Άρθρα με ετικέτα “Ξυδάκης”

Ο Νίκος Ξυδάκης θυμάται «το όνειρο στο κύμα»:

«Καθώς ο σκύλος, ο δεμένος με πολύ κοντόν σχοινίον εις την αυλήν του αυθέντου του, δεν ημπορεί να γαυγίζη ούτε να δαγκάση έξω από την ακτίνα και το τόξον τα οποία διαγράφει το κοντόν σχοινίον, παρομοίως κ’ εγώ δεν δύναμαι ούτε να είπω, ούτε να πράξω τίποτε περισσότερον παρ’ όσον μου επιτρέπει η στενή δικαιοδοσία, την οποίαν έχω εις το γραφείον του προϊσταμένου μου».

Περιγράφει τον εαυτό του αυτολοιδορούμενος ο παπαδιαμαντικός αφηγητής, στο «Ονειρο στο κύμα». Και περιγράφει την παρούσα κατάσταση πικράς αθυμίας του Ελληνος, έτσι δεμένου με κοντό σχοινί, ώστε αν τεντωθεί να κινδυνεύει να πνιγεί, να σχοινιασθή.

Οσες φορές διαβάζω το «Ονειρο στο κύμα», διακρίνω κάτι καινούργιο. Τούτη τη φορά, μέσα από την αυτολοιδορία του Παπαδιαμάντη διακρίνω τη σοφή αποδοχή του παρόντος: το παρόν ως ήπια διάψευση προσδοκιών, ως αναπόφευκτη προδοσία του παρελθόντος, το παρόν ως αναπόδραστη πτώση του φυσικού ανθρώπου, του «ωραίου εφήβου, του καστανόμαλλου βοσκού», και ως ανάδυση του μετέωρου μεσήλικου, του «περιωρισμένου και ανεπιτήδειου».

Ετσι ακούει τον σφυγμό της τώρα η γενιά της μεταπολίτευσης: νηματώδη, σιγαλό, σβησμένο· σαν υπόμνηση διαρκούς προδοσίας, σαν αφήγηση μετάλλαξης: «Ημην πτωχόν βοσκόπουλο εις τα όρη. Δεκαοκτώ ετών, και δεν ήξευρα ακόμη άλφα. Χωρίς να το ηξεύρω, ήμην ευτυχής. […] Ημην ωραίος έφηβος, κ’ έβλεπα το πρωίμως στρυφνόν, ηλιοκαές πρόσωπόν μου να γυαλίζεται εις τα ρυάκια και τας βρύσεις…»

Ημην ο Δάφνις, ο Ορφέας… Και είμαι δεσμώτης, ηττημένος, υπόδουλος και άπραγος. Το ένα άκρο της αφήγησης μάς φέρνει αβίαστα στο άλλο. Ο αφηγητής δεν νοσταλγεί μόνο, περιγράφει εναργώς την προδιαγεγραμμένη πορεία, από την αθωότητα προς τη γνώση, από την ανεμελιά του ευγενούς άγριου προς την κατήφεια του αποξενωμένου μισθωτού. Ωστόσο, η αποδοχή της σκληρής μοίρας, ο αυτοοικτιρμός και ο αυτοσαρκασμός, δεν αποτρέπουν τον στεναγμό και τη λαχτάρα της αναπολήσεως: «Ω! ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη!..». Ο πυρήνας είναι πυρακτωμένα ρομαντικός, είναι η αιώνια επιστροφή στη νιότη, ο Παπαδιαμάντης δεν αποδέχεται την προσγείωση στον «περιωρισμένο και ανεπιτήδειο» βίο, αντηχεί τον αιώνιο έφηβο Ρεμπώ, τον παράφορο Μπωντλέρ, τον ειρωνευτή Φλωμπέρ, τον ανατόμο Μπαλζάκ.

Διαβάστε τη συνέχεια στην Καθημερινή

Η μουσική επένδυση από το δίσκο- έκπληξη «Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης – Το σκοτεινό τρυγόνι». Περιλαμβάνει τραγούδια που έγραψαν πάνω σε στίχους του Σκιαθίτη τρεις νέοι από την Ιεράπετρα, ερασιτέχνες μουσικοί, κυρίως ο  Νίκος Μαστοράκης, Το συγκεκριμένο ερμηνεύεται από τη Νίκη Τσαϊρέλη

Comments 0 σχόλια »

man-statue-sad-wrong-ashamed.jpgΟ Νίκος Ξυδάκης στην Καθημερινή:

Κοιτούσα τους σύγχρονους Ελληνες, τους συμπολίτες και συνανθρώπους μου, τούτη την εβδομάδα της χλεύης και της αυτοϋποτίμησης. Τους κοιτούσα στα μάτια, κοιτούσα την κοψιά τους, τις κινήσεις τους, σε μια κορυφαία στιγμή του βίου: στον αποχαιρετισμό του νεκρού.

Στη μία κηδεία, στο ιστορικό Α΄ Νεκροταφείο, παρατηρούσα τους ανθρώπους της επιστήμης και των γραμμάτων, έναν πολυπληθή Ελληνισμό με μακραίωνη παράδοση· αρχαιολόγους, ιστορικούς, αρχιτέκτονες, φιλόλογους, λόγιους, δασκάλους, ερευνητές, με σπουδές, τίτλους και έρευνα, με εργασία και προσφορά, με κοινωνικούς αγώνες. Οι πλείστοι, όλοι σχεδόν, είναι δημόσιοι λειτουργοί. Ζουν με γλίσχρους μισθούς, πτυόμενοι και συκοφαντούμενοι, με μύριες αντιξοότητες υπηρεσιακές, με εχθρική ή αδιάφορη πολιτική ηγεσία, πασχίζοντας να σώσουν κτίρια, μνημεία, αρχεία, μνήμη, ταυτότητα, πολιτισμό, επιστήμη, αυτογνωσία, περηφάνια εντέλει. Αυτοί οι λοιδορούμενοι δημόσιοι λειτουργοί, επιστήμονες και γραμματιζούμενοι, μαζί με τον κόσμο του μόχθου, του αγρού, του εμπορίου, των υπηρεσιών, αυτοί οι αόρατοι και βουβοί Ελληνες, οι αξιοπρεπείς σιωπηλοί, αυτοί κουβαλάνε την Ελλάδα στους ώμους τους. Αγόγγυστα, περήφανα.

Την επομένη, στο νεκροταφείο Σχιστού, αντίκρισα τους ανθρώπους του μόχθου, έναν ελληνισμό ακόμη πιο παραχωμένο και βουβό, χωρίς προσβάσεις, χωρίς γράμματα και άρματα, διαβουκολευμένο, συκοφαντημένο και αυτόν. Αρα τις έστι, βασιλεύς ή στρατιώτης, ή πλούσιος ή πένης, ή δίκαιος ή αμαρτωλός; Μαύρα πουκάμισα, τσαλακωμένα τζιν, στραβοπατημένα παπούτσια, ροζιασμένα χέρια και βαθιές ρυτίδες, αρχαϊκοί θρήνοι για νυφούλες και συντρόφους ζωής. Αξιοπρεπείς μες στον πόνο, μοντέρνοι και ταπεινοί μαζί, ενωμένοι ενώπιον του τέλους, δυνατοί. Το Σχιστό, πρώην χωματερή και νυν βιομηχανικό πάρκο, υποδέχεται τους κεκοιμημένους από τον κόσμο της εργασίας· από τον κόσμο της σιωπής στον κόσμο της σκιάς. Πάντα σκιάς ασθενέστερα…

Αυτοί οι άνθρωποι που αντίκρισα ενώπιον της σκιάς και της κόνεως, προπέμποντας τον Δημήτρη και τον Γιάννη, παλαιούς Ελληνες της γνώσης και της εργασίας, περήφανους και άκακους, αυτοί οι άνθρωποι, εμείς, δεν αξίζουμε την αυτολοιδορία και την ήττα, το γονάτισμα.

Comments 0 σχόλια »

paideia2Ο Νίκος Ξυδάκης επισημαίνει:

Συζητούσα με έναν φοιτητή Μαθηματικών, αριστούχο απόφοιτο καλού ιδιωτικού σχολείου, με διακρίσεις σε μαθηματικούς διαγωνισμούς. Από την τρέχουσα πολιτική ζωή ξεκινήσαμε, στις απαρχές του φιλελευθερισμού και τον Διαφωτισμό φτάσαμε. Καθώς είχαμε πια μπει στο πεδίο της Ιστορίας, αντιλήφθηκα ότι ο αριστούχος είχε πέσει σε τρικυμία: τοποθετούσε τον Διαφωτισμό περίπου μαζί με την Αναγέννηση, λίγο μετά τον Μεσαίωνα, και σε διερευνητικές ερωτήσεις αποκαλυπτόταν διαρκώς ότι η γνώση του των αδρών ιστορικών περιόδων ήταν συγκεχυμένη, γεμάτη ανακολουθίες και πρωθύστερα. Οι περίοδοι ήταν απλώς ονόματα σκόρπια μες στον χρόνο, μάλιστα ονόματα κενά, χωρίς περιεχόμενο, χαρακτηριστικά, φυσιογνωμία. Ελαφρώς σοκαρισμένος, ο φοιτητής ομολόγησε ότι Νεότερη Ιστορία είχε διδαχθεί δυο-τρεις φορές στον σχολικό του βίο, και «τότε» τα ήξερε, έπαιρνε 18άρια και 19άρια, αλλά τώρα τα μπερδεύει. Καλά, Γεωγραφία δεν έμαθα ποτέ, αλλά Ιστορία νόμιζα ότι ξέρω, ψέλλισε εξομολογητικά. Τον παρηγόρησα λέγοντάς του, ότι η άγνοιά του δείχνει μάλλον την αποτυχία του σχολείου. Δεν του αρκούσε· ζήτησε κανένα καλό βιβλίο Ιστορίας. Δεν δεχόταν ότι το σχολείο του απέτυχε.

Λίγες εβδομάδες αργότερα, με δική του πρωτοβουλία ξεκίνησε η δεύτερη φάση της ανοιχτής μας συζήτησης. Αφορμή, ο Εμφύλιος και η ταινία του Π. Βούλγαρη «Ψυχή βαθιά», την οποία του είχα συστήσει «χαλαρά» να την δει. Αποφασίσαμε με την παρέα να πάμε να δούμε την ταινία, άρχισε να λέει. Πώς κι έτσι; Να, προχθές είχαμε μαζευτεί μια παρέα, παλιοί συμμαθητές, και μιλούσαμε για ταινίες. Ηρθε η κουβέντα και στην «Ψυχή βαθιά». Ενα παιδί, της Νομικής, είπε ότι ο Εμφύλιος είναι μια πολύ παλιά υπόθεση, προπολεμική. Μάς είπε ότι ήταν επί Βενιζέλου, τον μπέρδευε με τον Διχασμό… Δεν ήξερε ότι είχε τόσο πολλούς νεκρούς και ότι κράτησε μέχρι το ’49. Καταλαβαίνεις τώρα, ο φίλος της Νομικής είναι άσος στην Ιστορία, 19.200 μόρια στις πανελλήνιες, 19,8 Ιστορία, δεν λέω για τους άλλους των Καλών Τεχνών, του Πολυτεχνείου και των Οικονομικών.

Και δεν ήξερε πότε έγινε ο Εμφύλιος; Ε, δεν το ήξερε, μας είπε ότι δεν το διάβασε ποτέ, ο Εμφύλιος δεν είναι στα θέματα SOS, δεν μπαίνει ποτέ στις εξετάσεις…

Αναχώνευα όσα μου διηγήθηκε ο νεαρός μαθηματικός περί Ιστορίας και μέσης εκπαίδευσης. Εμεινα περισσότερο στην κοινότοπη διαπίστωση περί αποτυχίας του σχολείου, ότι αυτό το τυπολατρικό σχολείο, ο διάδρομος για τα ΑΕΙ, έχει καταντήσει να παράγει ημιμαθείς και αγράμματους, να στραβώνει ακόμη και τα πιο προικισμένα παιδιά. Μήπως είμαι υπερβολικός;

Θυμήθηκα όσα μου λένε κατά καιρούς φίλοι εκπαιδευτικοί, λαμπροί επιστήμονες και έμπειροι δάσκαλοι. Η Δ., χημικός με μάστερ επιστημολογίας, περιγράφει με τα μελανότερα χρώματα τα σχολικά εγχειρίδια: Τα περισσότερα είναι για πολτοποίηση, γραμμένα στο πόδι, ή από ανθρώπους που δεν έχουν πατήσει ποτέ το πόδι τους σε σχολική αίθουσα, απευθύνονται σε 13χρονα, ενδεχομένως αλλοδαπά με ελλιπή γνώση ελληνικών, και τους μιλάνε σαν να είναι φοιτητές πανεπιστημίου… Η Δ. περιφρονεί το αναλυτικό πρόγραμμα και εφαρμόζει το δικό της: Πέντε πράγματα, να τους μείνουν, μήπως και μάθουν να σκέφτονται…

Πέντε πράγματα… Ναι, αυτά που δεν κατορθώνουν να διδάξουν σε έξι χρόνια τα καλά ιδιωτικά σχολεία, πότε πέφτει η Αναγέννηση, πότε ο Διαφωτισμός, και γιατί φυλακίστηκε ο Κολοκοτρώνης, πώς διαβάζεται ο χάρτης, πού βρίσκεται η Βιρμανία και πού τα Γιαννιτσά.

Ο Θ., πτυχιούχος του Φιλοσοφικού-Παιδαγωγικού-Ψυχολογικού τμήματος της Φιλοσοφικής, μου έλεγε πως τον έβαζαν να διδάσκει Αρχαία Ελληνικά στο γυμνάσιο που υπηρετεί. Καταλαβαίνεις τώρα, εγώ δεν έχω διδαχτεί Αρχαία στο πανεπιστήμιο, και πρέπει να διδάξω Ομηρο και Θουκυδίδη στο πρωτότυπο, με συντακτικό, αναγνωρίσεις και λοιπά. Στα Νέα τουλάχιστον επιστρατεύω τις γνώσεις μου και το ψώνιο μου για τη λογοτεχνία…

Ο φιλόλογος Δ., διδάκτωρ νεοελληνιστής του Καποδιστριακού, μεταφέρει τη δική του εμπειρία από τα ακριβά σχολεία των βορείων προαστίων αλλά και από τα εσπερινά των λαϊκών συνοικιών. Το μέγα ζητούμενο είναι να αποκτήσουν τα παιδιά γλωσσικό αίσθημα, να συνδέσουν το κείμενο που διδάσκεται με τη γλώσσα που μιλάνε, να δώσουν ονόματα στη σκέψη τους, στα αισθήματά τους. Είναι απαισιόδοξος: Κάθε χρονιά βλέπω ότι μπορώ να προσφέρω λιγότερα. Και κανείς δεν μου ζητά να είμαι καλύτερος, κανείς δεν αξιολογεί την εργασία μου, ο θεσμός του επιθεωρητή έχει καταργηθεί, οι σχολικοί σύμβουλοι δεν έχουν αποφασιστικό ρόλο, η επιμόρφωση είναι ανύπαρκτη ή μαϊμού, οι καθηγητές βαριούνται ή απλώς είναι ανεπαρκείς…

Ο Δ., ο Θ., η Δ., άνθρωποι βαθιά καλλιεργημένοι, αφοσιωμένοι στα γράμματα και την επιστήμη, λόγιοι, με κοινωνική συνείδηση του ρόλου τους, δάσκαλοι εξ επιλογής, είναι όλο και πιο σκεπτικιστές καθώς περνούν τα χρόνια. Μιλούν με πόνο για το δημόσιο σχολείο, και περιγράφουν μια ιστορική καταστροφή: για μία και δύο γενιές παιδιών ημιμαθών, χωρίς εγκύκλια παιδεία, χωρίς στοιχειώδη εγγραμματοσύνη.

Σκεφτόμουν: Ο Δ., ο Θ., η Δ. είναι στα σαράντα ή τα πενήντα. Μήπως γκρινιάζουν, μήπως είναι υπερβολικά απαιτητικοί, υπερβολικά απαισιόδοξοι; Οχι, τους ξέρω χρόνια πολλά, είναι άνθρωποι φύσει αισιόδοξοι, δοτικοί, διεισδυτικοί, επιεικείς, ουσιαστικά κοινωνικοί και μοντέρνοι. Αλλωστε, η διερώτηση και η αμφισβήτηση φωλιάζουν πια στους φρεσκοαπόφοιτους των λυκείων, αυτοί ανακαλύπτουν ότι έξι χρόνια αποστήθιζαν μόνο εξεταστέα ύλη. Και τώρα ανακαλύπτουν εμβρόντητοι ότι η γνώση δεν ήταν ποτέ στα SOS.

Καθημερινή

Comments 0 σχόλια »

Η παράσταση του Νίκου Ξυδάκη στο «Σχολείον» (14-15 Ιουλίου), με τίτλο «δανεισμένο» από την αλεξανδρινή οδό που ταυτίστηκε με την κατοικία του Κωνσταντίνου Καβάφη, συστήνεται ως μουσική προσωπογραφία του ποιητή.

Κι όμως το «Rue Lepsius» δεν περιλαμβάνει μελοποιημένο Καβάφη, αλλά μελοποιημένα τα ποιήματα που εμπνεύστηκε ο Διονύσης Καψάλης από τον μεγάλο Αλεξανδρινό.

Στα τραγούδια, που στοιχειοθετούν μεμονωμένα επεισόδια της ζωής του, αναμειγνύονται καβαφικοί απόηχοι ή και φράσεις ατόφιες από ποιήματά του. Παρεμβάλλονται μέρη αμιγώς μουσικά, σαν κι αυτά που διαχέονταν στους δρόμους της Αλεξάνδρειας…

Με τη σκηνική παρουσία του Καψάλη αλλά και του Δημήτρη Μαρωνίτη στον ρόλο των αφηγητών, με τον Ξυδάκη αλλά και τον Τάση Χριστογιαννόπουλο στην ερμηνεία και με τη συμμετοχή επτά βιολοντσέλων της Οπερας του Καιρού και της Ορχήστρας Κλασικής Αραβικής Μουσικής Al Mahabba, το έργο ξετυλίγει (σε σκηνοθεσία της Μάρθας Φριντζήλα) το μουσικό-ποιητικό του νήμα, με οδηγό το καβαφικό ποίημα «Τα ενδύματα»: «Μέσα σ’ ένα κιβώτιο ή μέσα σ’ ένα έπιπλο από πολύτιμον έβενο θα βάλω και θα φυλάξω τα ενδύματα της ζωής μου (…) Θα βλέπω τα ρούχα και θα θυμούμαι τη μεγάλη εορτή – που θα είναι τότε όλως διόλου τελειωμένη(…)».

Ελευθεροτυπία

Comments 0 σχόλια »

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων