3 Δεκεμβρίου: Παγκόσμια Ημέρα Ατόμων με Αναπηρία

Τα άτομα με αναπηρία δε ζητάνε να γίνει η ζωή τους ευκολότερη. Ζητάνε να γίνει η ζωή τους ΙΣΗ με τη δική μας. Αν τους δοθούν οι ευκαιρίες και τα εφόδια, μπορούν να πετύχουν ό,τι και οι υπόλοιποι απλά με τρόπο διαφορετικό.

Μ’ αρέσει να κοιτάω ψηλά…

Από το Σεπτέμβριο η επιστροφή στο σχολείο ήταν σαν ένας μαθηματικός γρίφος, στον οποίο κληθήκαμε ψύχραιμα και υπομονετικά να βρούμε μία λύση.

Οι μάσκες προβλημάτισαν- έπεφταν, τις σηκώναμε-τελικά, τα καταφέραμε… και σίγουρα αποδείξαμε πως δεν είναι ‘φίμωτρο’, γιατί δε μας έκλεισε το στόμα. Όλοι κληθήκαμε να πούμε τη γνώμη μας για το καθετί και σε καμιά περίπτωση το ίδιο με τον δίπλα μας…

Οι φωνές δεν ακούγονταν-«Τι είπες;», «Πες το πάλι, δεν κατάλαβα!» «Μπα! Μεγάλωσα και βαριακούω…», ενώ εγώ για να ακουστώ έπρεπε να μιλάω λες και τσακωνόμουν όλη την ώρα. Σιγά σιγά, πάει και αυτό, το βάλαμε σε μια σειρά…

Οι κανόνες πολλοί -και η ενέργεια για να τους τηρήσουμε πολλαπλάσια αυτής που είχα για την ‘παρεούλα’, αλλά λες ‘Άσε αξίζει τον κόπο’…

Δυο μήνες να λες και να δείχνεις πώς μπαίνουμε σε μια γραμμή και την Πέμπτη ακούω: «Είδες κυρία, η γραμμή της Δημοκρατίας είναι σαν και τη δική μας, ο καθένας κοιτάζει όπου θέλει»…!!! (Π.Πρ)

Η ευθύνη φέτος μεγαλύτερη από ποτέ αλλά η συνειδητοποίησή της και από τους γονείς πιο ισχυρή από κάθε άλλη φορά… Ένα συναχάκι ήταν αρκετό για το πρωινό τηλεφώνημα «Δε θα έρθουμε σήμερα, να σιγουρευτούμε πρώτα, μη σας δημιουργήσουμε πρόβλημα»…

Κι εκεί που νιώθεις πως βήμα βήμα κάτι πάει να γίνει, όλα πάλι σταματούν…

…Εκεί που τα παιδιά άρχιζαν να ξεδιπλώνουν σκέψεις και να κάνουν δειλά βηματάκια στα μονοπάτια της φαντασίας, έρχεται η οθόνη να ισοπεδώσει δημιουργικότητα, συνεργασία, γέλια, νοιάξιμο και επικοινωνία ουσιαστική – όχι πλασματική…

Πριν τρεις μόλις μέρες –στον κύκλο μας- χαϊδεύαμε και κάναμε μασάζ ο ένας στην πλάτη του άλλου, σχεδιάζαμε απαλά γραμμές και γράμματα στον μπροστινό μας προσέχοντας να μην τον πονέσουμε κι η τάξη ήταν περισσότερο ήσυχη από ποτέ. Το μόνο που ακουγόταν ήταν «ΜΜΜΜ!!!»

Ο Αριστοτέλης έλεγε «Η μόρφωση του μυαλού χωρίς τη μόρφωση της καρδιάς δεν είναι καθόλου μόρφωση».

Κρίμα που ενώ κάποιοι πραγματικά προσπαθήσαμε

να ξεπεράσουμε τα εμπόδια,

δεν καταφέραμε να πείσουμε αυτούς

που πίστευαν πως αποτελούμε πειραματόζωα…

Παρόλα αυτά…

«Μ’ αρέσει να μη λέω πολλά
μη λέω πολλά
μ’ αρέσει να κοιτάω ψηλά
κοιτάω ψηλά στ’ ατέλειωτα τραγούδια
με τη σκιά μου να πετώ, να πετώ
να πιάνω αστέρια στο βυθό…»

 

 

 

Η αγάπη είναι μεγαλύτερη από το φόβο…

Το animation «Love never let us down» διάρκειας μόλις 3 λεπτών αφηγείται την ιστορία της Νίνα, ενός μικρού αλλά γενναίου κοριτσιού, που καταφέρνει να νικήσει τον καρκίνο με τη φροντίδα και την ενθάρρυνση των ανθρώπων που την αγαπούν, με την υποστήριξη της οικογένειας της, των φίλων της αλλά και ολόκληρης της νοσοκομειακής ομάδας!

Δημιουργήθηκε για λογαριασμό του Νοσοκομείου Cancer De Barretos στο Σάο Πάολο της Βραζιλίας, ενός διεθνούς φήμης κέντρου θεραπείας για τον καρκίνο των παιδιών. Το εν λόγω νοσοκομείο μετονομάστηκε σε Νοσοκομείο της Αγάπης θέλοντας να αναδείξει τη θεραπευτική σημασία της αγάπης και της στοργής. Η καταπολέμηση του καρκίνου είναι ευκολότερη όταν το άτομο περιβάλλεται από την αγάπη. Βλέποντας ο ασθενής ότι υπάρχουν γύρω του πρόσωπα που τον αγαπούν και τον νοιάζονται, παίρνει  δύναμη, ελπίδα.

Με αφορμή το αγαπημένο μου & υπέροχα τρυφερό παραμύθι του Βασίλη Κουτσιαρή «Δε θα σε πειράξει κανείς» – ύμνο στην ανιδιοτελή αγάπη.

«Μέχρι πού μπορούμε να φτάσουμε, όταν αγαπάμε αληθινά;»

Ο άτακτος και σκανδαλιάρης Ματίας -αν και μας μπέρδεψε αρκετά για το γιατί των πράξεών του- στο τέλος μας έκανε να τον θαυμάσουμε για το μεγαλείο του…

«Η βαλίτσα»

“Εκείνη τη μέρα, εμφανίστηκε ένα παράξενο ζώο. Ήταν βρόμικο κι έδειχνε κουρασμένο, λυπημένο και φοβισμένο. Έσερνε μια μεγάλη βαλίτσα…»

Όταν τα ζώα ρωτούν τι είναι μέσα, ο ξένος δίνει μια λίστα που θα προκαλέσει αμφιβολίες. Λέει ότι υπάρχει ένα σπασμένο φλιτζάνι τσαγιού, ένα τραπέζι και καρέκλα, και μια καλύβα στην πλαγιά του βουνού. Και καθώς είναι κουρασμένος από το ταξίδι του, κοιμάται.

Μα οι ντόπιοι, πολλοί από τους οποίους έχουν τη συνήθεια της καχυποψίας, της δυσπιστίας και της ξενοφοβίας, ζάρωσαν στο “ψέμα”. Η βαλίτσα είναι πολύ μεγάλη για να έχει μόνο ένα φλιτζάνι αλλά αποκλείεται να έχει και όλα τα υπόλοιπα.“Λοιπόν, εγώ δεν τον εμπιστεύομαι. Πώς είμαστε σίγουροι ότι μας λέει την αλήθεια; Υπάρχει μόνο ένας τρόπος να μάθουμε…”

Όταν βλέπουν τι είναι μέσα, αμφισβητούν τη συμπεριφορά τους, αναρωτιούνται «και τώρα τι θα σκεφτεί για μας;» και σκέφτονται τι πρέπει να κάνουν για να καλωσορίσουν τον εξαντλημένο ξένο, στο όνειρο του οποίου ξεπροβάλλει το παρελθόν του πρόσφυγα, η ζωή του στον παλιό τόπο και το ταξίδι του στη νέα γη. Μέσα από την αμφισβήτηση ανακαλύπτουν έναν εντελώς νέο τρόπο να σκεφτούν τη νέα άφιξη.

«Η Βαλίτσα» του Chris Naylor-Ballesteros (εκδ. Διόπτρα) είναι ένα βιβλίο για ενσυναίσθηση και συμπόνια, ανεκτικότητα και κατανόηση του διπλανού μας σε μία περίοδο που πολύ εύκολα μετατρεπόμαστε σε καχύποπτους και επιθετικούς κριτές. Είναι ένα βιβλίο για την ευγένεια σε μία εποχή που η αγένεια κυριαρχεί.

Η απλότητα και λιτότητα τόσο του κειμένου όσο και της εικονογράφησης μιλούν κατευθείαν στα παιδιά, τα οποία αντιλαμβάνονται αμέσως την κατάσταση χωρίς να τους δίνονται περιττές πληροφορίες. Δε χρειάζεται να καταλάβουν αμέσως από πού έρχεται ο ‘ξένος’ ή γιατί είναι τόσο κουρασμένος.  Δίνουν εύκολα την απάντηση στην ερώτηση που διαφαίνεται «Πώς επιλέγουμε να ‘χαιρετίσουμε’ τον εξαντλημένο ξένο; Με εχθρότητα & υποψία ή με ένα φλιτζάνι τσάι και φιλία;»

Μια ιστορία γεμάτη ελπίδα και καλοσύνη, αγάπη και τρυφερότητα για όλα τα πλάσματα που έχουν την ανάγκη μας…

Σχολεία ανοιχτά

Δεν μπορούμε να αλλάξουμε την απογοήτευση που τα νέα μέτρα μας προκαλούν, αλλά στο χέρι μας είναι να επιλέξουμε πώς θα ανταποκριθούμε.

Κι ενώ όλα γύρω κλείνουν και διακόπτουν τη λειτουργία τους περνώντας στη σφαίρα της αδράνειας, εμείς παραμένουμε ανοικτοί, τυχεροί που μπορούμε ο ένας να βλέπουμε τον άλλο, να μιλάμε μεταξύ μας –όχι από τηλέφωνα και οθόνες- και ακόμη κι αν δεν ακουγόμαστε καλά να ‘καλημεριζόμαστε’.

Κι ενώ ενοχλούμαστε από το θόρυβο που φέρνει το ορθάνοιχτο παράθυρο στην παρεούλα μας, όταν τα παιδιά του δημοτικού  κάνουν το διάλειμμά τους, τελικά είμαστε ευγνώμονες γιατί τι άλλο από ζωντάνια και υγεία αυτή η φασαρία;

Η αίθουσα γίνεται για μας μια όαση μακριά από την αγωνία και το φόβο που κόβουν βόλτες πέρα από τα κάγκελα της αυλόπορτας. Η αίθουσα γίνεται το δικό μας κομμάτι βεβαιότητας – όλοι λαχταρούμε τη δομή και τη βεβαιότητα. Είναι μέρος της ανθρώπινης κατάστασης, αυτή που μας κάνει να νιώθουμε ασφαλείς.

Κι όσα παιχνίδια και να πιάσουμε, όσες επιφάνειες κι αν ακουμπήσουμε, εκεί περιμένουν ανοιχτές κι απλωμένες οι παλάμες να απολυμανθούν.

Αυτές οι παλαμίτσες φωνάζουν «εδώ είμαστε, κρατάμε τη ζωή» το ίδιο δυνατά, όπως κάποιες φωνούλες λένε «Κυρία, κυρία η μάσκα είναι κάτω από τη μύτη. Πες να τη σηκώσει…»

Αυτό το σκίτσο δημοσιεύτηκε στον γαλλικό τύπο για να δηλώσει την ανάγκη των παιδιών στο άγγιγμα και την κοινωνική επαφή.

Ο ΗΥ σίγουρα δεν μπορεί να πετύχει την προσομοίωση μιας αγκαλιάς. Τα παιδιά αυτή χρειάζονται περισσότερο  απ΄ όλα.

«Το άγγιγμα είναι η πρώτη ουσιαστική αίσθηση που έχεις όταν γεννιέσαι και η τελευταία πριν πεθάνεις», υποστηρίζει η νευρολόγος Κάταλιν Γκόταρντ. «Το νεογέννητο αντιλαμβάνεται την επαφή καλύτερα από την όραση ή την ακοή.Οι ηλικιωμένοι χάνουν την όρασή τους, την ακοή τους, την ισορροπία τους, δεν χάνουν όμως την αφή τους »  Πηγή: Guardian

Και σίγουρα εμείς έχουμε ανάγκη το μήνυμα που υπάρχει πίσω από αυτή… «Όλα θα πάνε καλά»…

 

Ουρές … και ουρές…

«Σύμφωνα με την DW, με τη συνεχή άνοδο κρουσμάτων στην περίοδο 12-17 Οκτωβρίου, οι πωλήσεις του χαρτιού υγείας στη Γερμανία            σχεδόν διπλασιάστηκαν (+89,9%) σε σχέση με αντίστοιχες περιόδους πριν από την πανδημία. Αυτό επιβεβαιώνουν στοιχεία της Γερμανικής Στατιστικής Υπηρεσίας, που δόθηκαν στη δημοσιότητα την Πέμπτη. Σημαντική αύξηση καταγράφεται επίσης στις πωλήσεις αντισηπτικών (+72,5%), αλλά και στο σαπούνι (+62,3%). Μικρότερη, αλλά αισθητή, η αύξηση πωλήσεων σε συγκεκριμένα τρόφιμα, όπως το αλεύρι (+28,4%) και η διατροφική μαγιά (+34,8%)…»                                                                                      ΠΗΓΗ: https://politis.com.cy/politis-news

Αυτό βέβαια δεν το διαβάζουμε ή ακούμε πρώτη φορά. Τον περασμένο Μάρτιο & Απρίλιο συνέβη σε πολλές χώρες -πλην της Ολλανδίας καθώς η προτεραιότητα ήταν άλλη… Και σχετικά συγκρατημένοι υπήρξαν οι Έλληνες.

Οι φωτογραφίες που ακολουθούν  δείχνουν «πολίτες να κάνουν ουρά έξω από το βιβλιοπωλείο «Le Furet du Nord» ενόψει του νέου lockdown που αποφασίστηκε στη Γαλλία. Οι Γάλλοι περιμένουν υπομονετικά υπό βροχή τη σειρά τους για να μπουν στο βιβλιοπωλείο και να προμηθευτούν βιβλία για να περάσουν την δεύτερη καραντίνα.»                                              ΠΗΓΗ: https://www.iefimerida.gr/kosmos/

Οι φωτογραφίες είναι συμβολικές για το τι θεωρούμε είδος πρώτης ανάγκης την εποχή της πανδημίας…

Κενάν Μεσαρέ – έργα εμπνευσμένα από την εποποιία του ’40

Ο Κενάν Ταχσίν Μεσαρέ γεννήθηκε το 1889, στα Γιάννενα, καθώς η μητέρα του ταξίδευε, φιλοξενούμενη στο σπίτι του Μουσταφά πασά των Ιωαννίνων, μετέπειτα πεθερού του Κενάν. Γόνος επιφανούς οικογένειας αλβανικής καταγωγής, ήταν ο πρωτότοκος γιος του ικανού στρατηγού Χασάν Ταχσίν πασά, στρατιωτικού διοικητού Θεσσαλονίκης. Η μητέρα του Κενάν ήταν Ελληνίδα. Ο Ταχσίν Πασάς, γνωστός απο την Ιστορία, παρέδωσε στον Κωνσταντίνο την Θεσσαλονίκη την 26η Οκτωβρίου 1912, αφού είχε απορρίψει δελεαστικές προτάσεις και υπέρογκη χρηματική προσφορά των Βουλγάρων, για να τους παραδώσει τη Θεσσαλονίκη ή να συνυπογράψουν κι αυτοί το πρωτόκολλο παραδόσεως. Ο Ταχσίν, όπως και ο γιος του και υπασπιστής του Κενάν, όχι μόνο αρνήθηκε αλλά και θεώρησε την προσφορά προσβολή στην στρατιωτική του τιμή.  Από τους Έλληνες την πήραμε, σ’ αυτούς θα την παραδώσουμε, τους οποίους άλλωστε γνώρισα και στα πεδία των μαχών”.

Ο Κενάν με κίνδυνο της ζωής του, έφτασε με την επιστολή του πατέρα του στον Κωνσταντίνο. Συνυπόγραψε κι αυτός μια απο τις σημαντικότερες σελίδες της νεωτέρας ιστορίας της Μακεδονίας, της Ελλάδος.

Ο Κενάν Μπέης ήταν απόφοιτος της Σχολής Γαλατά Σεράϊ της Κωνσταντινούπολεως. Το 1934 παντρεύτηκε την Ραφέτ, κόρη του Μουσταφά πασά Ιωαννίνων και έκτοτε εγκαταστάθηκε στα Γιάννενα.

Ο Κενάν μπέης από μικρός έδειξε έφεση στη ζωγραφική και υπήρξε αυτοδίδακτος ζωγράφος. Ένα προσφιλές του θέμα ήταν η απεικόνιση θεμάτων του πολέμου του 1912, της Εποποιίας του 1940. Στη Στρατιωτική Λέσχη Θεσσαλονίκης δεσπόζει ένας μεγάλος πίνακας με θέμα την Απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και φέρει την υπογραφή Κενάν Μεσαρέ. Στα Γιάννινα, στο Δημαρχείο, υπάρχει επίσης μεγάλος πίνακας του Κενάν Μεσαρέ με θέμα την Απελευθέρωση των Ιωαννίνων.

Πέθανε στα Γιάννενα το 1965 και ετάφη στον οικογενειακό του τάφο στη Θεσσαλονίκη στο αλβανικό νεκροταφείο Τριανδρίας, σύμφωνα με την επιθυμία του και εντολή του.

Συνήθιζε να χαρίζει έργα του και για το λόγο αυτό πολλά βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές ενώ πολλοί από τους πίνακές του χάθηκαν κατά τη διάρκεια της κατοχής και του Εμφυλίου.

ΠΗΓΗ: https://zsgiannina.gr/       &   https://anemourion.blogspot.com/

Μερικά από τα έργα του (τα ασπρόμαυρα ανήκουν στην προσωπική συλλογή του Α. Δάλλα στον οποίο χαρίστηκαν από τον γυιό του ζωγράφου Σαχίν- Σέργιο (Ίνη))

Πορεία προς το μέτωπο…

Ο ποιητής κατέγραψε με τρόπο μοναδικό τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι Έλληνες φαντάροι.

«Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.

Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ’ αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.

Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετο, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αερόπλανα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το ’χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.

Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μάς θύμωναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους — ίσως και που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες, μ’ άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα να ’ναι.

Δώδεκα μέρες κιόλας, είχαμε μεις πιο πίσω στα χωριά κοιτάξει σε κατρέφτη, ώρες πολλές, το γύρο του προσώπου μας. Κι απάνω που συνήθιζε ξανά το μάτι μας τα γνώριμα παλιά σημάδια, και δειλά συλλαβίζαμε το χείλο το γυμνό ή το χορτάτο από τον ύπνο μάγουλο, να που τη δεύτερη τη νύχτα σάμπως πάλι αλλάζαμε, την τρίτη ακόμη πιο πολύ, την ύστερη, την τέταρτη, πια φανερό, δεν ήμασταν οι ίδιοι. Μόνε σαν να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο, θαρρούσες, απ’ όλες τις γενιές και τις χρονιές, άλλοι των τωρινών καιρών κι άλλοι πολλά παλιών, που ’χαν λευκάνει απ’ τα περίσσια γένια. Καπεταναίοι αγέλαστοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες θεριά, λοχίες του ’97 ή του ’12, μπαλτζήδες βλοσυροί πάνου απ’ τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελάτες και σκουταροφόροι, με το αίμα επάνω τους ακόμη Βουργάρων και Τούρκων. Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχώντας πλάι πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριάζουμε άλλο τίποτε. Γιατί, καθώς όταν βαρούν απανωτές αναποδιές τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα, συνηθάν εκείνοι στο Κακό, τέλος του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα — έτσι κι εμείς επροχωρούσαμε ίσια πάνου σ’ αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε Αντάρα ή Σύγνεφο. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή, το πιο συχνά, ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας.

Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλούσιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν καταιγίδα πίσω απ’ τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που καθαρά στο τέλος να διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγορο των πολυβόλων. Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν’ απαντούμε, απ’ τ’ άλλο μέρος να ’ρχονται, οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους. Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκόμοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι οπού κατόπι σαν ακούγανε για πού τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας ιστορίες για σημεία και τέρατα. Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι. «Όι, όι, μάνα μου», «όι, όι, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που ’λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου.

Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περίπολα. Βρωμούσανε κρασί τα χνότα τους, κι οι τσέπες τους γιομάτες κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιοφύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας, κι εκείνα ανήμπορα μέσα στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.

Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν μεριές μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτοβολίδες». 

Τώρα κείτεται – 1968

«Τώρα κείτεται απάνω στην τσουρουφλισμένη χλαίνη
μ’ ένα σταματημένο αγέρα στα ήσυχα μαλλιά
μ’ ένα κλαδάκι λησμονιάς στ’ αριστερό του αυτί
μοιάζει μπαξές που το `φυγαν άξαφνα τα πουλιά
μοιάζει ρολόι αγγέλου που εσταμάτησε
όμως το γέλιο κάηκε, όμως η γη κουφάθηκε
όμως κανείς δεν άκουσε την πιο στερνή κραυγή
όλος ο κόσμος άδειασε με τη στερνή κραυγή.»

(Άσμα ηρωϊκό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας)

…Ο Ελύτης είχε αρχικά υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών της Κέρκυρας «από τις 8 Ιανουαρίου ως τις 9 Σεπτεμβρίου 1937, οπότε “καμένος από τον ήλιο και με χρυσές επωμίδες”, επέστρεψε στην Αθήνα, χάρη στη βοήθεια και τη μεσολάβηση της Ελένης Βλάχου, και τοποθετήθηκε ως ανθυπασπιστής στον 6ο Λόχο του ΙΙ Τάγματος στο 1ο Σύνταγμα Πεζικού, το οποίο έδρευε στο Πικέρμι».

Το 1940 στρατεύεται εκ νέου και πολύ γρήγορα βρίσκεται στο μέτωπο. Στις 29 Οκτωβρίου 1940 ο Ελύτης τοποθετείται στη Διλοχία Διοικήσεως του Στρατηγείου του Α΄ Σ.Σ. στο Ψυχικό και λίγες μέρες αργότερα, ξεκινά ένα διαφορετικό ταξίδι στην Ελλάδα.

«5-9 Νοεμβρίου 1940: Το Στρατηγείο του Α΄ Σ.Σ. και οι οργανικές μονάδες του μετακινούνται στην περιοχή Καλαμπάκας και αναλαμβάνει τη διεύθυνση των επιχειρήσεων για την απόκρουση των Ιταλών». Η μετακίνηση γίνεται με οχήματα της Διμοιρίας Αυτοκινήτων του Στρατηγείου ή με τον σιδηρόδρομο. Από ένα σημείο και μετά, το μέσον είναι η πεζοπορία. «Οι στρατιώτες, ύστερα από το Αγρίνιο, την Καλαμπάκα, τη Φλώρινα, όπου κυρίως με το τραίνο φτάνουν, πεζοπορούν για να φτάσουν στο μέτωπο – λίγοι αφικνούνται με αυτοκίνητο κι αυτοί, πάντως, όχι μέχρι την πρώτη γραμμή. Κάποιοι από τους επιστρατευμένους φαντάρους καλύπτουν ίσως και περισσότερα από 300 χλμ. πορείας για να φτάσουν στην πρώτη γραμμή. Λίγες μέρες αργότερα, στις 11 Νοεμβρίου 1940, το Στρατηγείο του Α΄ Σ.Σ. μετακινείται στο χωριό Βοτονόσι, 5 χλμ. ανατολικά του Μετσόβου. Στις 14 Νοεμβρίου αρχίζει η ελληνική (αντ)επίθεση».

Τα ιταλικά στρατεύματα απωθούνται και «το Στρατηγείο του Α΄ Σ.Σ. προωθείται στο χωριό Ζίτσα, 3 χλμ. ΒΔ των Ιωαννίνων. “Πότε με τα πόδια, βαδίζοντας προσεχτικά και κρατώντας ένα χοντρό ραβδί στο χέρι, πότε καβάλα σ’ ένα πανύψηλο άλογο ανέβαινα ολοένα τις νύχτες ανάμεσα από τα μεγάλα σύδεντρα και τα τρομαχτικά φαράγγια της Πίνδου. Νύχτα πάντοτε”» εκμυστηρεύεται αργότερα σε επιστολή του ο Ελύτης. Αλλού γράφει: «Πρέπει να βρω το αντίσκηνό μου. Το ’χουνε στήσει μακριά, στην άκρη απ’ όλα τ’ άλλα, που ’ναι όλα τους περιποιημένα, στοιχημένα σ’ ευθείες γραμμές. Έτσι που τα φωτίζει το φεγγάρι κάτω από τα σύννεφα, μοιάζουνε με τάφους. Ωστόσο, εδώ, σ’ αυτή τη μικρή κοιλάδα, νιώθω καλύτερα, προπάντων που δεν υπάρχει ψυχή τριγύρω μου. Αρχινάω τις βόλτες επάνου κάτω καπνίζοντας. Άλλο ένα τσιγάρο. Κι άλλο ένα».

Ιανουάριος 1941. «Το Σύνταγμα μετασταθμεύει στην περιοχή Καλαράτι, όπου αντικαθιστά το 3/40 Σύνταγμα Ευζώνων (Αρτας), έχοντας μέτωπο το “νεκρό χωριό” Μπολένα. “Αργότερα”, θυμάται και γράφει ο Ελύτης, με ένα “φύλλο πορείας” στην τσέπη, κίνησα για να συναντήσω την καινούργια μονάδα μου που μαχόταν κάπου ανάμεσα στ’ Ακροκεραύνια και στο Τεπελένι. Άρχισα να εγκαταλείπω ένα-ένα όλα τα στοιχεία που συγκροτούσανε την υλική μου υπόσταση. Τα γένια μου μεγάλωναν ολοένα. Οι ψείρες πλήθαιναν. Το χιόνι σκέπαζε τα πάντα. […] Τη νύχτα εκείνη χρειάστηκε να περάσω από ένα μονοπάτι που το χρησιμοποιούσαν οι τραυματιοφορείς για να κουβαλήσουν στα μετόπισθεν τους βαριά τραυματισμένους. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα βογγητά τους…”».

Στις 23 Φεβρουαρίου του 1941 ο Οδυσσέας Ελύτης είναι άρρωστος με υψηλό τυφοειδή πυρετό. «Από το Μπόρσι με υγειονομικό όχημα, μέσω Αγίων Σαράντα, ο ανθυπολοχαγός Οδυσσέας Αλεπουδέλης μεταφέρεται στο Δέλβινο, έδρα του Α1 Ορεινού Νοσηλευτικού Τμήματος και του Α2 Ορεινού Χειρουργείου, ένας “Σωτήρας άγγελος της ζώνης των πρόσω”. Τελικά, στις 2 Φεβρουαρίου, μέσω της καροποίητης οδού Δέλβινο-Γεωργουτσάδες και κατόπιν της αμαξιτής οδού Μπουλαράτ-Ελαία (Καλπάκι)-Γιάννενα, ο Ελύτης μεταφέρεται στο Νοσοκομείο Αξιωματικών Ιωαννίνων, το λεγόμενο “Ρουμανικόν” όπου νοσηλεύεται μέχρι τον Απρίλιο του 1941. Εκεί, στο 406 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων “η ιδέα ενός βιβλίου” κρατούσε τον ποιητή, “όπως άλλους ένα εικόνισμα”, κι όταν επιτέλους ξύπνησε απύρετος, και “είχε περάσει η μεγάλη κρίση”, πίστεψε πως “το βιβλίο που ονειρευόμουνα θα μπορούσε ίσως να γίνει”».

Μετά την κατάρρευση του μετώπου, ο Οδυσσέας Ελύτης περιπλανήθηκε σε διάφορες περιοχές της χώρας, ανέβηκε σε καρότσες φορτηγών, ξάπλωσε σε πεζούλια δρόμων εξαντλημένος και στις 23 Απριλίου του 1941 «εισάγεται στο Β΄ Στρατιωτικό Νοσοκομείο που εδρεύει στον Ευαγγελισμό. Την επόμενη μέρα, το νοσοκομείο αδειάζει, ο Ελύτης παίρνει εξιτήριο για το σπίτι του και αναρρώνει. Τότε ήταν που συγκροτήθηκε μέσα του η ιδέα που είχε στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων. “Δεν απέμενε παρά να κρατήσω τον όρκο μου και να δώσω υπόσταση στον Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας, αυτόν που είχε δοκιμαστεί σ’ όλα τα ανεβοκατεβάσματα της ελληνικής ιστορίας και που προχωρούσε ολοένα για να φτάσει μέσα και πέρα από το θάνατο… […] Λίγοι ξέρουνε ότι το κύριο βάρος του πολέμου το σήκωσαν οι ανθυπολοχαγοί. Και συμβολικά αυτό θέλησα να δείξω ηρωοποιώντας έναν ανθυπολοχαγό, με το “Ασμα” που έγραψα. Από το άλλο μέρος, έγινε αιτία ο πόλεμος να συνειδητοποιήσω τι είναι ο αγώνας, ο ομαδικός πλέον και όχι ο προσωπικός. Θέλω να πω τι σημαίνει να μάχεσαι και συ γι’ αυτά. Χωρίς την εμπειρία αυτή, πιστεύω δεν θα μου είχε ανοιχτεί ο δρόμος για το “Αξιον Εστί”».

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Ηλία Καφάογλου «Ελύτης εποχούμενος- Διαδρομές στην ειρήνη και στον πόλεμο»

ΠΗΓΗ: https://www.kathimerini.gr/culture/books/789225/o-vios-toy-efedroy-od-alepoydeli/

Τα κίτρινα καπέλα

«Τα κίτρινα καπέλα» της Κέλλυ Ματαθία  Κόβο (Εκδ. Πατάκη) είναι ένα βιβλίο για αναγνώστες κάθε ηλικίας που μιλά για τις διώξεις, την αδικία, τον πόλεμο, αλλά και την ανθρωπιά, το μεγαλείο της ψυχής, την ανάγκη αντίστασης.

Όπως αναφέρει η συγγραφέας «το έγραψα με αφορμή την ιστορία και τις περιπέτειες της οικογένειάς μου που, μέσα στον παραλογισμό και την φρίκη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, κατάφερε να σωθεί στο σύνολό της από το Ολοκαύτωμα. Δεκατρείς άνθρωποι.  Τι έκαναν, πού πήγαν, πώς τα κατάφεραν. Είναι οι ιστορίες με τις οποίες μεγάλωσα και ήταν το πιο σημαντικό θέμα συζήτησης στο σπίτι μας. Είναι μέρος της ταυτότητάς μου. Μιλάει για φόβο, για κουράγιο, για ελπίδα και για φιλία που δεν γνωρίζει όρια. Μιλάει για εκείνους που, εφόσον τους δόθηκαν οι ευκαιρίες, αντέδρασαν και κατάφεραν να επιβιώσουν. Μιλάει, όμως και για εκείνους που χωρίς την βοήθειά τους δεν θα τα είχαν καταφέρει. Για εκείνους τους απλούς και θαρραλέους ανθρώπους που υπερασπίστηκαν τις αξίες τους και αυτό που εκείνοι πίστευαν ότι ήταν σωστό και δίκαιο. Εκείνους που δεν παρέμειναν αμέτοχοι παρατηρητές.» (ΠΗΓΗ: https://www.oanagnostis.gr/)

Ευτυχισμένη ζούσε η οικογένεια Μπε σε ένα βοσκοτόπι

μέχρι που μαθαίνουν πως πλησιάζουν –τα διαισθανόμαστε αλλά δεν τα βλέπουμε-τα άγρια θηρία, τα οποία θέλουν να συλλάβουν τα πρόβατα. Απόγνωση κυριεύει τον κύριο Μπε, που πρέπει να βρει τρόπο να σώσει την οικογένειά του.

 

Τα υπόλοιπα πρόβατα της κοινότητας ζουν μέσα στην αγωνία κοιτώντας ανήσυχα προς τα πάνω, προς έναν μαύρο ουρανό. Κάτι περιμένουν μα κανείς δεν μπορεί να φανταστεί.

Τελικά τα θηρία έρχονται και τα πρόβατα αναγκάζονται να φορέσουν κίτρινα καπέλα, απομονώνονται από όλα τα άλλα ζώα και διαχωρίζονται πίσω από αγκαθωτά συρματοπλέγματα.

Οι απορίες των παιδιών εύλογες…

 «Μα δεν έκαναν τίποτε κακό!»

 «Έτσι τα πήραν; Γιατί;»

 «Μήπως τα άγρια θεριά είναι λύκοι, αλλά είναι σαν εκείνους που παριστάνουν τους καλούς γιατί θέλουν να μας ξεγελάσουν και πρέπει όλους να τους προσέχουμε;»(Επηρεασμένος από το «…και βγάζω το καπέλο μου»)

Τότε είναι που η οικογένεια του κ. Μπε αποφάσισε να δραπετεύσει. Κατέστρωσαν σχέδια με τη βοήθεια αγαπημένων φίλων- του Ποντικού του Τρομερού και του Κόκορα του Πρωινού. Στέλνουν τηλεγράφημα- στο νησιώτη Λαγό αποκαλώντας τον Σωτήρη, ένα όνομα που δεν ήταν το δικό του. Μα ο Λαγός κατάλαβε και έτρεξε με βάρκα και τους πήρε. Λίγο πριν να είναι πολύ αργά. Κι έμειναν στο νησί του κρυμμένοι μέχρις ότου ο πόλεμος τελείωσε.

Τότε πήραν την ακριβώς αντίθετη πορεία. Επέστρεψαν.

Η ζωή ξανάρχισε αν και πέρα μακριά στα βουνά τα θεριά πάντα παραμονεύουν. Η οικογένεια έζησε και μεγάλωσε. Πολλοί χάθηκαν αλλά…

  …αυτούς που χάθηκαν δεν τους ξέχασαν ποτέ.

Τη φράση συνεχίζουν πετραδάκιααδιαμφισβήτητα αποσιωπητικά ένδειξη ότι κάποιος πέρασε από εκεί και οι νεκροί δεν ξεχάστηκαν. Και σε αυτή τη μαυρόασπρη συνέχεια εμφανίζεται ένα λουλούδι – η παπαρούνα της μνήμης για τα θύματα του πολέμου- ως φόρος τιμής και μνήμης.

Αυτό μας φέρνει στο νου το μνημείο που δημιουργήθηκε από τον σκηνοθέτη Can Togay και τον γλύπτη Gyula Pauer στη Γέφυρα των Αλυσίδων στον Δούναβη στη Βουδαπέστη για τους 550.000 Ούγγρους Εβραίους που έχασαν τη ζωή τους το 1944 – 45. Χιλιάδες από αυτούς πυροβολήθηκαν δίπλα στην όχθη από συμπατριώτες τους, συνεργάτες των Ναζί. Πριν τους εκτελέσουν, τους ανάγκαζαν να βγάλουν το πιο πολύτιμο πράγμα που είχαν επάνω τους: τα παπούτσια τους.

Το μνημείο είναι μια διαδρομή με 40 μπρούντζινα αδειανά ζεύγη υποδημάτων, πάνω στις πλάκες του πεζοδρομίου, σαν τα τελευταία βήματα μιας χορογραφίας που οδηγούσε στην εξόντωση…

“Η απονομή του βραβείου Νόμπελ στον μεγάλο μας Έλληνα ποιητή Οδυσσέα Ελύτη δεν είναι μία τιμή προς τον Ελύτη, αλλά μία τιμή προς το ίδιο το Νόμπελ.” (Ρίτσος)

Στις 18 Οκτωβρίου του 1979 η σουηδική ακαδημία ανήγγειλε ότι το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας θα απονέμονταν στον Έλληνα ποιητή Οδυσσέα Ελύτη. Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση, ο Ελύτης κατάφερε να κερδίσει το βραβείο «για την ποίηση του, που με φόντο την ελληνική παράδοση, με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική οξύνοια ζωντανεύει τον αγώνα του σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργία».

Μετά την αναγγελία για τον νικητή, το πρακτορείο Associated Press έγραψε μεταξύ άλλων στην ανακοίνωσή του ότι: «Από τη Βρετανίδα Ντόρις Λέσσινγκ, τον Γκράχαμ Γκρην, τον Τούρκο Γιοσάρ Κεμάλ που ήταν από τους επικρατέστερους υποψηφίους, η σουηδική Ακαδημία προτίμησε τον Οδυσσέα Ελύτη, παρόλο που το έργο του είναι αμετάφραστο στα σουηδικά». Ο Ελύτης δεν ήταν ο μοναδικός Έλληνας υποψήφιος για το βραβείο. Την ίδια χρονιά ε’ιχε προταθεί και ο Γιάννης Ρίτσος.

Αποσπάσματα από την ομιλία του Ελύτη κατά την απονομή στις 10 Δεκεμβρίου του 1979. 

«Ας μου επιτραπεί, παρακαλώ, να μιλήσω στο όνομα της φωτεινότητας και της διαφάνειας.

…Πολύ περισσότερο όταν οι καιροί είναι σκοτεινοί και αυτό που του υπαγορεύουν είναι μια όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ορατότητα. … Μια τέτοια, διεισδυτική και συνάμα μεταμορφωτική, επέμβαση, μέσα στην πραγματικότητα επεχείρησε πιστεύω ανέκαθεν και κάθε υψηλή ποίηση. Όχι ν’ αρκεστεί στο «νυν έχον» αλλά να επεκταθεί στο «δυνατόν γενέσθαι». Κάτι που, είναι η αλήθεια, δεν εκτιμήθηκε πάντοτε. Ίσως γιατί οι ομαδικές νευρώσεις δεν το επέτρεψαν. Ίσως γιατί ο ωφελιμισμός δεν άφησε τα μάτια των ανθρώπων ανοιχτά όσο χρειάζεται. Η ομορφιά και το φως συνέβη να εκληφθούν άκαιρα ή ανώδυνα.

…  Επειδή αυτό είναι στο βάθος η ποίηση: η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις προς αυτό που σε υπερβαίνει. Από τα μυριάδες μυστικά σήματα, που μ’ αυτά είναι διάσπαρτος ο κόσμος και που αποτελούν άλλες τόσες συλλαβές μιας άγνωστης γλώσσας, να συνθέσεις λέξεις και από τις λέξεις φράσεις που η αποκρυπτογράφησή τους να σε φέρνει πιο κοντά στην βαθύτερη αλήθεια.

…  Χρειάζεται να βρισκόμαστε στη σωστή απόσταση από τον ηθικόν ήλιο, όπως ο πλανήτης μας από τον φυσικόν ήλιο, για να γίνεται η ζωή επιτρεπτή. Μας έφταιγε άλλοτε η αμάθεια. Σήμερα μας φταίει η μεγάλη γνώση. Δεν έρχομαι μ’ αυτά που λέω να προστεθώ στην μακρά σειρά των επικριτών του τεχνικού μας πολιτισμού. Μια σοφία παλαιή όσο και η χώρα που μ’ εξέθρεψε, μ’ εδίδαξε να δέχομαι την εξέλιξη, να χωνεύω την πρόοδο μαζί με όλα της τα παρεπόμενα, όσο δυσάρεστα και αν μπορεί να είναι αυτά.   Για τον ποιητή – μπορεί να φαίνεται παράξενο αλλά είναι αληθές -η μόνη κοινή γλώσσα που αισθάνεται να του απομένει είναι οι αισθήσεις.

… Μου εδόθηκε, αγαπητοί φίλοι, να γράφω σε μια γλώσσα που μιλιέται μόνον από μερικά εκατομμύρια ανθρώπων. Παρ’ όλα αυτά, μια γλώσσα που μιλιέται επί δυόμιση χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή και μ’ ελάχιστες διαφορές. Η παράλογη αυτή, φαινομενικά, διάσταση, αντιστοιχεί και στην υλικο-πνευματική οντότητα της χώρας μου. Που είναι μικρή σε έκταση χώρου και απέραντη σε έκταση χρόνου. Και το αναφέρω όχι διόλου για να υπερηφανευθώ αλλά για να δείξω τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένας ποιητής όταν χρησιμοποιεί για τα πιο αγαπημένα πράγματα τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιούσαν μία Σαπφώ ή ένας Πίνδαρος π.χ. -χωρίς ωστόσο να έχει το αντίκρυσμα που είχαν εκείνοι επάνω στην έκταση της πολιτισμένης τότε ανθρωπότητας. Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσον επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν’ αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις. Χωρίς να λησμονεί κανείς ότι στο μάκρος εικοσιπέντε αιώνων δεν υπήρξε ούτε ένας, επαναλαμβάνω ούτε ένας, που να μην γράφτηκε ποίηση στην ελληνική γλώσσα. Να τι είναι το μεγάλο βάρος παράδοσης που το όργανο αυτό σηκώνει.

…  Λέμε, και το διαπιστώνουμε κάθε μέρα, ότι ζούμε σ’ ένα χάος ηθικό. Κι αυτό, τη στιγμή που ποτέ άλλοτε η κατανομή των στοιχείων της υλικής μας ύπαρξης δεν έγινε με τόσο σύστημα, τόση στρατιωτική θα έλεγα τάξη, τόσον αδυσώπητο έλεγχο. Η αντίφαση είναι διδακτική. Όταν σε δύο σκέλη το ένα υπερτροφεί, το άλλο ατροφεί. Μια αξιέπαινη ροπή να συνενωθούν σε ενιαία μονάδα οι λαοί της Ευρώπης, προσκόπτει σήμερα στην αδυναμία να συμπέσουν τα ατροφικά και τα υπερτροφικά σκέλη του πολιτισμού μας. Οι αξίες μας ούτε αυτές δεν αποτελούν μια γλώσσα κοινή.   Για τον ποιητή – μπορεί να φαίνεται παράξενο αλλά είναι αληθές -η μόνη κοινή γλώσσα που αισθάνεται να του απομένει είναι οι αισθήσεις.

…  Όμως όταν μιλώ για αισθήσεις δεν εννοώ το προσιτό, πρώτο ή δεύτερο, επίπεδό τους. Εννοώ το απώτατο. Εννοώ τις «αναλογίες των αισθήσεων» στο πνεύμα. Όλες οι τέχνες μιλούν με ανάλογα. Μια οσμή μπορεί να είναι ο βούρκος ή η αγνότητα. Η ευθεία γραμμή ή η καμπύλη, ο οξύς ή ο βαθύς ήχος, αποτελούν μεταφράσεις κάποιας οπτικής ή ακουστικής επαφής. Όλοι μας γράφουμε καλά ή κακά ποιήματα κατά το μέτρο που ζούμε και διανοούμαστε με την καλή ή την κακή σημασία του όρου. Μια εικόνα πελάγους από τον Ομηρο φτάνει άθικτη ως τις ημέρες μας.

…. Δεν αρκεί να ονειροπολούμε με τους στίχους. Είναι λίγο. Δεν αρκεί να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ. Κατά βάθος ο υλικός κόσμος είναι απλώς ένας σωρός από υλικά. Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες το τελικό αποτέλεσμα. Ο Παράδεισος ή η Κόλαση που θα χτίσουμε. Εάν η ποίηση παρέχει μια διαβεβαίωση και δη στους καιρούς τους durftiger (σκληρούς) είναι ακριβώς αυτή: ότι η μοίρα μας παρ’ όλ’ αυτά βρίσκεται στα χέρια μας».                                                                                                        ΠΗΓΗ:  www.lifo.gr

«Φυσικό χάπι»

Σε μία περίοδο θλίψης, μοναξιάς και άγχους για τους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο –όπως η τρέχουσα περίοδος πανδημίας- έρχεται η φύση να μας παρηγορήσει και να μας αποφορτίσει.

Σύμφωνα με έρευνες, η φύση μας επηρεάζει από το κεφάλι έως τα δάχτυλα των ποδιών μας μέσω διαφορετικών οδών, ανακάμπτουμε από το άγχος πιο γρήγορα και πληρέστερα μετά την έκθεση στη φύση σε σύγκριση με τα δομημένα περιβάλλοντα και το ανοσοποιητικό μας σύστημα επωφελείται όταν είμαστε σε αυτήν τη χαλαρή κατάσταση.

Το περπάτημα σε έναν δεντρόφυτο δρόμο μειώνει τη δραστηριότητα στον εγκέφαλο που σχετίζεται με τη θλίψη, τη μελαγχολία.

Τι καλύτερο για τη διάθεσή μας λοιπόν από αυτό το «φυσικό χάπι»;

Ο Rousseau,  κύριος εκπρόσωπος της αγωγής που εναρμονίζεται με τους νόμους της φύσης, θεωρούσε ύψιστη την προσφορά της στη διαπαιδαγώγηση του ανθρώπου και υποστήριζε ότι «πρέπει να φέρουμε τα παιδιά μας στη φύση και να τα αφήσουμε εκεί ελεύθερα να διαβάσουν από μόνα τους το ανοιχτό βιβλίο της». Και τα παιδιά έχουν πολλά να διδαχτούν από το βιβλίο αυτό. Κι αφού η φύση δεν μπαίνει σε καραντίνα ούτε απειλείται με lockdown, είναι εκεί και μας περιμένει …

«H γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει»

O Νέλσον Μαντέλα έχει πει πως «κανείς δε γεννιέται, μισώντας κάποιον για το χρώμα του δέρματος, την καταγωγή ή τη θρησκεία του. Οι άνθρωποι πρέπει να μάθουν να μισούν και αν μπορούν να διδαχθούν το μίσος, μπορούν να διδαχθούν και την αγάπη, γιατί η αγάπη έρχεται πιο φυσικά στην ανθρώπινη καρδιά, παρά το αντίθετο».

Αυτό δε διαφέρει από τα λόγια της Alice Miller (1923-2010), Ελβετίδα ψυχολόγο, ψυχαναλύτρια και φιλόσοφο εβραϊκής καταγωγής, η οποία στο πλούσιο συγγραφικό της έργο έχει ασχοληθεί με το φαινόμενο της παιδικής κακοποίησης, καθώς και το βαθύ «αποτύπωμα» των τραυματικών εμπειριών στους ενήλικες: 

«Κάποτε θα γνωρίζει όλος ο κόσμος, ότι η ανθρώπινη βαναυσότητα δεν είναι έμφυτη αλλά παράγεται και διδάσκεται στην παιδική ηλικία. Η πρώτη εντολή θα έπρεπε να ορίζει: Τίμα τα παιδιά σου ώστε να μη χρειάζεται να κτίσουν μέσα τους τοίχους προστασίας απέναντι στον παιδικό πόνο και να αμύνονται αργότερα απέναντι σε φανταστικούς εχθρούς με φρικτά όπλα που μπορούν να καταστρέψουν τον κόσμο. Οι νέοι που επιτίθενται σε συμμαθητές τους με σωματική βία ή φθάνουν ακόμα και στο φόνο δεν το κάνουν γιατί κάποτε τους κακόμαθαν από υπερβολική αγάπη αλλά γιατί μεγάλωσαν σε συνθήκες εγκατάλειψης και κακοποιήθηκαν χωρίς να τους επιτραπεί να αντιδράσουν.»

Δεν υπάρχει μόνο η σωματική βία. Υπάρχει και  η λεκτική μορφή βίας. Δύσκολα την προσδιορίζει κανείς και  την αποδεικνύει, ακριβώς γιατί σε αντίθεση με τις υπόλοιπες μορφές βίας δεν είναι ορατή. Είναι ύπουλη, δεν αφήνει σημάδια και οι συνέπειές της φαίνονται πολύ αργότερα, ίσως πολλές φορές όταν είναι ήδη πολύ αργά πια. Η λεκτική κακοποίηση είναι καθαρά ψυχολογική, γιατί χτυπάει κατευθείαν στο συναίσθημα.

Αναρωτιέμαι πώς μπορεί να νιώθει ένα πεντάχρονο παιδί κάθε φορά που ακούει τη μαμά του να απειλεί θυμωμένη και εκτός ελέγχου πως «θα κόψει από τη ρίζα τα χέρια» ενός άλλου συνομίληκου επειδή το ακούμπησε με την τσάντα του όπως κουνιόταν στη ‘γραμμούλα’ ή διεκδίκησαν το ίδιο παιχνίδι.

Όταν ένας ενήλικας με σχεδόν μισό αιώνα στην πλάτη του ταράζεται στο άκουσμα αυτών των λέξεων και ψάχνει μέσα του τους τρόπους να το διαχειριστεί, ένα μικρό παιδί πόσο διχασμένο μπορεί να αισθάνεται ανάμεσα στους γονείς του/πρότυπα και τον άλλο – τον εκπαιδευτικό εν προκειμένω-  που μιλά για ομάδα και το ‘εμείς’  άσχετα από χρώμα ή  χώρα καταγωγής;

 

Ο Μανωλιός είναι αλλιώς: το χνουδωτό χελωνάκι

Σε μια χώρα μακρινή, την Ολαΐδια, η Νόρα η χελώνα γέννησε το δικό της χελωνάκι. Το μικρό χελωνάκι ήταν πολύ όμορφο και χαριτωμένο, μόνο που είχε τρίχωμα! Η μαμά Νόρα όμως ήταν τόσο χαρούμενη, που κρατούσε στα χέρια της το μικρό της χελωνάκι και δεν την ένοιαζε τίποτε άλλο. Ο μπαμπάς χελώνος, ο Απόλλων, παρόλη του τη χαρά προβληματίστηκε. Μα όλους τους ίδιους! Δεν είχε αντικρίσει ποτέ του κάτι τέτοιο. Με την πρώτη ευκαιρία έτρεξε να ρωτήσει τους γιατρούς.

«Δεν έχουμε ξαναδεί κάτι τέτοιο», του είπαν, «αλλά μην ανησυχείτε, είναι απλώς τρίχες!».

Όταν η μαμά Νόρα επέστρεψε στο σπίτι με το μικρό της χελωνάκι κι ήρθαν να το δουν φίλοι και συγγενείς, όλοι έμειναν άφωνοι. Το κοιτούσαν, το ξανακοιτούσαν και αδυνατούσαν να καταλάβουν αν ήταν όντως χελωνάκι. Μια κοιτούσαν το Μανωλιό, μια κοιτιόντουσαν μεταξύ τους αινιγματικά. Αλλά κανείς δεν είπε τίποτα μπροστά στη μαμά Νόρα.

Παρά μόνο όταν ήρθε η ώρα να φύγουν άρχισαν τα σχόλια: «Μα το είδες πως ήταν;»

«Πραγματικά δεν έχω δει ποτέ μου κάτι αντίστοιχο», «Καημένη μαμά Νόρα τι σου ‘τυχε..»

«Και είναι πράγματι χελωνάκι; Πώς γίνεται αυτό;», έλεγαν και έλεγαν και τελειωμό δεν είχαν.

Τα χρόνια πέρασαν και μέσα σ’ όλα αυτά χρόνια η μαμά Νόρα και ο μπαμπάς Απόλλων έβλεπαν τον κόσμο να τους κοιτά συχνά περίεργα και να σιγομουρμουρίζουν μεταξύ τους. Ο Μανωλιός καθόταν πολλές φορές μόνος του δίχως φίλους, για αυτό η μαμά Νόρα και ο μπαμπάς Απόλλων προσπαθούσαν να βρουν τρόπο για να βοηθήσουν το μικρό Μανωλιό να μη στεναχωριέται. Αποφάσισαν λοιπόν να πάνε στο κουρείο και να ζητήσουν από τον κομμωτή να ξυρίσει όλο το τρίχωμα του Μανωλιού. Έτσι, θα ήταν ίδιο με όλα τα άλλα χελωνάκια. Ο Μανωλιός, όταν είδε τον εαυτό του στον καθρέφτη ενθουσιάστηκε! Επιτέλους! Ήταν όπως όλα τα άλλα χελωνάκια.

Την επόμενη μέρα, γεμάτος χαρά ο Μανωλιός πήγε στο σχολείο, όμως μόλις τον είδαν οι συμμαθητές του ξέσπασαν σε τρανταχτά γέλια. «Αχαχαχαχαχαχαχαχα! Τι έγινε με σένα; Πού πήγαν οι τρίχες σου;», «Με γεια το νέο σου κούρεμα! Χαχαχαχα!». Δεν το περίμενε αυτό ο Μανωλιός, πίστευε πως τώρα που δε διέφερε από τα άλλα χελωνάκια θα τελείωναν μια για πάντα τα πειράγματα. Απογοητευμένος, αφού τέλειωσε το σχολείο, πήρε το δρόμο της επιστροφής για το σπίτι. Στο δρόμο του έρχονταν στο νου όλα όσα του έλεγαν οι συμμαθητές του και τον έπιασαν κλάματα γοερά.

«Επ! Τι έγινε; Γιατί κλαις εσύ;», άκουσε να του λέει μια φωνή. Ξαφνιασμένος ο Μανωλιός σήκωσε το κεφάλι του και αντίκρισε κάτι που έμοιαζε με κλαράκι. «Ποια είσαι εσύ;» της είπε. «Εγώ είμαι η Ρίτα, η μαργαρίτα». Την στραβοκοίταξε για λίγο ο Μανωλιός κι έπειτα σχολίασε διστακτικά. «Ξέρεις… δε μοιάζεις με μαργαρίτα… Εσύ δεν έχεις πέταλα!» κι αμέσως δάγκωσε τη γλώσσα του. «Συγγνώμη» ψέλλισε. «Δεν πειράζει», του είπε η Ρίτα, «Το ‘χω συνηθίσει. Δεν ήμουν πάντα έτσι… Κάποτε, είχα τα πιο όμορφα και μεγάλα πέταλα από κάθε άλλη μαργαρίτα. Όμως μια μέρα, ένα κοριτσάκι, που περνούσε από εδώ, με άρπαξε κι άρχισε να μαδάει ένα- ένα τα πέταλά μου λέγοντας «Μ’ αγαπάει, δε μ’ αγαπάει, μ’ αγαπάει, δε μ’ αγαπάει…», ώσπου δε μου άφησε κανένα». «Λυπάμαι πολύ», απάντησε ο Μανωλιός. «Το ξέρω ότι πια δεν είμαι τόσο όμορφη όσο οι άλλες μαργαρίτες και στην αρχή ήμουν πολύ στεναχωρημένη. Όμως να σου πω κάτι; Όταν σταμάτησα να κλαίω και στέγνωσαν όλα τα δάκρυα στα μάτια μου, τότε… τότε είδα καθαρά! Είδα ό,τι δεν μπορούσα να δω μέχρι εκείνη τη στιγμή με τα πέταλα, που μου έκρυβαν τη θέα. Είδα πως απέναντι υπάρχει μια καταγάλανη θάλασσα, είδα πως ο ουρανός δεν τελειώνει πουθενά και πλέον μπορώ να βλέπω το φεγγάρι κάθε βράδυ οπουδήποτε κι αν είναι… είναι τόσα πολλά αυτά που είδα κι έμαθα».

Ο Μανωλιός παρακολουθούσε τόση ώρα τη Ρίτα με θαυμασμό και συνάμα με απορία. «Τι ωραία που τα λέει!», σκεφτόταν. «Θα μου πεις τώρα γατί κλαις εσύ;». επέμενε η Ρίτα. «Γιατί… γιατί τα παιδιά στο σχολείο με κοροϊδεύουν, επειδή είμαι γεμάτος τρίχωμα και δε μοιάζω με χελωνάκι». Με το που το ακούει αυτό η Ρίτα γουρλώνει διάπλατα τα μάτια της. «Μα τι είναι αυτά που λες;! Που στο καλό είναι οι τρίχες σου και δε βλέπω ούτε μία; Ωχ! Αμάν! Δε βλέπω καλά!», αναφώνησε τρομαγμένη κι άρχισε ευθύς να ψάχνεται μήπως και ξανάβγαλε πέταλα.
«Ουφ!», είπε ανακουφισμένη. «Τότε γιατί δε βλέπω το τρίχωμά σου;». Ο Μανωλιός της εξήγησε και της αφηγήθηκε την ιστορία του. «Δηλαδή για να καταλάβω… οι συμμαθητές σου τόσο καιρό σε κοροϊδεύουν γιατί δε μοιάζεις με τα άλλα χελωνάκια και τώρα που είσαι ίδιο με τα υπόλοιπα συνεχίζουν τα πειράγματα; Άρα ποιο είναι το πρόβλημα; Στην αρχή ήταν το τρίχωμά σου και διέφερες και τώρα η αλλαγή κι ας μη διαφέρεις. Άρα το πρόβλημα είναι δικό τους, όχι δικό σου! Κάνουνε την τρίχα τριχιά!». Καθώς περπατούσε για να φτάσει σπίτι του ο Μανωλιός, σκεφτόταν τα λόγια της Ρίτας. Μήπως τελικά δεν είχε ο Μανωλιός το πρόβλημα, αλλά οι συμμαθητές του;

Ο Μανωλιός και η Ρίτα έγιναν φίλοι κολλητοί και κάθε μεσημέρι μετά το σχολείο περνούσε από κει για να πουν τα νέα τους. Ο Μανωλιός ήταν τόσο χαρούμενος που είχε κι αυτός ένα φίλο. Τώρα πια τον ενοχλούσαν ολοένα και λιγότερο τα πειράγματα των συμμαθητών του. Κοντά στη Ρίτα μάθαινε να δέχεται τον εαυτό του όπως είναι και να αδιαφορεί για τις ειρωνείες των άλλων.

Καθώς οι μέρες περνούσαν, το τρίχωμα του Μανωλιού άρχισε να μεγαλώνει και πάλι, όμως τώρα είχε γίνει πιο τραχύ και άγριο από το ξύρισμα. Αυτή τη φορά οι γονείς του αποφάσισαν να δοκιμάσουν κάτι πιο αποτελεσματικό. «Ακούσαμε για τη μέθοδο λέιζερ». Ο Μανωλιός απάντησε αγανακτισμένος «ΌΧΙ! Βαρέθηκα πια! Δε θέλω ούτε ξύρισμα, ούτε αποτρίχωση, ούτε λέιζερ. Ούτε εμένα μ’ αρέσουν οι τρίχες, αλλά έτσι είμαι. Αυτός είμαι και δε θέλω να το αλλάξω.»

Την άλλη μέρα στο σχολείο άρχισαν ξανά τα πειράγματα. «Α! Πολύ περιποιημένος είσαι σήμερα, στην τρίχα!», «Πρόσεχε! Θα χτυπούσες… παρά τρίχα!». Ο Μανωλιός τους άκουγε και τους άκουγε, ώσπου κάποια στιγμή γύρισε ήρεμα και αποφασιστικά και τους είπε «Ως εδώ! Τέλος! Νομίζετε πως είστε όλοι ίδιοι και εγώ διαφορετικός, επειδή έτυχε απλώς να έχω τρίχωμα. Ε και; Εσύ Λέων που κάνεις συνέχεια τον αρχηγό και με κοροϊδεύεις για το τρίχωμά μου απ’ ό,τι βλέπω είσαι και συ γεμάτος τρίχες. Και συ Λαγέ που περηφανεύεσαι για το πόσο γρήγορα τρέχεις, έχασες από μια χελώνα. Όσο για σένα Ελέφαντα που μου πετάς συνέχεια νερό και κάνεις τον καμπόσο σε έχω δει πως τρέμεις από το φόβο σου, όταν περνάει από δίπλα σου ποντίκι. Δε μοιάζετε τελικά και τόσο πολύ με τους άλλους. Όλοι διαφορετικοί είμαστε. Μάλλον δε διαφέρω μόνο εγώ.», τους είπε και συνέχισε να περπατάει. Όλοι σώπασαν, μόνο το λιοντάρι πήγε να πει κάτι, αλλά άκουσε το Μανωλιό να του λέει βαριεστημένα χωρίς να σταματήσει ή να γυρίσει «Ωχ! Μωρέ πια, βαρέθηκα να σ’ ακούω!» κι έφυγε. Κι έμειναν όλοι πίσω να κοιτάζονται απορημένοι. Κάποιοι έμειναν με το κεφάλι σκυφτό, άλλοι συζητούσαν όσα τους είπε ο Μανωλιός και κατάλαβαν το λάθος τους. Την επόμενη μέρα αποφάσισαν να ζητήσουν συγνώμη από το Μανωλιό. Το λιοντάρι μόνο πάλι κορόιδευε, αλλά τώρα η απάντηση ήρθε από τους νέους φίλους του Μανωλιού. Το μεσημέρι ο Μανωλιός έτρεχε σαν τρελός από τη χαρά του και τη λαχτάρα του να πει τα καθέκαστα στη Ρίτα. Η Ρίτα με ένα πλατύ χαμόγελο γύρισε και του είπε γεμάτη περηφάνια για το φίλο της «Εμ! Είδες;;; Τζάμπα τόση στεναχώρα! Τρίχες!» και ξέσπασαν και οι δύο σε δυνατά γέλια.

ΠΗΓΗ: parents24.gr

Μία ιστορία για την αξία του να είμαστε διαφορετικοί και την πίστη στον εαυτό μας

«Ένας δάσκαλος φέρνει την άνοιξη» της Άλκης Ζέη

ΠΗΓΗ: ΑΠΕ – ΜΠΕ 

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ: επιμέλεια Νατάσσα Δομνάκη

«Όταν ήμουνα μικρή, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, τα σχολεία άνοιγαν την πρώτη Οκτωβρίου. Τις τελευταίες μέρες του Σεπτέμβρη που γυρίζαμε από την εξοχή περίμενα με ανυπομονησία ν’ αρχίσει το σχολείο. Το αγαπούσα πολύ. Η μυρωδιά των καινούργιων βιβλίων, η διαδικασία του ντυσίματος με μπλε κόλλα και η άσπρη ετικέτα που κολλούσαμε για να γράψουμε όσο πιο καλλιγραφικά μπορούσαμε τον τίτλο του βιβλίου και το όνομά μας. Θυμάμαι με τι καμάρι έγραφα… Κοσμά και Δαμιανού, Κύρου Ανάβασις, της μαθητρίας Α΄ γυμνασίου Άλκης Ζέη. Δεν το πίστευα πως θα πήγαινα στο γυμνάσιο. Άσε που νόμιζα πως ο Κοσμάς και Δαμιανός είχανε γράψει την Κύρου Ανάβαση!

Στο γυμνάσιο! Ένιωθα μεγάλη πια. Η αδελφή μου που ήδη πήγαινε στο γυμνάσιο, μου έλεγε με πολλή περηφάνια πως είχανε πολλούς καθηγητές, έναν για κάθε μάθημα κι όχι μια δασκάλα για όλα όπως στο δημοτικό.

Εκεί, στην πρώτη γυμνασίου εκτός από τα τόσα θαυμαστά που συνέβαιναν γνώρισα και τη Ζώρζ Σαρή που γίναμε φίλες για μια ολόκληρη ζωή.

Το ίδιο το σχολείο που πήγαινα δεν το αγαπούσα. Η διευθύντρια ήτανε θαυμάστρια του Μεταξά και σε όλες τις τάξεις πλάι στον Χριστό κρεμόταν μια μεγάλη φωτογραφία του, που μας κοίταζε με γουρλωμένα μάτια μέσα από τα τεράστια γυαλιά του. Όμως, μαζί με τη Ζωρζ κι άλλα τρία κορίτσια είχαμε κάνει μια τόσο στενή παρέα που τίποτε δεν μπορούσε να τη διαλύσει. Ούτε καν ότι η Ζωρζ αγαπούσε τον Μεταξά γιατί της άρεσε η στολή νεολαίας και τα χρυσά αστέρια που της είχανε κολλήσει στους ώμους. Ήτανε πολύ όμορφη η Ζωρζ, είχε μια δυνατή φωνή και πολύ θάρρος. Έπαιρνε μέρος σε όλες τις γιορτές του σχολείου και πότε παρίστανε τον Ρήγα Φεραίο και πότε τον Ερμή. Με προστάτευε από τα μαλώματα της διευθύντριας επειδή στις εκθέσεις έγραφα τα δικά μου κι όχι τις τυποποιημένες φράσεις που μας έλεγε εκείνη σχετικά με την αποταμίευση και την αστυφιλία και άλλα τέτοια συγκλονιστικά.

Μια μικρή παρένθεση. Στην κατοχή η Ζωρζ ξέχασε τα χρυσά αστέρια, τον Μεταξά και τους βασιλιάδες και ήμασταν μαζί στην Αντίσταση.

Είχαμε δύο καθηγήτριες, μια στα Αρχαία και μια στα Νέα Ελληνικά, που τις λατρεύαμε κι εύρισκαν τον μπελά τους από τη διευθύντρια γιατί μας φέρονταν φιλικά και δεν μας κρατούσαν σε απόσταση. Ώσπου τη μια, την πιο νέα, την έδιωξε γιατί μας υπερασπίστηκε όταν εκείνη μας κατσάδιασε άδικα. Παρ’ όλα αυτά το αγαπούσαμε το σχολείο επειδή η φιλία μας ήταν τόσο δυνατή που δεν την αλλάζαμε με τίποτα.

Όταν οι γονείς μας, που ήταν πολύ δημοκρατικοί, θέλησαν να μας αλλάξουν σχολείο και σε μια διαφωνία με τη διευθύντρια μάς πήραν στη μέση της χρονιάς για να πάμε στη σχολή Αηδονοπούλου που για κείνα τα χρόνια ήταν -μα ακόμα και για σήμερα μπορούσε να είναι – ένα προοδευτικό, ελεύθερο σχολείο.

Η απελπισία μου δεν περιγράφεται. Είπα πως άρχιζε η πιο δυστυχισμένη μέρα της ζωής μου. Άφηνα τις φίλες μου που για μένα, ακόμα και τώρα, η φιλία είναι το πιο πολύτιμο πράγμα στη ζωή μου.

Πήγα με κατεβασμένα μούτρα, το σχολείο όμως εκείνο δεν ήθελε κανένα παιδί που να μην χαμογελάει. Σ’ έσπρωχναν να κάνεις κάτι που αγαπούσες, να ζωγραφίσεις, να παίξεις θέατρο, κουκλοθέατρο, να γράψεις. Εκεί έμαθα πως μ’ αρέσει να γράφω. Την πρώτη έκθεση που έγραψα χωρίς τον φόβο της διευθύντριας του άλλου σχολείου την δημοσίευσαν στο περιοδικό του σχολείου. Κι ύστερα, μια επιτροπή από τις μεγάλες μαθήτριες που έβγαζαν μια φορά τη βδομάδα την εφημερίδα του τοίχου- την κολλούσαν στον τοίχο στους διαδρόμους του σχολείου-, μου ανέθεσαν να γράψω το χρονογράφημα γιατί βρήκαν από την πρώτη εκείνη έκθεση που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό πως είχα χιούμορ. Έγραψα το πρώτο χρονογράφημα κι από τότε το έγραφα σχεδόν κάθε βδομάδα ώσπου τελείωσα το σχολείο. Δεν ξέρω αν θα γινόμουν συγγραφέας, αν δεν είχα αλλάξει σχολείο.

Έκανα καινούριες φίλες χωρίς όμως να ξεχάσω τις παλιές που κάθε μεσημέρι όταν σχολούσαμε με περίμεναν στη γωνιά ενός δρόμου ν’ αγκαλιαστούμε και να πούμε τα νέα μας.

Ήρθε ο πόλεμος. Ήτανε μια Δευτέρα και η πιο μεγάλη μου λύπη ήτανε ότι έκλεισε το σχολείο. Κι αργότερα, στην κατοχή, το σχολείο ήτανε σαν ένας φωτεινός φάρος μέσα στη μαυρίλα. Ας συναντούσαμε στο δρόμο ανθρώπους σωριασμένους κάτω από την πείνα, ας βλέπαμε άλλους να ψάχνουν στα σκουπίδια για να βρουν κάτι να φάνε, κι ας είχαμε δει ένα πρωί δυο κρεμασμένους από ένα φανάρι της πλατείας. Μόλις έκλεινε η πόρτα του σχολείου τα ξεχνούσαμε όλα, κι οι δάσκαλοί μας αδυνατισμένοι από την πείνα, με το κολάρο του πουκαμίσου τους να χάσκει στον λαιμό, έκαναν ό,τι μπορούσαν για να ξεχνάμε τη φρίκη και να έχουμε ενδιαφέρον για τη ζωή.

Παρ’ όλο που το σχολείο μας το είχαν επιτάξει οι Γερμανοί και στριμωχτήκαμε σε ένα άλλο κτήριο τρεις τρεις στα θρανία, τότε κάναμε τις παραστάσεις του κουκλοθέατρου που εγώ έγραφα τα έργα, άλλες έπαιζαν τους ρόλους κι άλλες έφτιαχναν σκηνικά και κοστούμια. Δουλεύαμε με πάθος, τα ξεχνούσαμε όλα. Κι αυτό, το οφείλαμε στην καθηγήτρια των τεχνικών, την Ελένη Περράκη, που κράτησε μετά την κατοχή για ολόκληρα τριάντα χρόνια το κουκλοθέατρο με το όνομα». Τότε που ήταν σχεδόν το μοναδικό θέαμα για παιδιά.

Και δεν ήτανε μόνο αυτή. Ο καθηγητής των αρχαίων ελληνικών ο Μιχάλης Αναστασίου-ξάδελφος του Καζαντζάκη- δεν μας άφηνε μόνο με τα εις μι ρήματα και δυο σελίδες από την Αντιγόνη να μάθουμε απ’ έξω. Μας διάβαζε από μετάφραση όλη την τραγωδία και ξέκλεβε λίγη ώρα πριν χτυπήσει το κουδούνι για να μας διαβάσει τη μεγάλη του αγάπη, τον Πέερ Γκυντ του Ίψεν.

Οι δάσκαλοι, αυτοί είναι το παν για το σχολείο. Τώρα περιμένω με ανυπομονησία να χτυπήσει το πρώτο κουδούνι για ν’ αρχίσω να επισκέπτομαι τα σχολεία, όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και σε όλη την Ελλάδα, να κουβεντιάσω με τα παιδιά.

Kι όλα αυτά τα χρόνια που πηγαίνω από σχολείο σε σχολείο, κατέληξα στο συμπέρασμα πως όλα εξαρτώνται από τον δάσκαλο. Είτε το σχολείο βρίσκεται σε μεγάλη πόλη είτε σε μικρή ή και σε χωριό ακόμα, εντυπωσιάζομαι από τα παιδιά που κάνουν τόσα δημιουργικά πράγματα, που ξέρουν να συνομιλούν κι έχουν διαβάσει τόσα βιβλία που απορείς πώς βρίσκουν τον χρόνο. Κι όλα αυτά γιατί υπάρχει ένας δάσκαλος που κλέβει ώρες από μαθήματα και από τη ζωή του για να κάνει τα παιδιά -δύσκολο πράγμα σήμερα -να αγαπήσουν το βιβλίο και να ξεφύγουν από το βαρετό πρόγραμμα του σχολείου .Τους θαυμάζω αυτούς τους δασκάλους. Μέσα στις δύσκολες και άχαρες μέρες που ζούμε, αυτοί είναι μια αχτίδα ελπίδας. Σ΄ ένα νησί, είχα επισκεφτεί ένα σχολείο, την έκτη τάξη Δημοτικού. Και τι δεν έκαναν αυτά τα παιδιά. Έπαιζαν σκηνές ολόκληρες από τα βιβλία μου, είχαν γράψει δικές τους σκέψεις, ως και τραγούδια είχαν γράψει σχετικά με τα βιβλία, τα τραγουδούσε μια μικρή χορωδία που μαέστρος ήταν ο δάσκαλος.

Ένας πολύ χαρούμενος δάσκαλος με ολοφάνερη την αγάπη του για τα παιδιά. Πριν αποχαιρετήσω τα παιδιά τα συγχάρηκα για τη δουλειά που είχανε κάνει μα είπα ακόμα πως τους συγχαίρω και για τον εξαίσιο δάσκαλό τους. Τότε σηκώθηκε ένα αγόρι και μου λέει: Μας άξιζε όμως. Όταν βγήκαμε από την τάξη ρώτησα το παιδί. Γιατί είπες πως σας άξιζε ένας τέτοιος δάσκαλος; Και τότε εκείνο, μου διηγήθηκε μια απίστευτη ιστορία. Από την αρχή του χρόνου ως τις γιορτές, είχαν έναν δάσκαλο που φοβόταν τα μικρόβια, δεν άγγιζε την κιμωλία να γράψει στο πίνακα, ούτε τα τετράδιά τους, κι έβαζε τα ίδια τα παιδιά να γυρίζουν τα φύλλα κι αν κάποιο τον άγγιζε κατά λάθος, έβαζε τις φωνές κι έφευγε από την τάξη. Τα παιδιά είχαν πέσει όλα σε κατάθλιψη κι όταν ήρθε ο καινούργιος δάσκαλος, έκανε μέσα σ’ ένα μήνα όλη την τάξη χαρούμενη και τα παιδιά με χαρά έκαναν χίλια δυο πράγματα μαζί του.

Ας αλλάζουν οι υπουργοί Παιδείας, ας αλλάζουν κάθε τόσο τους νόμους. Όταν υπάρχει ένας δάσκαλος με όρεξη και κέφι, τα παιδιά αποκτούν κι’ αυτά όρεξη και κέφι για δουλειά. Είτε σε καινούριο σχολείο βρίσκονται είτε σε λυόμενο ή σε τάξεις με ξεχαρβαλωμένα θρανία. Βλέπεις τα μάτια τους να λάμπουν.

Δεν θ’ άξιζε λοιπόν ένα φωτοστέφανο για τον δάσκαλο; Άραγε θα βρεθεί ποτέ χέρι να του το φορέσει;»

 

Γιατί ο εκπαιδευτικός δεν πρέπει να νοείται ως διεκπεραιωτής – κινείται από αγάπη και πάθος για αυτό που κάνει.

Είναι αυτός που μεταφέρει στάσεις ζωής και έναν κόσμο ολόκληρο στο μαθητή του,

αλλά στη διάρκεια του ‘ταξιδιού’ τους κάνει στάσεις για να δει στα μάτια του παιδιού εάν όλο αυτό τον αφορά.

Με άλλα λόγια, είναι νοιάξιμο και αφοσίωση.

Μάσκα

Σίγουρα το να φοράω μάσκα δεν είναι και ό,τι ευχάριστο. Στην αρχή μάλιστα-τους εαρινούς μήνες- ήταν ακόμη πιο δύσκολο. Κάθε φορά όμως που έμπαινα και μπαίνω σε ένα κατάστημα, η αίσθηση μιας –λιγότερο ή περισσότερο – ασφάλειας με έκανε όλο και πιο δεκτική, μέχρι που κατάφερα να τη φορώ και 3,5 ώρες συνεχόμενα, σε σημείο που να ξεχάσω την ύπαρξή της.

Δεν είναι το super όπλο στην εξάπλωση του περιβόητου ιού, αλλά η επιθυμία να γυρίσω στην προηγούμενη ζωή μου είναι super ισχυρή.

Το περίεργο είναι πως ενώ σε περιόδους κρίσης θα έπρεπε να ενισχύεται η κοινωνική συνοχή, την τρέχουσα περίοδο ισχύει το ακριβώς αντίθετο, με αποτέλεσμα ένα κλίμα διχασμού στο φλέγον θέμα «μάσκα στο σχολείο» και μητέρα να δηλώνει σε μέσο πως θα τάξει στο παιδί της μία σοκολάτα για κάθε μάσκα που θα αφαιρεί από τους συμμαθητές του…

Και ενώ εξειδικευμένοι επιστήμονες ανά τον κόσμο συλλέγουν δεδομένα – η αξιολόγηση των οποίων μπορεί να διαρκέσει και χρόνια- πολλές φορές οδηγούνται σε συμπεράσματα ή προτάσεις που έρχονται σε αντίθεση με προηγούμενα. Είναι και για αυτούς κάτι πρωτόγνωρο. Εκείνο όμως το συμπέρασμα στο οποίο σίγουρα καταλήγουν είναι πως μπορεί η χρήση μάσκας να μην είναι πανάκεια, είναι όμως σίγουρα ένας επιβραδυντικός παράγοντας στην εξάπλωση όλων των ιών, άρα και του κορωνοϊού.

Παρά την προσωπική – καθενός- γνώμη και τοποθέτηση, το καθολικά αποδεκτό είναι πως λύση δεν μπορεί να προκύψει μέσα από σχέσεις συγκρουσιακές με απόψεις που θα διατυπώνονται για τη δημιουργία εντυπώσεων. Αντίθετα, η αντιμετώπιση του προβλήματος εξαρτάται από όλους μας και πρόκειται για μία καθαρά συμμετοχική διαδικασία.

Σε αναμονή της ανακοίνωσης της ημερομηνίας που τα σχολεία θα ανοίξουν, εκείνο που πραγματικά με ανησυχεί –και πίστευα πως το ίδιο θα ίσχυε και για τους υπόλοιπους- δεν είναι η υποχρεωτικότητα ή μη της χρήσης τη μάσκας, αλλά το εάν πραγματικά ανοίξουν και θα παραμείνουν ανοικτά τα σχολεία.

Το να φοράμε τη μάσκα στην αίθουσα σίγουρα δεν είναι ευχάριστο- ούτως ή άλλως η κουλτούρα μας αλλά και η αίσθηση της έννοιας της πειθαρχίας απέχει πολύ από την αντίστοιχη ασιατικών χωρών- και η διδακτική διαδικασία θα μας δυσκολέψει μέχρις ότου βρούμε ‘τα πατήματά μας’. Όταν, όμως, όλοι –εκπαιδευτικός, παιδιά, μασκότ της τάξης, γονείς- φοράμε τη μάσκα, τότε τα παιδιά θα αντιληφθούν αυτό ως μία κανονικότητα (και ας είναι περίεργη, ενοχλητική και ευχή όλων …προσωρινή) στην σχολική τάξη και σύντομα θα προστεθεί και αυτό στους κανόνες λειτουργίας της.

Αντίθετα, είναι μεγαλύτερος ο κίνδυνος του να παραμένουν τα παιδιά επ’ αόριστον στο σπίτι με την παρέα της τηλεόρασης και του tablet. Πόσο Τik Τok πια; Το φυσικό είναι να βλέπεις τα παιδιά μαζί με άλλα παιδιά. Το αφύσικο είναι να κουνιούνται περίεργα μπροστά σε μία οθόνη διαρκώς- προσωπικά μου πήρε μέρες να καταλάβω γιατί γινόταν αυτό (!!!)

Εκτός εάν πιστεύει κανείς πως η εξ αποστάσεως διδασκαλία είναι η καλύτερη λύση…

Ή πως το να ξυπνούν τα παιδιά μας στις 11:00 ή να κοιμούνται στις 24:00 είναι πιο υγιές…

Ή το να ζουν σα να είναι συνεχώς σε διακοπές χωρίς μία κανονικότητα και δομή στην καθημερινότητά τους είναι πιο ασφαλές για την ψυχολογία τους και τη δόμηση της προσωπικότητάς του ως αυριανοί ενήλικες…

Mom – A Mother, Missing Home

Ένα animation από την Kορέα που δείχνει τον κύκλο της ζωής μίας γυναίκας, η οποία πριν φέρει στον κόσμο το δικό της παιδί, υπήρξε η ίδια παιδί,  ενηλικιώθηκε, ερωτεύτηκε, αγάπησε, παντρεύτηκε και ήρθε η στιγμή να φύγει από το σπίτι της, Μέχρι εκείνη τη στιγμή αποτέλεσε το σημαντικότερο πράγμα στον κόσμο για τη δική της μητέρα.

Έχοντας αποκτήσει πια το δικό της μωρό, ο κύκλος επαναλαμβάνεται, η ίδια βρίσκεται σε νέο ρόλο και χρόνια μετά θυμάται το σπίτι της και τις γλυκιές αναμνήσεις που το πλαισιώνουν.

Κι αυτές οι αναμνήσεις είναι ένας θησαυρός. Δεν κοστίζουν χρήματα – μόνο χρόνο. Και αυτό είναι που τις κάνει πολύτιμες.

Σήμερα  20 χρόνια αναμνήσεων…

Η Ελληνική Παιδιατρική Εταιρεία για τη χρήση μάσκας

ΠΗΓΗ: https://www.alfavita.gr  

Πολλοί παιδίατροι, ιατροί άλλων ειδικοτήτων και γονείς μας απευθύνουν πολλά μηνύματα σχετικά με τη χρήση της μάσκας στα παιδιά δήλωσε ο Πρόεδρος της Ελληνικής Παιδιατρικής Εταιρείας Καθηγητής Παιδιατρικής κ. Ανδρέας Κωνσταντόπουλος.

«Είναι γνωστό σε όλους μας ότι ο νέος κορωνοϊός (SARS-COV-2) είναι εδώ και προσβάλλει όλες τις ηλικίες, από τη νεογνική μέχρι τις μεγάλες ηλικίες. Βέβαια υπάρχουν και εκείνοι, που παρά τα εκατομμύρια κρουσμάτων και την απώλεια εκατοντάδων χιλιάδων ζωών παγκοσμίως, δεν αποδέχονται την παρουσία του ιού και επιμένουν στη μετάδοση fake news. Το πειστήριο για την ύπαρξη και την επικινδυνότητα του ιού είναι η επίσκεψη σε μονάδα εντατικής νοσηλείας και η παρακολούθηση από διαχωριστικό υαλοπίνακα επί αρκετό χρονικό διάστημα των αρρώστων» ανέφερε.

«Τα μέτρα πρόληψης είναι γνωστά. Πλύσιμο χεριών, τήρηση αποστάσεων και χρήση μάσκας. Στο στάδιο που βρισκόμαστε σήμερα, το μοναδικό όπλο, που έχουμε στα χέρια μας για την προστασία των παιδιών είναι η χρήση μάσκας», πρόσθεσε.

Στη συνέχεια, απάντησε σε ερωτήματα που έχουν εκφράσει γονείς και γιατροί για τη μάσκα και τα παιδιά:

1) Σε ποιες ηλικίες μπορεί να χρησιμοποιηθεί η μάσκα;

Η μάσκα μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε όλα τα παιδιά άνω των 2 ετών. Τόσο η Αμερικάνικη Ακαδημία Παιδιατρικής όσο και το CDC της Αμερικής αλλά και η Παγκόσμια Παιδιατρική Εταιρεία συνιστούν τη μάσκα σε παιδιά άνω των 2 ετών.

ΟΧΙ. Ακόμη και όταν παίζει ή τρέχει το παιδί στο διάλειμμα. Εξαιρείται η περίπτωση της έντονης γυμναστικής άσκησης (τότε όμως πρέπει να τηρούνται μεγάλες αποστάσεις) ή περιπτώσεις ύπαρξης χρόνιου σοβαρού αναπνευστικού προβλήματος, συνήθως κληρονομικού.

3) Η μάσκα παρεμβαίνει στην ανάπτυξη των πνευμόνων;

ΟΧΙ. Σε άτομα που χρησιμοποιούν μάσκα για μακρύ χρονικό διάστημα δεν έχει βρεθεί καμία ένδειξη ότι επηρεάζει την ανάπτυξη των πνευμόνων. Βλάβες στο πνευμονικό παρέγχυμα δημιουργούνται κυρίως από λοιμώξεις, που η μάσκα προστατεύει.

4) Μπορεί η μάσκα να εξασθενήσει το αμυντικό (ανοσολογικό) σύστημα του παιδιού;

OXI. Η μάσκα δεν έχει καμία επίδραση στο αμυντικό σύστημα, αντίθετα το προστατεύει.

5) Η μάσκα προστατεύει μόνο από λοίμωξη COVID-19;

Η χρήση μάσκας προστατεύει από τη γρίπη, COVID-19 και άλλες ιογενείς λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος. Κάθε χρόνο μετά τα Χριστούγεννα τα περισσότερα σχολεία σχεδόν έκλειναν για 1-1.5 μήνες εξαιτίας της γρίπης. Αυτά τα παιδιά με τη μάσκα δεν θα αρρωστήσουν.

6) Τι μάσκα πρέπει να χρησιμοποιούμε;

Οι υφασμάτινες μάσκες, συστήνονται για τα παιδιά, από όλους τους οργανισμούς. Θα πρέπει βέβαια να είναι διαφορετικό μέγεθος για τα μικρά παιδιά απ΄ ότι στα μεγαλύτερα παιδιά. Θα πρέπει να είναι άνετη και να φοριέται σωστά. Και εδώ βρίσκεται το σημείο προσοχής!!. Στην εκμάθηση του παιδιού να τη χρησιμοποιεί σωστά. Είναι επίσης πολύ σημαντικό να ακολουθούνται από τους γονείς οι κανόνες για τον σχολαστικό καθαρισμό της.

7) Μπορεί το παιδί να μάθει να φορά τη μάσκα σωστά;

Τα παιδιά μαθαίνουν πολύ εύκολα και αφομοιώνουν τις οδηγίες – μερικές φορές πολύ πιο εύκολα και από τους ενήλικες. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι στα πολύ μικρά παιδιά να τα εκπαιδεύσουμε να φορούν και να ανέχονται τη μάσκα. Φορέστε μάσκα στο αγαπημένο λούτρινο ζωάκι του παιδιού, να φορέσουν οι γονείς και τα παιδιά μάσκα μπροστά στο καθρέφτη, να τους εξηγήσουμε ότι με τη μάσκα προσπαθούμε να κρατήσουμε μακριά τα «κακά» μικρόβια, να δεχθούμε ερωτήσεις και να τους απαντήσουμε. Τα παιδιά μας μαθαίνουν τόσα πολλά από πολύ μικρή ηλικία που πραγματικά μια πρακτική εφαρμογή δεν θα τους δημιουργήσει κανένα απολύτως πρόβλημα και η γνώση θα αφομοιωθεί άμεσα. Αρκεί να γίνει σωστά! Η εκπαίδευση των παιδιών για τη χρήση μάσκας πρέπει να γίνεται εκτός από τους γονείς και από τους εκπαιδευτικούς, που πρέπει να βοηθούν τα παιδιά ειδικά στην αρχή μέχρι να εξοικειωθούν.

8) Είναι επικίνδυνη η μάσκα και για πόσο χρόνο μπορεί να χρησιμοποιηθεί;

Η μάσκα αποτελεί μέρος καθημερινής ρουτίνας σε άλλες γεωγραφικές περιοχές, όπως π.χ. στην Άπω Ανατολή πολλά χρόνια πριν την εμφάνιση της COVID-19.

9) Ποια είναι τα οφέλη από τη χρήση της μάσκας;

1. Προστατεύει από τη μετάδοση του COVID-19
2. Προστατεύει από τη γρίπη
3. Υπάρχει και το επιπρόσθετο κέρδος ότι βοηθά στην ελάττωση της εξάπλωσης άλλων οξέων ιογενών αναπνευστικών λοιμώξεων
4. Δεν νοσούν τα παιδιά γεγονός και παράλληλα προστατεύονται και τα άτομα τρίτης ηλικίας που τα παιδιά έρχονται σε επαφή (παππούδες)
5. Τα παιδιά δεν αναγκάζονται σε απουσίες και διακοπή της εκπαίδευσης που λαμβάνουν στο σχολείο

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ, η μάσκα προστατεύει από τη μετάδοση της COVID-19 και άλλων ιογενών λοιμώξεων. Η χρήση μάσκας είναι απολύτως ασφαλής, εύκολος ο τρόπος εφαρμογής της και ο πιο οικονομικός τρόπος αντιμετώπισης της COVID-19 για τα παιδιά ηλικίας από 2 ετών και άνω. Μεγάλη έμφαση πρέπει φυσικά να δοθεί στη σωστή εκπαίδευση από το οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον για τη σωστή χρήση της.