Νοητική υστέρηση

Είναι κοινά αποδεκτό τα τελευταία χρόνια παιδιά με ήπια νοητική υστέρηση να φοιτούν σε συνηθισμένο σχολείο. Αυτό όμως γίνεται κάτω από προυποθέσεις και πρέπει να συνηγορούν πολλοί παράγον τες από όλους τους εμπλεκόμενους ώστε αυτή η συνύπαρξη να είναι ωφέλιμη κι επικερδής διαδικασία.

Στη νέα ψηφιακή εποχή τα παιδιά με ήπια νοητική υστέρηση έχουν πρόσβαση στο συνηθισμένο σχολείο με βάση την αρχή της ολικής εκπαίδευσης. Αυτό συμβαίνει και στο δικό μας σχολείο. Τα επίπεδα της Νοητικής Υστέρησης είναι τέσσερα:

  • Ήπια ή ελαφριά
  • Μέτρια
  • Βαριά
  • Βαθιά ή πολύ βαριά

Η 1η κατηγορία αφορά και τον Σ. που φοιτά στο σχολείο μας. Είναι παιδιά που μπορούν να εύκολα να μάθουν και να εξελιχθούν, γνωστά ως <<εκπαιδεύσιμα>> με τις κατάλληλες τεχνικές και μεθόδους διδασκαλίας. Ο Σ. παρουσιάζει τρισωμία 21 ή αλλιώς σύνδρομο Down. Πρόκειται για μια χρωμοσωμική ανωμαλία στην οποία το 21ο χρωμόσωμα υπάρχει 3 φορές αντί για 2. Οι δυσκολίες που παρουσιάζουν αυτά τα παιδιά εκτός από τη νοητική υστέρηση είναι και στην προσαρμοστική συμπεριφορά. Δυσκολεύονται να έχουν προσωπική ανεξαρτησία και κοινωνική υπευθυνότητα σε σύγκριση με τους συνομηλίκους τους. (Στασινός, 2013)

Επιπρόσθετα θα αναφέραμε ότι ο Σ. φαίνεται να αναπτύσσει περισσότερο τη γλωσσική κατανόηση σε σχέση με τη γλωσσική έκφραση. Η βραχύχρονη μνήμη του δεν τον βοηθά σε αυτό και χρειάζεται συνεχώς ανατροφοδότηση. Παρόλο που στην τάξη γίνονται προσπάθειες βελτίωσης της λεπτής του κινητικότητας, φαίνεται να μην είναι αρκετές και να χρειάζεται περισσότερος χρόνος. Στα θετικά του στοιχεία θα αναφέραμε το χειρισμό οπτικο-χωρικών ερεθισμάτων. Συγχρόνως εμφανίζει έλλειψη αυτοεξυπηρέτησης και βασικής κοινωνικοποίησης (αλληλεοίδραση με άλλα παιδιά).

Η φοίτηση του Σ. στο σχολείο μας πιστεύω πως αποτελεί μονόδρομο για την περίπτωσή του. Το παιδαγωγικό πρόγραμμα που θα ακολουθηθεί είναι αποτέλεσμα συνεργασίας του δασκάλου της τάξης, του εξειδικευμένου εκπαιδευτικού προσωπικού, του διευθυντή αλλά και του συνόλου των διδασκόντων. Στο ίδιο πλαίσιο σκέψης θα λέγαμε ότι βοηθητικό ρόλο πρέπει να παίξουν οι γονείς του και οι συμμαθητές του.

Ο Σ. πρέπει να αναπτύξει δεξιότητες ετοιμότητας (readiness skills): χρήση της γλώσσας και της μαθηματικής σκέψης. Αυτές οι δύο μαθησιακές δεξιότητες είναι άμεσα συνδεδεμένες με στοχευμένες δραστηριότητες μαθησιακής ετοιμότητας που καλύπτουν μαθησιακές ανεπάρκειες στον προφορικό λόγο, την ψυχοκινητικότητα, τις νοητικές ικανότητες και τη συναισθηματική οργάνωση. (Ματσαγγούρας, 2004) Δραστηριότητες αυτοεξυπηρέτησης, δέσιμο παπουτσιών, τουαλέτα και ντύσιμο είναι απαραίτητες για τον Σ. Χρειάζεται λοιπόν ολόπλευρη ανάπτυξη για να κατακτήσει το μέγιστο των δυνατοτήτων του. Σε αυτό θα βοηθήσει και η άμεση επικοινωνία σχολείου οικογένειας αλλά και η βοήθεια από ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς.

Κλείνοντας θα αναφέραμε ότι ο ρόλος των εκπαιδευτικών του σχολείου μας απέναντι στον Σ. αναπτύχθηκε επαρκώς παραπάνω. Στην πλήρη επιτυχία όμως αυτού του εγχειρήματος αρωγοί πρέπει να είναι και οι συμμαθητές του που σαφώς και είναι ενήμεροι της γενικότερης κατάστασης που επικρατεί. Μέσω του προγράμματος θα εκπαιδευτούν κι αυτοί και με τις αντιδράσεις τους θα οδηγήσουν τον Σ. να συνειδητοποιήσει πως πρέπει να συμπεριφέρεται, να αναλάβει την ευθύνη των πράξεών του και να καταλάβει ότι η αποδοχή του από την ομάδα εξαρτάται από τη δική του ικανοποίηση ορισμένων απαιτήσεων. Άρα μιλάμε για αμφίδρομη σχέση που μόνο σε θετικά αποτελέσματα μπορεί να οδηγήσει.

Η κώφωση και τα χαρακτηριστικά της

Η ακουστική ανεπάρκεια ενός ατόμου μπορεί να προσδιοριστεί και με βάση το χρόνο(τη στιγμή) που σημειώθηκε. Αν λοιπόν σημειώθηκε κατά τη γέννηση ή λίγο μετά τη γέννηση, τότε μιλάμε για προγλωσσική κώφωση, ενώ αν σημειώθηκε αργότερα στη ζωή του ατόμου τότε μιλάμε για μεταγλωσσική κώφωση. Η συγκεκριμένη διάκριση είναι πολύ σημαντική και αφορά την ανάπτυξη ή όχι γλωσσικών δεξιοτήτων ώστε να καταρτιστούν κατάλληλα εκπαιδευτικά προγράμματα για την κάθε περίπτωση.

Ένα παιδί με προγλωσσική κώφωση πρέπει να μάθει τον κόσμο της γλώσσας και της επικοινωνίας από την αρχή και να αποκτήσει ανάλογες δεξιότητες. Σε αυτό τον άξονα πρέπει να κινηθούν και τα αντίστοιχα εκπαιδευτικά προγράμματα. Συγχρόνως ένα τέτοιο παιδί έχει τη δυνατότητα να μάθει τη νοηματική γλώσσα από μικρή ηλικία και να αποδεχτεί έτσι πιο εύκολα την ιδιαιτερότητά του (Στασινός, 2016). Αντίθετα ένα παιδί με μεταγλωσσική κώφωση πρέπει μέσω των προγραμμάτων να διατηρήσει τις δεξιότητες ομιλίας που ήδη έχει.  Ανάλογα βέβαια και με την ηλικία εμφάνισης της κώφωσης, ένα τέτοιο παιδί δεν μπορεί να μάθει εύκολα τη νοηματική γλώσσα αλλά έρχεται σε επαφή και επικοινωνεί ευκολότερα με τους ανθρώπους που έχουν φυσιολογική ακοή.

Συμπερασματικά λοιπόν στο πλαίσιο της Ολικής Εκπαίδευσης, τα παιδιά και των δύο περιπτώσεων έχουν πολλές δυνατότητες να αποκτήσουν και να αναπτύξουν γλωσσικές και κοινωνικές δεξιότητες, με την αρωγή βέβαια και ειδικών εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Η σωστή κατάρτιση του εκπαιδευτικού σε συνδυασμό με την κατάλληλη υλικοτεχνική υποδομή θα βοηθήσει αυτά τα παιδιά να εξελιχθούν στη γλωσσική επικοινωνία και να νιώσουν ισότιμα μέλη της κοινωνίας ώστε να απομακρυνθεί το ενδεχόμενο περιθωριοποίησης ή στιγματισμού τους.

 

 

Δυσκολίες Μάθησης…

Οι Δυσκολίες Μάθησης (ΔΜ) αποτελούν ένα γνωστικό χώρο που τα τελευταία χρόνια παρουσιάζει έντονη κινητικότητα. Οι ορισμοί για τις ΔΜ ποικίλουν ανάλογα τον επιστήμονα και αυτό που εκπροσωπεί και πιστεύει. Γενικά με τον όρο Δυσκολίες Μάθησης αναφερόμαστε στις διάφορες δυσκολίες που αντιμετωπίζει το παιδί στο χώρο της μάθησης. Εμφανίζονται σε παιδιά με κανονική ή ανώτερη νοημοσύνη που συναντούν όμως εμπόδια στο να αποκτήσουν γνωστικές δεξιότητες, όπως ορθογραφία, γραφή , ανάγνωση κ.α. Μεγαλύτερα προβλήματα εντοπίζονται στην ανάγνωση η οποία πολλές φορές συνυπάρχει με ΔΕΠ-Υ. Για να εντάξουμε ένα παιδί στις ΔΜ πρέπει να πληροί 3 κριτήρια: α) Να μην υπάρχει συμφωνία ανάμεσα στην πραγματική του επίδοση και στη δυνάμει επίδοση, β) Οι ΔΜ να μην οφείλονται σε ανεπάρκειες που αναφερθήκαμε σε προηγούμενα κεφάλαια και γ) Οι δυσκολίες να είναι τόσο σοβαρές ώστε να κρίνεται απαραίτητη η παροχή ειδικών εκπαιδευτικών υπηρεσιών. Παράδειγμα στη σχολική τάξη θα μπορούσαμε να αναφέρουμε ένα παιδί που δυσκολεύεται να κατανοήσει αφηρημένες έννοιες, όπως ο χώρος, ο χρόνος και η χρήση τους.

Μια κατηγορία παιδιών με ΔΜ είναι αυτά με νοητικές ικανότητες κανονικές ή ανώτερες του κανονικού αλλά εντοπίζονται ειδικές δυσκολίες μάθησης- δυσλεξία. Πρόκειται για δυσκολίες που συναντώνται στην επεξεργασία του γραπτού λόγου και στην ανάγνωση. Το παιδί δυσκολεύεται να διαβάσει γρήγορα και δε χρωματίζει τη φωνή του, αλλάζει τη σειρά των γραμμάτων και πολλά άλλα που θα αναπτυχθούν σε επόμενη ενότητα. Άρα γίνεται αντιληπτό ότι η δυσλεξία αφορά σε μια κατηγορία παιδιών με ΔΜ. Τα χαρακτηριστικά τους ποικίλλουν κι αυτό συνδέεται με διαφορές που εντοπίζονται στην προσωπικότητα και στο στενό τους περιβάλλον.

Συνοψίζοντας όσα αναφέρθηκαν θα λέγαμε ότι πρέπει να δοθεί ιδιαίτερο βάρος στην πρώιμη διάγνωση ώστε να αντιμετωπιστεί έγκαιρα ένα παιδί με ΔΜ. Η συνεργασία φορέων, εκπαιδευτικού τάξης, γονέων και επιστημόνων άλλων ειδικοτήτων θα δώσει μια ολοκληρωμένη εικόνα για το πρόγραμμα παρέμβασης που θα ακολουθηθεί ώστε να επιτευχθούν τα μέγιστα δυνατά αποτελέσματα.

mathisiakes_episkopisi