραζαν. Επάνω στους αμφορείς ήταν γραμμένος με γραμμική γραφή Β ο τόπος προέλευσης του λαδιού. Στο δωμάτιο αυτό υπήρχε και μια σπουδαία τοιχογραφία, η οποία φυλάσσεται στο Μουσείο, η οποία παριστάνει την πομπή πέντε γυναικών που κρατούσαν στα χέρια τους προσφορές για κάποια θεά.
Στο δεύτερο δωμάτιο βρέθηκαν πολλά αντικείμενα φτιαγμένα από λαζουρίτη λίθο. Στο ίδιο αυτό χώρο υπήρχε και ένας κλασικός ναός που πιθανόν να ήταν της θεάς Δήμητρας ή της θεάς Αθηνάς.
Στη συνέχεια αφού περάσαμε μια μικρή πλατεία που την κοσμούσε μια προτομή του ποιητή Πίνδαρου λίγο πιο πέρα κάναμε τη δεύτερη στάση μας. Και εδώ ήταν ένα μυκηναϊκό ανάκτορο, στο οποίο όμως συνεχίζονται οι ανασκαφές.
Σε αυτό το χώρο φαίνονται καθαρά οι δυο περίοδοι οικοδόμησης. Οι τοίχοι που ήταν κατασκευασμένοι με μικρές πέτρες ήταν από παλαιότερο κτίσμα που πιθανόν είχε κτιστεί γύρω στο 1700 ή 1600 π.Χ., ενώ οι τοίχοι με τις πιο ογκώδεις πέτρες ήταν νεότερο κτίσμα, γύρω στο 1200 π.Χ. δηλαδή εκείνη την εποχή που η μυθολογία μας τοποθετεί και τον Ηρακλή.
Σε αυτή την ανασκαφή βρέθηκε ένα ξίφος με χρυσά καρφιά, αιχμές από δόρατα, χάλκινες και από οψιανό και πολλά κομμάτια από σπασμένα αγγεία και αμφορείς που φυλάσσονται στο Μουσείο. Σε κάποιο σημείο του κτιρίου διακρίνουμε καθαρά ίχνη φωτιάς. Όπως μας εξήγησε ο αρχαιολόγος μας αυτό το κτίριο ενδεχομένως να καταστράφηκε από πυρκαγιά.Μεγάλο το ενδιαφέρον μας για την ανασκαφή. Αυτό το αντιλήφθηκαν και οι άνθρωποι που εργάζονταν εκεί γι’ αυτό μας παρουσίασαν τα τελευταία ευρήματά τους, τα οποία δεν ήταν και λίγα.Πιάσαμε στα χέρια μας κομμάτια από αμφορείς που μόλις είχαν ελευθερωθεί από το χώμα που τα σκέπαζε αιώνες. Τι όμορφα που ήταν! Τι σχέδια και τι χρώματα! Ανεπανάληπτη εμπειρία, δεν πιστεύαμε σε αυτά που βλέπαμε! Είμαστε πολύ τυχεροί που παρακολουθήσαμε μια “ζωντανή”ανασκαφή! Η χαρά μας δεν περιγράφεται.

Αφού αφήσαμε τους ανθρώπους να συνεχίσουν την ανασκαφή, εμείς συνεχίσαμε την πορεία μας για να συναντήσουμε τον Ηρακλή, δηλαδή να
επισκεφτούμε στο σπίτι του. Φτάσαμε σε μια από τις Επτά Πύλες της πόλης, τις Ηλέκτρες Πύλες, που βρίσκονται στη σημερινή οδό Αμφίονος. Ενώ όλα τα οικοδομήματα της αρχαίας πόλης της Θήβας ήταν κτισμένα εντός των τειχών της, το σπίτι του Ηρακλή ήταν στην εξωτερική πλευρά, δίπλα από τις Ηλέκτρες πύλες.
Από την ανασκαφή έχει έρθει στην επιφάνεια ένα μέρος του σπιτιού του Ηρακλή, που βρίσκεται στο αριστερό κομμάτι της πύλης καθώς εισέρχεται κανείς στην πόλη. Το σπίτι του Ηρακλή αργότερα μετατράπηκε σε ναό προς τιμή του αλλά και των παιδιών του. Κατά την ανασκαφή βρέθηκαν υπολείμματα από στάχτες και αυτό μαρτυρεί ότι υπήρχε βωμός.

Πολλές οι απορίες μας, αλλά μια ήταν που μας απασχολούσε ιδιαίτερα: “πώς γνωρίζουν οι αρχαιολόγοι ότι αυτό ήταν το σπίτι του Ηρακλή;”
Ο αρχαιολόγος μας και πάλι μας έλυσε, με πολλή προθυμία, την απορία μας. Μας διευκρίνισε ότι στη διάρκεια των ανασκαφών σε ένα χώρο βρίσκουμε διάφορα αντικείμενα, θεμέλια κτιρίων, τμήματα τοίχων κ.ά. τα οποία τα μελετάμε και τα χρονολογούμαι σύμφωνα με τον τρόπο κατασκευής τους, διαβάζουμε αρχαίες πηγές που αναφέρονται στη συγκεκριμένη περιοχή και καταλήγουμε στα συμπεράσματά μας. Έτσι έγινε και με το σπίτι του Ηρακλή.Κατά την ανασκαφή βρέθηκαν επιγραφές σε αγγεία, που ήταν προσφορές στον Ηρακλή, και είχαν επάνω γραμμένο το όνομά του.
Εμείς με τη σειρά μας, τραβήξαμε τις αναγκαίες φωτογραφίες, οι οποίες θα μας βοηθήσουν στην εργασία μας.

Αρχίσαμε να ανηφορίζουμε στο λόφο όπου τοποθετείται ο ναός του Ισμηνίου Απόλλωνα. Ήταν ένας ευρύχωρος ναός, σχήματος παραλληλογράμμου, που είχε την είσοδό του από την ανατολή. Φτιάχτηκε γύρω στο 800 π.Χ., αρκετά μετά από την εποχή του Ηρακλή, και σώζονται ελάχιστα απομεινάρια του που μαρτυρούν την ύπαρξή του. Χαρακτηριστικό του τρόπου κατασκευής του είναι ότι οι αρχιτέκτονες δεν σχεδίασαν μόνο το ναό αλλά υποδείκνυαν στους τεχνίτες και πώς θα τοποθετηθούν οι κίονες και οι πέτρες. Σε έναν πεσμένο κομμάτι από κίονα, είδαμε χαραγμένο επάνω του τη λέξη ΕΞΩ, δηλαδή αυτό το σημείο έπρεπε να μπει από την εξωτερική πλευρά.


Αφήνοντας το ναό του Ισμηνίου Απόλλωνα πήραμε το δρόμο για τους θολωτούς μυκηναϊκούς τάφους, που φημολογείται ότι ήταν των παιδιών του Οιδίποδα. Κατά την ανασκαφή βρέθηκαν πολλά κτερίσματα, ξεχωριστή ήταν μια κοσμηματοθήκη από ελεφαντόδοντο. Οι τάφοι ήταν στολισμένοι με τοιχογραφίες.

Όμως ήρθε η ώρα που η ξενάγησή μας, στην πόλη του Ηρακλή, τη Θήβα, έφτασε στο τέλος. Ήταν όλα τόσο ενδιαφέροντα που δεν καταλάβαμε πώς πέρασε η ώρα, και βεβαία δεν αισθανθήκαμε καμία κούραση.

Ευχαρηστήσαμε τον αρχαιολόγο μας , κ. Γιάννη Φάππα για όλα όσα μας είπε και μας φανέρωσε. Στο δρόμο της επιστροφής για τη Λιβαδειά δώσαμε την υπόσχεση στους εαυτούς μας ότι του χρόνου που θα λειτουργήσει το Αρχαιολογικό Μουσείο θα επισκεφτούμε και πάλι την πόλη της Θήβας για να δούμε όλα αυτά τα ευρήματα από κοντά.




Ο Ηρακλής ζούσε στη Θήβα ήσυχα με τη Μεγάρα και τα οχτώ ή όπως λένε άλλοι πέντε παιδιά τους, και τα ονόματά τους είναι: Αντίμαχος, Κλύμενος, Γλήνος, Θηρίμαχος και Κρεοντιάδης. Όμως η Ήρα, με το ακοίμητο μίσος ενεντίον του Ηρακλή, θέλησε να του χαλάσει αυτή την ησυχία. Του έστειλε μια μανία για φόνο και καταστροφή. Σε μια στιγμή που κυριεύτηκε από μανία αυτή θεώρησε τη γυναίκα του και τα παιδιά τους εχθρούς, και με το τόξο τους σκότωσε τα παιδιά του και τα παιδιά του Ιφικλή. Σώθηκε ο μεγαλύτερος γιος του Ιφικλή, ο Ιόλαος, γιατί κατάφερε ο πατέρας του να τον απομακρύνει. Ακόμη απείλησε να σκοτώσει τον Αμφιτρύωνα, αλλά εκείνη τη στιγμή τον σταμάτησε η θεά Αθηνά ρίχνοντάς του μια πέτρα στο στήθος, που τον έριξε σε βαθύ ύπνο παρόμοιο με θάνατο. Όταν ξύπνησε η μανία του τού είχε πρεράσει.
Σαν φονιάς που ήταν έπρεπε να φύγει από την πόλη και να πάει αλλού για να εξαγνιστεί.Πρώτα πήγε στον ανεπίσημο πεθερό του, τον Θέσπιο, αφού τον καθάρισε από μίασμα του φόνου των δικών το, πήρε το δρόμο για το μαντείο των Δελφών. Στο μαντείο πήγε για να ρωτήσει που πρέπει να ανζητήσει καινούρια κατοικία. Το μαντείο του είπε να πάει στην Τίρυνθα, στη γη των πατέρων του, και να υπηρετήσει πιστά για 12 χρόνια τον Ευρυσθέα, που βασίλευε στις Μυκήνες, την Τίρυνθα και το Άργος και να κάνει τους δώδεκα άθλους που του αναθέσει εκείνος.Όταν κάνει όλα ατά θα αποκτήσει την αθανασία και θα ανεβεί στον Όλυμπο μαζί με τους αθανάτους. Λέγεται ότι τότε για πρώτη φορά η Πυθία του έδωσε το όνομα Ηρακλής, γιατί θα αποικτούσε ατέλειωτη δόξα (κλέος) με το να δίνει ωφέλεια ( ήρα) στους ανθρώπους.μέχρι τότε ονομαζόταν Αλκείδης.



Ο Ηρακλής ζούσε στη Θήβα ήσυχα με τη Μεγάρα και τα οχτώ ή όπως λένε άλλοι πέντε παιδιά τους, και τα ονόματά τους είναι: Αντίμαχος, Κλύμενος, Γλήνος, Θηρίμαχος και Κρεοντιάδης. Όμως η Ήρα, με το ακοίμητο μίσος ενεντίον του Ηρακλή, θέλησε να του χαλάσει αυτή την ησυχία. Του έστειλε μια μανία για φόνο και καταστροφή. Σε μια στιγμή που κυριεύτηκε από μανία αυτή θεώρησε τη γυναίκα του και τα παιδιά τους εχθρούς, και με το τόξο τους σκότωσε τα παιδιά του και τα παιδιά του Ιφικλή. Σώθηκε ο μεγαλύτερος γιος του Ιφικλή, ο Ιόλαος, γιατί κατάφερε ο πατέρας του να τον απομακρύνει. Ακόμη απείλησε να σκοτώσει τον Αμφιτρύωνα, αλλά εκείνη τη στιγμή τον σταμάτησε η θεά Αθηνά ρίχνοντάς του μια πέτρα στο στήθος, που τον έριξε σε βαθύ ύπνο παρόμοιο με θάνατο. Όταν ξύπνησε η μανία του τού είχε πρεράσει.
Σαν φονιάς που ήταν έπρεπε να φύγει από την πόλη και να πάει αλλού για να εξαγνιστεί.Πρώτα πήγε στον ανεπίσημο πεθερό του, τον Θέσπιο, αφού τον καθάρισε από μίασμα του φόνου των δικών το, πήρε το δρόμο για το μαντείο των Δελφών. Στο μαντείο πήγε για να ρωτήσει που πρέπει να ανζητήσει καινούρια κατοικία. Το μαντείο του είπε να πάει στην Τίρυνθα, στη γη των πατέρων του, και να υπηρετήσει πιστά για 12 χρόνια τον Ευρυσθέα, που βασίλευε στις Μυκήνες, την Τίρυνθα και το Άργος και να κάνει τους δώδεκα άθλους που του αναθέσει εκείνος.Όταν κάνει όλα ατά θα αποκτήσει την αθανασία και θα ανεβεί στον Όλυμπο μαζί με τους αθανάτους. Λέγεται ότι τότε για πρώτη φορά η Πυθία του έδωσε το όνομα Ηρακλής, γιατί θα αποικτούσε ατέλειωτη δόξα (κλέος) με το να δίνει ωφέλεια ( ήρα) στους ανθρώπους.μέχρι τότε ονομαζόταν Αλκείδης.



Αφού σκότωσε το λιοντάρι του Κιθαιρώνα ο Ηρακλής, άφησε από το Θέσπιο και τις 50 κόρες του, από τις οποίες γεννήθηκαν 50 παιδιά, γιατί παρόλο που η μικρότερη αρνήθηκε να κοιμηθεί μαζί του η μεγαλύτερη απέκτησε δίδυμα, και πήρε το δρόμο για τη Θήβα.
Στο δρόμο συνάντησε τους απεσταλμένους το βασιλιά του Ορχομενού Εργίνου, που πήγαιναν να εισπράξουν από τους Θηβαίους φόρο. Το φόρο αυτό τον πλήρωναν οι Θηβαίοι γιατί κάποτε στην Ογχηστό, στο ναό του Ποσειδώνα, με μια πέτρα ο ηνίοχος του Μενοικέα, βασιλιά της Θήβας, σκότωσε τον Κλύμενο, βασιλιά του Ορχομενού. Πριν πεθάνει ο Κλύμενος έδωσε εντολή στο γιο του, Εργίνο, να πάρει εκδίκηση από τους Θηβαίους. Πράγματι ο Εργίνος μάζεψε στρατό και ξεκίνησε για τη Θήβα. Στη μάχη που έγινε νίκησαν οι Μινύες, οι κάτοικοι του Ορχομενού, και υποχρέωσαν τους Θηβαίους να στέλνουν στον Εργίνο πρόστιμο εκατό βόδια το χρόνο για 20 χρόνια.
Αυτούς λοιπόν συνάντησε ο Ηρακλής και θέλησε να τους εμποδίσει να εισπράξουν το φόρο. Έγινε συμπλοκή και ο Ηρακλής αφού τους νίκησε, τους έκοψε τις μύτες και τα αυτιά, τους τα πέρασε αρμαθιά στο λαιμό, τους έδεσε τα χέρια πίσω και τους έστειλε στον Ορχομενό, λέγοντάς του πως αυτός είναι ο φόρος που πρέπει να δώσουν στον Εργίνο και στους Μινύες.
Ο Εργίνος όταν είδε τους απεσταλμένους του έτσι ζήτησε από τον Κρέοντα, το βασιλιά της Θήβα, να του παραδώσει αυτόν που έκανε αυτή την πράξη.
Ο Ηρακλής μάζεψε τους συνομηλίκους του και ετοίμασε την άμυνά του γιατί περίμενε πως οι Μινύες θα έρχονταν στη Θήβα. Λέγεται ότι δεν υπήρχαν όπλα στην πόλη για εξοπλιστούν, γι’ αυτό πήγαν στους ναούς και πήραν τα όπλα που είχαν αφιερώσει ο πρόγονοί τους στους θεούς ως λάφυρα.
Πράγματι ο Εργίνος πήγε εναντίον της Θήβας. Ο Ηρακλής είχε πιάσει ένα στενό πέρασμα κοντά στην πόλη και εκεί νίκησε τον Εργίνο, τον οποίο και σκότωσε. Το κατόρθωμα αυτό του Ηρακλή προκάλεσε σε όλους το θαυμασμό και τον θεώρησαν λυτρωτή της Θήβας. Για αμοιβή ο Κρέοντας του έδωσε γυναίκα του τη Μεγάρα και του παρέδωσε την εξουσία της πόλης.




Αφού σκότωσε το λιοντάρι του Κιθαιρώνα ο Ηρακλής, άφησε από το Θέσπιο και τις 50 κόρες του, από τις οποίες γεννήθηκαν 50 παιδιά, γιατί παρόλο που η μικρότερη αρνήθηκε να κοιμηθεί μαζί του η μεγαλύτερη απέκτησε δίδυμα, και πήρε το δρόμο για τη Θήβα.
Στο δρόμο συνάντησε τους απεσταλμένους το βασιλιά του Ορχομενού Εργίνου, που πήγαιναν να εισπράξουν από τους Θηβαίους φόρο. Το φόρο αυτό τον πλήρωναν οι Θηβαίοι γιατί κάποτε στην Ογχηστό, στο ναό του Ποσειδώνα, με μια πέτρα ο ηνίοχος του Μενοικέα, βασιλιά της Θήβας, σκότωσε τον Κλύμενο, βασιλιά του Ορχομενού. Πριν πεθάνει ο Κλύμενος έδωσε εντολή στο γιο του, Εργίνο, να πάρει εκδίκηση από τους Θηβαίους. Πράγματι ο Εργίνος μάζεψε στρατό και ξεκίνησε για τη Θήβα. Στη μάχη που έγινε νίκησαν οι Μινύες, οι κάτοικοι του Ορχομενού, και υποχρέωσαν τους Θηβαίους να στέλνουν στον Εργίνο πρόστιμο εκατό βόδια το χρόνο για 20 χρόνια.
Αυτούς λοιπόν συνάντησε ο Ηρακλής και θέλησε να τους εμποδίσει να εισπράξουν το φόρο. Έγινε συμπλοκή και ο Ηρακλής αφού τους νίκησε, τους έκοψε τις μύτες και τα αυτιά, τους τα πέρασε αρμαθιά στο λαιμό, τους έδεσε τα χέρια πίσω και τους έστειλε στον Ορχομενό, λέγοντάς του πως αυτός είναι ο φόρος που πρέπει να δώσουν στον Εργίνο και στους Μινύες.
Ο Εργίνος όταν είδε τους απεσταλμένους του έτσι ζήτησε από τον Κρέοντα, το βασιλιά της Θήβα, να του παραδώσει αυτόν που έκανε αυτή την πράξη.
Ο Ηρακλής μάζεψε τους συνομηλίκους του και ετοίμασε την άμυνά του γιατί περίμενε πως οι Μινύες θα έρχονταν στη Θήβα. Λέγεται ότι δεν υπήρχαν όπλα στην πόλη για εξοπλιστούν, γι’ αυτό πήγαν στους ναούς και πήραν τα όπλα που είχαν αφιερώσει ο πρόγονοί τους στους θεούς ως λάφυρα.
Πράγματι ο Εργίνος πήγε εναντίον της Θήβας. Ο Ηρακλής είχε πιάσει ένα στενό πέρασμα κοντά στην πόλη και εκεί νίκησε τον Εργίνο, τον οποίο και σκότωσε. Το κατόρθωμα αυτό του Ηρακλή προκάλεσε σε όλους το θαυμασμό και τον θεώρησαν λυτρωτή της Θήβας. Για αμοιβή ο Κρέοντας του έδωσε γυναίκα του τη Μεγάρα και του παρέδωσε την εξουσία της πόλης.




Ο Ηρακλής μεγάλωνε και έφτασε στην ηλικία που έπρεπε να πάρει την εκπαίδευσή του. Είχε τους καλύτερους δασκάλους της εποχής εκείνης. Γράμματα και κιθάρα έμαθε από το Λίνο, τοξοβολία έμαθε από τον Εύρυτο, εγγονός του Απόλλωνα από την Οιχαλία, πάλη και πυγμή ο Αυτόλυκος, ο γιος του Ερμή. Την τέχνη της ιππασίας και της αρματοδρομίας του την έμαθε ο ίδιος ο Αμφιτρύωνας. Από τον Κάστορα έμαθε να χρησιμοποιεί τα όπλα στη μάχη, το δόρυ και την ασπίδα. Δάσκαλός του ήταν και ο Ραδάμανθυς, ο οποίος του δίδαξε τη σοφία. Όταν τελείωσε την εκπαίδευσή του τον έστειλαν στο βασιλιά Θέσπιο για πρακτική εξάσκηση και έμεινε εκεί περίπου τέσσερα χρόνια.
Λέγεται ότι κάποτε ο Ηρακλής θύμωσε γιατί ο Λίνος, που του μάθαινε κιθάρα, του έκανε παρατήρηση και του έδωσε μια στο κεφάλι με την κιθάρα και τον σκότωσε. Τότε κατηγορήθηκε ο Ηρακλής για φόνο, αλλά επικαλέστηκε ένα νόμο, του Ραδάμανθυ, που έλεγε πως όποιος σκοτώσει κάποιον πάνω στην άμυνα αυτόν που άρχισε πρώτος τον τσακωμό, δεν είναι ένοχος. Έτσι ο Ηρακλής απαλλάχτηκε από την κατηγορία. Όμως ο Αμφιτρύωνας φοβήθηκε μήπως ξανασυμβεί κάτι τέτοιο και τον έστειλε να φυλάει τα κοπάδια του στον Κιθαιρώνα. Εκεί βρέθηκε στο δίλημμα αν έπρεπε ν’ ακολουθήσει το δρόμο της κακίας ή της αρετής και προτίμησε το δρόμο της αρετής.
Στα 18 του ο Ηρακλής έκανε το πρώτο του κατόρθωμα. Είχε εμφανιστεί στην περιοχή της Θήβας ένα λιοντάρι που είχε τη φωλιά του στον Κιθαιρώνα και το οποίο κατασπάραζε τα βόδια του Αμφιτρύωνα και του Θέσπιου. Κανένας δεν τολμούσε να τα βάλει με το λιοντάρι γιατί ήταν άγριο πολύ.
Πήγε ο Ηρακλής στις Θεσπιές για να αντιμετωπίσει το λιοντάρι Εκεί, τον φιλοξένησε, για 50 μέρες ο βασιλιάς Θέσπιος μέχρι να σκοτώσει το λιοντάρι. Ο Θέσπιος ήθελε οι 50 κόρες του να αποκτήσουν παιδί από τον Ηρακλή, γι’ αυτό και τον υποχρέωσε να κοιμηθεί με όλες του τις κόρες. Μια μόνο αρνήθηκε και ο Ηρακλής το θεώρησε προσβολή και την τιμώρησε να μείνει σε όλη της τη ζωή παρθένα και να τον υπηρετεί ως ιέρεια σε ιερό που ιδρύθηκε προς τιμήν του στις Θεσπιές. Αφού ο Ηρακλής σκότωσε το λιοντάρι φορώντας το δέρμα του κατέβηκε στη Θήβα.




Ο Ηρακλής μεγάλωνε και έφτασε στην ηλικία που έπρεπε να πάρει την εκπαίδευσή του. Είχε τους καλύτερους δασκάλους της εποχής εκείνης. Γράμματα και κιθάρα έμαθε από το Λίνο, τοξοβολία έμαθε από τον Εύρυτο, εγγονός του Απόλλωνα από την Οιχαλία, πάλη και πυγμή ο Αυτόλυκος, ο γιος του Ερμή. Την τέχνη της ιππασίας και της αρματοδρομίας του την έμαθε ο ίδιος ο Αμφιτρύωνας. Από τον Κάστορα έμαθε να χρησιμοποιεί τα όπλα στη μάχη, το δόρυ και την ασπίδα. Δάσκαλός του ήταν και ο Ραδάμανθυς, ο οποίος του δίδαξε τη σοφία. Όταν τελείωσε την εκπαίδευσή του τον έστειλαν στο βασιλιά Θέσπιο για πρακτική εξάσκηση και έμεινε εκεί περίπου τέσσερα χρόνια.
Λέγεται ότι κάποτε ο Ηρακλής θύμωσε γιατί ο Λίνος, που του μάθαινε κιθάρα, του έκανε παρατήρηση και του έδωσε μια στο κεφάλι με την κιθάρα και τον σκότωσε. Τότε κατηγορήθηκε ο Ηρακλής για φόνο, αλλά επικαλέστηκε ένα νόμο, του Ραδάμανθυ, που έλεγε πως όποιος σκοτώσει κάποιον πάνω στην άμυνα αυτόν που άρχισε πρώτος τον τσακωμό, δεν είναι ένοχος. Έτσι ο Ηρακλής απαλλάχτηκε από την κατηγορία. Όμως ο Αμφιτρύωνας φοβήθηκε μήπως ξανασυμβεί κάτι τέτοιο και τον έστειλε να φυλάει τα κοπάδια του στον Κιθαιρώνα. Εκεί βρέθηκε στο δίλημμα αν έπρεπε ν’ ακολουθήσει το δρόμο της κακίας ή της αρετής και προτίμησε το δρόμο της αρετής.
Στα 18 του ο Ηρακλής έκανε το πρώτο του κατόρθωμα. Είχε εμφανιστεί στην περιοχή της Θήβας ένα λιοντάρι που είχε τη φωλιά του στον Κιθαιρώνα και το οποίο κατασπάραζε τα βόδια του Αμφιτρύωνα και του Θέσπιου. Κανένας δεν τολμούσε να τα βάλει με το λιοντάρι γιατί ήταν άγριο πολύ.
Πήγε ο Ηρακλής στις Θεσπιές για να αντιμετωπίσει το λιοντάρι Εκεί, τον φιλοξένησε, για 50 μέρες ο βασιλιάς Θέσπιος μέχρι να σκοτώσει το λιοντάρι. Ο Θέσπιος ήθελε οι 50 κόρες του να αποκτήσουν παιδί από τον Ηρακλή, γι’ αυτό και τον υποχρέωσε να κοιμηθεί με όλες του τις κόρες. Μια μόνο αρνήθηκε και ο Ηρακλής το θεώρησε προσβολή και την τιμώρησε να μείνει σε όλη της τη ζωή παρθένα και να τον υπηρετεί ως ιέρεια σε ιερό που ιδρύθηκε προς τιμήν του στις Θεσπιές. Αφού ο Ηρακλής σκότωσε το λιοντάρι φορώντας το δέρμα του κατέβηκε στη Θήβα.




Ο καιρός περνούσε και ήρθε η μέρα που η Αλκμήνη θα γεννούσε. Κάλεσε ο Δίας τους άλλους θεούς γύρω του και καυχήθηκε πως το παιδί που θα έφερνε τη μέρα εκείνη στο φως η Ειλείθυια, η θεά της γέννας, θα εξουσίαζε όλους τους άλλους, γιατί ήταν από τη δική του γεννιά. Η Ήρα που είχε μάθει τα κατορθώματα του Δία είχε καταστρώσει κιόλας ένα σχέδιο για να τον εξαπατήσει, καμώθηκε πως δεν το πίστευε και τον παρακάλεσε να ορκιστεί ότι πράγματι αυτός που θα γεννιόταν πρώτος αυτή τη μέρα θα κυριαρχούσε σε όλους τους γείτονες.
Το σχέδιό της ήταν να καθιστερήσει την Αλκμήνη να γεννήσει από τη μια και από την άλλη να επιταχύνει τη γέννα της Νικίππης, της γυναίκας του Σθένελου. Διέταξε τις μοίρες και την Ειλείθυια να καθηστερήσουν τη γέννηση του παιδιού της Αλκμήνης ώστε να γεννήσει πρώτη η Νικίππη. Έτσι και έγινε. Μέχρι να γεννήσει τον Ευρυσθέα η Νικίππη οι Μοίρες και η Ειλείθυια κάθονταν μπροστά στην πόρτα της Αλκμήνης έχοντας δέσει τα χέρια τους γύρω από τα γόνατά τους. Καθώς κάθονταν με τα χέρια σταυρωμένα πέρασε μια ανυφίτσα από μπροστά τους και τότε αυτές τρόμαξαν και έλυσαν τα χέρια τους και αμέσως η Αλκμήνη γέννησε. Παρ’ όλα αυτά η Ήρα είχε πετύχει το σκοπό της και ο Ηρακλή είχε γεννηθεί δεύτερος.
Μια μέρα μετά από τη γέννηση του Ηρακλή γεννήθηκε και ο αδελφός του Ιφικλής.
Αφού γεννησε η Αλκμήνη, φοβήθηκε την ζήλια της Ήρας και αποφάσισε να μην κρατήσει το παιδί. Πήγε και άφησε το βρέφος σε ένα άλσος που ονομαζόταν “πεδίον Ηράκλειον”. Σε λίγο πέρασε από εκεί η Ήρα και η Αθηνά, είδαν το βρέφος και θαύμασαν τη μορφή του. Η Αθηνά έπεισε την Ήρα να το βυζάξει. Καθώς όμως η Ήρα του έδωσε το στήθος το μωρό το δάγκωσε δυνατά και η Ήρα το πέταξε κάτω. Η Αθηνά τότε το σήκωσε και το πήγε στην μητέρα του.
Μια άλλη παραλλαγή του μύθου λέει ότι ο Ερμής πήγε κρυφά τον Ηρακλή στην Ήρα, όταν αυτή κοιμόταν, και τον έβαλε στο στήθος της για να το θηλάσει. Το παιδί όμως δάγκωσε το στήθος και η Ήρα από τον πόνο πετάχτηκε από τον ύπνο της, πέταξε το παιδί κάτω και από τα γάλα που χύθηκε από το στήθος της σχηματίστηκε ο γαλαξίας.
Η Ήρα δεν ξέχασε ποτέ το θυμό της και ήθελε να ξεκάνει τον Ηρακλή. Ένα βράδυ που τα δυο αδέλφια κοιμόντουσαν ήσυχα στη κούνια, που ήταν μια ασπίδα, έστειλε δυο μεγάλα φίδια για να κατασπαράξουν τα βρέθη. Μα ξαφνικά, με τη θάληση του Δία, ένα φως έλουσε το δωμάτιο και τα παιδιά ξύπνησαν. Ο Ιφικλής μόλις είδε τα φίδια άρχισε να κλαίει ενώ ο Ηρακλής δε φοβήθηκε καθόλου, έπιασε τα φίδια από το λαιμό τους και τα έπνιξε. Άκουσε η Αλκμήνη τα κλάματα του Ιφικλή και έτρεξε αναστατωμένη στο δωμάτιο των παιδιών. Μόλις είδε τα πνιγμένα φίδια, τα οποία ακόμη κρατούσε ο Ηρακλής έβαλε μια δυνατή φωνή που έκανε και τον Αμφιτρύωνα να πεταχτεί από τον ύπνο του. Βλέποντας τον Ηρακλή να κρατά γελαστός τα φίδια βεβαιωθηκε ότι αυτό ήταν παιδί του Δία.




Ο καιρός περνούσε και ήρθε η μέρα που η Αλκμήνη θα γεννούσε. Κάλεσε ο Δίας τους άλλους θεούς γύρω του και καυχήθηκε πως το παιδί που θα έφερνε τη μέρα εκείνη στο φως η Ειλείθυια, η θεά της γέννας, θα εξουσίαζε όλους τους άλλους, γιατί ήταν από τη δική του γεννιά. Η Ήρα που είχε μάθει τα κατορθώματα του Δία είχε καταστρώσει κιόλας ένα σχέδιο για να τον εξαπατήσει, καμώθηκε πως δεν το πίστευε και τον παρακάλεσε να ορκιστεί ότι πράγματι αυτός που θα γεννιόταν πρώτος αυτή τη μέρα θα κυριαρχούσε σε όλους τους γείτονες.
Το σχέδιό της ήταν να καθιστερήσει την Αλκμήνη να γεννήσει από τη μια και από την άλλη να επιταχύνει τη γέννα της Νικίππης, της γυναίκας του Σθένελου. Διέταξε τις μοίρες και την Ειλείθυια να καθηστερήσουν τη γέννηση του παιδιού της Αλκμήνης ώστε να γεννήσει πρώτη η Νικίππη. Έτσι και έγινε. Μέχρι να γεννήσει τον Ευρυσθέα η Νικίππη οι Μοίρες και η Ειλείθυια κάθονταν μπροστά στην πόρτα της Αλκμήνης έχοντας δέσει τα χέρια τους γύρω από τα γόνατά τους. Καθώς κάθονταν με τα χέρια σταυρωμένα πέρασε μια ανυφίτσα από μπροστά τους και τότε αυτές τρόμαξαν και έλυσαν τα χέρια τους και αμέσως η Αλκμήνη γέννησε. Παρ’ όλα αυτά η Ήρα είχε πετύχει το σκοπό της και ο Ηρακλή είχε γεννηθεί δεύτερος.
Μια μέρα μετά από τη γέννηση του Ηρακλή γεννήθηκε και ο αδελφός του Ιφικλής.
Αφού γεννησε η Αλκμήνη, φοβήθηκε την ζήλια της Ήρας και αποφάσισε να μην κρατήσει το παιδί. Πήγε και άφησε το βρέφος σε ένα άλσος που ονομαζόταν “πεδίον Ηράκλειον”. Σε λίγο πέρασε από εκεί η Ήρα και η Αθηνά, είδαν το βρέφος και θαύμασαν τη μορφή του. Η Αθηνά έπεισε την Ήρα να το βυζάξει. Καθώς όμως η Ήρα του έδωσε το στήθος το μωρό το δάγκωσε δυνατά και η Ήρα το πέταξε κάτω. Η Αθηνά τότε το σήκωσε και το πήγε στην μητέρα του.
Μια άλλη παραλλαγή του μύθου λέει ότι ο Ερμής πήγε κρυφά τον Ηρακλή στην Ήρα, όταν αυτή κοιμόταν, και τον έβαλε στο στήθος της για να το θηλάσει. Το παιδί όμως δάγκωσε το στήθος και η Ήρα από τον πόνο πετάχτηκε από τον ύπνο της, πέταξε το παιδί κάτω και από τα γάλα που χύθηκε από το στήθος της σχηματίστηκε ο γαλαξίας.
Η Ήρα δεν ξέχασε ποτέ το θυμό της και ήθελε να ξεκάνει τον Ηρακλή. Ένα βράδυ που τα δυο αδέλφια κοιμόντουσαν ήσυχα στη κούνια, που ήταν μια ασπίδα, έστειλε δυο μεγάλα φίδια για να κατασπαράξουν τα βρέθη. Μα ξαφνικά, με τη θάληση του Δία, ένα φως έλουσε το δωμάτιο και τα παιδιά ξύπνησαν. Ο Ιφικλής μόλις είδε τα φίδια άρχισε να κλαίει ενώ ο Ηρακλής δε φοβήθηκε καθόλου, έπιασε τα φίδια από το λαιμό τους και τα έπνιξε. Άκουσε η Αλκμήνη τα κλάματα του Ιφικλή και έτρεξε αναστατωμένη στο δωμάτιο των παιδιών. Μόλις είδε τα πνιγμένα φίδια, τα οποία ακόμη κρατούσε ο Ηρακλής έβαλε μια δυνατή φωνή που έκανε και τον Αμφιτρύωνα να πεταχτεί από τον ύπνο του. Βλέποντας τον Ηρακλή να κρατά γελαστός τα φίδια βεβαιωθηκε ότι αυτό ήταν παιδί του Δία.




O Δίας κάποια μέρα είδε την όμορφη Αλκμήνη και αποφάσισε να την κάνει δική του. Ήθελε να κάνει μαζί της τον πιο γενναίο και πιο δυνατό ανάμεσα στους θνητούς, αυτόν που θα γινόταν λυτρωτής των ανθρώπων από τα δεινά. Εκμεταλλεύτηκε την απουσία του Αμφιτρύωνα, που έλειπε σε μια εκστρατεία, πήρε τη μορφή του Αμφιτρύωνα, όπως θα ήταν καθώς θα γύριζε από την εκστρατεία, και ένα βράδυ εμφανίστηκε στην πόρτα της, ενώ γύρω του έβρεχε χρυσή βροχή. Στο ένα χέρι του κρατούσε χρυσό κύπελλο και στο άλλο ένα περιδέραιο. Η Αλκμήνη ξεγελάστηκε και νόμισε ότι ήταν ο Αμφιτρύωνας, γι’ αυτό του ζήτησε να της πει όλα όσα έγιναν κατά τη διάρκεια της εκστρατείας. Ο Δίας σαν θεός που ήταν της τα διηγήθηκε και αφού της έδωσε τα δώρα κοιμήθηκε μαζί της.
Ο Δίας όμως είχε παρακαλέσει τον Ήλιο να μη βγει τρεις μέρες. Έτσι η νύχτα κράτησε όσο τρεις νύχτες. Γι’ αυτό ο Ηρακλής, που γεννήθηκε από αυτή τη νύχτα ονομάστηκε “τριέσπσερος” γιατί χρειάστηκαν τρεις νύχτες για τη σύλληψή του και “τρισέληνος”, γιατί βγήκε τρεις φορές απανωτά το φεγγάρι χωρίς να γίνει μέρα. Μετά ο Δίας εξαφανίστηκε πριν επιστρέψει ο Αμφιτρύωνας.
Την ίδια νύχτα ήρθε και ο Αμφιτρύωνας από τον πόλεμο, αλλά η Αλκμήνη δεν τον υποδέχτηκε όπως περίμενε ο Αμφιτρύωνας. Την ρώτησε να μάθει για πιο λόγο δεν ήταν καλή μαζί του. Η Αλκμήνη παραξενεύτηκε, και με την σειρά του τον ρώτησε γιατί παραπονιόταν αφού πριν από λίγο είχαν πλαγιάσει μαζί και μάλιστα του έδειξε και το χρυσό κύπελλο.
Ο Αμφιτρύωνας αρνιόταν και ορκιζόταν πως δεν είχε ξανάρθει το ίδιο βράδυ στο δωμάτιό της ούτε της είχε δώσει κανένα χρυσό κύπελλο. Απόδειξει για όλα αυτά, έλεγε, ήταν το χρυσό κύπελλο που της έφερνε δώρο από τα λάφυρα ήταν μέσα στο κιβώτιο. Όταν όμως άνοιξαν το κιβώτιο το κύπελλο δεν ήταν εκεί. Ο Αμφιτρύωνας δεν ήξερε τι να πει γι’ αυτό κατέφυγε στον μάντη Τειρεσία, ο οποίος του είπε ότι ο Δίας ήταν εκείνος που είχε πάρει τη μορφή του και ενώθηκε με την Αλκμήνη. Έτσι τον Ηρακλή τον συνέλαβε με τον Δία και τον Ιφικλή με τονΑμφιτρύωνα .
Άλλη παραλλαγή του μύθου λέει ότι ο Αμφιτρύωνας δεν πίστεψε τηνΑλκμήνη και θύμωσε πολύ για την απιστία της, γι’ αυτό άναψε φωτιά με τη βοήθεια του Αντήνορα για να κάψει την άπιστη γυναίκα του. Ο Δίας όμως εξακόντισε τον κεραυνό του, που πέφτει μπροστά στη σωρό των ξύλων, και στέλνει σύννεφα που φέρνουν βροχή για να σβήσουν οι φλόγες.


Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση