Στα βήματα του Πατούχα ξανά!

περιβαλλοντική λογοτεχνική ομάδα Γυμνασίου Κουνουπιδιανών Χανίων (σε συνεργασία με το 6ο Γυμνάσιο)

Το κείμενο: Ιωάννη Κονδυλάκη, Ο Πατούχας (αποσπάσματα)

Ο ΠΑΤΟΥΧΑΣ

Α΄

1(Το γεγονός της ημέρας στο χωριό ήταν η εμφάνιση του γιού του Σαϊτονικολή, που ήταν σχεδόν άγνωστος μέχρι τότε, ο οποίος παρουσιάστηκε τόσο ξαφνικά, μια Κυριακή του 1863, δεκαοχτώ ετών, ανδρούκλακας ως εκεί πάνω, με ανάπτυξη καταπληκτική. Τον διάολο το Σαϊτονικολή, γιο που τον έκανε! Είδες μπόι, είδες πλάτες; Και τι έχει να γίνει ακόμη μέχρι να αντροπατήσει! Πού ήταν αυτό το παιδί, κι έτσι μονομιάς ξεπετάχτηκε άντρας θεριεμένος;

Βέβαια στη χώρα δεν ήταν. Το πράγμα φαινόταν από μια ώρα μακριά. Μετά την πρώτη εντύπωση, οι φιλόψογοι άρχισαν να βλέπουν διάφορα ψεγάδια στο νέο, και τα εμπαικτικά γέλια διαδέχτηκαν το θαυμασμό. Λεγόταν δηλαδή, ότι επειδή ζούσε μέχρι τότε μακριά από τους ανθρώπους, βοσκός στα βουνά από μικρό παιδί, είχε γίνει ζώο με τα ζώα. Μόνο που δεν κουτουλούσε. Να μιλήσει καλά καλά δεν ήξερε κι όταν βρισκόταν ανάμεσα σε ανθρώπους τα έχανε κι έκανε σαν αγριότραγος που κοιτάζει από πού να φύγει). πατουχας1

2( Η δε Σπυριδολενιά, διάσημη ψεγαδιάστρα και γι’ αυτό αρκετά επίφοβη, έτοιμη πάντοτε εάν στραβοπατούσες, να σου βγάλει τραγούδι, όταν τον είδε έκανε τάχα πως φοβήθηκε: «Μάνα μου!».Έπειτα γέλασε  το συριστικό και ξερό γέλιο της και αφού έσκυψε, ψιθύρισε στη διπλανή της το εξής αυτοσχέδιο επίγραμμα:

Καλώς τονε που πρόβαλε με τση μακρές χερούκλες,

Με τα μεγάλα μάγουλα και με τση ποδαρούκλες.

Το δίστιχο αυτό, με το οποίο η Σπυριδολενιά χάραξε, με μια μονοκονδυλιά, τη γελοιογραφία του νέου, αφού μεταδόθηκε από αυτί σε αυτί, μαζί με μικρά σκιρτηματικά γέλια, προκάλεσε πλημμύρα φαιδρότητας στην ομάδα των γυναικών, οι οποίες παρατηρούσαν, καθισμένες κάτω από το μεγάλο πλάτανο με τα κυριακάτικά τους, τους περαστικούς από το δίσταυρο).πατουχας2 Μια από αυτές κυριεύθηκε από σπασμωδικό και ασταμάτητο γέλιο, κι ενώ με το ένα της χέρι κρατούσε τα στήθη της, με το άλλο χτυπούσε τον ώμο της Λενιάς:

-Θεοσκοτωμένη, να σκάσω θέλω από τα γέλια, σε καλό να μου βγούνε!

3(Κι όσο παρατηρούσαν το νέο να απομακρύνεται με τα μεγάλα χέρια να κρέμονται σαν περιττά και άχρηστα εξαρτήματα, με τα μεγάλα πόδια, στα οποία είχε μεταδοθεί το σάστισμα της κεφαλής, βλέποντας όλο εκείνο τον κολοσσό, που από την παραζάλη της ανθρωποφοβίας βάδιζε σα στραβός, σκουντουφλώντας στις πέτρες, η κωμική του επιγράμματος εικόνα φαινόταν περισσότερο τώρα ταιριαστή και τα γέλια δε σταματούσαν.

Μετά από κάποιες ώρες το δίστιχο έκανε το γύρο του χωριού, συνοδευόμενο κι από ένα κοροϊδευτικό επίθετο. Για να συμπληρώσει το έργο της η Σπυριδολενιά, τον ονόμασε Πατούχα, αφού εμπνεύσθηκε από τα πλατιά του πόδια, το καταπληκτικότερο χαρακτηριστικό του καταπληκτικού εκείνου εφήβου).πατουχας3

4( Ο Μανόλης, που ονομάστηκε με αυτό τον τρόπο Πατούχας, είχε δείξει από μικρή ηλικία τόση αγάπη για την ποιμενική ζωή, ώστε με δυσκολία τον απέσπασε ο πατέρας του από τα πρόβατα για να τον παραδώσει στο δάσκαλο, έναν καλόγερο ο οποίος πριν από λίγο καιρό είχε ανοίξει ένα σχολείο, στο οποίο έδινε περισσότερους ραβδισμούς παρά μαθήματα.  Ο καλόγερος δίδασκε τα κοινά ή τα λεγόμενα εκκλησιαστικά γράμματα και κατάρτιζε αναγνώστες, που μπορούσαν να ψάλλουν στην εκκλησία και να έχουν στη ζώνη, ως έμβλημα της αξίας τους, το μακρύ ορειχάλκινο καλαμάρι. Αλλά σε διάστημα δεκαπέντε ημερών ο Μανόλης δεν κατόρθωσε να μάθει τίποτα περισσότερο από τη φράση «Σταυρέ βοήθει», την οποία τότε έβαζαν πριν από το αλφάβητο. Ο δάσκαλος από την πλευρά του, αφού μάταια εξάντλησε εναντίον του όλες τις δευτερεύουσες τιμωρίες και έσπασε στη ράχη του δεκάδες ραβδιά, δοκίμασε και τον περιβόητο φάλαγγα. Ο Μανόλης που είχε φρικτή εντύπωση γνωρίζοντας για το διδασκαλικό αυτό βασανισμό, πρόβαλε απελπιστική αντίσταση. Αλλά ο καλόγερος υποβοηθούμενος από τους πρωτόσχολους, κατόρθωσε να συλλάβει τις γυμνές του κνήμες και να του μετρήσει στα πέλματα παρά μια τεσσαράκοντα.

Το παιδί με αιμόφυρτα πόδια ορκίστηκε να μην επιστρέψει πια σε εκείνη την κόλαση. Αλλά και ο πατέρας του είχε ορκιστεί «να τον κάμει άνθρωπον». Δεν ήθελε να μείνει το παιδί του, όπως αυτός, ξύλο απελέκητο. Και την επόμενη ημέρα τον οδήγησε με τη βία στο σχολείο, ενώ το παιδί έκλαιγε και τον ικέτευε, και έδωσε στο δάσκαλο τη φοβερή απαίτηση: «Μόνο τα κόκκαλα γερά, δάσκαλε». Ο δάσκαλος ακολούθησε ευσυνείδητα την πατρική εντολή, αλλά ο Μανόλης, ο αμεσότερα ενδιαφερόμενος, δε συμμεριζόταν τη γνώμη του πατέρα του. Και μια μέρα, αφού εκσφενδόνισε ενάντια στο δάσκαλο τη φυλλάδα που ήταν στηριγμένη σε καλάμι, τράπηκε σε φυγή. Αντί να μεταβεί στο πατρικό σπίτι, από όπου την επόμενη ημέρα θα οδηγούνταν πάλι στο φοβερό καλόγερο, ακολούθησε την οδό που οδηγεί στα όρη και μετά από λίγη ώρα βρισκόταν στη μάντρα του πατέρα του).πατουχας4

5( Όταν έφτασε εκεί πάνω, ανάμεσα στα γνώριμα βουνά, στα γνώριμα δέντρα και στα γνώριμα ζώα, ανάμεσα στους μόνους  αληθινούς και γνώριμους φίλους του, τον κυρίευσε η χαρά του ανθρώπου που επιστρέφει στην πατρίδα, την οποία πατρίδα έτρεφε ελπίδα πως θα ξαναδεί. Και θα χοροπηδούσε σαν τρελός αν δε μετρίαζε τη χαρά του ο φόβος ότι ο πατέρας του θα ερχόταν για να τον επαναφέρει στο σχολείο. Η επιμονή του αυτή του φαινόταν τελείως αδικαιολόγητη. Τι τα ήθελε τα γράμματα, αφού έτσι ήταν τόσο καλά, τόσο ευχαριστημένος; Αυτός ό,τι επιθυμούσε για να είναι ευτυχής το είχε. Ήθελε να είναι βοσκός και ήταν βοσκός. Γιατί τον απέσπασαν  από την ευτυχία του και τον καταδίκασαν να κάθεται για ώρες ακίνητος, με την απειλή των βλοσυρών βλεμμάτων ενός κακού ανθρώπου, μέσα σε τέσσερις τοίχους; Για να μάθει γράμματα; Τι να τα κάνει τα γράμματα; Αυτός θα γινόταν από παλιά βοσκός και κανείς από τους βοσκούς που ήξερε δεν ήταν μορφωμένος. Είχε εξάλλου σχηματίσει την πεποίθηση ότι ήταν αδύνατον να μάθει γράμματα. Τα είχε πάρει από φόβο. Έπειτα ο τρόμος, που του είχε εμπνεύσει ο δάσκαλος, του είχε φέρει τέτοια ταραχή, ώστε παρέλυαν η μνήμη και η γλώσσα του ταυτόχρονα. Για να συνηθίσει να μη λέει το Α άφλα έφαγε αμέτρητα χαστούκια. Μόλις μάθαινε ένα από τα γράμματα του αλφαβήτου, ξεχνούσε το προηγούμενο. Και μόλις ερχόταν κοντά του ο δάσκαλος, τα ξεχνούσε όλα ή έλεγε άλλα αντί άλλων.

Και όμως αυτός, που δεν κατόρθωνε να μάθει τα εικοσιτέσσερα γράμματα, γνώριζε όλα τους τα γιδοπρόβατα ένα ένα. Και δεν είχαν λίγα. Πώς συνέβαινε σα βοσκόπουλο να είναι ξεφτέρι, και στο σχολείο να αποσβολωθεί έτσι, ώστε να μη διαφέρει από το σκαμνί, στο οποίο καθόταν;)πατουχας5 Μπορούσαν τα άλλα παιδιά να σφυρίξουν σαν αυτόν και να ρίξουν την πέτρα μακρύτερα «αποβοσκιστή»; Ήξερε κανείς σαν κι αυτόν τα σημάδια των γιδοπροβάτων; Αυτός και τώρα αν τον άφηναν, ήταν ικανός να αρμέξει και να τυροκομήσει ακόμη.

6( Όταν επανήλθε στα βουνά του, ήταν σα να έφυγε μια ομίχλη σκοτεινή από τον εγκέφαλό του κι ένα βάρος που του δέσμευε τα μέλη του. Του φαινόταν ότι ήταν ελεύθερος όπως τα πουλιά που πετούσαν γύρω του.

Βλέποντας ύστερα από καιρό τους γονείς και τους αδελφούς του, ποτέ δεν αισθάνθηκε τη χαρά, την οποία αισθανόταν ξαναβλέποντας τώρα τα γνώριμα μέρη, τα πρόβατα και τις αίγες, οι οποίες τον έβλεπαν κοντά τους πάλι με ένα βλέμμα ευχάριστης έκπληξης, σα να του έλεγαν : «Καλώς τονε! Τι μας έγινες τόσον καιρόν;»  Και με γενικό κουδούνισμα του φαινόταν σα να γιόρταζαν την επιστροφή του. Η αληθινή του οικογένεια ήταν τα άκακα εκείνα ζώα και τα ακόμη αγαθότερα δέντρα, και οι βράχοι, και τα αγριολούλουδα που του απηύθυναν, έλεγες, φιλικό χαιρετισμό, καθώς πάλλονταν στις απόκρημνες πλαγιές. Όλα, ζωντανά και άψυχα, του γελούσαν με στοργή, την οποία μόνο στο μητρικό ίσως πρόσωπο έβλεπε. Και τα ίδια τα κοράκια, που περνούσαν κράζοντας ψηλά στον αέρα, του φαινόντουσαν φίλοι.

Οι σκύλοι της μάντρας είχαν σπεύσει να τον προϋπαντήσουν τρελοί από χαρά. Κι όταν συναντήθηκαν, ο Μανόλης κυλίστηκε μαζί τους πάνω στα χόρτα, επιστρέφοντας τα χαϊδέματα σα σκυλάκος και μιλώντας τους σα να ήταν άνθρωποι:

–      Εσείς ελέετε πως δε θα ξανάρθω στα ωζά, αι; Κεγώ το φοβήθηκα. Αι, μωρέ παιδιά, κακά πούνε στο χωριό, σα σε βάλουνε και στο σκολειό! Κατέχετε ειντά ‘νε το σκολειό; Ένα σπίτι που πανε κάθε μέρα τα κοπέλια κ’ εκ’ ειν’ ένας καλόγερος, που τόνε λένε δάσκαλο, και τα δέρνει.

Από ευνόητη λεπτότητα ο γιος του Σαϊτονικολή απέφυγε να διηγηθεί στους φίλους του το ταπεινωτικό επεισόδιο του φάλαγγα. Εξέφρασε μόνο σ’ αυτούς την αγανάτησή του ενάντια στον καλόγερο και είπε ότι αν βέβαια τον συναντούσαν κάποια ημέρα, θα τον συγύριζαν  καλά με τα δόντια τους.)πατουχας6

7( Όπως προέβλεπε ο Μανόλης, ο πατέρας του ανέβηκε στη στάνη με σκοπό να τον κάνει να επιστρέψει με την πειθώ ή με τη βία στο σχολείο. Ανέβηκε πολλές φορές, αλλά μάταια κοπίασε. Μόλις τον έβλεπε ο Μανόλης, έφευγε σαν αγρίμι και κραύγαζε κλαίγοντας:

-Δε θέλω γράμματα! Δε θέλω!

Φοβέριζε ακόμη, ότι αν ο πατέρας του επέμενε, θα έπεφτε να σκοτωθεί στη διπλανή χαράδρα.

Και είχε τόση ειλικρίνεια στη φωνή και τόση αποφασιστικότητα στο βλέμμα, ώστε ο Σαϊτονικολής φοβήθηκε ότι, αν επιχειρούσε να μεταχειριστεί βία, θα εκτελούσε την απειλή του. Επιτέλους, αφού απελπίστηκε, τον άφησε στην οργή του Θεού. Θέλω παιδί μου να ‘ χεις χίλια πρόβατα, μα σα δε θες εσύ, «ουρά μην αποτάξεις». Και θα δούμε ποιος θα το μετανοιώσει.)πατουχας7

8( Στην ερημιά, στη σιγή των βουνών και των χειμαδιών, ο Μανόλης δεν άργησε να εξαγριωθεί πλήρως. Σε αυτό  συντέλεσε σε μεγάλο βαθμό και η φοβερή ανάμνηση του σχολείου. Ο φόβος, που του ενέπνευσε ο δάσκαλος, μεταβλήθηκε σε γενική ανθρωποφοβία. Φοβόταν με το δέος του άγριου ζώου, και όπως αυτό, όταν έβλεπε άνθρωπο, ήταν έτοιμος να τραπεί σε φυγή και να κρυφτεί. Οι μόνοι άνθρωποι τους οποίους δε φοβόταν  ήταν οι σύντροφοί του, ποιμένες και τυροκόμοι, ημιάγριοι, όπως κι αυτός. Αλλά ενώ εκείνοι κατέβαιναν σποραδικά στο χωριό, για να εκκλησιάζονται και να μεταλαμβάνουν, ο Μανόλης ούτε αυτήν την ανάγκη αισθανόταν. Από τη θρησκεία διατηρούσε μια ιδέα στοιχειώδη και αμυδρή. Γνώριζε κάποια συγκεχυμένα πράγματα περί Κολάσεως και Παραδείσου, ήξερε το «Πάτερ ημών» και το «Χριστός Ανέστη», αξιοθρήνητα διαστρεβλωμένα, αλλά η προσευχή του αποτελούνταν κυρίως από σταυρούς και γονυκλισίες.)πατουχας8 Όταν άστραφτε και βροντούσε, σταυροκοπιόταν γεμάτος φόβο ψιθυρίζοντας: «Μήστητί μου, Κύριε, μήστητί μου, Κύριε!». Διότι θεωρούσε τη βροντή ως την  απειλή της θείας αγανάκτησης, όπως στην αρμονία της ανθισμένης και φωτολουσμένης φύσης έβλεπε το μειδίαμα της Θείας αγαθοσύνης. Ο Θεός του ήταν γέροντας πελώριος με μακρύ λευκό μούσι και δασύτριχα φρύδια, που κατοικούσε στον απέραντο ουρανό, εκεί από όπου το οργισμένο του βλέμμα έριχνε τη φρικαλέα του αστραπή ανάμεσα στα νέφη.

9( Δε λύπησε τόσο τους γονείς του η εγκατάλειψη των μαθημάτων, όσο τους ανησυχούσε η λήθη των θρησκευτικών του καθηκόντων. Χρόνος και παραπάνω είχε περάσει από την απόδρασή του και κατά το διάστημα αυτό ούτε κοινώνησε, ούτε λειτουργήθηκε στην εκκλησία. Και έφτυσε αίμα ο πατέρας του για να τον πείσει να κατεβεί στο χωριό, μόνο και μόνο για να μεταλάβει. Του έδωσε υποσχέσεις, τον φοβέριζε ότι θα τιμωρούνταν, του είπε ότι η μητέρα του έκλαιγε επιθυμώντας να τον δει, αλλά έμεινε αμετάπειστος. Μόνο όταν του είπε ότι, επιμένοντας να μην πηγαίνει στην εκκλησία και να μη μεταλαβαίνει, θα γινόταν Τούρκος, διότι και οι Τούρκοι ούτε στην εκκλησία πηγαίνουν, ούτε μεταλαβαίνουν, άρχισε να σκέφτεται και επιτέλους δέχτηκε.

Στο χωριό κατέβηκε νύχτα και το πρωί αφού μετέβη στην εκκλησία, λούφαξε σε μια γωνία, όπως ο λαγός, που αισθάνεται το γύπα να πετάει τριγύρω του, κι αφού κοινώνησε, αναχώρησε αμέσως για τα όρη.)πατουχας9

Σταδιακά όμως ξαναπήρε θάρρος και κατέβαινε δυο και τρεις φορές το χρόνο, για να πηγαίνει στην εκκλησία. Διατηρούσε όμως πάντοτε τη νευρική ανησυχία και το σπινθηροβόλημα των ματιών του θηρίου που δεν είχε πλήρως δαμαστεί.

Στη σταδιακή αυτή εξημέρωση συντέλεσαν προπάντων οι προσπάθειες της μητέρας του, η οποία καθώς τον συνόδευε στην εκκλησία, του δίδασκε πώς να φέρεται. Μετά την απόλυση της λειτουργίας, έπρεπε να μένει για λίγο στην αυλή της εκκλησίας και να χαιρετά τους χωριανούς, τοποθετώντας το χέρι πάνω στο στήθος και υποκλίνοντας την κεφαλή: «Καλή μέρα τςαφεντιάς σας». Έπειτα να παρακολουθεί τους χωριανούς ενώ συζητούσαν κι έλυναν τις διαφορές τους ενώπιον των προεστών, «για να παίρνει πράξη». Και στο τέλος, όταν θα εξερχόταν ο παπάς, να πλησιάζει, να του φιλεί το χέρι και να φεύγει. Ο Μανόλης ακολουθούσε τις συμβουλές της μητέρας του για κάποιο διάστημα και άρχιζε μάλιστα να του αρέσει και η εκκλησία, προπάντων όταν μοίραζαν κόλυβα ή άρτο.

Αλλά δε μπορούσε ακόμη να εξοικειωθεί με τους ανθρώπους, κάποιοι δε άρχισαν να μαντεύουν την ανθρωποφοβία του, γιατί τέτοια φαινόμενα δεν ήταν τότε και δεν είναι ίσως ακόμη σπάνια στα χωριά της Κρήτης. Κάποια ημέρα, μετά την απόλυση της λειτουργίας, ο Βούργαρης, ένας αστείος χωρικός, τον πλησίασε με τρόπο και αιφνιδιαστικά με όλη του τη πνοή ξεφύσηξε βροντερό φύσημα, πούφ! Ο Μανόλης, αφού συνταράχτηκε σαν αίλουρος, αναπήδησε και τράπηκε σε φυγή, ενώ στο κατόπι του οι χωρικοί καγχάζανε και κραυγάζανε, σαν σε λαγό που διαφεύγει και τον κυνηγούν οι σκύλοι:

–      Ού, μωρέ, πιασ’ τονε!

Μετά από το κωμικό αυτό πάθημα, διέκοψε για μεγάλο διάστημα πάλι τις σχέσεις του με τους ανθρώπους. Όσες φορές δε κατέβαινε για να μεταλάβει, δε χρονοτριβούσε πλέον στην αυλή, αλλά αναχωρούσε αμέσως.

10(  Στην ερημιά η φαντασία του είχε προσωποποιήσει τα πάντα κι είχε σχηματίσει κόσμο χιμαιρικό, στον οποίο δεν αισθανόταν την απομόνωση. Στον κόσμο εκείνο μάλιστα βρισκόταν και μερικοί από τους χωριανούς του. Στα σχήματα και τις γραμμές των βράχων εύρισκε ομοιότητες με τις φυσιογνωμίες τους. Έτσι πάνω σε μεγάλη πλάκα, η οποία στεκόταν απέναντι από τη μάντρα, έβλεπε τη μορφή μιας γειτόνισσάς τους, της Πετρογιάνναινας. Άλλος βράχος ψηλότερα, μαύρος, του φαινόταν απαράλλαχτος ο Τζαμπότζας, ο αράπης, που γύριζε από πόρτα σε πόρτα και διακόνευε. Και ήταν μία από τις διασκεδάσεις του να τον πετροβολά. Έτσι τον πετροβολούσαν και τα παιδιά στο χωριό, αλλά άμα γύριζε το μαύρο του μούτρο και γυάλιζαν τα δόντια του, ου! Όπυ φύγει φύγει τα παιδιά…Να και ο παπά- Δημήτρης, ένας μεγάλος γεροντόπρινος. Και λίγο παραπέρα ένας Τούρκος με τη σαρίκα του. Τον γνώριζε αυτόν τον Τούρκο, τον Μαυρομπραίμη. Έλεγαν πως είχε σκοτώσει έναν του μπάρμπα και ο πατέρας του τον μαχόταν φοβερά. Για αυτό τον μισούσε και αυτός και όσες φορές διάβαινε από κοντά τους, δεν παρέλειπε να του ρίξει μερικές πέτρες.

Αυτός ήταν ο εχθρός του. Τον μισούσε περισσότερο κι από το δάσκαλο. Όλα τα άλλα, βράχοι, δέντρα, άνθη, που χαμογελούσαν πάνω στις ψηλές πέτρες ή βρυσούλες που μουρμούριζαν μέσα στα κλαδιά και τα καθαρά χαλίκια, ήταν φίλοι του. Αλλά ο καλύτερός του φίλος ήταν ο Θοδωρής. Δεν ήταν βράχος αυτός ή δέντρο, δεν ήταν τίποτε. Ήταν μόνο μια βραχνή φωνή που ερχόταν από το βάθος ενός στενού λαγκαδιού, κι ό,τι της φώναζες, το ξανάλεγε, σα να κορόιδευε. «Ε!» της έλεγες «Ε!» σου απαντούσε μονομιάς. Κι αυτός ήταν ο Θοδωρής, ένα βοσκάκι που είχε την κακή συνήθεια να κλέβει γιδοπρόβατα. Για αυτό το λόγο και απολιθώθηκε εκεί στο λαγκάδι και είχε κατάρα να επαναλαμβάνει κάθε φωνή.

Οι γεροντότεροι βοσκοί διηγούνταν στους νεότερους αυτήν την ιστορία, για να τους εμποδίζουν από τη ζωοκλοπή. Αλλά τόσο λίγο την πίστευαν και οι ίδιοι, ώστε δεν τους απέτρεπε να κλέβουν περισσότερο από το Θοδωρή.

Ο Μανόλης περνώντας, καλημέριζε πάντα τον απολιθωμένο βοσκό. «Καλημέρα , Θοδωρή» – Καλημέρα Θοδωρή, απαντούσε και η φωνή. Και ο Μανόλης γελούσε με την ανοησία ή τη δυστυχία του ζωοκλέφτη. «Όχι, μωρέ κουζουλέ!» του εφώναζε – Όχι μωρέ κουζουλέ, εφώναζε και ο πάντοτε αδιόρθωτος Θοδωρής.

Και έτσι δεν αισθανόταν ποτέ μοναξιά ο Μανόλης και ήταν πάντοτε ευχαριστημένος με τη ζωή του.)πατουχας10

11 (Αλλά έπειτα συνέβη μία μεταβολή. Πρώτον ο Μανόλης μεγάλωσε. Αυτό το πρόσεξε με αφορμή που του έδωσε ο πατέρας του, ο οποίος όταν ανέβηκε κάποτε στη μάντρα αναφώνησε όταν τον είδε:

–      Μωρ’ αυτό το κοπέλι εμεγάλωσε, αφτάρμιστά του!

Μεγάλωσε λέει; Τότε και ο Μανόλης θυμήθηκε ότι από κάποια στιγμή κι έπειτα αναγκαζόταν να σκύβει, όπως και οι μεγάλοι βοσκοί, για να μην κουτουλά στο ξύλινο ανώφλι του μιτάτου. Η αλήθεια είναι ότι η πόρτα του μιτάτου δεν είχε κανένα δικαίωμα να ονομαστεί μεγαλοπρεπής. Αλλά πριν από λίγο καιρό ήταν ακόμα ψηλή για το ανάστημα του Μανόλη. Του δόθηκε έτσι αφορμή να κάνει κι άλλες συγκρίσεις και δεν του έμεινε αμφιβολία ότι δεν ήταν πλέον παιδί. Η ιδέα δε ότι ήταν μεγάλος του έδινε μία υπερηφάνεια, την οποία δεν ήξερε πώς να εκδηλώσει, γιατί δε μπορούσε και να φανταστεί όλες τις συνέπειες αυτής της μεταβολής. Οπωσδήποτε η ιδέα ότι πλησίαζε να γίνει άντρας και δυνατός, με μουστάκια και γένια, του έδωσε δυνατές και βαθιές συγκινήσεις, από τις οποίες το μόνο συγκεκριμένο που καταλάβαινε καλά, ήταν ότι θα γινόταν πλέον ελεύθερος και κύριος του εαυτού του.

Όταν πέρασε από του Θοδωρή το λαγκάδι, του ανακοίνωσε το σπουδαίο γεγονός:

–      Θοδωρή! Κατές το πώς εμεγάλωσα!

Αλλά ο ανόητος ο Θοδωρής, αντί να τον συγχαρεί, επαναλάμβανε, όπως πάντοτε, απαράλλαχτα τη φράση.

Μπορούσε ο Μανόλης να παρατηρήσει και ένα άλλο ακόμη  χαρακτηριστικό της μεταβολής, αλλά ίσως του διέφυγε αυτό. Η φωνή του είχε γίνει βαριά και υπόβραχνη, όπως η φωνή των πετεινών, τα οποία αρχίζουν να κοκορεύονται.

Αλλά αφού παρήλθε η πρώτη χαρά και συνήθισε στην ανακάλυψη, άρχισε να χάνει την μέχρι τότε γαλήνη της ζωής του. Μία αόριστη ανησυχία τον καταλάμβανε, σα να του έλειπε κάτι, κάτι το οποίο δε γνώριζε και το οποίο αδυνατούσε να μαντέψει. Και στις στιγμές εκείνες του συνέβαινε να μένει σαν απολιθωμένος σε αφαίρεση, με το βλέμμα προσηλωμένο στο κενό, χωρίς να βλέπει και χωρίς να ακούει. Και στην ψυχή του έσταζε μελαγχολία, παραπλήσια στη νοσταλγία, με τη διαφορά ότι η νοσταλγία του νεαρού βοσκού δεν είχε ορισμένη κατεύθυνση. Ποθούσε το άγνωστο. Δεν είχε μάλιστα συνείδηση ότι ποθούσε κάτι.

Άλλες φορές αντίθετα, του ερχόταν μία υπερβολική ευθυμία, σαν παροξυσμός τρέλας. Κρατιόταν από κλαδί και χοροπηδούσε, προσπαθώντας να μιμηθεί με το στόμα τον ήχο της λύρας ή καταδίωκε χωρίς λόγο τους τράγους και τις αίγες, από ανάγκη ασταμάτητη να τρέχει και να πηδά, για να δαμάσει μια καυτή ορμή, έναν αναβρασμό χυμού νέας ζωής, που κυκλοφορούσε στις φλέβες του και ανέδιδε καπνούς από μέθη στο κεφάλι του. Πολλές φορές τα λαγκάδια αντιλαλούσαν από τις φωνές του, στις οποίες προσπαθούσε να δώσει ρυθμό τραγουδιού. Αλλά από τα τραγούδια που είχε ακούσει μόνο ένα δίστιχο διατηρούσε η μνήμη του και το ίδιο επαναλάμβανε με το στερεότυπο προανάκρουσμα: «Ε! αμάν, αμάν!»

Δυο μπάλες συρμαλίδικες θα βάλω στο τουφέκι…

Αλλά και άλλη μεταβολή συνέβη στην ψυχή του. Κάποιες φορές δεν ήταν πλέον ευχαριστημένος με τη ζωή, στην οποία πριν λίγα χρόνια είχε επιστρέψει με τόση χαρά. Ο χιμαιρικός κόσμος, στον οποίο ζούσε μέχρι τότε μία ζωή πλήρη, άρχιζε να του φαίνεται κενός και ψεύτικος. Και ερχόντουσαν στιγμές κατά τις οποίες ο λογισμός του ποθούσε έναν κόσμο άλλο, φανταστικό κι αυτόν, αλλά ο οποίος είχε κάποια κοινά χαρακτηριστικά με το χωρίο. Είχε για παράδειγμα μια βρύση, όπου βράδυ βράδυ μαζεύονταν οι κοπελιές με τα σταμνιά τους, βιαστικές, διότι τις καλούσαν στον εσπερινό μια καμπάνα και δυο ή τρία σήμαντρα.) Η καμπάνα εκείνη ήταν βέβαια του Αγίου Γεωργίου, που την είχαν κρεμασμένη σε ένα ξύλο, στην πόρτα δίπλα. Τώρα που μεγάλωσε, θα έφτανε κι αυτός να τη χτυπήσει. Πώς θαύμαζε και πώς ζήλευε, όταν ήταν στο χωριό, εκείνους που έφταναν κι έπαιζαν την καμπάνα! Κάποτε τον σήκωσε και αυτόν ο πατέρας του και τον βοήθησε να χτυπήσει το σείστρο. Τι χαρά που πήρε και τι φόβο συγχρόνως, όταν άκουσε τον ήχο που έκανε με το χέρι του! Ήταν τότε πολύ μικρός. Κι επειδή κάθε φορά ζητούσε να τον σηκώσουν και να παίζει την καμπάνα, τον φοβέρισαν. Του είπαν ότι μέσα στην καμπάνα ήταν μία γριά που την φοβούνταν, κι αυτός το πίστεψε.Ο κόσμος εκείνος των πόθων του έγινε ωραίο όνειρο, το οποίο έβλεπε ξυπνητός μέσα στο αποκορύφωμα μίας δύσης, στη γαλήνη της οποίας έσβηνε η απήχηση της καμπάνας.πατουχας11

12 (Στη συμφωνία εκείνη των χρωμάτων και των παλμών του ήχου μέσα σε μια ρόδινη αχλή, διαφαίνονταν κινούμενες αόριστες σκιές, που έβγαιναν σταδιακά από την ονειρώδη ασάφεια, μέχρι που στην έκσταση του εφήβου παρουσιάζονταν, σε παιχνιδιάρικα συμπλέγματα,  ρόδινες μορφές παρθένων, των οποίων τα βλέμματα και τα μειδιάματα ήταν γεμάτα από γλυκές υποσχέσεις.

Καθισμένος σε ψηλή πέτρα, μπροστά στην οποία έβοσκαν σκορπισμένα τα πρόβατά του, ο Μανόλης έμενε για πολλή ώρα βυθισμένος στη μαγεία του ονείρου του, ώσπου τραχύ βέλασμα τράγου, ενισχυμένο στον αντίλαλο των χαράδρων, τον επανέφερε στην πραγματικότητα, και τα ωραία φαντάσματα έφευγαν και εξαφανίζονταν, σαν πτηνά που τρόμαξαν. Ο μικρός ποιμένας αναστέναζε. Και καθώς στρεφόταν έβλεπε τον τράγο να κουνά το  παιχνιδιάρικο τραγίσιο κάτω γένι του στο φρύδι ψηλού γκρεμού και να εκπέμπει νέα κραυγή θριάμβου, μπέεεε! Κι από τον τράγο το βλέμμα του κατέβαινε στις αίγες, οι οποίες με κάποια προσπάθεια να ερωτοτροπήσουν απηύθυναν  στο σουλτάνο εκείνο τα ηλίθια μάτια τους. Και νέος στεναγμός συνόδευε τη σκέψη του νέου. Γιατί να μην είναι και αυτός τράγος;)πατουχας12

Πατούχας Β΄

Μπορείτε να φανταστείτε την έκπληξη των γονιών του, όταν τον είδαν ένα απόγευμα να φτάνει στο σπίτι, χωρίς να προηγηθούν προσκλήσεις και παρακάλια από τη μεριά τους. Η μητέρα του έκανε το σταυρό της, δοξάζοντας το Θεό που τον φώτισε. Βέβαια θαύμα ήταν αυτό το ανέλπιστο. Ο Σαϊτονικολής όμως φοβήθηκε, ότι συνέβη κάτι κακό, ότι ίσως ζωοκλέφτες έκαναν επιδρομή στη μάντρα, και τον ρώτησε με ανησυχία, πώς συνέβη και κατέβηκε.

-Ήρθα να σαςε ‘δω, απάντησε απλά ο Μανόλης. Αλλά αφού κάθισε στη σκοτεινότερη γωνιά του σπιτιού, όπως συνήθιζε, είπε κάτι το καταπληκτικό:

-Θα κάτσω κεγώ στο χωριό δυο τρεις μέρες. Όλο στα βουνά θα ζω, σαν αγρίμι;

Και το είπε με τέτοιο πείσμα στη φωνή, σα να του είχαν απαγορεύσει οι γονείς του την επιστροφή στο χωριό.

Ο Σαϊτονικολής αντάλλαξε με τη γυναίκα του βλέμμα έκπληξης και χαράς.

–      Να κάτσης, παιδί μου, όσο θέλεις, είπε η μητέρα του. Και πάντα να θέλης να μείνης, καλλίτερα. Μεγάλη μας χαρά. Κεμείς αυτό θέμε, κανακάρη μου.

–      Εμείς ‘δε σε θέλαμε να γένης βοσκός, μοναχός σου γείνηκες, είπε και ο Σαϊτονικολής. Κιά θές εσύ νάσαι κοντά μας, εμείς το θέμε χίλια, παιδί μου.

Η οικογένεια ολόκληρη γιόρτασε εκείνο το απόγευμα. Όλοι οι συγγενείς, θείοι και θείες, και η μεγάλη αδελφή του Μανόλη μαζί με το σύζυγό της, ήρθαν να χαιρετίσουν τον αποστάτη που επέστρεψε. Και στα πρόσωπα όλων έλαμπε η χαρά, σα να ήταν ο πρωτότοκος γιός του Σαϊτονικολή νεκρός και αναστήθηκε. Απέφυγαν όμως τα συνηθισμένα χάδια, γιατί ήξεραν ότι τα φιλιά τον εξαγρίωναν σχεδόν όσο και οι ραβδισμοί. Ο Μανόλης όμως ήταν σιωπηλός και μόνο με το μικρό του αδελφό αντάλλαξε λίγες φράσεις. Αυτός ο μικρός φοιτούσε στο σχολείο και ο Σαϊτονικολής είχε μεγάλη ιδέα για την επίδοσή του στα γράμματα, αλλά με τον τρόπο με τον οποίο το παιδί παρατηρούσε την ποιμενική ενδυμασία του αδελφού του κι από τις ερωτήσεις, τις οποίες του απηύθυνε, φαινόταν ότι ευχαρίστως θα αντάλλασε όλη τη σοφία με την ελεύθερη ζωή του Μανόλη.

Ο Σαϊτονικολής από την άλλη, ο οποίος με γενναίες σπονδές γιόρτασε στο οικογενειακό τραπέζι το ευχάριστο γεγονός του σπιτιού του, μίλησε εύθυμα, θέλοντας να ενθαρρύνει τις ήμερες διαθέσεις του ημιάγριου γιού του, και έκρινε με επιείκεια την απειθαρχία που είχε επιδείξει μέχρι τότε. Δεν ήταν τίποτα. Όλα τα παιδιά τέτοια είναι, μα σα μεγαλώσουν, συμμορφώνονται και ακούν τους γονείς τους. Δε μπορούν να γίνουν και όλοι μορφωμένοι.

Έπειτα διηγήθηκε το ανέκδοτο ενός βοσκού, ο οποίος δεν ήθελε και αυτός για κανένα λόγο να πλησιάσει άλλους ανθρώπους. Ούτε για να μεταλάβει δεν επιθυμούσε να κατέβει στο χωριό. Μια μέρα που τον είδε από μακριά ο παπάς, του φώναξε ότι πρέπει να κατέβει να κοινωνήσει, αλλιώτικα θα πήγαινε η ψυχή του στα τάρταρα. Αλλά και ο βοσκός του φώναξε : «Βάλε μού το στ’ αραγούλι, πέψε μού το  στού Μαργούλη», κι έφυγε. «Καλά, είπε κι ο παπάς, θα σου δείξω ‘γω, ζωντόβολο!». Και την άλλη μέρα γεμίζει έναν αραγό ξύδι και του τον στέλνει. Και ο βοσκός, νομίζοντας ότι το ασκί είχε κρασί, το γύρισε και άρχισε να πίνει, να πίνει, σαν καταβόθρα, μέχρι που ένιωσε το ξύδι να του θερίζει μέσα τα σωθικά.

Ο Μανόλης, που εξακολουθούσε να μένει σιωπηλός, με το κεφάλι κάτω, γέλασε με το πάθημα του συναδέλφου του και πήρε λίγο θάρρος με τον πατέρα του, από τον οποίο τον χώριζαν συναισθήματα ψυχρότητας και φόβου.

Το μικρό εκείνο ξεθάρρεμα επωφελήθηκε ο Σαϊτονικολής για να του πει ξεκάθαρα ότι ήταν πλέον καιρός να αφήσει τα πρόβατα για να μπει κι αυτός στην τάξη των ανθρώπων. Για τα πρόβατα είχαν τους βοσκούς τους. Για την επίβλεψη όμως και την καλλιέργεια των κτημάτων δεν επαρκούσε μόνο ο γέρος. Θα πεις ότι δεν ήταν γέρος ακόμη, αλλά δεν ήταν και νέος, τα γεράματα πλησίαζαν. Έπειτα ο Μανόλης έπρεπε να φροντίσει και για δικό του σπίτι. Ήταν άντρας πια. Και τι άντρας! Αν όλοι οι νέοι σαν κι αυτόν έπαιρναν τα βουνά να ζουν σαν τα αγριόγιδα, τι θα γινόντουσαν οι κοπελιές; Καλόγριες; Και είχε τώρα κάτι κορίτσια το χωριό, κάτι νέα βλαστάρια, που δεν ήξερε κανείς να διαλέξει.

-Αί, μωρέ παιδί, αναφώνησε ο Σαϊτονικολής εύθυμα, να μην έχω ‘γω τη νιότη σου!

-Έφαες το κουλούρι σου κάτω τη μούρη σου! Του είπε γελώντας η σύζυγός του, η οποία στεκότανε κοντά στο γιό της, τον περιέβαλλε με ακτινοβολία στοργής και γινόταν διερμηνέας της σιωπής του. Εδά ν’ αλλού αράδα.

Επειδή ίσως οι υπαινιγμοί του πατέρα ήταν σκοτεινοί για τον τραγίσιο εγκέφαλο του γιού της, έσκυψε και του ψιθύρισε:

–      Η αράδα του Μανόλη μου, που θα τόνε παντρέψωμε με μια ώμορφη κοπελιά.

Ο Μανόλης είχε ήδη καταλάβει αρκετά, όπως φανέρωσε το κοκκίνισμα του προσώπου του, αλλά όταν άκουσε και την τελευταία εξήγηση, σε τέτοια αμηχανία τον έφερε η χαρά και η ντροπή, ώστε έσπρωξε τη μητέρα του λέγοντας:

-Δε θέλω παντριγιές κιάφησέ με, ναι!

Αλλά ενώ ήθελε να φανεί θυμωμένος, ένα γέλιο προδότης έλαμπε στο πρόσωπό του.

–      Δε θέλεις λέει; Φώναξε γελώντας ο Σαϊτονικολής. Για ξαναπέ το, κατεργάρη!

Ο Μανόλης έκρυψε το πρόσωπό του και είπε με πείσμα, στο οποίο χόρευε η χαρά:

-Δε θέλω, δε θέλω, δε θέλω!

-Καλά , μη θες. Άφησε να δης τσή κοπελιές και τότε τα λέμε πάλι.

Ο Σαϊτονικολής ήταν κατευχαριστημένος, γιατί είχε σχηματίσει πεποίθηση ότι ο Μανόλης, και να τον έδιωχναν, δε θα έφευγε πλέον από το χωριό. Και από τον ενθουσιασμό του φώναξε τη νοικοκυρά του να φέρει κρασί, καρύδια, αμύγδαλα, ό,τι καλό είχαν στα πιθάρια. Επειδή ήξερε πολλά ανέκδοτα, πολλά από αυτά ήταν μερικές φορές και τολμηρά, διηγήθηκε και το κατάλληλο στην προκειμένη περίπτωση. Κάποιος μια φορά, για να σώσει το γιό του από κακές συναναστροφές, αποφάσισε να τον αναθρέψει μακριά από τους ανθρώπους σε έναν έρημο πύργο. Ο νέος μεγάλωσε, έγινε άντρας, χωρίς να δει ποτέ γυναίκες. Τότε τον πήρε ο πατέρας του και πήγαν στην πολιτεία και τον γύρισε δεξιά και αριστερά. Ο νέος, σα μικρό παιδί άβγαλτο, ρωτούσε τον πατέρα του για κάθε πράμα που έβλεπε τι είναι τούτο και τι είναι εκείνο. Όταν είδε και τις γυναίκες, κοντοστάθηκε και ρώτησε τον πατέρα του τι ήταν. «Αυτοί παιδί μου, ειν΄οι δαιμόνοι», του είπε ο πατέρας του, για να τον φοβίσει, γιατί είδε πως του έκαναν μεγάλη εντύπωση. Όταν γύρισαν πίσω στον πύργο τους, ο πατέρας του είπε: «Από όλα τα πράμματα πού είδες στην πολιτεία, γυιέ μου, ποια σού άρεσαν καλλίτερα, για να σου τα φέρω;» – «Οι δαιμόνοι», αποκρίθηκε ο νέος αμέσως.

Όλοι γέλασαν με το ανέκδοτο, ξέφυγε όμως και μια έκρηξη γέλιου από το στόμα του Μανόλη. Και επειδή τα βλέμματα όλων είχαν στραφεί σε αυτόν, η αμηχανία του κορυφώθηκε και στριφογύριζε στην καρέκλα του, σα να ήθελε να τρυπήσει τη γη, για να κρυφτεί μαζί με τη ντροπή του. Αυτό όμως δεν τον εμπόδιζε να αναγνωρίσει ενδόμυχα ότι είχε μεγάλο δίκιο ο νέος εκείνος. Μήπως και ο ίδιος δε θα προτιμούσε έναν δαίμονα από όλα τα αγαθά του κόσμου; Και όμως αυτός και το θάρρος δεν είχε να το ομολογήσει και, όταν οι άλλοι τον ενθάρρυναν, έχανε ακόμη περισσότερο το θάρρος του.

–      Το ίδιο κιο Μανωλιός, συμπέρανε ο Σαϊτονικολής. Μας επεθύμησε λέει κήρθε να μαςε δει. Μην τον ακούτε. Ήρθε να βρει το δαίμονά του. Θέλει κιαυτός ένα δαίμονα.

Ε αυτό πλέον ήταν πάρα πολύ. Ο Μανόλης όταν άκουσε το συμπέρασμα και τα γέλια που το επιδοκίμασαν, καταλήφθηκε από τέτοιο πανικό ντροπής, ώστε ανατινάχτηκε κι όρμησε σαν ηττημένος τράγος στο «μέσα σπίτι», και καθώς συνάντησε τη μητέρα του που επέστρεφε με το κρασί, την έριξε κάτω και αφού προχώρησε, τρύπωσε στο βάθος ανάμεσα στα πιθάρια.

Για μια στιγμή όλη έμειναν κατάπληκτοι με την αιφνίδια εκείνη φυγή. Έπειτα ο Σαϊτονικολής, που δε μπόρεσε να μη γελάσει βλέποντας τη σύζυγό του να σηκώνεται με δυσκολία και πόνο, μορφάζοντας και κρατώντας ακόμη τη λαβή του σπασμένου δοχείου, πλησίασε στη μεσόθυρα και φώναξε προς το Μανόλη:

-Εδαιμονίστηκες, μωρέ;

-Με τση δαιμόνους που κάθεσαι και του λες!…είπε η σύζυγός του.

Ο Μανόλης, που στη φωνή του πατέρα του διέκρινε απειλή, απάντησε από την κρύπτη του με παράπονο, σα να ήταν έτοιμος να κλάψει:

-Δε θέλω να μου λές τέτοια πράμματα, αλλοιώς…

Αλλά δε συμπλήρωσε την απειλή, καθώς δεν τολμούσε πλέον ούτε να διανοηθεί ότι θα επέστρεφε στα βουνά για να εξακολουθήσει τη ζωή που ζούσε παλιότερα.

Ο Σαϊτονικολής του υποσχέθηκε ότι δε θα του έλεγε πια τίποτα για δαιμόνους. Του ορκίστηκε μάλιστα στα κόκκαλα τους σκύλου, με τα οποία χάριν ευφημισμού , είχε αντικαταστήσει στους όρκους του τα «κόκκαλα του κύρη του».

Ενώ η Σαϊτονικολίνα μάλωνε χαμηλόφωνα τον άντρα της, γιατί το παράκανε κι αυτός με τα αστεία του και αγρίεψε το παιδί, ο Μανόλης βγήκε με δισταγμό και φόβο και έκατσε σε μια γωνιά καταγής, όπως το συνήθιζε. Κι εκείνη η καρέκλα είχε πολύ συντελέσει στην αμηχανία του. Από αυτήν η ντροπή του ήταν περισσότερο εκτεθειμένη στα βλέμματα.

–      Καλά που δεν εκαθούντονε προς την όξω πόρτα, ψιθύρισε ξανά η Σαϊτονικολίνα στο σύζυγό της, αλλοιώς θα παιρνε πάλι τα όρη κύστερα τρέχε να τονε κυνηγάς.

Ο Σαϊτονικολής μειδιούσε με την απλότητα της γυναίκας του. Μωρέ, δε φεύγει. Δεν ήρθε αυτός για να φύγει. Το πράμα που τον είχε τραβήξει αυτή τη φορά στο χωριό ήτανε πολύ δυνατό, παντοδύναμο. Και άλλο ανέκδοτο ανέβαινε από τα χείλη του. Η ιστορία άλλου αφελούς βοσκού, που κατέφυγε στο γιατρό για να θεραπεύσει παράδοξο και ενοχλητικό νόσημα. Και αν δεν τον εμπόδιζε η παρουσία της κόρης του, θα το έλεγε, αδιαφορώντας για το αν θα καταλάμβανε νέος πανικός το γιό του. Τόσο τον γαργαλούσε το επίκαιρο της ιστορίας.

Αλλά αφού δε μπορούσε να ικανοποιήσει την επιθυμία του, άρχισε να σχεδιάζει στο μυαλό του το σχέδιο του εξανθρωπισμού του γιού του, ενώ ο Μανόλης, καθώς πήρε λίγο θάρρος, μιλούσε με τον αδελφό του και ανάμεσα στα άλλα τον ρώτησε αν ο δάσκαλος τον είχε βάλει και αυτόν στον φάλαγγα. Ο Σαϊτονικολής μελετούσε ολόκληρη σειρα εξημερωτικών τρόπων, από τους οποίους ο πρώτος ήταν να τον αντικαταστήσει ο Μανόλης, ως ανάδοχος, στη βάπτιση, στην οποία είχε δώσει υπόσχεση.

Το πρωί της επόμενης ημέρας, μετά τη λειτουργία, δε χρειάστηκαν πολλές προσπάθειες για να πειστεί ο Μανόλης να κάνει με τον πατέρα του ένα γύρο στο χωριό, μέχρι την αγορά. Ο νέος είχε βγάλει τη μάλλινη ποιμενική ενδυμασία. Για να τον καλοπιάσει μάλιστα η μητέρα του τον έντυσε με τα καλύτερα ρούχα του πατέρα του, τα οποία όμως του ήταν λίγο στενά, παρόλο που ο Σαϊτονικολής ήταν ψηλός και εύρωστος.

Έτσι έκανε την επίσημη εμφάνισή του στο χωριό. Και είδαμε ποια ήταν η πρώτη εντύπωση και πώς από θαυμασμό η Σπυριδολενιά τη μετέτρεψε σε χλεύη. Τότε εκείνοι που πριν από λίγο είδαν μόνο το γεμάτο ζωή έφηβο, στον οποίο τα βουνά είχαν δώσει το ύψος και τον αέρα των ελάτων, διέκριναν κάθε είδους κωμικά ελαττώματα. Ήταν πάρα πολύ ψηλός, τόσο πολύ, που θύμιζε τους Σαρακηνούς, κάτι φοβερά φαντάσματα των ερειπίων. Και στο ύψος εκείνο νόμιζες ότι το κεφάλι του ζαλιζόταν και δε στεκόταν καλά.  Αλλά μήπως και στη φωνή δεν είχε πάλι κάτι από το βέλασμα του τράγου; Έπειτα ήταν κακοζωσμένος, δε μπορούσε να σταθεί και δεν ήξερε να περπατήσει στο ίσιωμα, αλλά συγκρούονταν οι αστράγαλοί του και τα πόδια του παρέσυραν και κατρακυλούσαν τις πέτρες του δρόμου και γινόταν χαλασμός του κόσμου. Τι πατούχας! Μέχρι τον γνώριζαν όλοι σχεδόν οι χωριανοί με αυτό το όνομα και όσοι τον είχαν δει στη διάρκεια της ημέρας ομολόγησαν γελώντας την επιτυχία. Ε, τη διαολολενιά, που τα βρίσκει! Όπως και των μεγάλων καλλιτεχνών τα έργα, και τις Σπυριδολενιάς τα έργα, εύκολα αναγνωρίζονταν.

Ο Μανόλης πράγματι, σα να μάντεψε την εντύπωση που έκανε στις γυναίκες που καθόντουσαν κάτω από το μεγάλο πλάτανο, ήταν κατασαστισμένος και φαινόταν να προσπαθεί να μικρύνει το πελώριο ανάστημά του και να κρυφτεί δίπλα στον πατέρα του. Πρώτη φορά είχε εκτεθεί σε τόσα βλέμματα, διότι λόγω της γιορτής και του ωραίου ανοιξιάτικου καιρού, όλοι οι χωριανοί ήταν έξω, στις πόρτες και στα μπαλκόνια, και φαίνονταν σα να είχαν παραταχθεί εκατέρωθεν του δρόμου επίτηδες για αυτόν. Πράγματι η εμφάνισή του προξενούσε περιέργεια και όσες γυναίκες βρίσκονταν μέσα στα σπίτια τους, έτρεχαν κι αυτές να τον δούν. Κυρίως τα βλέμματα των γυναικών στενοχωρούσαν το Μανόλη, γιατί σε αυτές κυρίως επιθυμούσε να κάνει καλή εντύπωση και είχε ελπίσει σε έναν τέτοιο θρίαμβο όταν το πρωί είδε τον εαυτό του στολισμένο με το τσόχινο μεϊτανογέλεκο και την κόκκινη ζώνη. Τώρα όμως νόμιζε αντίθετα ότι έκανε άθλια εντύπωση σε όλα τα βλέμματα, τα οποία προσηλώνονταν πάνω του με σκωπτική διάθεση. Ο φόβος του αυτός, αντί να εντείνει τις προσπάθειές του να φανεί ευπαρουσίαστος, το αντίθετο, τις παρέλυε.

Ωστόσο από παντού τους χαιρετούσαν φιλικά.

–      Καλώς τα δέχτηκες! Καλώς τα δέχτηκες! Φώναζαν στον πατέρα του, άντρες και γυναίκες.

Απεύθυναν βέβαια και σε αυτόν διάφορες φιλοφρονήσεις:

-Είντα κάνεις, Μανολιό; Κά τουλόγουσου γίνηκες κοντζά ντελικανής! Πότε τώσυρες τοσονά μπόϊ;

Περισσότερο σαστισμένος από το Μανόλη ήταν ο σκύλος του, ο οποίος τον ακολουθούσε από κοντά, με την ουρά στα σκέλια, γιατί έβλεπε όλο τρόμο να τον πλησιάζουν τα σκυλιά του χωριού, τα οποία έτρεχαν κοντά του από παντού, όχι για να τον χαιρετίσουν, αλλά για να επιτεθούν στον αυθάδη ξένο, που μπήκε στην περιοχή εξουσίας τους χωρίς να ζητήσει την άδειά τους. Και το στενοχώρησαν τόσο οι λυσσαλέες επιθέσεις το ταλαίπωρο ζώο, ώστε, επειδή αναγκάστηκε να ζητήσει ξαφνικά τη σωτηρία του ανάμεσα στις κνήμες του κυρίου του παρ’ ολίγο να τον ρίξει κάτω. Ο Σαϊτονικολής τα έδιωχνε με πέτρες, κι αναγκάζονταν να διακόπτει τις συζητήσεις, τις οποίες ξεκινούσε με όσους συναντούσε στο δρόμο. Αλλά μετά από λίγο τα σκυλιά εμφανίζονταν πάλι από άλλα μικρά δρομάκια, από τις πόρτες και τα δώματα, και ο αριθμός τους αύξανε ασταμάτητα καθώς την αγέλη συμπλήρωναν συνέχεια νέοι βοηθοί. Έτσι την πορεία πατέρα και γιού μέσα στο χωριό τη συνόδευε η βοή εκείνη των σκύλων και αύξανε τη σύγχυση του Μανόλη, ο οποίος αφού άρπαξε μια μεγάλη πέτρα την έριξε σαν οργισμένος Τιτάνας πάνω στους σκύλους. Ταποθαμένα σας !να μαςε φάτε θέτε; Αλλά αντί για τους σκύλους, λίγο έλειψε να φονεύσει έναν γέροντα, που ζέσταινε στον ήλιο τους ρευματισμούς του.

Το δρόμο διέκοπτε, ανάμεσα σε δυο θορυβώδεις νερόμυλους, ψηλό μυλαύλακο, του οποίου τους τοίχους κάλυπταν βρύα και θάμνοι, μεταξύ των οποίων το νερό έρρεε προς τα κάτω με πολύ δυνατό κελαρυσμό. Ο Σαϊτονικολής, ακολουθούμενος από το γιό του, πέρασε τρέχοντας από τη βροχή της άψίδας του μυλαύλακου. Όταν λοιπόν πέρασαν, είδαν ότι πέντε ή έξι χανούμισσες, που έπλεναν σκυμμένες κοντά στο μύλο, είχαν σταθεί και τους παρατηρούσαν, όπως ήταν στο νερό, με τις εσθήτες τραβηγμένες πάνω από τις γυμνές τους κνήμες, με τα λευκά τους πέπλα ριγμένα  στην πλάτη και κρατώντας τη μέση τους. Μία μόνο είχε σύρει το γιασμάκι προς το πρόσωπο για να καλυφθεί τάχα.

Μια άλλη, μεσόκοπη, με γιασμάκι δαμασκωτό, βρισκόταν πέραστο «πηγάδι», απλώνοντας τα πλυμένα της στη σειρά πάνω στους θάμνους του μυλαύλακου. Και από εκεί φώναξε στο Σαϊτονικολή κάτω:

-Καλώς τα δέχτηκες, γείτονα! Γυιός σου δεν είνε ο ντελικανής;

-Γυιός μου, Αϊσέ χανούμη, απάντησε ο Σαϊτονικολής.

-Να τόνε χαίρεσαι.

-Και τουλόγουσου να χαίρεσαι τα δικά σου.

Ο Μανόλης όμως λίγο πρόσεξε τη φιλόφρονα αλλά ηλικιωμένη χανούμισσα. Τα βλέμματά του, στα οποία έδινε θάρρος η απόσταση, στρέφονταν, κατά προτίμηση, προς το άλλο μέρος του μυλαύλακου, που διέκρινε νεαρά και όμορφα πρόσωπα και όπου οι ανασηκωμένες εσθήτες ήταν αποκαλυπτικότερες για την περιέργειά του. Τόλμησε μάλιστα, ενώ απομακρυνόταν, να στραφεί και να παρατηρήσει ξανά. Για αυτόν εξάλλου οι γυναίκες εκείνες δεν ήταν όπως οι άλλες, διότι ήταν τούρκισσες.

Αλλά και τα λαθραία βλέμματα τα οποία έριχνε στις ομόθρησκές του γυναίκες δεν ήταν λιγότερο φλογερά και αχόρταγα. Και μια χήρα ώριμη, η οποία δέχτηκε κατάστηθα έναν τέτοιο πιστολισμό, ανατινάχθηκε:

-Πώς ξανοίγει! Φωτιές βγάνουνε τα μάτια του!

Βλέποντάς την ο Σαϊτονικολής, ανάμεσα σε άλλες γυναίκες, τη χαιρέτησε φαιδρά από μακριά και τη ρώτησε τι ήθελε στην ξένη γειτονιά, γιατί το σπίτι της ήταν στην άκρη του χωριού. Και τι μαθαίνει από τη θυγατέρα της το Μαρούλι, που ήταν στη χώρα. Να μην τύχει να την κρατήσουν εκεί πέρα. Δόξα σοι ο Θεός το χωριό είχε γαμπρούς καλύτερους κι από τη χώρα. Και με νεύμα έδειξε το Μανόλη υπομειδιώντας.

Ενώ απομακρύνονταν πληροφορούσε το γιό του ότι ήταν η χήρα η Ζερβούδαινα, μια λίγο ελαφρόμυαλη, «παρακούζουλη», όπως την έλεγε, της οποίας η κόρη βρισκόταν εδώ και κάποιο διάστημα στο Κάστρο, σε μια θεία της. Ο Σαϊτονικολής συνήθιζε να την πειράζει, και , αν τη συναντούσε στο δρόμο, θα έλεγε στο Μανόλη να της φιλήσει το χέρι, όπως σε μια σεβάσμια γριά, γιατί πειραζόταν φοβερά, όταν έβλεπε να αμφισβητείται η σε μεγάλο βαθμό αμφισβητήσιμη νεότητά της.

Μετά από μερικές ακόμη εφόδους των σκύλων, στις οποίες ο Μανόλης έχασε μέρος της βράκας του που σκίστηκε, ενώ ο σκύλος του μέρος του αυτιού του, έφτασαν στο Τσαρσί, την αγορά του χωριού, μικρό λιθόστρωτο δρόμο, στο κέντρο της τουρκικής συνοικίας, με μαγαζιά στις δυο πλευρές του δρόμου, τα οποία σχεδόν όλα ήταν κυριολεκτικά παντοπωλεία, δηλαδή καφενεία, καπηλειά, μαγειρεία, μπακάλικα και υφασματοπωλεία στον ίδιο χώρο.

Η κίνηση εδώ ήταν τόσο ζωηρή και τόσος ο θόρυβος, ώστε τα έχασε εντελώς ο Μανόλης, του οποίου οι γεωγραφικές γνώσεις ήταν τόσο περιορισμένες, ώστε δε γνώριζε πολλά μέρη του χωριού ανάμεσα σε αυτά και το Τσαρσί, αλλά είχε μια αόριστη ιδέα ότι εκεί υπήρχαν τα θαύματα του άγνωστου πολιτισμού, τον οποίο περιελάμβανε μια άλλη εντύπωση, ακόμη περισσότερο αόριστη και περισσότερο θαυμαστή, η «χώρα». Και ήταν τόσο προετοιμασμένος από τη φαντασία του να δει καταπληκτικά πράγματα, ώστε όλα του φαινόντουσαν μεγάλα και θαυμάσια. Και οι εκατό ή το πολύ διακόσιοι άνθρωποι, που κινούνταν σε εκείνο το χώρο, του έκαναν εντύπωση χιλιάδων. Σε αυτό συντελούσε και η ποικιλία που έδινε στο θέαμα η ανάμειξη των Τούρκων, γερόντων με σαρίκια μεγάλα, τσιμπούκια και παπούτσια κόκκινα ή μαύρα, που άφηναν γυμνές τις κνήμες, και νεότερων με φέσια τυνησιακά, τα οποία στο μεγαλύτερο μέρος  τους τα περιέβαλλε λεπτό στριμμένο ύφασμα που συγκρατούσε την ογκώδη κυανή φούντα. Οι περισσότεροι από τους τελευταίους είχαν την ίδια υπόδηση με τους χριστιανούς, στιβάνια απλά ή τσαρδίνια σχιστά, που τα έσφιγγαν ιμάντες, ώστε να προσαρμόζονται τέλεια στην κνήμη. Αυτά που διέκριναν κυρίως τους Τούρκους από τους Χριστιανούς ήταν τα ζωηρά και αντίθετα χρώματα του ιματισμού τους. Και από τους Χριστιανούς πολλοί περιέβαλλαν το φέσι με μαντήλι, αλλά σκοτεινού περισσότερο χρωματισμού. Από τους γέροντες όμως αρκετοί φορούσαν στο κεφάλι «πετσέτα» λευκή, η οποία διέφερε από το σαρίκι μόνο στο δέσιμο. Ο Μανόλης μάλιστα θυμόταν μια κάπως περίεργη λεπτομέρεια, την οποία είχε παρατηρήσει στην εκκλησία. Κάμποσοι από αυτούς τους γεροντότερους, όπως και πολλοί από τους Τούρκους, είχαν ξυρισμένη την κεφαλή, αφήνοντας στην κορυφή μικρό θύσανο. Και φαίνεται στους παλιότερους χρόνους ήταν καθολικότερη η κόμμωση αυτή.

Αλλά εκτός από τη διάκριση στον ιματισμό, υπήρχε και άλλη διαφορά μεταξύ Χριστιανών και Τούρκων, βαθύτερη αυτή τη φορά, ηθική, που έδινε στους Τούρκους το συναίσθημα ότι ήταν οι κυρίαρχοι, αν όχι οι απόλυτοι και αχαλίνωτοι, όπως πριν το ’21,  ήταν αυτοί που πάντα διατηρούσαν την υπεροχή, που τους έδινε η εξουσία, και την υπερηφάνεια, που την είχαν από παράδοση.

Οι Χριστιανοί δεν ήταν οι πριν το ‘21 ραγιάδες, είχαν όμως ακόμη οπωσδήποτε το συναίσθημα του θέσει υποδεεστέρου, και η αντανάκλαση του συναισθήματος αυτού φαινόταν στη φυσιογνωμία τους όσο κι αν ήθελαν να την κρύψουν. Από τη γενιά που είχε γνωρίσει τους «μαύρους χρόνους της σκλαβιάς», ζούσαν ακόμη τόσο πολλοί, ώστε να μεταδίδουν στη φυσιογνωμία της νεότερης γενιάς κάτι από την κατήφεια και τη συστολή της εποχής εκείνης, παρόλο που αυτοί πάλι ήταν οι πρώτοι που τόλμησαν να εξεγερθούν ενάντια στο φοβερό αφέντη και να προετοιμάσουν στους νεότερους τη σχετική άνεση που είχαν. Χάρη στο θάρρος των ραγιάδων εκείνων, οι νεότεροι γνώρισαν ότι οι Τούρκοι δεν ήταν αήττητοι, όπως παλιότερα, χάρη στην αυταπάρνηση και τον ηρωισμό αυτών, ο Τούρκος έμαθε να λαμβάνει υπόψη και να φοβάται το Ραγιά. Και όμως, δυο ή τρεις από τη γενιά εκείνη εξακολουθούσαν ακόμη με παράδοξη επιμονή να φοράνε τη μαύρη πετσέτα, την οποία οι χριστιανοί ήταν υποχρεωμένοι προ του ’21 να φέρουν στο κεφάλι τους σε ένδειξη δουλικής υποταγής και ταπείνωσης. Ίσως όμως να ήθελαν έτσι να δίνουν στους νεότερους ζωηρότερη την εικόνα της εποχής τους, για να μεταφέρουν σε αυτούς ασπονδότερο το μίσος   κατά των Τούρκων και για να το μεταδίδουν όπως ήταν και στη δική τους ψυχή, ακοίμητο.

Πράγματι ο Σαϊτονικολής, αφού έδειξε στο γιό του έναν από τους γέροντες εκείνους, ο οποίος περνούσε στηριζόμενος σε μπαστούνι, του ψιθύρισε με φωνή σοβαρή, στην οποία παλλόταν η εκδίκηση:

-Θωρείς πώς ήσανε ντυμένοι στα μαύρα οι Χριστιανοί τον καιρό της  γιανιτσαριάς, για να μη τσοί σκοτώνουν οι Τούρκοι;

Ο Μανόλης, αν γνώριζε από τη θρησκεία ελάχιστα πράγματα, από την ιστορία όμως γνώριζε αρκετά, ώστε να κατανοεί αυτά τα αισθήματα, τα οποία ούτως ή άλλως ήταν στο αίμα του, όπως ήταν στο αίμα όλων των Κρητών. Με το γάλα της μητέρας του είχε θηλάσει το μίσος και την εκδίκηση κατά των Τούρκων. Αλλά τόση ήταν η συγκίνηση και η εκθάμβωσή του, ώστε δεν άκουγε. Τη στιγμή εκείνη άλλωστε προσέλκυσε την προσοχή του και των άλλων η εμφάνιση ενός Τούρκου, ο οποίος πρωί πρωί είχε παραβεί την εντολή του Μωάμεθ, και τρεκλίζοντας διέσχιζε την αγορά, προσπαθώντας με μικρά διαλείμματα να λάβει στάση κορμιού ηρωική. Σε κάθε του τέτοια απόπειρα, φώναζε με υποτραυλίζουσα φωνή:

-Είμαι άντρας εγώ μωρέ! …παλληκάρι!…Μά το Νούρι του Μουχαμέτη, είμαι και φαίνομαι.

-Πράμα που φαίνεται, κολαούζη δε θέλει. Είσαι ο καλλίτερος άντρας του χωριού, Δερβίς αγά, του έλεγαν από δεξιά και αριστερά γελώντας οι χωριανοί, που ήταν συνηθισμένοι να τον βλέπουν σχεδόν κάθε μέρα σε αυτήν την κατάσταση, ήξεραν βέβαια ότι ήταν ο πιο ακίνδυνος από τους μέθυσους.

– Ένα χωριό το μαρτυρά, Ρωμηοί και Τούρκοι…πώς είμαι παλληκάρι, είπε ο Δερβίς αγάς. Και ενθουσιασμένος προχώρησε, προσπαθώντας να τραγουδήσει:

Η μπόμπερη κιό κουμπαράς να φάη τον περτσέ μου,

Αν ίσως και σ’ απαρνηστώ, σγουρέ βασιλικέ μου.

Έσυρε μάλιστα προς τον ώμο του το πλατύ μανίκι του πουκαμίσου του και αποκάλυπτε το βραχίονά του, για να φαίνεται αρειμανιότερος.

Στο κάτω μέρος της αγοράς σχηματιζόταν μικρή πλατεία, που ήταν τα ιδιαίτερα καφενεία των Τούρκων, το τζαμί με μιναρέ ημιτελή, και απέναντι από αυτό κρήνη μεγάλη με τούρκικη επιγραφή και σιδερένια καυκία, κρεμασμένα με αλυσίδες, για να πίνουν οι διαβάτες. Αλλά οι Χριστιανοί απέφευγαν να πίνουν με τα τάσια εκείνα των Τούρκων «για να μη μαγαρίσουν».

Ο Σαϊτονικολής πληροφόρησε χαμηλόφωνα το γιό του ότι το τζαμί ήταν κάποτε ο ναός του Μιχαήλ Αρχαγγέλου, τον οποίο όπως και πολλές άλλες εκκλησίες, τον κατέλαβαν με τη βία οι Τούρκοι, όταν κυρίευσαν την Κρήτη. Έπειτα του έδειξε το Μουδίρη, που συγκέντρωνε στον εαυτό του όλη την εξουσία, διοικητική και δικαστική της επαρχίας,  και με λίγους ζαπτιέδες ή γραμμένους, μωαμεθανούς και χριστιανούς, τηρούσε την τάξη. Ο Μουδίρης ήταν Τουρκαλβανός από αυτούς που είχαν απομείνει στην Κρήτη από την αιγυπτιακή κυριαρχία και διαμέσου των οποίων η σιδηρά διοίκηση του Μουσταφά πασά κατόρθωσε τότε να δαμάσει τους Τουρκοκρητικούς και να αποκαταστήσει την τάξη στην Κρήτη. Και κατ’ αρχάς ήταν δίκαιος άνθρωπος. Διατελώντας όμως υπό τις εντολές της τουρκικής κυβέρνησης και με το συγχρωτισμό του με τους Τούρκους της Κρήτης, έγινε φανατικός διώκτης των Χριστιανών. Αλλά σε αυτό φαινόταν να ακολουθεί την πολιτική της κυβέρνησής του, η οποία, αφού αναγκάστηκε να δώσει στους Χριστιανούς προνόμια κατά το 1858, φρόντιζε τώρα να τα εκμηδενίσει.

Ο Μουδίρης καθόταν στη μικρή υπόστεγη αυλή του Τζαμιού με τον Ιμάμη και κάπνιζαν τα μακριά τους τσιμπούκια μιλώντας σε γλώσσα ελληνική, την οποία καρύκευαν με τούρκικες λέξεις.

Από εκείνη τη θέση ο Μουδίρης μπορούσε να συμπεριλάβει με ένα βλέμμα σχεδόν ολόκληρο το χωριό, το οποίο ξεκινούσε από εκεί και απλωνόταν στο επίπεδο της αγοράς και της τούρκικης συνοικίας, εκτεινόταν έπειτα αμφιθεατρικά στις κλιτύες του βουνού, ευρύ και φαιδρό, σα γελαστό πρόσωπο, στο κέντρο πλαισίου από ελαιώνες και δάση που ποτίζονταν από τρεχούμενα νερά. Σειρά δέντρων ψηλών, τα οποία φαίνονταν σα να ανεβαίνουν προς τα όρη, ακολουθούσε το μαίανδρο, τον οποίο διέγραφε ρέοντας διαμέσου του χωριού ο «ποταμός», ρυάκι αστείρευτο, δίνοντας κίνηση σε πέντε νερόμυλους. Πάνω στα δώματα φαίνονταν ομάδες ανδρών και γυναικών, κεφάτοι στο πρόσχαρο φεγγοβόλημα του ανοιξιάτικου ήλιου, γυρίζοντας το βλέμμα στην ευτυχισμένη κοιλάδα που ανοιγόταν κάτω από το χωριό, όπου  τους ισκιερούς κήπους και τους βαθείς ελαιώνες διαδεχόταν σμαράγδινη θάλασσα σπαρτών, που έπαιρνε το σχήμα θαυμάσιου άβακα από τις διασταυρούμενες διώρυγες, διαμέσου των οποίων έφευγαν, σαν ασημένια φίδια που γλιστρούν στην πρασινάδα, τα νερά από τα ρυάκια και τις αμέτρητες πηγές. Από εκεί το βλέμμα, ακολουθώντας διαδοχική σειρά λόφων και ορεινών κοιλάδων, έφτανε κάτω μακριά,  όπου παραπέτασμα ψηλών βουνών σχιζόταν, σχηματίζοντας το Φαράγγι, διαμέσου του στόματος του οποίου γελούσε μία ιδέα θάλασσας, μία λεπτότατη ταινία του Λιβυκού πελάγους. Δυτικά, στο κενό πίσω από τα βουνά, το μάτι μάντευε την ευρεία πεδιάδα της Μεσσαράς, από την οποία μεμονωμένος υψωνόταν, στην αοριστία ελαφράς ομίχλης ο Κόφινας, βουνό μονοκόρυφο, όπου σύμφωνα με κάποια προφητεία, που αποδιδόταν σε κάποιο «γέροντα Δανιήλ», επρόκειτο να κολυμπήσει μοσχάρι στο αίμα, κατά την απελευθέρωση της Κρήτης.

Από την κοιλάδα και από το χωριό, από όλον εκείνο τον περίκλειστο, σαν αγκαλιά, χώρο αναδιδόταν στην φωτοπλημμύρα του ήλιου και στην αρμονία του βόμβου των υδάτων και των εντόμων, μια χαρά ζωής, με το θόρυβο των ανθρώπων που συνδιαλέγονταν από δώμα σε δώμα, με τις φωνές των γυναικών που καλούσαν τα παιδιά τους από τα ύψη του χωριού, με τα άσματα, με τους μυκηθμούς των βοδιών και των δραγατών το βυκάνισμα, με τους συριγμούς των κοτσύφων και των αηδόνων το κελάηδημα. Αδύνατον να φανταστεί άνθρωπος ότι στο ειδύλλιο εκείνο ενυπήρχε θανάσιμο μίσος μεταξύ δυο λαών, τους οποίους χώριζε η θρησκεία, αλλά όχι και η καταγωγή, και οι οποίοι ευκαιρία ζητούσαν αν αλληλοφαγωθούν.

Αφού έτσι περιέφερε στην αγορά το γιό του ο Σαϊτονικολής, κατέληξαν στο καφενείο του Σμυρνιού. Η «καφεταρία» μόνο στο μεγαλοπρεπές όνομα διέφερε από τα άλλα μαγαζιά του Τσαρσιού. Ήταν μικρό ισόγειο, με σανιδένιους καναπέδες γύρω, με ράφια ψηλότερα, πάνω στα οποία ήταν εκτεθειμένα διάφορα εμπορεύματα, με καρέκλες χωρίς πλάτη «κούτουλες», με τεζάκι, πάνω στο οποίο ήταν παραταγμένοι ναργιλέδες και μπουκάλια και η μικρή τενεκεδένια αντλία, με την οποία αντλούσε τα ποτά απ’ τα βαρέλια ο κάπηλος με την εισπνοή. Είχε η καφετέρια όμως κι άλλο διαμέρισμα, συνεχόμενο, για τα άλλα είδη του εμπορίου, και πάνω όροφο, ο οποίος χρησίμευε ως ξενώνας και στον οποίο κατέφευγαν οι Τούρκοι για να πίνουν κρυφά.

Ο καφεπώλης, νέος μικρόσωμος, με πρόσωπο έξυπνο, ζωηρός και αεικίνητος, είχε ζήσει για κάποια χρόνια στη Σμύρνη, γι’ αυτό και ονομάστηκε Σμυρνιός. Αφού επέστρεψε από κει με λίγα χρήματα και πολλή νοημοσύνη, επιδόθηκε στο πολυποίκιλο εμπόριό του. Γνωρίζοντας να εκμεταλλεύεται τη φιλοποσία και τη ματαιοδοξία των Τούρκων, έπνιγε, σαν κουνούπια στο κρασί, τα κτήματά τους. Τόσο τους υποχρέωνε, ώστε όταν οι πελάτες του αγάδες δεν είχαν πια χρήματα να του δίνουν, τους δάνειζε με τόκο, για να εξακολουθούν να δαπανούν και να αποκτηνώνονται μέσω του ποτού. Και δε φοβόταν να χάσει τα δανειζόμενα, γιατί είχε με το μέρος του τη σχεδόν απεριόριστη εξουσία του Μουδίρη. Πράγματι ο σκληρός εκείνος Αλβανός είχε γοητευθεί από τις περιποιήσεις και την πανούργα γλώσσα του Σμυρνιού, και ίσως, όπως ψιθυριζόταν, και από τις διευκολύνσεις, τις οποίες μόνο αυτός γνώριζε να παρέχει σε ένα Μουδίρη, ο οποίος αγαπούσε τον οίνο, αλλά και δεν ήθελε να εκτεθεί στην κατάκριση των φανατικών ομοθρήσκων του. Αλλά και οι άλλοι Τούρκοι είχαν σαγηνευθεί από τη συμπεριφορά του Σμυρνιού που υποχρέωνε και σαγήνευε. Για αυτόν ήταν όλοι αγάδες και μπέηδες, ακόμη και ο Μεβλούτης ο σαγματοποιός, (ο κατασκευαστής σαμαριών!).

Για να διευκολύνει τις εργασίες του ο Σμυρνιός, πληρωνόταν και σε είδος ανταλλάσσοντας τον οίνο και τη ρακή με λάδι, τα υφάσματα με σιτάρι, τις ρέγγες και το βακαλάο με τυρί, τις βελόνες με αυγά, τα οποία έψηνε στους ξένους του, όσες φορές παρουσιαζόταν η ανάγκη να κάνει και τον ξενοδόχο.

Αλλά η δραστηριότητά του δεν περιοριζόταν μόνο στις εμπορικές ασχολίες. Τις καθημερινές οι Χριστιανοί, επειδή ασχολούνταν με τις εργασίες τους, δεν πήγαιναν στην αγορά. Από τους Τούρκους είναι αλήθεια ότι πολλοί ζούσαν σε διαρκή αργία και περνούσαν τη μέρα τους παίζοντας ντάμα και τάβλι, και το απόγευμα καθισμένοι σταυροπόδι στους σανιδένιους καναπέδες του καφενείου, κάπνιζαν  και διηγούνταν συμβάντα του πολέμου ή από τα καλά «ζαμάνια», όπως αποκαλούσαν την εποχή πριν από το 21. Ακόμη απολάμβαναν αισχρά ανέκδοτα ή τερατώδη μυθολογήματα, όπως η ιστορία του γιατρού Λοκμάν, Φάουστ μωαμεθανού, ο οποίος δε θεράπευε μόνο, αλλά και κατασκεύαζε ανθρώπους. Οι Τούρκοι είχαν ιδιαίτερα καφενεία και στα Χριστιανικά πήγαιναν μόνο για να βρουν ό,τι δεν έβρισκαν στα δικά τους, τον οίνο. Τις καθημερινές λοιπόν ο Σμυρνιός άνοιγε για κάποιες ώρες την καφετέρια, όσο αρκούσε για να ποτίσει τους πελάτες του, και τις άλλες ώρες πότιζε τα δέντρα και καλλιεργούσε τους αγρούς του. Και ενώ εργαζόταν , σκεφτόταν πολλές φορές ότι δε γίνονταν επαναστάσεις μόνο με τουφέκια, αλλά και τις δικέλλες και τα κλαδευτήρια, με τον πήχυ και με την οκά. Και η φιλοπονία των Χριστιανών της Κρήτης, για όσο καιρό οι περισσότεροι από τους Τούρκους σάπιζαν στην αργία και την ανοησία, ήταν επανάσταση, χρόνια μάλιστα επανάσταση, που υπονόμευε την τουρκοκρατία, αργά μεν, αλλά αδιάκοπα και με ασφάλεια. Την τρανή απάντηση αυτού του πράγματος, την είχε μπροστά στα μάτια του. Πριν την επανάσταση του 21, τα καλύτερα και τα περισσότερα κτήματα του χωριού ανήκαν στους Τούρκους, που τα είχαν αποκτήσει τις περισσότερες φορές αυθαίρετα. Έπειτα όμως, όταν έπαυσε το δίκιο της βίας και οι Χριστιανοί εξασφάλισαν μια κάποια μικρή δικαιοσύνη από την κυβέρνηση, κατόρθωσαν με την εργασία τους να ανακτήσουν μεγάλο μέρος της γης, εκτοπίζοντας σταδιακά τους Τούρκους, κάποιοι από τους οποίους, αφού δεν είχαν πια περιουσία και καθώς δε μπορούσαν να ζήσουν, όπως παλιότερα, από τον κόπο των ραγιάδων, είχαν αρχίσει να μεταναστεύουν στην πόλη. Έτσι λοιπόν και ο τούρκικος πληθυσμός λιγόστευε και εξευτελιζόταν σταδιακά, ο χριστιανικός αντίθετα αύξανε σε αριθμό και δύναμη. Ο Σμυρνιός προέβλεπε ότι πολύ γρήγορα θα αντιστρέφονταν οι όροι, και οι Τούρκοι, στα κτήματα των οποίων εργάζονταν έως τότε οι Χριστιανοί, ως εργάτες ή ως συμμισατόροι, θα βρίσκονταν στην ανάγκη να ξεπληρώσουν τα χρέη τους και θα γίνονταν εργάτες και υπάλληλοι των πρώην εργατών και των πρώην δούλων.

Επειδή εκτός από το μεγάλο πόθο να δει την πατρίδα του ελεύθερη, είχε και τον πόθο να δει το χωριό του χωρίς Τούρκους, φανταζόταν ότι κάθε χτύπημα της δικέλλας του ήταν χτύπημα στα πισινά των απερχομένων Τούρκων.(απόσπασμα 1β)

…………………………….

(Μια μεγάλη είδηση φτάνει στο καφενείο – σκέψεις και αντιδράσεις)

Αυτούς που βρίσκονταν στο καφενείο πάντως κρατούσε σε συγκίνηση μία μεγάλη είδηση. Επιστολή από το Ηράκλειο προς το Σμυρνιό είχε αναγγείλει ότι ανακηρύχθηκε νέος βασιλιάς της Ελλάδας ο πρίγκιπας της Δανιμαρκίας Γεώργιος. Στο απόκεντρο εκείνο χωριό της Κρήτης πολύ λίγα πράγματα γνώριζαν και πολύ λιγότερα κατάλαβαν από όσα συνέβαιναν στην Αθήνα κατά το Φθινόπωρο του 1862. Είχαν μάθει ότι οι ελεύθεροι Έλληνες επαναστάτησαν και απέπεμψαν το βασιλιά Όθωνα, αλλά μια τέτοια επανάσταση ήταν για αυτούς ακατανόητη. Φαντάστηκαν λοιπόν ότι η έξωση του Όθωνα ήταν η αρχή της κατάλυσης του βασιλείου, και προήλθε από τις διχόνοιες και τη φιλαρχία των ελεύθερων Ελλήνων. Και τη λύπη αυτή συνόδευε σφοδρή αγανάκτηση. Πώς! Ο Ελληνισμός όλος υπέφερε τόσα για να κάνει αυτό το βασίλειο και αυτοί εκεί πάνω θα το κατέστρεφαν για τα πάθη και τις αντιζηλίες τους; Στη διάνοια των απλών χωρικών βασίλειο και βασιλιάς ταυτίζονταν σε ένα όλο αδιαίρετο και ιερό. Αργότερα άλλες πληροφορίες τους παρηγόρησαν. Ο Όθωνας διώχτηκε γιατί δεν ήταν ορθόδοξος και στον ελληνικό θρόνο θα τον διαδεχόταν άλλος βασιλιάς, από μεγάλο βασιλικό οίκο της Ευρώπης, τον οποίο οι Δυνάμεις θα υποστήριζαν να ανακτήσει την Πόλη και να ανστηλώσει το σταυρό πάνω στην Αγία Σοφία. Οι ελπίδες μάλιστα αυτές φαίνονταν πολύ περισσότερο πιθανές, αφού μάλιστα τις επιβεβαίωνε και ο Τακτικός, εξηγητής των αγαθαγγελικών προφητειών. Και οι δικοί του υπολογισμοί παρουσίαζαν, ότι πλησίαζε ο καιρός, κατά τον οποίο οι Τούρκοι θα αναγκάζονταν να φύγουν στην Κόκκινη Μηλιά. Στα βιβλία του έβρισκε ότι η απελευθέρωση της Κρήτης θα συνέβαινε κατά το έτος 1867. Και επειδή σύμφωνα με άλλη προφητεία, η Κρήτη θα ελευθερωνόταν μόνο μετά από την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης – «παρμός στη Πόλης, λευτερωμός τση Κρήτης» – , άρα η φυγή των Τούρκων στην Κόκκινη Μηλιά θα συνέβαινε εντός τριών ή τεσσάρων ετών.

Η είδηση λοιπόν της εκλογής νέου βασιλιά της Ελλάδας ήταν διπλά χαρμόσυνη. Και διότι σταματούσε τις ανησυχίες που είχε γεννήσει η εκθρόνιση του Όθωνα και γιατί ήταν προμήνυμα της εκπλήρωσης των μεγάλων εθνικών πόθων. Αλλά για τα πράγματα αυτά δε μιλούν βέβαια στα καφενεία, ούτε τα ανακοινώνουν στον πρώτο τυχόντα, όσοι ήξεραν τις μεγάλες ελπίδες που τους παρείχαν οι προφητείες. Μόνο για τη νέα είδηση μίλησαν χαμηλόφωνα, γιατί όλοι οι ευρισκόμενοι στην καφετέρια ήταν Χριστιανοί και είχαν μεταξύ τους εμπιστοσύνη. (απόσπασμα 2β)

…………………………

(Το μεγάλο σκοτίδι – συζήτηση στο καφενείο)

Ο Καπετάνιος, γέροντας σοβαρός και ολιγόλογος, που καθόταν απέναντι και φαινόταν να προσέχει περισσότερο στον κρότο του κομπολογιού του παρά στα λόγια του Μπαρμπαρέζου, είχε τον τίτλο αυτό μάλλον από την αιγυπτιακή κυριαρχία, όταν διετέλεσε Έπαρχος, παρά από την Επανάσταση. Αλλά είχε πολεμήσει κατά το 21 και μπορούσε να χρησιμεύσει ως μάρτυρας.

(..)

–      Εγεννήθηκα το μεγάλο σκοτίδι. Λογάριασε. 1797 ως τα 1821 πόσα έχουμε;

–      Εικοσιτέσσερα. Ώστε ήσουν εικοσιτεσσάρω χρονώ;

–      Σωστά.

Η ανάμνηση του «μεγάλου σκοτιδιού» φάνηκε σα να ηλέκτρισε τον Καπετάνιο.

-Εγώ το θυμούμαι το μεγάλο σκοτίδι, είπε. Θάμουνε οκτώ χρονώ.

Όλοι στράφηκαν με προσοχή και περιέργεια μεγάλη προς το γέροντα, ο δε Σμυρνιός διέκοψε κι αυτός την εργασία του για να ακούσει.

–      Ήμουνε κάτω στα λιβάδια, διηγήθηκε ο Καπετάνιος, και μιαν κοπανιά μέρα μεσημέρι αρχίζει κεσκοτίνιαζε ο κόσμος, κεγίνηκε σκότος, σαν να νύχτιασε. Ξανοίγω τον ήλιο και θορώ μια μαύρη βούλα, και γύρου γύρου άστρα. Σαν τη νύχτα δε σαςε λέω; Κι αρχίζουν και τα βούγια να μουγκαλιούνται, κοί σκύλοι να κλαίνε. Ήμουνε με τη μάνα μου τη μακαρίτισσα και μου λέει: «Κάμε, παιδί μου, το σταυρό σου, κάμε παιδί μου το σταυρό σου». Ήκανε κη γίδια το σταυρό τση κεπαρακαλούσε το Θεό και την Παναγία. Στα λειβάδια ήσαν κιάλλοι χωριανοί, χριστιανοί και τούρκοι. Κιήκουες ένα σύθρηνο μαζή με τση φωνές των οζώ.

Όλοι εθαρούσανε πως εχάλα ο κόσμος.

-Θα είχε πιαστεί ο ήλιος. Δεν ειν’ έτσι, καπετάν Δημήτρη; Είπε ο Σμυρνιός.

-Πρέπει. Κατέχω κεγώ; Απάντησε ο Καπετάνιος.(απόσπασμα 3β)

…………………………

(Η πρώτη συνάντηση με το Πηγιό – τα άνθη της αγάπης)

Όταν έφτασαν στο χωριό, είχε ήδη δύσει ο ήλιος και εμφανίστηκε η νέα σελήνη. Οι γυναίκες ατενίζοντας προς αυτήν, σταυροκοπιούνταν κι έλεγαν:

Προσκυνώ σε νιό φεγγάρι

Κιαπού σέπεμπεν ομάδη.

Ο Σαϊτονικολής, αφού κοίταξε ψηλά σε ένα παράθυρο, διέκρινε ανάμεσα σε βασιλικούς και γαρίφαλα ωραίο πρόσωπο κόρης, που πότιζε τα άνθη της. Και τη χαιρέτησε με στοργική οικειότητα:

–         Καλησπέρα, Πηγιό.

–         Καλή σου σπέρα, μπάρμπα Νικολή, απάντησε από το παράθυρο φωνή δροσερή και θαρρετή. Καλώς τον εδέχτηκες κιόλας τον ακριβοθώρετο.

–         Ώμορφους βασιλικούς έχεις, Πηγιό, είπε ο Σαϊτονικολής. Δε μαςε ρίχτεις ένα κλαδί;

–         Μετά χαράς, απάντησε η κόρη, και μετά από λίγο έτεινε ανάμεσα από τις γλάστρες το ηλιοκαμένο χέρι της, στο οποίο κρατούσε ανθοδέσμη από βασιλικούς και γαρίφαλα.

–         Όρισε μπάρμπα Νικολή.

–         Τα λουλούδια ΄νε για τσοι ντεληκανήδες, είπε ο Σαϊτονικολής χαμογελώντας. Και έσπρωξε το Μανόλη ο οποίος αφού ύψωσε τους βραχίονές του σχεδόν μέχρι το παράθυρο, άρπαξε στον αέρα τα άνθη, κατακόκκινος αλλά ευχαριστημένος για την τόλμη του.

Στο σπίτι ο Μανόλης έφτασε διακατεχόμενος από πρωτοφανή κούραση και ζάλη. Ποτέ διασχίζοντας τρέχοντας  τα βουνά δεν είχε κουραστεί, όπως από τις συγκινήσεις της ημέρας εκείνης και από τη συσσώρευσης και τη διαδοχή των εντυπώσεων. Ο θόρυβος του χωριού και της αγοράς βοούσε ακόμη στα αυτιά του και οι έντονες οσμές των εμπορευμάτων και των ναργιλέδων του Σμυρνιού τον ακολουθούσαν ακόμη. Ήταν σα μεθυσμένος. Αλλά μέσα στη ζάλη εκείνη άκουγε τους ψιθύρους των ωραιότερων και πιο γλυκών υποσχέσεων. Τα θελκτικά φαντάσματα, τα οποία έβλεπε στις ονειροπολήσεις της μοναξιάς του, έδειχναν τώρα περισσότερο πραγματικά στη μέθη εκείνη. Και η ψυχή του πλημμύριζε από χαρά έτοιμη να ξεχειλίσει, να ξεχυθεί σε τραγούδια, σε τρελά ξεφαντώματα, σε εξομολογήσεις.

Αλλά μόνο προς το σκύλο του τόλμησε να ομολογήσει μέρος της ευτυχίας και των ελπίδων του. Για να αποφύγουν τις πρωινές σκηνές, δεν τον είχαν πάρει μαζί τους στον απογευματινό περίπατο. Όταν ο Μανόλης τον ξαναείδε τελικά, τον αγκάλιασε με ορμή και του είπε:

–         Δεν ξαναπάμε μπλειό στα όρη, αι , Τριαμάτη; Στο χωριό ‘ νε καλά…έχει και κοπελιές όμορφες. Είδες εσύ το Πηγιό, που χει τσοί βασιλικούς και τα μαύρα μάτια;… Δεν ξαναπάμε στα ωζά, αι , Τριαμάτη;

Ο Τριαμάτης όμως δε φαινόταν να συμφωνεί με την ιδέα του. Αυτός δε μπορούσε να είναι ευχαριστημένος σε έναν τόπο που βρήκε μόνο εχθρούς.

Και τα χάδια του κυρίου του τα δέχτηκε μάλλον με κατήφεια. Έτσι τουλάχιστον νόμισε ο Μανόλης που του είπε:

–         Πώς! Δε σαρέσει το χωριό;

Και αφού τον παρατήρησε για λίγες στιγμές, σα να διέκρινε τώρα πρώτη φορά ότι ο Τριαμάτης δεν ήταν άνθρωπος, του είπε πάλι.

–         Αν ήσουνε και συ Μανόλης, θα σάρεσε. Μα είσαι μόνο, σκύλος, κακομοίρη! Είντα να σου κάμω γω;

ΠΑΤΟΥΧΑΣ Γ΄

(Το βάπτισμα της κόρης του Μουστοβασίλη – νονός ο Μανόλης για να κοινωνικοποιηθεί αντί για τον πατέρα του το Σαϊτονικολή, που είχε αναλάβει αρχικά το παιδί – Οι γυναίκες στο σπίτι περιμένουν να γυρίσουν από τη βάφτιση οι άντρες και να μάθουν πως ονομάστηκε τελικά το κορίτσι – Η Πηγή είναι στο σπίτι της νεοφώτιστης και μαγειρεύει για τους καλεσμένους- Οι ετοιμασίες βρίσκονται σε καλό σημείο και η κοπέλα ξεκουράζεται και ονειροπολεί στη φωτιά περιμένοντας να στρώσει το τραπέζι).

Η Πηγή που είχε φέρει σε πέρας τη δουλειά της, καθόταν ακόμη μπροστά στη φωτιά, της οποία η ανταύγεια περιέβαλε τη μορφή της με ρόδινη αίγλη. Από τη θερμότητα ένιωθε στα μέλη της μα γλυκιά τεμπελιά, μια απαλή έκλυση των νεύρων, που μισόκλεινε τα βλέφαρά της. Λεπτότατες σταγόνες από ιδρώτα γυάλιζαν , σα διαμαντένια σκόνη, στο ελαφρότατο χνούδι, που μόλις διακρινόταν , σα διάφανη σκιά, πάνω στο άνω χείλος της και που αντί να την ασχημίζει, της έδινε αντιθέτως μεγαλύτερο θέλγητρο. Έτσι καθισμένη, με τους βραχίονες να αδρανούν πάνω στα γόνατά της, κρατώντας ακόμη το πηρούνι με το οποίο ανακάτευε το συκώτι, φαινόταν σα να μειδιά μέσα σε ένα ωραίο όνειρο, το οποίο τα μισόκλειστα μάτια της έβλεπαν στο βάθος της φωτιάς, στο χορό και τα παιχνίδια των φλογών.

Τα παιδιά, καθισμένα γύρω της καταγής, φαίνονταν να έχουν και αυτά αποκαρδιωθεί από κάποια ανεκπλήρωτη προσδοκία. Αλλά όμως πρόσεχαν ζηλότυπα τις ύποπτες κινήσεις της γάτας, η οποία, αφού έτρεψε τα μάτια της σε έναν ποντικό που έτρεχε με θόρυβο ανάμεσα στα δοκάρια της οροφής, έκανε πάλι την  εκστρατεία της προς τις πυραμίδες με το συκώτι, νομίζοντας ότι οι φύλακες είχαν αποκοιμηθεί. Τη στιγμή που επιχειρούσε την έφοδο, πέντε ταυτόχρονα «Ψιτ» την έτρεψαν σε φυγή.

Τότε η Πηγή σηκώθηκε και είπε στη νεαρή οικοδέσποινα:

-Αργεί νάρθη κιανείς, Γαρεφαλιό, να μαςε πη πώς το βγάλανε.

Οι Σαϊτανοί είχαν κρατήσει μυστικό, όπως συνηθιζόταν το όνομα το οποίο θα έδινε ο Μανόλης στη βαπτιστική του, και οι γυναίκες, ενώ καταγίνονταν με την προετοιμασία του τραπεζιού, προσπαθούσαν να μαντέψουν το μυστικό.

Τη στιγμή εκείνη ακούστηκαν βιαστικά βήματα ποδιών χωρίς παπούτσια και στο πανωπόρτι παρουσιάστηκε κατακόκκινο πρόσωπο κοπέλας, που απέσυρε με δυσκολία το μάνταλο, άνοιξε την πόρτα και όρμησε μέσα με σμήνος άλλων παιδιών.

-Αχλαδία το βγάλανε, θεία Γαρεφαλιό, αναφώνησαν όλα με ένα στόμα, σα να ανάγγελλαν τη νίκη του Μαραθώνα.

Το Γαρεφαλιό παρατήρησε τα παιδιά με δυσπιστία. Δε θα άκουσαν καλά. Τα παιδιά όμως επέμεναν. Τότε μια θεία του Μουστοβασίλη μόρφασε με δυσαρέσκεια. Δεν το ονομάζανε καλύτερα Κερασιά ή Ροδακινιά; Χαρά στο όνομα! Αλλά το Γαρεφαλιό, για να αναχαιτίσει τη γλώσσα της γριάς, είπε ότι βέβαια τα παιδιά θα παράκουσαν. Αλλά και αν ήταν αυτό το όνομα, να της ζήσει αυτής το παιδί της και δεν επείραζε όπως κι αν το έλεγαν.

-Καλέ, Αγλαΐα θα τώβγαλε και θα το δήτε, είπε η Πηγή, η οποία εγνώριζε το νέο όνομα που είχε φέρει από πάνω ο Σμυρνιός.

Αλλά τη συζήτηση διέκοψε φοβερό μούγκρισμα θριάμβου. Ο χοίρος βρίσκοντας επί τέλους την ευκαιρία είχε εισορμήσει και με τη χοιρινή του αναισθησία προχωρούσε προς το τραπέζι. Όλες οι γυναίκες αναφώνησαν με φρίκη «ούτς!», η Πηγή, αρπάζοντας ένα ραβδί, τον καταδίωξε με αλύπητα χτυπήματα και ξανάκλεισε την πόρτα φωνάζοντας:

-Άδικο να σου λάχη, μαγαρισμένε!

Άλλος αγγελιαφόρος μετά από λίγο βεβαίωσε το άγγελμα των παιδιών.

-Να σαςε ζήσει η νεοφώτιστη, είπε σκύβοντας από το πανωπόρτι μια γριά γειτόνισσα, η οποία καθώς βρισκόταν στην εκκλησία άκουσε και αυτή ότι το παιδί το ονόμασαν Αχλαδία.

Πράγματι κάτι τέτοιο είχε συμβεί. Επειδή ο Μανόλης δυσκολευόταν να συγκρατήσει στη μνήμη του το ασυνήθιστο όνομα, η αδελφή του, μετά από πολλά μάταια πειράματα, του είπε να χει στο νου του την «αχλαδιά», για να το θυμηθεί. Αλλά όταν έφτασε η στιγμή να το πει, στον ιερέα, στη μνήμη του βρήκε μόνο την αχλαδιά, λίγο παραλλαγμένη. Κι ο παπάς, στον οποίο επίσης ήταν γνωριμότερη η αχλαδιά, άρχισε να επαναλαμβάνει στις ευχές του το όνομα, όπως του το είπε ο Μανόλης. Γιατί άλλωστε να του φανεί παράξενο, αφού είχε ακούσει ονόματα βαπτιστικά Μηλιά και Τριανταφυλλιά; Στην ένρινη ψαλμωδία του και την ηχώ του θόλου δε διακρινόταν η στρέβλωση και λίγο αργά την αντιλήφθηκαν η μητέρα και η αδελφή του ανάδοχου.

Είχε γίνει η πρώτη κατάδυση στην κολυμβήθρα, και ο παπάς εβάπτιζε  «τη δούλη του Θεού Αχλαδίαν», όταν η Σαϊτονικολίνα πλησίασε και με φωνή διστακτική του είπε:

-Αγλαΐα είναι το όνομα, αφέντη παπά, Αγλαΐα.

Ο ιερέας, αφού διέκοψε το βάπτισμα και κρατώντας μετέωρο το νήπιο, το οποίο κραύγαζε, απάντησε:

-Αγλαΐα, Αχλαδία το ίδιο είναι. Κατέχω κεγώ με τα ονόματα που πάτε και βγάνετε;(απόσπασμα 4β)

………………

ΠΑΤΟΥΧΑΣ Ε΄

Αλλά ας αφήσουμε το Μανόλη, που τη νύχτα εκείνη επανέλαβε στα όνειρά του χίλιες φορές το περίφημο ερωτολόγημά του προς το Πηγιό. Στο αντίθετο άκρο του χωριού μας περιμένουν άλλες γνωριμίες και γεγονότα, τα οποία μεγάλη θα έχουν ροπή στην περαιτέρω εξέλιξη της παρούσας ιστορίας.

Η Καλιώ η Ζερβούδαινα, που την έλεγαν κοροϊδευτικά και Αλογόμυγα για το μικρόσωμο και τη νευρική της ζωηρότητα, διατηρούνταν ακόμη καλά στην ηλικία κατά την οποία συνήθως οι χωρικές έχουν τελείως γεράσει, σιντριβόμενες από τις επίμοχθες εργασίες και τους πόνους της μητρότητας.

Αφού χήρευσε πολύ νωρίς, έδειξε διαθέσεις να επανορθώσει της μοίρας το αδίκημα. Για ένα ή για κάποιον άλλο λόγο ξεπερνούσε το τεσσαρακοστό κι έφτανε στα σαράντα πέντε, χωρίς να πραγματοποιήσει τον πόθο της, αλλά χωρίς να χάσει κάθε ελπίδα. Αυτό τουλάχιστον συμπέραιναν οι χωριανοί από τη φιλάρεσκη φροντίδα την οποία επεδείκνυε στον ιματισμό της πάντα, και ειδικά όσο προχωρούσε η ηλικία της, από την τάση την οποία έδειχνε να κρύβει την πραγματική της ηλικία και από τη νεανική ζωηρότητα την οποία είχε στις κινήσεις. Ουδέποτε την είδε κανείς ανυπόδητη έξω, όπως άλλες γυναίκες, νέες μάλιστα και ανύπανδρες, οι οποίες φαίνονταν να θεωρούν περιττή πολυτέλεια την υπόδυση.

Ήταν αρκετά αυτά για να δεχτεί τις κοινές κοροϊδίες και την κακολογία, η οποία όμως όσο κι αν το επεδίωκε, δεν κατόρθωνε να βρει στη διαγωγή της τίποτα περισσότερο από την ελαφρότητα την οποία της απέδιδαν.

Ο σύζυγός της όταν πέθανε, της άφησε μαζί με τις θλίψεις της πρόωρης χηρείας, μια καλή περιουσία και μια κόρη. Το Μαρούλι, όπως ονομαζόταν, είχε γίνει νέα λεπτοκαμωμένη, ψυχρή, και σε αντίθεση από τη μητέρα της, λιγόλογη, κι έσφιγγε τα χείλη με αξιοπρέπεια αρχοντοπούλας μη στάξει και μη βρέξει. Είχε στην πραγματικότητα ανατραφεί σαν αρχοντοπούλα του χωριού, «χωρίς να τη δει ο ήλιος», όπως έλεγε η μητέρα της. Δεν είχε γνωρίσει τη σκληραγωγία της βουκολικής ζωής, στην οποία έμπαιναν μέχρι την εφηβεία, πολλές φορές και μετά την εφηβεία, τα περισσότερα από τα κορίτσια, που μόνο από το ένδυμα ξεχώριζαν από τα αγόρια με τα οποία περνούσαν δουλεύοντας τις ημέρες τους. Ούτε ξύπνησε ποτέ κατά τις χειμερινές νύχτες «την ώρα που βγαίνουν οι πήχες» για να παχνίσει τα βόδια. Δεν έσκαψε ποτέ, ούτε βωλοσκόπησε και δεν ψήθηκε από το φλογερό ήλιο στο αλώνισμα ή το λίχνισμα. Ίσα ίσα γνώρισε το θέρισμα και το μάζεμα της ελιάς, κι αυτά με μεγάλες προφυλάξεις στην αβρή λευκότητα του προσώπου και των χεριών της. Τον περισσότερο καιρό της τον περνούσε στη σκιά, ράβοντας και υφαίνοντας, και ήταν υφάντρα μοναδική, τα δε εργόχειρά της ήταν ξακουστά.

(…) Η κόρη της χήρας πράγματι είχε πολύ ψηλά τη μύτη, νομίζοντας ότι αυτή ήταν κι άλλη δεν ήταν, κατά την έκφραση των άλλων. Την άποψή της αυτή, είχε υποθρέψει η μητρική στοργή με τους υπερβολικούς της επαίνους. (απόσπασμα 5β)

…..

(Ο Μανόλης ήθελε την Πηγή – αλλά την ήθελε «εδώ και τώρα» – Ο πατέρας του ήθελε να τον αφήσει να ωριμάσει λίγο και να συνηθίσει τους ανθρώπους – Τον άφησαν μάλιστα να εποπτεύει το χτίσιμο του σπιτιού του – Εκείνος όμως δεν ήθελε άλλη αναμονή! – Ήθελε γυναίκα..κι έχασε την ανθρωπιά και την ηθική του – Τα έκανε μαντάρα – Οι χωριανοί άρχισαν να δυσανασχετούν και να τον αντιπαθούν – Ο ίδιος ο πατέρας του δεν ήξερε τι να τον κάνει).

(Ο Μανόλης) Αποφάσισε να μην ξαναδεί την Πηγή και τήρησε την απόφασή του. Έπαψε να περνά από το σπίτι του Θωμά, του πατέρα της. Αντί, όπως πριν, να παραφυλάει για να δει την Πηγή να πηγαίνει στη βρύση, εμφανιζόταν βράδυ βράδυ στα δώματα με μαντήλι χρωματιστό στον ώμο και με άλλους νέους και παρατηρούσε τα κορίτσια, τα οποία επέστρεφαν από τις αγροτικές τους εργασίες.

Κατά τις στιγμές εκείνες τα μάτια του Μανόλη έλαμπαν σαν θρυαλλίδες βόμβας έτοιμης να εκραγεί σε ανοησίες. Αλλά την έκρηξη την αναχαίτιζε ο φόβος και σπάνια αποτολμούσε να απευθύνει καμία ερωτότροπη λέξη στις διερχόμενες. Σταδιακά όμως η νεανική του ορμή υπερίσχυσε και τον παρέσυρε σε τολμήματα. Σε μία τέτοια στιγμή συνέβη να επιστρέψει η κόρη της χήρας με τη στάμνα σπασμένη.

Ο Σαϊτονικολής έβλεπε αρχικά με ευαρέσκεια το ξεθάρρεμα του γιού του και η καρδιά του γινόταν περιβόλι, όπως έλεγε, όταν στις γιορτές έβλεπε να συνδιαλέγεται με οικειότητα ή να διαπληκτίζεται παίζοντας με άλλους νέους στα δώματα. Αλλά όταν άρχισαν να καταφθάνουν αλλεπάλληλες οι κατηγορίες διαφόρων χωριανών, ότι του ενός του πείραξε τη θυγατέρα στη βρύση, ότι της άλλης απύθηνε ερωτολογήματα στα λιβάδια, κι άρχισαν οι αδελφοί και οι πατέρες να απειλούν ότι θα τον κάνουν και θα τον δείξουν, η χαρά μετατράπηκε σε ανησυχία.(απόσπασμα 6β)

……………………

ΠΑΤΟΥΧΑΣ Η΄

Πέντε Τούρκοι, γνωστά πρωτοπαλίκαρα, που επιζητούσαν συχνά τσακωμούς με Χριστιανούς, είχαν μπει πριν από λίγο στη γιορτή. Λόγω του θορύβου και του συνωστισμού γύρω από το χορό, λίγοι τους είχαν δει τις πρώτες στιγμές. Οι Τούρκοι είχαν σταθεί κοντά στην είσοδο και φαίνονταν να περιμένουν την προσφορά καρεκλών για να καθίσουν. Αλλά όταν τους διέκριναν οι χορευτές και αυτοί που στέκονταν γύρω από το χορό, όλα τα πρόσωπα συνοφρυώθηκαν. Κρυφομιλήματα άρχισαν, ενώ οι νεώτεροι απηύθυναν προς τους Τούρκους βλέμματα απορίας και οργής. Οι Τούρκοι όμως τηρούσαν αυθάδη απάθεια και σα να μην έδιναν προσοχή στις εχθρικές εκδηλώσεις, τις οποίες έβλεπαν γύρω τους, έδειχναν και διαθέσεις να λάβουν μέρος στο χορό.

Μετά από λίγο όμως τους πλησίασε ο προεστός Αέρας, ο οποίος αφού τους καλησπέρισε, είπε:

–         Δε μου λέτε, αγαδάκια, είντα ρθετε επαέ να κάμετε;

–         Ήρθαμε να χορέψωμε, απάντησε ένας από τους Τούρκους.

–         Δεν το πίστευγω πως ήρθετε για να χορέψετε. Επα ΄ν΄όλο Χριστιανοί με τση γυναίκες και τς αδερφάδες τως κιαν ήρθετε για να χορέψετε, έπρεπε να φέρετε κιαπατοί σας τα’ αδερφίδες και τση γυναίκες σας.

–         Εμείς θα φέρωμε τση γυναίκες μας να χορέψουνε με τση Ρωμιούς; Είπε ο Τούρκος πλησιάζοντας απειλητικά τον Αέρα.

Ο πηδηκτός χορός αυτόματα είχε μεταβληθεί σε σιγανό και το δοξάρι του τυφλού μόλις έθιγε τις χορδές. Σιγή όμοια με τη νηνεμία, που προηγείται από την καταιγίδα έγινε για λίγες στιγμές. Και όλα τα βλέμματα ήταν προσηλωμένα στους Τούρκους και τον προεστό, που είπε:

–         Σα δεν κάνει να χορέψουν οι γυναίκες σας με Ρωμιούς, πώς θα χορέψουν οι δικές μας με Τούρκους;

–         Άφης τα αυτά, είπε ο άλλος από τους Τούρκους, κεμείς πουρθαμε, θα χορέψωμε.

Και έκανε να απωθήσει τον Αέρα και να προχωρήσει στον κύκλο του χορού. Αλλά ο προεστός τον άρπαξε από τον βραχίονα με το χέρι στιβαρό και του είπε έντονα:

-Η γιανιτσαριά μωρέ, πέρασε.Κιόποιος θέλει να κάμει το γιανίτσαρο, τρώει ξυλιές.

-Όϊ, δεν επέρασε, μωρέ ταυλόπιστε, η γιανιτσαριά και θα το δής, είπε ο Τούρκος και απώθησε δυνατά τον προεστό.

Οι Τούρκοι έβαλαν τα χέρια στους πασαλίδες, αλλά την ίδια στιγμή όρμησαν εναντίον τους διάφοροι νέοι.

–         Ο χορός να μη σκολάση! Φώναξε και ο Πατούχας και αφού ύψωσε σα ρόπαλο βαριά καρέκλα, ρίχτηκε στη συμπλοκή.

Η αντίσταση των Τούρκων διήρκεσε πολύ λίγο. Ο θρασύτερος από αυτούς, ο λεγόμενος Σαμπρής, έπεσε στα πρόθυρα με την κεφαλή σπασμένη από χτυπήματα του Πατούχα, Από τα χτυπήματα δε των ραβδιών και των καρεκλών οι πασαλίδες ξέφυγαν από τα χέρια των άλλων, οι οποίοι ζητούσαν σωτηρία στη φυγή. Ο Μανόλης και οι άλλοι νέοι τους καταδίωξαν μέχρι την τούρκικη συνοικία, όπου και οι άλλοι Τούρκοι αφού έτρεξαν να τους βοηθήσουν, έπαθαν τα ίδια και χειρότερα για να μάθουν ότι η γιανιτσαριά είχε περάσει………….(απόσπασμα 7β)

3 Σχόλια στο άρθρο

“Το κείμενο: Ιωάννη Κονδυλάκη, Ο Πατούχας (αποσπάσματα)”

  1. Ιανουάριος 29, 2013 στις 3:05 μμ       agimmici123 Έγραψε:

     
    Πότε θα ανεβάσετε και το «ακουστικό» των αποσπασμάτων 10/11/12 ;;;


Αφήστε μια απάντηση

καιρός

επισκέψεις

web statistics

Πρόκειται για το ιστολόγιο της περιβαλλοντικής – λογοτεχνικής ομάδας του Γυμνασίου Κουνουπιδιανών. Αποτελεί τόπο συνάντησης μαθητών και καθηγητών καθώς και χώρο ανταλλαγής απόψεων. Το βιβλίο που θα μελετηθεί είναι «Ο Πατούχας» του Ιωάννη Κονδυλάκη. Στόχοι η καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας, η επαφή με τη φύση, η μελέτη του έρωτα και η σχέση του με την εφηβική ηλικία, ο επαναπροσδιορισμός των αξιών της οικογένειας και της κοινωνίας, η καλλιέργεια ιστορικής συνείδησης και η απόκτηση ιστορικής γνώσης, η γνωριμία  με το σχολείο του παρελθόντος καθώς και η βελτίωση του σημερινού σχολείου όπως και των αρχών που το διέπουν. Βασικότερη επιδίωξή μας όμως αποτελεί η αισθητική απόλαυση που προκύπτει από την ανάγνωση ενός λογοτεχνικού κειμένου, η καλλιέργεια της φαντασίας και η ενίσχυση της κριτικής ικανότητας μαθητών και καθηγητών.



Top
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων