Άρθρα με ετικέτα “ποίηση”

Μαθητές σχολείων της Δ΄Διεύθυνσης απαντούν στην κρίση διαβάζοντας τα ποιήματα της επιλογής τους.

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2013 στο 3ο ΓΕΛ Π. Φαλήρου.

Περισσότερα

Ευχαριστούμε την πρώην μαθήτρια του 3ου ΓΕΛ Π. Φαλήρου Κωνσταντίνα Σχινά για τη δημιουργία της αφίσας.

Comments 0 σχόλια »

Το νέο ποιητικό βιβλίο του Μιχάλη Γκανά, Άψινθος, συνομιλεί με την «Αποκάλυψη του Ιωάννου» απ’ όπου αντλεί και τον τίτλο του.
«Άψινθος» λέγεται ο αστέρας που έπεσε στη γη και δηλητηρίασε «το τρίτον» των πόσιμων υδάτων «και πολλοί των ανθρώπων απέθανον εκ των υδάτων ότι επικράνθησαν».
Από την «Αποκάλυψη» ο ποιητής έλκει και μια σειρά από στίχους, βιβλικά κλειδιά που ανοίγουν την εσχατολογική προοπτική ενός σκοτεινού κόσμου, του δικού μας σύγχρονου κόσμου.
Πρόκειται για μια ποιητική σύνθεση με δύο ενότητες.
Στην πρώτη ενότητα το χθες με το σήμερα εναλλάσσονται, μέσα σε μια ατμόσφαιρα ενός επικείμενου ή συντελεσθέντος κατακλυσμού, με άτιτλα ποιήματα δεξιά και φράσεις από την «Αποκάλυψη» αριστερά.
Στη δεύτερη ενότητα κυριαρχεί η ανάκληση αγαπημένων προσώπων –τεθνεώτων και ζώντων – σε έναν προσωπικό, εξομολογητικό τόνο.
Εδώ, λοιπόν, κοντά στο τέλος των ημερών «Αν είναι να μιλήσει κάποιος ας πει για την αγάπη» και την ιαματική σιωπή της.


Αυτοί παιδί μου δεν

δεν σου χαρίζουν ούτε τη νύστα τους

όλο δεν και δεν και δέν-

τρο δεν φύτεψαν τα χέρια τους

δεν χάιδεψαν σκυλί γατί πουλάκι πληγωμένο

γυναίκα άσχημη και στερημένη

αυτοί παιδί μου δεν

δεν δίνουν τ’ Αγγέλου τους νερό

δεν άκουσαν ποτέ

ανάκουστο κιλαϊδισμό και λιποθυμισμένο

δεν έπιασαν με τα ρουθούνια τους

το άοσμο άνθος του θανάτου

δεν είδαν-κατάργησαν τα μάτια τους-

μια πιπεριά να γίνεται λιμπελούλα

αυτοί παιδί μου δεν

δεν ξέρουν δεν αγαπούν

ξέρουνε μόνο ν’ απαιτούν

περισσότεραπερισσότεραπερισσότερα περί…

που έτσι γράφεται το μέλλον μας.

Comments 0 σχόλια »

Αν ανήκετε στη Δ΄Δ/νση Αθηνών αναμένουμε τη συμβολή σας. Η εκδήλωση θα πλαισιωθεί από μουσικά δρώμενα και αναγνώσεις ποιημάτων από σύγχρονους ποιητές. Το πρόγραμμα θα ανακοινωθεί στα τέλη Νοεμβρίου. Θα είναι μία ευκαιρία να διαπιστώσουμε αν και τι είδους ποίηση διαβάζουν οι μαθητές μας.

03 10 12 Politistika Ela Me Poihma

Comments 0 σχόλια »

μελοποίηση Μιχάλης Καλογεράκης
Φωνή Μιχάλης Καλογεράκης
ποιηση Μιχάλης Γκανάς

Ιδιαίτερα στην αγάπη
Σου το λέω εγώ που αγαπώ
τόσους ανθρώπους επί τόσα χρόνια
χωρίς να το ξέρουν.
Μεταξύ μας για μένα τους αγαπώ.
Μου κάνει καλό.
Oπως η αγάπη μου για σένα φερ’ ειπείν.
Με κάνει καλύτερο.
Καλύτερο και από σένα

Δώσ’ μου το χέρι σου να το κοιμίσω.
Είναι παλτό ξεκούμπωτο η νύχτα
προβιά σφαγμένου ζώου που ανασαίνει ακόμα.
Κοιμήσου˙ η καρδιά μου ξαγρυπνά.

Comments 0 σχόλια »

Ποίηση : Pablo Neruda
Μουσική (music) : Τέρψη Κονταργύρη
Φωνή(vocals) : Παντελής Καλογεράκης, Τέρψη Κονταργύρη
Κιθάρα(guitar) :  Αντωνης Κουφουδάκης,Μιχάλης Καλογεράκης,Τέρψη Κονταργύρη

La Reina

Yo te he nombrado reina.
Hay más altas que tú, más altas.
Hay más puras que tú, más puras.
Hay más bellas que tú, hay más bellas.
Pero tú eres la reina.

Cuando vas por las calles
nadie te reconoce.
Nadie ve tu corona de cristal, nadie mira
la alfombra de oro rojo
que pisas donde pasas,
la alfombra que no existe.

Y cuando asomas
suenan todos los ríos
en mi cuerpo, sacuden
el cielo las campanas,
y un himno llena el mundo.

Sólo tú y yo,
sólo tú y yo, amor mío,

lo escuchamos.

Comments 0 σχόλια »

Ποιητικές αναγνώσεις υπό τους ήχους των αδελφών Καλογεράκη φιλοξένησε στις 29 Σεπτεμβρίου, ο Εθνικός Κήπος, στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας«100 χιλιάδες ποιητές για την αλλαγή», κατά την οποία δημιουργοί και πολίτεςσυμμετέχουν σε περισσότερες από 800 εκδηλώσεις, που πραγματοποιούνται ταυτόχρονα την ίδια ημέρα, σε 115 χώρες, εκφράζοντας μέσω της ποίησης την ανάγκη τους για συλλογικότητατομές και αλλαγές παντού.

Το κίνημα «100 χιλιάδες ποιητές για την αλλαγή», είναι μια  παγκόσμια επίκληση των δυνάμεων της ποίησης, που διεκδικεί αλλαγές στην κοινωνία, το περιβάλλον, την πολιτική.

Στην Αθήνα τη διοργάνωση ανέλαβε  η Πρωτοβουλία 21 Μαρτίου, που  διοργάνωσε -και την ποιητική διαμαρτυρία ενάντια στην κρίση στην Αθήνα, την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης (21 Μαρτίου 2012) -ο Κύκλος Ποιητών, τα ποιητικά περιοδικά Poetix  και Ποιητικά, ο  εκδοτικός  οίκος  Μικρή Άρκτος και η αλυσίδα πολιτισμού ΙΑΝΟS, σε συνεργασία με τον Οργανισμό Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας Δήμου Αθηναίων (ΟΠΑΝΔΑ).

Στον Εθνικό Κήπο βρέθηκαν οι ποιητές: Δημήτρης Αγγελής, Δημήτρης Αθηνάκης, Γιώτα Αργυροπούλου, Αναστάσης Βιστωνίτης, Ηλίας Γκρης, Γιάννης Δάλλας, Γιάννης Ευσταθιάδης, Δημήτρης Καλοκύρης, Έλσα Κορνέτη, Μιχάλης Μήτρας, Γιώργος Μπλάνας, Παυλίνα Παμπούδη, Χρίστος Παπαγεωργίου, Βασίλης Ρούβαλης, Χρίστος Ρουμελιωτάκης, Αγγελική Σιδηρά, Κωστής Τριανταφύλλου και Γιώργος Χουλιάρας.

Οι ποιητικές αναγνώσεις έγιναν χωρίς μικρόφωνα. Ποιητικά κείμενα, αφέθηκαν σε παγκάκια και άλλα σημεία στον Εθνικό Κήπο, δημιουργώντας  μια ιδιαίτερη περιπατητική ποιητική  διαδρομή. Αλλά η αποκάλυψη ήρθε από την παρέα των φοιτητών. Οι αδελφοί Καλογεράκη μας ταξίδεψαν και μας συγκίνησαν με τις αισθαντικές φωνές και τις εξαίρετες μελοποιήσεις τους.

Το ποίημα είναι του Νίκου Μοσχοβάκου.
Η μουσική του Μιχάλη Καλογεράκη.
Το τραγουδούν ο Μιχάλης και ο Παντελής Καλογεράκης.

»Η τρελή εξακολουθεί να ουρλιάζει να κραυγάζει η τρελή
Αποτολμώντας μια ακόμη προσπάθεια να συγκρατήσει τις λέξεις που χάνονται
Παραδίπλα ο τουρίστας
φωτογραφίζει ένα άγαλμα
απέναντι μια γρια
κοιμάται στο παγκάκι
Κι η τρελή εξακολουθεί να ουρλιάζει να κραυγάζει η τρελή.
Η τρελή της πόλης»

Comments 0 σχόλια »

Γεγονότα και πρόσωπα της πιο ωραίας μου ζωής, της φανταστικής,
που δεν την έζησα ποτέ και θα την κληροδοτήσω ανέπαφη στους μεταγενέστερους.

Και συχνά σχεδίασα ταξίδια στο άγνωστο — θέλω να πω καλύτερα να μη ρωτάει κανείς
γιατί ώσπου να γυρίσω εκείνο το βράδυ απ’ το συμβολαιογραφείο του θείου Ιάκωβου
είχαν όλοι πεθάνει —
από τότε περιπλανιέμαι στην τύχη ή αργοπορώ στα δωμάτια φτηνών ξενοδοχείων
όπου στενάζει το ανεκπλήρωτο των εραστών, απομεινάρια μοναξιάς κάτω απ’ τα έπιπλα, σκιές από φτωχές αμαρτίες.
Και συνήθως τα πράγματα που κράτησες στα χέρια σου
χάνονταν μυστηριωδώς: σα να ‘σουν κάπου άλλου την ώρα που τα χρησιμοποιούσες.
Ίσως γι’ αυτό κι οι αποτυχίες σου δε σε πλήγωσαν ποτέ, αφού βέβαια την ώρα που αποτύχαινες
εσύ δεν ήσουν εδώ. Πού ήσουν λοιπόν;
Και γιατί γύρισες;

Στο δρόμο, κάτω απ’ τη βροχή, εκείνος ο άγνωστος στεκόταν χρόνια τώρα
ακουμπισμένος στο φανοστάτη. Ποιος άγνωστος! Κι οι φλόγες των κεριών τα βράδια
που τις σαλεύει μια πνοή από κάποια πανάρχαιη συγνώμη — ποιόν συγχωρεί;

Εγώ, όσο μπορώ να θυμηθώ, στεκόμουν στη μικρή γέφυρα του πατρικού κήπου
σε κάποια γέφυρα τέλος πάντων — κι ένιωθα σα να μ’ έχουν μυστικά ετοιμάσει
να υποδεχτώ τη μητέρα
τη μέρα που θα με γεννούσε.

Έτσι κι οι εραστές μέσα στην κάμαρα απλώνουν τα χέρια ο ένας
στον άλλον ενώ εκείνοι στέκονται έξω, μόνοι.

Λοιπόν, τι κάνουμε εδώ και πότε θ’ αλλάξει ο κόσμος, γιατί όπως όλοι μας
έζησα κι εγώ αφηρημένα — βέβαια αγάπησα τα ιδανικά της ανθρωπότητας
αλλά τα πουλιά πετούσαν πιο πέρα (κι αλήθεια κάποτε παιδιά
αφήναμε στη μέση τις υπερπόντιες εκστρατείες μας για ν’ ανεβάσουμε εν’ άρρωστο πουλί στο δέντρο)
και τις νύχτες σχεδίαζα έκτακτα δρομολόγια τραίνων για κείνους που άργησαν
ή ονειρευόμουν να ζήσω υπέροχα, απερίσπαστος από προσωπικές ευδαιμονίες
και στάθηκα πάντα ανυπεράσπιστος μπροστά στους άλλους όπως οι
νεκροί έτσι έμαθα τι θα πει αιωνιότητα.

Τώρα ανεβαίνω σε μιαν άμαξα απ’ αυτές που διασχίζουν τον ύπνο μου
και δραπετεύω. Θα με ξαναβρείτε στα ωραιότερα ποιήματα του
άλλου αιώνα
να νοσταλγώ τον Θεό.

Άλλα τις νύχτες παίρνω χάπια και πλαγιάζω νωρίς, όχι για να κοιμηθώ,
αλλά για να πάω σε παράξενες συναντήσεις με ανθρώπους που έχασα
ή με πρόσωπα αβέβαια, θαμπά, πριν από χρόνια σε κάποιες νύχτες ξαφνικά συναντημένα — και δόξα τω Θεώ δεν κατάλαβα ποτέ τον κόσμο
και αυτό το ρίγος που διατρέχει το σπίτι είναι από πράξεις που
αποφύγαμε (και μετανιώσαμε)
μεγάλα γεγονότα που χάθηκαν μες στη συντομία των ήμερων, σκέψεις υπέροχες που αρκέστηκαν στα δάκρυα
και τις νύχτες η πικρή ανάμνηση εκείνων που σε πρόδωσαν
και που ο ύπνος τους συγχωρούσε. Κι αγάπησα τις λέξεις που με ταπείνωσαν γιατί με ανακαλούσαν σε μιαν άλλη παιδικότητα.
Α, έχασα τις μέρες μου
αναζητώντας τη ζωή μου.

Ώσπου σιγά-σιγά όλα σωπαίνουν και μόνο το χαλασμένο πάτωμα τρίζει δυσοίωνα — συλλογιέμαι τους δρόμους έρημους κατά κει που
φύγαν τα χρόνια
τα θρανία να σαπίζουν κάτω απ’ τα παλιά υπόστεγα και το ρολόι
πάνω στον κομό χτυπούσε σα μια πληγή, αλλά γιατί να μας παιδεύουν πράγματα
που τα ‘χουμε ξεχάσει
ενώ τα βράδια η σελήνη έβγαινε απαλά απ’ τα σύννεφα φωτίζοντας τα χλωμά χέρια των παιδιών που θα πεθάνουν σε λίγο
και τα όνειρα των τρελών που είναι ίσως αθάνατοι — στιγμές που ανοίγεις ένα παράθυρο σα να
λύνεις ένα αίνιγμα ή κλείνεις μια πόρτα σα να συνοψίζεις μια ζωή.

Όμως, εγώ το προαισθανόμουνα ότι αυτή η υπόθεση που άρχισε
τόσο αινιγματικά
θα τελείωνε εντελώς ανεξήγητα — τι θέλω να πω; μα γιατί οι
άνθρωποι να θέλουν πάντα κάτι να πούνε; κι άλλοτε διάβαζα τα γράμματα που είχα γράψει ο ίδιος στον
εαυτό μου έτσι δε μου ‘λειψε ποτέ μια μικρή ανταπόκριση —

θυμάμαι κάποτε που κουρασμένος κάθισα πάνω στη βαλίτσα μου σε κάποιον έρημο
σταθμό:
περίμενα να περάσει ένα παιδικό τραίνο ή να κατέβει από ένα βασιλικό βαγόνι η αξέχαστη Ρεζεντά
γιατί υπήρξα κι εγώ παιδί κι υστέρα νέος κι έκλαψα σε μοναχικά δωμάτια
ή στο πάρκο, νύχτες… Ώ μακρινά πράγματα του κόσμου, δε θα
σας γνωρίσουμε ποτέ όμως εσείς είναι που δίνετε αυτό το νόημα στη ζωή μας.

Λόγια που δεν τα καταλάβαμε παρά όταν ήταν πια αργά, πράξεις ακατανόητες που εξηγήθηκαν μια νύχτα σ’ έναν εφιάλτη κι ίσως η μεγάλη περιπέτεια μας περίμενε σε μια πάροδο που δεν της δώσαμε σημασία.

Όμως
η πραγματικότητα, φίλοι μου, έχει πεθάνει από καιρό, γι’ αυτό σαν πέφτει η νύχτα
θυμηθείτε με. Και συχνά διέσχισα μεγάλους δρόμους χωρίς να φτάσω ακόμα πουθενά
με το φόβο ότι κάποια στιγμή θα εννοήσω, ίσως γι’ αυτό ενδίδω εύκολα κι αχ
δε θα μάθει ποτέ κανείς ποιος είναι ο προορισμός του, «μα, επιτέλους, τι ζητάς;» με ρωτούσε η μικρή εξαδέλφη
«να με θυμούνται, εξαδέλφη».

Κι αλήθεια πόσοι δε χάθηκαν σε μια κάμαρα που δεν τους περίμενε
κανείς και κοίταξα πίσω απ’ τις κουρτίνες μήπως και ξαναβρώ τα παιδικά
μου χρόνια ή τα βήματα ενός μοναχικού διαβάτη αργά τη νύχτα μου θύμιζαν
πάντα πόσο εφήμεροι είμαστε… Κι η ποίηση είναι σα ν’ ανεβαίνεις μια
φανταστική σκάλα για να κόψεις ένα ρόδο αληθινό.

Ά, πότε θα γυρίσουμε, είναι αργά, φέρτε εν’ αμάξι από κείνα τα παλιά
που στάθμευαν στις πλατείες των προαστίων ή απ’ αυτά που φτιάχνουν οι σκιές τ’ απόβραδο
κι εγώ γιατί μεγάλωσα στη σκάλα; τι περίμενα; Φωνές μακρινές ακουσμένες στ’ όνειρο
ή μια νύχτα ερήμωσης κι η ηδονή να κλαις σιωπηλά για πράγματα ξεχασμένα απ’ όλους
ούτε θα ξαναβρούμε εκείνη την εποχή που ζήσαμε ό,τι καλύτερο είχαμε: τον ερωτά για ένα χρωματιστό βότσαλο, τη μυστική ταφή ενός πουλιού
ή ένα γράμμα που πήγαμε στο ταχυδρομείο χωρίς διεύθυνση, γιατί ο παιδικός φίλος τού καλοκαιριού είχε φύγει ξαφνικά χωρίς να μας ειδοποιήσει, «μα δεν έχει διεύθυνση», είπε ο υπάλληλος — από τότε ξέρεις πως ο κόσμος δεν μπορεί να σου δώσει καμιά βοήθεια.
Έξαλλου ήρθε ο καιρός να παραδεχτούμε ότι δεν κάναμε κι εμείς τίποτα, σπουδαίο. Άλλα και ποιο είναι το σπουδαίο; Και σε τι θα βοηθούσε;
Άνθρωποι που μας ξεγέλασε η τύχη ή μας πρόδωσε τ’ όνειρο
κι ώ μάταιες ελπίδες, πόσο σας αγαπήσαμε έναν καιρό.

Σελήνη 20 ήμερων απόψε… Πώς έφυγαν τα χρόνια!

Comments 0 σχόλια »

Η ταινία «Poetry» αναπαριστά ένα δράμα λιτό, αφηγηματικό κι ανθρώπινο.

O Κορεάτης δημιουργός Lee Chang-dong ταυτίζει την ποίηση με την φύση, με την ηθική και την αθωότητα. Η ποίηση φθίνει, μας λέει, επειδή φθίνει και η θέση των προαναφερθεισών αξιών στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Η βασική ηρωίδα αναζητά μια χαραμάδα φωτός, μια σταγόνα ποίησης μέσα στο αστικό τοπίο, την οποία αδυνατεί να βρει. Κι αφού οι απεγνωσμένες προσπάθειές της αποβούν άκαρπες, θα σκαρώσει ένα ‘ποίημα’ και μετά θα φύγει αθόρυβα, όπως ήρθε.

Η ματιά του Lee Chang- Dong είναι πεσιμιστική, θεωρεί την ποίηση κομμάτι μιας άλλης εποχής, καταδικασμένης να χαθεί μέσα στα αμοραλιστικά και ακραιφνώς ωφελιμιστικά πλαίσια της νέας τάξης πραγμάτων.

«Ζούμε σε μία εποχή» ανέφερε ο ίδιος «όπου η ποίηση αργοπεθαίνει. Μερικοί θλίβονται γι΄αυτό, ενώ άλλοι δηλώνουν πως της αξίζει να πεθάνει. Παρ΄όλα αυτά οι άνθρωποι εξακολουθούν να διαβάζουν και να γράφουν ποιήματα. Αλλά αυτό είναι ένα ερώτημα που θέτω στον εαυτό μου. Τι σημαίνει να γυρίζω ταινίες σε μία εποχή όπου έτσι κι αλλιώς ο κινηματογράφος πεθαίνει;»

Comments 0 σχόλια »

Χτες στο Δημοτικό σχολείο Ανω Σύρου παρακολούθησα μια μοναδική μουσική παράσταση του Μιχάλη Σιγανίδη και των Φίλων του Μίλτου Σαχτούρη.

Ο Μιχάλης Σιγανίδης αγάπησε την ποίηση του Σαχτούρη από τα μαθητικά του χρόνια, συγκέντρωσε τα μουσικά του έργα πάνω στην ποίηση του Σαχτούρη και τα συμπεριέλαβε σε ένα CD. Πρόκειται σύμφωνα με το δημιουργό για ένα ηχητικό ντοκιμαντέρ… μια ιδιόρρυθμη «αποδομητική» τραγουδοποιία που χαρτογραφεί ένα λεπτομερέστατο ηχητικό τοπίο όπου συνυπάρχουν το συγκεκριμένο πλαίσιο και ο ελεύθερος αυτοσχεδιασμός.

Στη συναυλία  ακούσαμε συνθέσεις από τις ποιητικές συλλογές «Ο περίπατος», «Το σκεύος», «Καταβύθιση», «Παραλογαίς», «Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο».

Πρόκειται για μια ιδιαίτερη μουσική παράσταση όπου συνυπάρχουν έντονα η πρόζα, το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού, τα τζαζ ηχητικά μονοπάτια και γενικότερα η πειραματική διάθεση αυτού του ιδιαίτερου γκρουπ το οποίο με αυτή τη σύνθεση εμφανίζεται πολύ σπάνια σε επιλεγμένους χώρους και σε κοινό που αγαπά την ποίηση.

Επηρεασμένο από τα ποιήματα του Μίλτου Σαχτούρη είναι και το τραγούδι του Σταύρου Κουγιουμτζή «Τρελοί και Άγγελοι (Ντύλαν Τόμας)» (εμπνευσμένο από το ποίημα «Παρουσία» του Μίλτου Σαχτούρη και αφιερωμένο στον ποιητή) από τον ομώνυμο δίσκο «Τρελοί και Άγγελοι».

Έπαιξαν και τραγουδησαν: Μ. Σιγανίδης (κοντραμπάσο, κιθάρα, φωνή), Αλκ. Ιωαννίδης (φωνή, φλογέρες), Θ. Ρέλλος (σαξόφωνο, κλαρίνο, φωνή), Κ. Θεοδώρου (τύμπανα), Χ. Λαμπράκης (νέι, πλήκτρα), Α. Ανισέγκου (πιάνο).

Comments 0 σχόλια »

016small.jpg«Η Υδρα των πουλιών» αποτελεί ένα άλμπουμ σταθμό για την ελληνική μουσική. Eίναι η πρώτη φορά που επιχειρείται μελοποίηση ποιημάτων του κορυφαίου Έλληνα σουρεαλιστή ποιητή και ζωγράφου Νίκου Εγγονόπουλου, σε επίπεδο ολόκληρου άλμπουμ. Παράλληλα πρόκειται και για το πρώτο άλμπουμ του Δημήτρη Πουλικάκου εδώ και 35 χρόνια. Το εγχείρημα για τη δημιουργία του άλμπουμ τόλμησε ένας από τους πλέον δραστήριους και ευρηματικούς δημιουργούς της εποχής μας – ο Socos των Socos & The Live Project Band. O Socos ξεπερνάει τις όποιες δυσκολίες μελοποίησης παρουσιάζει ο Εγγονόπουλος, ενώ ο Πουλικάκος ξαφνιάζει με την ερμηνεία του, που ενώ διατηρεί το αναγνωρίσιμο προσωπικό του ύφος εντούτοις ακούγεται απίστευτα φρέσκος. Κι ένα δείγμα:

Συνέντευξη του Πουλικάκου στο Βήμα

Comments 0 σχόλια »

4ee5eb26121682015712136.jpgΦέτος, ενώ το όνομα της Ελλάδος έχει πληγεί θανάσιμα στην ευρωπαϊκή επικαιρότητα, και ο γραικός, εκτός από τους παλαιούς αντίλαλους του κλέφτη και του κατεργάρη, κοντεύει να πάρει την απόχρωση του ανεπαρκούς και ανίκανου, η ποιήτρια Κική Δημουλά εισήλθε στην αξιοζήλευτη σειρά ποιήσεως του γαλλικού οίκου Γκαλλιμάρ, πλάι στον Καβάφη, τον Σεφέρη, τον Ρίτσο και τον Ελύτη κι ανάμεσα στις σπουδαίες ποιήτριες κάθε εποχής.

Η φωνή της Κικής Δημουλά είναι σπάνια. Αλλά είναι και το εθνικό μάθημα της ατομικότητας σε σχέση με τις κρυφές δυνάμεις της κοινής μας γλώσσας.

Καθημερινή

Comments 0 σχόλια »

goat.jpgΒέλαζε το κατσίκι επίμονα βραχνά.
Άνοιξα το φούρνο με θυμό τι φωνάζεις είπα
σε ακούνε οι καλεσμένοι.
Ο φούρνος σου δεν καίει, βέλαξε
κάνε κάτι αλλιώς θα μείνει νηστική
χρονιάρα μέρα η ωμότητά σας.

Έβαλα μέσα το χέρι μου. Πράγματι.
Παγωμένο το μέτωπο τα πόδια ο σβέρκος
το χορτάρι η βοσκή τα κατσάβραχα
η σφαγή.

Κική Δημουλά: Ενός λεπτού μαζί, 2004

www.netschoolbook.gr/kikidim.html

Comments 0 σχόλια »

1412.jpg«Διαβάζεται και πουλάει η ποίηση» υποστηρίζει η Κατερίνα Καρύδη από τις εκδόσεις Ικαρος, που έχουν συνδέσει το όνομά τους με τον Καβάφη, τον Σεφέρη, τον Ελύτη , τον Σικελιανό, τον Εγγονόπουλο , τον Καρούζο, τη Δημουλά, εκδίδοντας ποίηση εδώ και 70 χρόνια. «Υπάρχει κοινό για την ποίηση σήμερα, και μάλιστα νεανικό, το οποίο μας παρακολουθεί» αναφέρει και ο Στρατής Πασχάλης, βραβευμένος ποιητής και μεταφραστής ποίησης. «Και δεν εννοώ αναγνώστες που καταναλώνουν κάποιον ποιητή που γίνεται για λίγο γνωστός, αλλά για ένα κοινό που διαβάζει συστηματικά ποίηση». Αλλά η μεγάλη δυσκολία είναι να αναδειχθούν οι νέοι ποιητές και να τους αγαπήσει ο κόσμος. Τη λύση σήμερα προσφέρει το Ιnternet. Μέσα από λογοτεχνικά περιοδικά όπως το «e-poema» και το «poeticanet» και ιστολόγια όπως το poiein οι νέοι ποιητές δημιουργούν το δικό τους κοινό. Αυτό αντικατοπτρίζεται και στην εκδοτική παραγωγή, η οποία την τελευταία δεκαετία είναι σταθερά ανοδική. Και οι εκδότες αρχίζουν πάλι να επενδύουν στην ποίηση. Γαβριηλίδης, Ιωλκός, Δωδώνη, Καστανιώτης, Κέδρος, Οδός ΠανόςΣιγαρέτα, Μεταίχμιο, Νεφέλη, Μανδραγόρας, Ερωδιός είναι οι δέκα εκδότες με τη μεγαλύτερη παραγωγή σε νέους ποιητικούς τίτλους. Οι ποιητές Ελύτης, Ρίτσος, Σεφέρης και Καβάφης κάνουν σταθερά μεγάλες ετήσιες πωλήσεις, αλλά και οι νεότεροι έχουν επιτυχία. «Οι νέοι ποιητές μπορεί να κάνουν πωλήσεις 40-70 αντιτύπων τον χρόνο και αυτό είναι επιτυχία» λέει ο Βασίλης Χατζηιακώβου από τον Ιανό. Η απόλαυση της ποίησης έρχεται αυθόρμητα ή καλλιεργείται; «Πάντοτε υπάρχει μια αφορμή που μας φέρνει σε επαφή με την ποίηση. Οταν προβλήθηκε στην τηλεόραση ένα επεισόδιο της σειράς “Δύο ξένοι” όπου η πρωταγωνίστρια διάβαζε το “Μονόγραμμα” του Ελύτη, οι πωλήσεις του εκτοξεύθηκαν. Οπως προκύπτει από τις πωλήσεις του Ελύτη,για κάποιους αυτό ήταν αφορμή να διαβάσουν πιο συστηματικά το έργο του και να εξασκηθούν στην ανάγνωση της ποίησης. Μπορεί ο τρόπος με τον οποίο διδάσκεται η ποίηση στο σχολείο να δίνει την εντύπωση ότι πρόκειται για κάτι δύσκολο και σκοτεινό,δεν χρειάζεται όμως να υπάρχει φόβος» . Τα δεδομένα σήμερα είναι αισιόδοξα. «Στη δεκαετία του ΄90 πιστεύαμε ότι έσβησε η ποίηση. Αυτό έχει αλλάξει. Το παρατηρώ και στο Εργαστήρι Ποίησης στο ΕΚΕΒΙ» λέει ο Στρατής Πασχάλης και προσθέτει: «Η κίνηση όμως αυτή είναι ασυντόνιστη και διάσπαρτη, δεν υπάρχει άξονας που θα συσπειρώσει αυτές τις εκφράσεις ώστε να αναδειχθεί μια “γενιά” που συνδέεται με την παράδοση αλλά έχει δικό της όραμα. Δεν ζούμε μια αναγέννηση, ζούμε όμως μια ελπιδοφόρα επιστροφή».

Το Βήμα

Comments 0 σχόλια »

poeticanet.gifΤο ηλεκτρονικό περιοδικό poeticanet, έχει ως κύριο στόχο να προβάλλει μέσα από τις σελίδες του σημαντικά κεφάλαια της σύγχρονης εγχώριας ποιητικής δημιουργίας παράλληλα με αντιπροσωπευτικά δείγματα γραφής από την υπόλοιπη Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Φιλοδοξία του είναι να δημιουργήσει ερεθίσματα στους νεότερους έλληνες ποιητές που αναζητούν τρόπους έκφρασης και να πληροφορήσει εκείνους που ενδιαφέρονται για την ποίηση. Στα περιεχόμενά του poeticanet, τα οποία ανανεώνονται κάθε τέσσερις μήνες, περιλαμβάνονται: ανθολόγια ποιημάτων, αφιερώματα σε ποιητές, βιντεοσκοπήσεις απαγγελιών και συνεντεύξεων, δοκίμια αναφερόμενα στoν ποιητικό λόγο, παρουσιάσεις ποιητικών συλλογών, βιβλιοκριτική σχετική με την εκδοτική επικαιρότητα, ηλεκτρονική ποίηση, καθώς και ειδήσεις για εκδηλώσεις και άλλα γεγονότα του ποιητικού χώρου. Περιλαμβάνονται επίσης χρήσιμοι σύνδεσμοι με βιβλιοθήκες, εγκυκλοπαίδειες, λεξικά, ηλεκτρονικά και έντυπα περιοδικά, εκδοτικούς οίκους, λογοτεχνικά σωματεία και ιδρύματα.

www.poeticanet.com

Comments 0 σχόλια »

Ο Αν. Βιστωνίτης για τον Νάνο Βαλαωρίτη:

Ο Βαλαωρίτης, φύση ανήσυχη και πνεύμα ερευνητικό, έδωσε ένα έργο πολύπλευρο που καλύπτει τους τομείς της ποίησης, της πεζογραφίας, του θεάτρου, της κριτικής, της μετάφρασης, δηλα δή όλα τα είδη του λόγου- και πάντα με πνεύμα νεανικό και ριζοσπαστικό. Ποιητής από ιδιοσυγκρασία- και εξαιρετικά παραγωγικός-, παραμένει και σήμερα νέος στο φρόνημα και ανατρεπτικός στη γραφή. Θα έλεγα πως αυτό παραπέμπει στην παλαιά ρομαντική παράδοση: ότι η ποίηση ήταν και εξακολουθεί να είναι τέχνη της νεότητας, σε όποια ηλικία κι αν γράφει ο ποιητής και σε όποιο λογοτεχνικό είδος κι αν εκφράζεται. Απόδειξη το πλέον πρόσφατο βιβλίο του Βαλαωρίτη με τίτλοΜα το Δία,όπου χρησιμοποιώντας με εντελώς ιδιότυπο τρόπο τις τεχνικές του παστίς συνθέτει ένα ανατρεπτικό- και απολύτως προσωπικό- βιβλίο στο οποίο σχολιάζει ειρωνικά τον κοινωνικό και λογοτεχνικό περίγυρο αποδεικνύοντας ότι το διαρκές γίγνεσθαι βρίσκεται πάντα στην καρδιά της πρωτοπορίας και αυτό κρατά σε διαρκή εγρήγορση τη μυθική συνείδηση του ποιητή. Οσο λοιπόν προωθούμε αυτό το γίγνεσθαι στο προσκήνιο οι δημιουργικές ανατροπές και η ευρηματική γλώσσα θα εξακολουθούν να βρίσκονται μπροστά από τα κατά ριπάς προϊόντα της συμβατικής γραφής που μας κατακλύζουν.

Το Βήμα

Διαβάστε και μία ενδιαφέρουσα συνέντευξη στο tamtamradio 

Comments 0 σχόλια »

lina05asmall.jpgΗ Λίνα Νικολακοπούλου μιλά για την ποίηση:

Η ποίηση για μένα είναι ένα κεφάλαιο. Γιατί είναι δωρεάν. Η ποίηση δεν είναι θεωρία, είναι άλλη διάσταση της ζωής, η οποία είναι πραγματικότητα. Αυτό που κάνουν οι ποιητές είναι να σου δώσουν μια άλλη αιτία της ζωής την οποία την κουβαλάς μέσα σου. Για μένα, σε αυτά τα χρόνια πενίας, η ποίηση είναι ένα κεφάλαιο. Δεν αντέχω να μου κάνουν τόσο μονόχρωμη τη ζωή μου. Θέλω αυτό το δικαίωμα, να έχω αυτό το ξέφωτο. Ας είναι γύρω γύρω πολλά υπερκαταστήματα, που και αυτά έχουν τη χάρη τους. Αυτό για μένα είναι μια επαλήθευση ότι μιλάμε για μια βιώσιμη ζωή.

Η τέχνη είναι το πράσινο της ψυχής. Όπως τα δέντρα στη φύση είναι το οξυγόνο για τα πνευμόνια έτσι και η τέχνη είναι το οξυγόνο της πιο άυλης πλευράς μας.

LIFO

Comments 0 σχόλια »

jenny_mastoraki.jpgΗ Τζένη Μαστοράκη δεν μας έχει συνηθίσει σε δημόσιες εμφανίσεις. Ετσι, στην προχθεσινή εκδήλωση, που έγινε προς τιμήν της, είχε την ευκαιρία να τη δουν και να την ακούσουν οι φανατικοί της ποίησής της, που δεν είναι λίγοι.

Η συνάντηση αυτή στο Μέγαρο Μουσικής, που έγινε στο πλαίσιο των εκδηλώσεων «Megaron Plus», ανήκε στον κύκλο «Η ποιητική γενιά του ’70». Στην αρχή, η Τζένη Μαστοράκη προσπάθησε να βρει αναλογίες του ποιητή με τον εγκληματία, πατώντας στο κείμενο «Εγκώμιο του εγκλήματος», του Καρλ Μαρξ, που έχει μεταφράσει η ίδια.

«Ο εγκληματίας παράγει την αίσθηση του ηθικού και του τραγικού κι έτσι συμβάλλει στη διακίνηση των αισθητικών συγκινήσεων του κοινού, αφού μέσ’ απ’ αυτόν, τον εγκληματία, γεννιέται η τέχνη, η λογοτεχνία, οι μεγάλες τραγωδίες σαν τον «Οιδίποδα» και τον «Ριχάρδο τον Τρίτο»», γράφει ο Μαρξ. Και η Τζένη Μαστοράκη σχολίασε το απόσπασμα: «Οι δυο τους, ποιητής και εγκληματίας, μπορεί να έχουν, τελικά, κάτι κοινό; Ας πούμε: ποιήματα και εγκλήματα είναι προϊόντα μιας διπλής ζωής. Δεν εννοώ τίποτα θεαματικό. Κάτι σαν: άλλη δουλειά το πρωί και άλλη το βράδυ. Ποιήματα και εγκλήματα τρέφονται συνήθως από το νυχτερινό κομμάτι μιας ζωής. Ή, πάντως, απ’ το πιο ερημικό. Οι ποιητές και οι εγκληματίες μένουν στο σκοτάδι. Σπάνια γίνονται διάσημοι».

Ο ποιητής, ο οποίος τη σφράγισε διά παντός, ήταν ο Διονύσιος Σολωμός: «Τον Σολωμό τον υπεραγαπώ, αλλά: με όλο το δέος που του πρέπει. Τον αγαπώ για τα φαντάσματά του, για τη σπαραγμένη γλώσσα του, για τα νεκρά κορίτσια, που έχει τραγουδήσει. Αλλά, κακά τα ψέματα: για όποιον γράφει, ο Σολωμός δεν είναι, δεν μπορεί να είναι «έμπνευση». Είναι τρόμος», είπε.

Η Τζένη Μαστοράκη, η οποία διαμορφώθηκε ως ποιήτρια στις δεκαετίες του ’60 και του ’70, γύρισε πίσω, σ’ εκείνα τα χρόνια, στα οποία περίσσευε η απαγόρευση, λόγω της δικτατορίας: «Η δύναμη των ποιημάτων μεγαλώνει με την απαγόρευση. Την απαγόρευση τη γνωρίσαμε πολύ νέοι. Πρώτα μέσα στις αυστηρές μας οικογένειες, κι έπειτα καθολικότερα, σαρωτικά, ξυπνώντας μια μέρα μέσα σε μια στρατιωτική δικτατορία. Εμείς, τι άλλο να κάναμε; Μεθύσαμε μ’ όλα τα απαγορευμένα: βιβλία, ταινίες και ιδέες και κάπως έτσι πάνω-κάτω νιώσαμε την ανάγκη ν’ αποκτήσουμε έναν δημόσιο λόγο».

Παραδέχθηκε με μια χειρονομία γενναιοδωρίας ότι η γενιά της «έβγαλε ωραίους ποιητές, αγόρια και κορίτσια εκείνου του καιρού. Καθένας μίλησε από την αρχή με μια εντελώς δική του φωνή, κι ωστόσο κοινή καταγωγή μας θα είναι πάντα ο πλούτος που μοιραστήκαμε στο ξεκίνημά μας».

Ομως, δεν ήταν αυτόφωτη, καθώς μαθήτεψε, όπως είπε, στη «γενναιοδωρία των μεγάλων συγγραφέων, που μας αγκάλιασαν σαν να ‘μαστε σχεδόν ισότιμοι, και των μεγάλων εκδοτών, που τότε πίστευαν στη δύναμη των ποιημάτων». Ανέφερε από τους εκδότες, τη «μυθική ομορφογυναίκα» Νανά Καλλιανέση του «Κέδρου» -ήταν τον Νοέμβριο του ’71 όταν εξέδωσε την πρώτη συλλογή της «Διόδια»- και από τους συγγραφείς, τον Ρίτσο, τον Αναγνωστάκη, τον Αλεξάνδρου και τον Πατρίκιο.

Μία από τις τελευταίες αναφορές της στην αυτοβιογραφία της, ήταν αποκαλυπτική. Ξεκαθάρισε ότι γράφει «πάντα με τα χέρια στα πλήκτρα». Για μιαν εικοσαετία, από τα είκοσι ώς τα σαράντα της, δακτυλογραφούσε τα ποιήματά της σε μια ηλεκτρική γραφομηχανή. Και περιέγραψε πώς ένιωσε μπροστά στον πρώτο της υπολογιστή: «Τα πλήκτρα ήταν άβολα, δεν είχε σιδερένια γράμματα, που να χτυπάνε με φόρα στο χαρτί», είπε. «Ολα μου έφταιγαν. Και πιο πολύ η οθόνη. Δεν άντεχα να γράψω τίποτα και να το δω να φέγγει σ’ όλο το δωμάτιο».

Ελευθεροτυπία

Comments 0 σχόλια »

screenshot1.jpgΟ κ. Βαγγέλης Κάσσος είχε την καλοσύνη να μας παραχωρήσει ένα κείμενο από το βιβλίο του Ατελεύτητο τέλος  (κείμενα για την ποίηση), Εκδόσεις «Ίνδικτος» 2007, σελ. 63-70:

«Η τελευταία δεκαετία του εικοστού αιώνα θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως η δεκαετία των «προφητών του τέλους»: το τέλος της Ιστορίας, το τέλος της εργασίας, το τέλος του βιβλίου, το τέλος της λογοτεχνίας κ.ο.κ.
Ειδικότερα, όσον αφορά την προφητεία για το τέλος του παραδοσιακού βιβλίου, η αιτία της σχετικής εσχατολογίας, κατά κύριο λόγο, υπήρξε το γεγονός ότι, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, τα πολυμέσα (multimedia), έχοντας εμφανισθεί ως εμπορικά προϊόντα μερικά χρόνια πριν, αρχίζουν πλέον να έχουν σημαντικότατη διάδοση. Ως ισχυρό ανταγωνιστικό προϊόν του παραδοσιακού βιβλίου προβάλλει τώρα το CD-Rom.
Θα ήταν, όμως, μεγάλο λάθος το να θεωρήσει κανείς ότι η εξάπλωση του CD-Rom πρόκειται να εξοστρακίσει το παραδοσιακό βιβλίο. Στη χειρότερη περίπτωση, η ανταγωνιστική σχέση του παραδοσιακού βιβλίου προς το CD-Rom θα είναι ανάλογη προς τη σχέση που διαμορφώθηκε μεταξύ του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης. Και τούτο, βέβαια, από τις γενιές των παιδιών που γεννήθηκαν ταυτόχρονα με τα πολυμέσα και μετά.
Θα είναι, επίσης, μεγάλο λάθος το να θεωρήσει κανείς ότι η πιθανή υποχώρηση του λογοτεχνικού λ.χ. βιβλίου έναντι του CD-Rom θα είναι ενιαία για όλα τα είδη του λόγου.
Εκείνη που ίσως βρεθεί σε δύσκολη θέση θα είναι η πεζογραφία και ειδικότερα το μυθιστόρημα που είναι ο κατεξοχήν νεοπαγής πλανήτης του «Γουτεμβεργιανού γαλαξία».
Δεν πρόκειται να συμβεί το ίδιο με την ποίηση. Η ποίηση υπήρχε πριν από τον Γουτεμβέργιο και θα υπάρχει και μετά το τέλος της κυριαρχίας του. Κατά πάσα δε πιθανότητα, θα είναι η ευνοημένη της ηλεκτρονικής εποχής. Και τούτο, γιατί θα ξαναβρεί τη «φωνή» που της στέρησε η τυπογραφία.
Ο Μακλούαν, αληθινός προφήτης αυτός, εδώ και πολλά χρόνια, μίλησε για τη «διάσπαση της ανθρώπινης ψυχής» από τον τυπογραφικό πολιτισμό (Marshall McLuhan, The Cutenberg Galaxy: the making of Typographic Man, University of Toronto Press 1962).
Με την τυπογραφία, ισχυρίζεται ο Μακλούαν, επέρχεται ένας «έντονος διαχωρισμός της όρασης από τις άλλες αισθήσεις», η όραση, δηλαδή, αποκτά κυρίαρχο ρόλο στη γλώσσα και στην τέχνη, καθώς και σε ολόκληρη την κλίμακα της κοινωνικής και της πολιτικής ζωής.
Για την ποίηση, ο αισθητηριακός αυτός ακρωτηριασμός ήταν και ακρωτηριασμός υποστασιακός, αφού η προφορικότητα που αντιστοιχεί στην αίσθηση της ακοής ήταν όρος συστατικός της εκφραστικής της.
Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει, όπως το έχει κάνει η Ζακλίν ντε Ρομιγύ, ότι ο αισθητηριακός ακρωτηριασμός, όσον αφορά την πρόσληψη της ποίησης, επέρχεται ήδη από τη στιγμή που καταγράφονται τα Ομηρικά έπη (6ος αιώνας π.Χ.). Αποσπάται έτσι, ισχυρίζεται η ντε Ρομιγύ, η ποίηση από την προφορικότητα και εγκαινιάζεται η «βασιλεία της γραπτής λογοτεχνίας» (Jacqueline de Romilly, Homère, P.U.F. 1985/ Όμηρος, μτφρ. Βρανίκου Φλώρα, Εκδόσεις «Δαίδαλος-Ι. Ζαχαρόπουλος» 1994).
Όμως, εκτός από το γεγονός ότι τα χειρόγραφα αποτελούν το προνόμιο μιας πολύ μικρής ελίτ και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να γίνει λόγος για συνολική απόσπαση της ποίησης από την πρωτογενή προφορικότητα, δεν πρέπει να παραβλέπει κανείς αυτό που ο Μακλούαν τονίζει με επιμονή: τόσο στον αρχαίο κόσμο, όσο και στο μεσαιωνικό, «διαβάζω» σήμαινε «διαβάζω φωναχτά».
Η προφορικότητα, επομένως, εξακολουθούσε μέχρι την εμφάνιση της τυπογραφίας να παίζει ρόλο πρωταγωνιστικό – όπου δεν υπήρχαν χειρόγραφα – ή συμπρωταγωνιστικό με εκείνον της γραφής – στις περιπτώσεις που υπήρχαν χειρόγραφα.
Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, πρόκειται για μια προφορικότητα «στατική», αφού αυτή μένει προσηλωμένη στο γραπτό κείμενο. Ο Πωλ Ζυμθόρ αποκαλεί τη «στατική» αυτή προφορικότητα «δευτερογενή», για να την αντιδιαστείλει προς την «πρωτογενή προφορικότητα» στην ποίηση, όπου υπάρχει πλήρης ανεξαρτησία από τη γραφή (Paul Zumthor, Introduction à la poésie orale, Seuil 1983).
Η διάκριση που κάνει ο Ζυμθόρ μεταξύ «πρωτογενούς» και δευτερογενούς» προφορικότητας έχει ιδιαίτερη σημασία. Απηχεί τα αποτελέσματα μιας σπουδαίας έρευνας που πραγματοποίησε, κατά το μεσοπόλεμο, στα βουνά της Γιουγκοσλαβίας, ο προικισμένος Αμερικανός φιλόλογος Μίλμαν Πάρρυ (1902-1935).
Αναζητώντας εκεί τη διαδικασία δημιουργίας και μετάδοσης των προφορικών επών, ο Πάρρυ συνάντησε αγράμματους βάρδους να τραγουδούν ηρωϊκά έπη σε εξίσου αγράμματο ακροατήριο. Η ανακάλυψη που έκανε, καταγεγραμμένη σε 3.500 περίπου ηχογραφήσεις, τις οποίες προσκόμισε στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, ήταν εκπληκτική: αντίθετα από την άποψη, η οποία μέχρι τότε επικρατούσε και ήθελε τους βάρδους να απαγγέλλουν στίχους, που είχαν αποστηθίσει, ο Πάρρυ ανακάλυψε ότι οι βάρδοι αυτοί, για κάθε καινούργιο ακροατήριο, συνέθεταν και μια διαφορετική εκδοχή του έπους που απάγγελναν! (Albert Lord, The singer of tales, Harvard University Press 1960).
Θα μπορούσαμε, λοιπόν, κάπως σχηματικά, να θεωρήσουμε ότι η «πρωτογενής προφορικότητα» τοποθετείται χρονικά πριν από τη «γραφή» ή – σε νεότερες ιστορικά κοινωνίες – ερήμην της «γραφής», ενώ η «δευτερογενής προφορικότητα» αναπτύσσεται χρονικά μεταξύ της «γραφής» και της «τυπογραφίας».
Ωστόσο, και αυτή η δεύτερη μορφή προφορικότητας είναι εξαιρετικά ζωτική για την ποίηση, γιατί δεν την καθηλώνει στην αίσθηση της όρασης, αλλά την αφήνει ανοιχτή στις αισθήσεις. Τούτο αποτελεί ζήτημα κρίσιμο για τον αποδέκτη του ποιητικού μηνύματος, γιατί, καθώς πολύ ωραία το διατύπωσε ο Γουόλτερ Όνγκ, η όραση τοποθετεί τον παρατηρητή έξω από αυτό που βλέπει, σε απόσταση, ενώ ο ήχος ξεχύνεται μέσα στον ακροατή (Walter J. Ong, Orality and Literacy-The Technologizing of the Word, Routledge 1990/Προφορικότητα και εγγραμματοσύνη, μτφρ. Κώστα Χατζηκυριάκου, «Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης» 1997).
Το 1488, έχουμε την πρώτη τυπωμένη έκδοση του Ομήρου, που έγινε στη Φλωρεντία, με τη φροντίδα του Βυζαντινού λογίου Δημητρίου Χαλκοκονδύλη (1423-1511).
Θα μπορούσαμε, πάλι σχηματικά, να θεωρήσουμε ότι, από το χρονικό αυτό σημείο και ύστερα, η προφορικότητα της ποίησης εξοστρακίζεται και ότι αυτή η τελευταία εισέρχεται σε μια βουβή περίοδο πέντε αιώνων. Τόσο ο ποιητής, όσο και ο αποδέκτης της ποίησης, γίνονται κανονικοί «τυπογραφικοί άνθρωποι».
Οι ζωντανές απαγγελίες των ποιητών ενώπιον μικρών ή μεγάλων ακροατηρίων, οι καταγραφές των φωνών τους στο βινύλιο, στις μαγνητοταινίες ή στους ψηφιακούς δίσκους δεν είναι παρά σύντομα διαλείμματα δευτερογενούς προφορικότητας που απλώς επιβεβαιώνουν τη διαπίστωση του Πωλ Ζυμθόρ ότι η «επιθυμία της φωνής» κατοικεί σε κάθε ποίηση, όμως η προφορικότητα παραμένει ουσιαστικά εξόριστη. Και τούτο, γιατί ο υποτιθέμενος ακροατής της ποίησης παραμένει στην πραγματικότητα ένας «τυπογραφικός άνθρωπος» που, ακούγοντας, πάντοτε διαβάζει εντός του.
Το καθεστώς αυτό της «τυπογραφικής ομηρείας», υπό το οποίο διάγει η φωνή του ποιητή, φαίνεται ότι έρχονται να ανατρέψουν τα πολυμέσα, δίνοντας στην ποίηση μια καινούργια μορφή επικοινωνιακής δυνατότητας.
Η νέα αυτή επικοινωνιακή δυνατότητα για την ποίηση προκύπτει ως ευτυχές παράγωγο από τη σύζευξη της τυπογραφικής με την ηλεκτρονική τεχνολογία. «Ο νέος ηλεκτρονικός γαλαξίας έχει ήδη κινηθεί βαθιά μέσα στο γαλαξία του Γουτεμβέργιου», έγραφε στις αρχές της δεκαετίας του ΄60 ο Μακλούαν. Σήμερα, μπορούμε να πούμε ότι η συγχώνευση των δύο τεχνολογιών δεν προσθέτει απλώς νέα προϊόντα στην αγορά, αλλά θεραπεύει σε μεγάλο βαθμό τον αισθητηριακό ακρωτηριασμό του «τυπογραφικού ανθρώπου».
Όσον αφορά ειδικότερα την ποίηση, το CD-Rom επαναφέρει τη φωνή του ποιητή στο προσκήνιο. Και δεν την επαναφέρει ως «δευτερογενή προφορικότητα», αλλά ως ταυτόχρονο, παράλληλο και ισοδύναμο προς τη «γραφή» συντελεστή της ποιητικής επικοινωνίας . Αν θέλαμε να είμαστε ακριβείς, θα έπρεπε να μιλάμε για μια νέα μορφή προφορικότητας, την οποία θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «σύστοιχη προφορικότητα».
Στην αρχή, η νέα αυτή μορφή προφορικότητας ενδεχομένως να φανεί ως απλώς συμπληρωματική του ποιητικού κειμένου. Ο αληθινός της χαρακτήρας θα φανεί, όταν σιγά-σιγά θα αρχίσει να υποχωρεί η «ειδωλολατρία της τυπωμένης σελίδας», ειδωλολατρία που μάλλον έβλαψε την ποίηση (Daniel Boorstin, The creators, Eκδόσεις «Random House», Νέα Υόρκη 1992).
Η παθολογική προσήλωση του «τυπογραφικού ανθρώπου» στο τυπωμένο κείμενο θα πρέπει να ήταν ο λόγος που ανάγκασε τον Ιταλό ποιητή Τζιουζέπε Ουνγκαρέττι (1888-197ο) να υποστηρίξει ότι μόνον η φωνή στερεώνει το κείμενο, το κύρος του οποίου προκύπτει περισσότερο από την ηχητική εγγραφή παρά από τη «γραφή».
Αν λάβουμε μάλιστα υπόψη ότι ο Ουνγκαρέττι έχει χαρακτηρισθεί ως κατεξοχήν «ερμητικός ποιητής», ιδρυτής μάλιστα του ποιητικού κινήματος που έμεινε στα γράμματα γνωστό ως Σχολή του Ερμητισμού, είμαστε υποχρεωμένοι να σταθούμε με μεγαλύτερη προσοχή στην άποψή του περί του σπουδαίου ρόλου που παίζει η προφορικότητα τόσο στην ανακοίνωση, όσο και στην πρόσληψη της ποίησης.
Υπονοεί άραγε ο Ιταλός ποιητής ότι η «ερμητικότητα», για την οποία κατηγορείται συλλήβδην η σύγχρονη ποίηση, παύει να υπάρχει, όταν μεσολαβεί η προφορικότητα; Και αν αυτό ισχύει για μια «δευτερογενή προφορικότητα», στην οποία κατ’ ανάγκην αναφέρεται ο Ουνγκαρέττι, δεν θα ισχύσει πολύ περισσότερο για την περίπτωση της «σύστοιχης προφορικότητας», την οποία εισάγουν τα πολυμέσα;
Απομένει να το δούμε. Ή, μάλλον, ακριβέστερα, να το ακούσομε και να το δούμε.»

 

Comments 0 σχόλια »

Από το βιβλίο Τα τραγούδια των Ελλήνων (εκδόσεις Ανατολικός), που περιλαμβάνει περίπου 1.500 τραγούδια που ξεχώρισαν στη χώρα μας τα τελευταία 80 χρόνια, αναφέρονται τα τραγούδια που έχουν χρησιμοποιήσει έργα ελλήνων και ξένων ποιητών (σε μετάφραση) και εκτός του ότι έγιναν επιτυχίες και τραγουδήθηκαν από τον κόσμο, συνέβαλαν και στη δημιουργία ενός υψηλού σε ποιότητα μουσικού αισθητηρίου.

Ποίηση Κώστα Βάρναλη ήταν Οι Μοιραίοι (1964) σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη από την Πολιτεία Β’. Εναν χρόνο αργότερα, το 1965, πάλι σε ποίηση Βάρναλη, ο Μίκης θα γράψει την Μπαλάντα του Αντρίκου, με ερμηνευτή κι εδώ τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, που τον συνοδεύουν όμως και οι Αντώνης Κλειδωνάρης και Μαρία Φαραντούρη.

Ο Νίκος Γκάτσος είχε την ευκαιρία να συνεργαστεί και με τους δύο μεγάλους του ελληνικού τραγουδιού: Μίκη Θεοδωράκη, Είχα φυτέψει μια καρδιά, με το ψευδώνυμο Νίκος Γεωργίου (1961, από το Αρχιπέλαγος), Σε πότισα ροδόσταμο (1961, Αρχιπέλαγος) κ.ά., Μάνο Χατζιδάκι, Αερικό (1962, Νάνα Μούσχουρη), Αθήνα (1961, Νάνα Μούσχουρη, από το Ελλάς Η χώρα των ονείρων), Αρθούρε Ρεμπώ (1976, Μανώλης Μητσιάς), Ηταν καμάρι της αυγής (Λάκης Παππάς, μετάφραση από τον Ματωμένο γάμο του Λόρκα, 1965), Ησουν παιδί σαν τον Χριστό (1966, Λ. Παππάς, Μυθολογία) και δεκάδες άλλα, γράφοντας γι’ αυτούς αμέτρητες επιτυχίες. Ανάλογη πορεία ακολούθησε και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, ο οποίος συνεργάστηκε με ευρύτερη ομάδα ελλήνων μουσικοσυνθετών, και ειδικά στα πρώτα χρόνια της δημιουργίας του ήταν στενά συνδεδεμένος με τα τραγούδια που έγραφε ο Σταύρος Ξαρχάκος, ενώ ένα κομμάτι από τα τραγούδια για τα οποία έγραψε στίχο ήταν μετάφραση σε ποιήματα του Λόρκα. Η πρώτη μελοποίηση του Λόρκα είχε γίνει το 1949 από τον Μάνο Χατζιδάκι και στη συνέχεια μελοποίησαν ποιήματά του συνθέτες όπως οι Θεοδωράκης, Ξαρχάκος, Κουρουπός, Γλέζος, Λεοντής, Μαμαγκάκης, Μαυρουδής κ.ά.

Αλλοι ξένοι ποιητές με σημαντική συμμετοχή στο ελληνικό τραγούδι είναι και οι Ν. Χικμέτ, Μπ. Μπρεχτ, Π. Νερούντα.

Ο Οδυσσέας Ελύτης έχει σημαντική συμμετοχή σε επιτυχίες του Μίκη Θεοδωράκη με τη μελοποίηση ποιημάτων του, που έτσι περνούν, μέσα από τα τραγούδια, από γενιά σε γενιά στους νεότερους: Ενα το χελιδόνι, Της αγάπης αίματα, Της Δικαιοσύνης Ηλιε νοητέ (όλα του 1964, Γρηγόρης Μπιθικώτσης, από το Αξιον Εστί), Του μικρού βοριά και Μαρίνα (και τα δύο από το 1966, Μικρές Κυκλάδες, με την Ντόρα Γιαννακοπούλου).

Ποίηση Οδυσσέα Ελύτη χρησιμοποίησαν και οι Δημήτρης Λάγιος (Ομορφη και παράξενη πατρίδα, 1982, Γιώργος Νταλάρας) και Γιάννης Μαρκόπουλος (Κάτω στης Μαργαρίτας τ’αλωνάκι, 1969, Μαρία Δημητριάδη).

Νίκο Καββαδία έχουν μελοποιήσει με επιτυχία ο Θάνος Μικρούτσικος -Ενα μαχαίρι, (Βασίλης Παπακωνσταντίνου), Ενας νέγρος θερμαστής από το Τζιμπουτί (Γιάννης Κούτρας), και τα δύο από τον Σταυρό Του Νότου (1979)-, ο Γιάννης Σπανός με την Γ’Ανθολογία, στην οποία υπάρχει και το Ιδανικός κι ανάξιος εραστής (1975, Κώστας Καράλης) και η Μαρίζα Κωχ, με το Φάτα Μοργκάνα (1977).

Ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου έχει μελοποιήσει με επιτυχία ο Μίκης Θεοδωράκης: από τη Ρωμιοσύνη (1966, Γρηγόρης Μπιθικώτσης). Στο βιβλίο με τα τραγούδια των Ελλήνων υπάρχουν τα: Οταν σφίγγουν το χέρι, Αυτά τα δένδρα, Θα σημάνουν οι καμπάνες, από τον Επιτάφιο (1960, Γρηγόρης Μπιθικώτσης) τα Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, Πού πέταξε τ’ αγόρι μου, Στο παραθύρι στέκοσουν, Ησουν καλός κι ήσουν γλυκός. Από τα 18 Λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας (1974, Γιώργος Νταλάρας), τα Εδώ το φως, Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις και Το κυκλάμινο.

Το Χριστινάκι, με την Καίτη Χωματά σε μουσική του Γιάννη Σπανού, από την Α’Ανθολογία (1967), είναι ποίημα του Βασίλη Ρώτα.

Ο Γιώργος Σεφέρης είναι ακόμα ένας βραβευμένος ποιητής μας, με αρκετά από τα ποιήματά του να γίνονται πετυχημένα τραγούδια. Το Κι αν ο αγέρας φυσά υπάρχει μαζί με το Πες της το μ’ ενα γιουκαλίλι στην Τετραλογία του Δήμου Μούτση (1975), τραγουδισμένο από τον Μανώλη Μητσιά. Στο ίδιο άλμπουμ ο συνθέτης μελοποιεί επίσης Καβάφη, Καρυωτάκη και Ρίτσο. Το τραγούδι Στο περιγιάλι το κρυφό ως ποίημα είχε τον τίτλο Η Αρνηση. Ο Μίκης Θεοδωράκης το χρησιμοποίησε το 1961 στον κύκλο τραγουδιών που κυκλοφόρησε με τον τίτλο Επιφάνια, τραγουδισμένο από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, όπως και τα Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές και Κράτησα τη ζωή μου από τον ίδιο κύκλο.

Το ποίημα του Γ. Σεφέρη Λίγο ακόμα μελοποίησε για πρώτη φορά ο Γιάννης Μαρκόπουλος το 1965 και το παρουσίασε σε διάφορες συναυλίες του. Τελικά, το ηχογράφησε μαζί με άλλα ποιήματα του Σεφέρη αρκετά χρόνια αργότερα, το 1973, στον κύκλο τραγουδιών που ονόμασε Τα Τραγούδια του νέου πατέρα. Το Λίγο ακόμα τραγούδησε η Μέμη Σπυράτου.

Αρκετοί ακόμα ποιητές-συγγραφείς έχουν γράψει στίχους για σημαντικά τραγούδια που ξεχώρισαν τα τελευταία 50 χρόνια, ανάμεσά τους οι Δημήτρης Χριστοδούλου, Φώντας Λάδης, Γιώργος Χρονάς, Θοδωρής Γκόνης, Ιάκωβος Καμπανέλλης, Γιώργος Θέμελης, Μιχάλης Μπουρμπούλης, Μιχάλης Γκανάς, Μανόλης Αναγνωστάκης, Νότης Περγιάλης, Κώστας Γεωργουσόπουλος, Κώστας Τριπολίτης κ.ά.

Το 1977 ο Γιάννης Μαρκόπουλος μελοποίησε Διονύσιο Σολωμό στο άλμπουμ του Ελεύθεροι Πολιορκημένοι.

Το 2003 κυκλοφόρησε ένας δίσκος με 19 μελοποιημένα ποιήματα του Κωστή Παλαμά γραμμένα από διάφορους γνωστούς συνθέτες, όπως οι Σταμάτης Κραουνάκης, Νίκος Ξυδάκης, Νίκος Ζούδιαρης, Φοίβος Δεληβοριάς, Κώστας Λειβαδάς, Γιώργος Ανδρέου, Λουδοβίκος των Ανωγείων, Ορφέας Περίδης, με τον γενικό τίτλο Δεν ξέρω παρά να τραγουδώ.

Η πιο πρόσφατη μελοποίηση ποιημάτων ήταν αυτή του Βασίλη Δημητρίου, που έγραψε τη μουσική για την τηλεοπτική σειρά Κ. Γ. Καρυωτάκης, στην οποία ο συνθέτης, εκτός από δύο ποιήματα του Καρυωτάκη που ερμηνεύουν οι Μανώλης Μητσιάς και Χρήστος Θηβαίος, μελοποιεί κι ένα ποίημα της Μαρίας Πολυδούρη.

Ελευθεροτυπία

Comments 0 σχόλια »

1.jpgΟ Παντελής Μπουκαλάς καταφεύγει στην ποίηση:

Λοιπόν, αν ήταν να δοθεί ποιητική χροιά στην πολιτική αντιπαράθεση, και με το δεδομένο μάλιστα ότι καμαρώνουμε ότι και έθνος ποιητών είμαστε και κοιτίς του πολιτικού τυγχάνουμε, είχαμε πολλά ποιήματα στη διάθεσή μας για να πλουτίσουμε τη φαρέτρα μας. Αν επιμέναμε στον Καβάφη, εκτός βέβαια από τους πολυχρησιμοποιημένους στίχους του «Βλάπτουν και οι τρεις τους τη Συρία το ίδιο», ως πολίτες μιας οικογενειοκρατούμενης χώρας, θα μπορούσαμε να απευθύνουμε στους γαλάζιους και πράσινους Ατρείδες τους εξής λιγότερο γνωστούς, καθότι ατελείς, στίχους του Αλεξανδρινού: «Αλλά το Αργος ημπορεί χωρίς Ατρείδας να /
κάμει. Τα σπίτια δεν είναι παντοτινά. /
Πολλοί βεβαίως θα μιλήσουνε πολλά . /
Ημείς ν’ ακούμε. Ομως δεν θα μας γελά /
το Απαραίτητος, το Μόνος, το Μεγάλος. /
Και απαραίτητος, και μόνος, και μεγάλος /
αμέσως πάντα βρίσκεται κανένας άλλος».
Και το αναρχοκαγχαστικό μας, αν μας έπιανε, είχαμε να διαλέξουμε. Τον Παλαμά ας πούμε:
«Κομματάρχηδες και κοτζαμπασήδες, /
και της γραμματικής οι μανταρίνοι, /
και της πολιτικής οι φασουλήδες, /
ταρτούφοι, ραμπαγάδες, ταρταρίνοι. /
Ρωμαίικο, νά. Με γεια σου, με χαρά σου».
΄Η πάλι τον Ελύτη: «Κρίμας κρίμας κόσμε / σ’ εξουσιάζουν μέλλοντες νεκροί».

Καθημερινή

Comments 0 σχόλια »

Top
...
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων