Άρθρα με ετικέτα “Καρυωτάκης”

video: Βασιλική Μουσταφέρη – »Σταδιοδρομία» ( Κ. Καρυωτάκης) Σύνθεση: Δαμαλός Xαράλαμπος , Κιθάρα:  Δαμαλός Χαράλαμπος

Comments 0 σχόλια »

Comments 0 σχόλια »

Ο Κώστας Καρυωτάκης (αριστερά) ενθουσιάζει τα παιδιά, αλλά ο Γιώργος Σεφέρης (δεξιά) τους φαίνεται κάπως δύσκολος

Ενδιαφέρονται οι σημερινοί έφηβοι για την ελληνική ποίηση. Αρκεί κάποιος να βρει τρόπο να τους μιλήσει για αυτήν. Ο εισηγητής του πρώτου κύκλου εργαστηρίων ποίησης για μαθητές Λυκείου, τα οποία διοργανώνει εφέτος το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ), ποιητής Στρατής Πασχάλης , είναι εντυπωσιασμένος από τις σκέψεις, τις απορίες αλλά και τις αμφιβολίες για την ποίηση που διατύπωσαν οι μαθητές με γόνιμο τρόπο. Διαπίστωσε ότι «σε μια εποχή δύσκολη για τον κόσμο και την Ελλάδα, υπάρχουν εκπαιδευτικοί οι οποίοι κατορθώνουν να μιλήσουν στα παιδιά, να τους κινήσουν το ενδιαφέρον και μάλιστα να τα βοηθήσουν να διαμορφώσουν συγκροτημένη σκέψη για την ποίηση».

«Το κείμενο παίζει ασφαλώς ρόλο στην ανάπτυξη σχέσης των μαθητών με την ποίηση» παραδέχεται η κυρία Τερέζα Ροζάκη, φιλόλογος στο 34ο Λύκειο Αθηνών στο Θησείο, η οποία συνόδευσε στο εργαστήριο 30 μαθητές της, «κυρίως όμως σημασία έχει το πώς θα το παρουσιάσουμε στα παιδιά». Η νεότερη ποίηση έχει μεγαλύτερη απήχηση από τα κείμενα της Κρητικής Αναγέννησης. Ο Καβάφης κερδίζει τα παιδιά, ο Καρυωτάκης τα ενθουσιάζει. Ακολουθεί ο ερωτικός Ελύτης, ο Ρίτσος έχει το κοινό του, βρίσκουν όμως δύσκολο τον Σεφέρη.

Μαθητές από τρία σχολεία της Αττικής παρακολούθησαν τον πρώτο κύκλο των εργαστηρίων. Υπερίσχυσαν αριθμητικά τα κορίτσια, χωρίς να υποτιμάται η συμμετοχή των αγοριών, τα οποία φαίνεται ότι κρατούν μια πιο κριτική στάση απέναντι στον ποιητικό λόγο και αναζητούν τη σύνδεσή του με άλλες μορφές λόγου, όπως το τραγούδι. Ανάμεσα σε όλους υπήρχαν και μαθητές, αγόρια και κορίτσια, με πιο ειδικό ενδιαφέρον για την ποίηση, καθώς υπερέβαινε το επίπεδο της ανάγνωσης και περνούσε σε εκείνο της συγγραφής.

«Αν δοθεί στα παιδιά το ερέθισμα, συμμετέχουν με ενθουσιασμό και δημιουργικά» είναι το συμπέρασμα της εκπαιδευτικής εμπειρίας της κυρίας Ροζάκη. Εμπνευσμένοι από πίνακες του Εγγονόπουλου, μαθητές της Β΄ Λυκείου στο σχολείο της συνέθεσαν πριν από δύο χρόνια δικά τους υπερρεαλιστικά ποιήματα, τα οποία απήγγειλαν στο τέλος της χρονιάς.

Το σημαντικό είναι ότι μέσα από τέτοιες πρωτοβουλίες δημιουργείται ένα αναγνωστικό κοινό για την ποίηση και καλλιεργείται μια σχέση πιο συστηματική. Παίρνουμε από τα παιδιά αυτό που τους δίνουμε.

www.tovima.gr

Comments 0 σχόλια »

27-1-thumb-small.jpgΤι συνδέει τον Καβάφη με τον Πεσόα και την Πολυδούρη με τον Καρυωτάκη; Δύο βιβλία επιχειρούν να δώσουν την απάντηση
Οι συμπτώσεις είναι το λιγότερο μοιραίες και ειδικά σε ό,τι αφορά τη λογοτεχνία. Συμπτώσεις που μπορεί να αφορούν απρόοπτες συναντήσεις, αλλά και κοινούς τόπους ανθρώπων που δεν βρέθηκαν ποτέ μαζί. Ακόμα περισσότερο που έζησαν σε εντελώς διαφορετικές χώρες.
Σ’ αυτές ακριβώς τις περιπτώσεις αναφέρονται οι δυο τόμοι με τίτλους «Φερνάντο Πεσόα – Κ. Π. Καβάφης. Τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου» σε εισαγωγή-μετάφραση-ανθολόγηση Γιάννη Σουλιώτη, και «Κώστας Καρυωτάκης – Μαρία Πολυδούρη. Ερωτας και θάνατος στη σκιά της ποίησης» σε επιμέλεια και ανθολόγηση του Γιάννη Η. Παππά (και οι δύο από τις εκδόσεις «Μεταίχμιο», στη σειρά «Αντικρυστοί καθρέφτες»).

Ο Πεσόα γεννήθηκε στη Λισαβόνα το 1888 και ο Καβάφης στην Αλεξάνδρεια το 1863. Εννοείται πως δεν συναντήθηκαν ποτέ, όπως και ουδέποτε έμαθε ο ένας για την ύπαρξη του άλλου. Και όμως, αμφότεροι έχασαν σε τρυφερή ηλικία τον πατέρα τους και δέθηκαν με τις μανάδες τους, απέκτησαν αγγλική παιδεία, δεν υπηρέτησαν στο στράτευμα, είχαν αδυναμία στην αγγλική ποίηση και στα αστυνομικά μυθιστορήματα, δεν πήραν πανεπιστημιακό πτυχίο, εργάστηκαν σε εμπορικά γραφεία απασχολούμενοι με την αλληλογραφία, είχαν μέτριο ανάστημα, έπιναν ρακί και κάπνιζαν πολύ.

Και ακόμα ο Καβάφης ήταν ομοφυλόφιλος, ενώ ο Πεσόα ήταν «λευκής» σεξουαλικότητας με τάσεις ομοφυλοφιλίας. Ομως ο Πορτογάλλος δεν έζησε έμπρακτα τα σαρκικά πάθη των ηρώων του όπως ο Αλεξανδρινός, αλλά μάλλον ήταν ο άτολμος ιδεολόγος που τα βίωνε με τη φαντασία του.

Πόλεις-σύμβολα

Ο Πεσόα όπως και ο Καβάφης είχε στις φλέβες του τον ελληνισμό της αρχαιότητας. Ο Απόλλωνας και ο Διόνυσος ήταν κοινοί και για τους δύο. Οπως κοινή ήταν η αγάπη για την αλήθεια και τη μοναξιά, ο πεσιμισμός, η απουσία του γέλιου και του μελοδραματικού στοιχείου στο έργο τους, ο ρόλος του πεπρωμένου στη ζωή του καθενός.

Το αντικείμενο της ποίησής τους είναι ο άνθρωπος, αλλά με διαφορετική θεώρηση από τον καθένα. Το παναθρώπινο πάθος για τον έρωτα δεσπόζει στο έργο του Καβάφη, ενώ η ζωή σ’ εκείνο του Πεσόα. Και οι συμπτώσεις συνεχίζονται, αφού χάρη στον Πεσόα η Λισαβόνα μπήκε στην παγκόσμια λογοτεχνία ως μια πόλη σύμβολο, όπως η Αλεξάνδρεια μέσω του Καβάφη.

Υστερα είναι τα ποιήματα! Το 1893 ο Καβάφης έγραφε δίνοντας ζωή στη θάλασσα: «Βγάζει η θάλασσα κρυφή φωνή/ φωνή που μπαίνει/ μες την καρδιά μας και τη συγκινεί/ και την ευφραίνει». Και το 1915 ο Πεσόα τραγουδάει: «Στη θάλασσα, στη θάλασσα, στη θάλασσα, στη θάλασσα/ Αχ! Στη θάλασσα, στον άνεμο, στα κύματα, τη ζωή μου/ Να πετάξω».

Το 1901 ο Καβάφης μονολογούσε: «Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα/ που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Οχι/ να πούνε», ενώ το 1928 ο Πεσόα εξομολογείται: «Εάν μια κάποια στιγμή/ Είπα ναι αντί να πω το όχι ή όχι αντί του ναι/ Θα ήμουν άλλος σήμερα και ίσως το σύμπαν όλο/ Διαφορετικό να ήταν».

Παραθέτει και άλλα παραδείγματα ο Γιάννης Σουλιώτης, που επισημαίνει: «Η συνάντηση των δύο ποιητών συμβαίνει και σε άλλες περιπτώσεις, όπου στίχοι του Πεσόα, αν και δεν έχουν ακριβώς το ίδιο ποιητικό στίγμα με εκείνο του Καβάφη, μοιάζουν σαν να έχουν πλασθεί από την ίδια εκείνη ευαισθησία που διακρίνει τον αλεξανδρινό ποιητή. Η ίδια θαλασσινή αύρα, η ίδια του αλατιού γεύση, η λύρα, το τραγούδι του ανέμου στα χείλη και των δύο».

Και για να περάσουμε στο μυθικό ζευγάρι της ελληνικής ποίησης, ο Κώστας Καρυωτάκης γεννήθηκε το 1896 και αυτοκτόνησε τον Ιούλιο του 1928.

Η Πολυδούρη γεννημένη το 1902 «έφυγε» το 1930, όταν ζήτησε να της περάσει ένας θαυμαστής της ενέσεις μορφίνης (αυτοκτονία;) στην κλινική Χριστομάνου, όπου νοσηλευόταν.

Αιώνια ερωμένη

Οι δυο τους συναντήθηκαν τον Απρίλιο 1922, η Πολυδούρη τον ερωτεύτηκε παράφορα (η σχέση σημάδεψε τη ζωή και το έργο της), ενώ αυτός σχετιζόταν ακόμα με τη Χανιώτισσα Αννα Σκορδύλη. Τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου τού πρότεινε να παντρευτούν, αν και της είχε δηλώσει πως έπασχε από σύφιλη.

Του έγραφε με μεγάλη τόλμη: «Δεν έχω απέναντί σου τις ψεύτικες ντροπές, τις μικρές δειλίες, τους απάνθρωπους εγωισμούς μιας κοινής ερωμένης… Δεν θα ‘μαι η γυναίκα εκείνη που θα σου φέρνει γύρω σου τις ενοχλητικές σκέψεις του οικοκυριού. Οχι, θα ‘μαι η αιώνια ερωμένη σου».

Ο δεσμός τους δεν θ’ αντέξει δυο χρόνια. Το 1924 η Πολυδούρη θα γνωριστεί με τον νεαρό δικηγόρο Αριστοτέλη Στεργίου, θα αρραβωνιαστεί τον επόμενο χρόνο και θα τον χωρίσει τον μεθεπόμενο. Ηταν επόμενο…

Λίγες μέρες πριν την αυτοκτονία του ο Καρυωτάκης θα της στείλει από την Πρέβεζα μια τελευταία επιστολή, προσφωνώντας την «Δεσποινίς». Περιγράφει τη ζωή του με τα πιο βαρετά χρώματα και τη συμβουλεύει για την υγεία της.

Οπως σημειώνει ο Γιάννης Η. Παππάς, η ανθολογία που επιμελήθηκε έχει διπλό στόχο: Από τη μία να συμπεριλάβει σε έναν τόμο τα καλύτερα ποιήματα των δύο ποιητών που έζησαν και ερωτεύτηκαν με πάθος και από την άλλη να ενώσει για πάντα δυο ανθρώπους, τους οποίους οι συγκυρίες και οι καταστάσεις κράτησαν χώρια στη ζωή.

Ελευθεροτυπία

Comments 0 σχόλια »

 

Μαυροντυμένοι απόψε φίλοι ωχροί
ελάτε στο δικό μου περιβόλι
μ’ ένα παλμό το βράδυ το βαρύ
για να το ζήσουμε όλοι

Τ’ αστέρια τρεμουλιάζουνε καθώς το μάτι ανοιγοκλείνει προτού δακρύσει
ο κόσμος των δενδρώνε ρεύει ορθός, κλαίει παρακάτου η βρύση
Από τα σπίτια που ‘ναι σαν βουβά κι ας μίλησαν τη γλώσσα του θανάτου
με φρίκη το φεγγάρι αποτραβά τ’ ασημοδάχτυλά του

Είναι το βράδυ απόψε θλιβερό
και ‘μείς θα το γλεντήσουμε το βράδυ
όσοι έχουμε το μάτι μας υγρό
και μέσα μας τον Άδη

Οι πάγκοι μας προσμένουν κι όταν βγει το πρώτο ρόδο στ’ ουρανού την άκρή
όταν θα σκύψει απάνου μας η αυγή στο μαύρο μας το δάκρυ
θα καθρεφτίσει τ’ απαλό το φως γιομάτοι δέος ορθοί θα σηκωθούμε
τον πόνο του θα πει κάθε αδερφός κι όλοι σκυφτοί θ’ ακούμε

Κι όπως θα λέω για κάτι ωραίο και αυρό
που σκυθρωποί το τριγυρίζουν πόθοι
τη λέξη τη λυπητερή θα βρω που ακόμα δεν ειπώθη

Comments 0 σχόλια »

Ο λαμπρός ήλιος της νεότητας αντικαθίσταται σταδιακά από τον μαύρο ήλιο της μελαγχολίας του Ζεράρ ντε Νερβάλ και των πένθιμων σκηνικών του Ε. Α. Πόε. Κάμαρες σκοτεινές και κλειστοί κήποι φιλοξενούν πληγωμένους εραστές και μοναχικούς αναστεναγμούς. Το μαύρο χρώμα, που κατακτά όλο και μεγαλύτερη θέση στην παλέτα του Καρυωτάκη, δεν οφείλεται μόνο στο διάβασμα των καταραμένων ποιητών, αλλά και σε μια ενδιάθετη ροπή του προς την ανατροπή των ποιητικών και κοινωνικών συμβάσεων. Ο ποιητής συντονίζεται με το μπωντλαιρικό συναίσθημα του πεπερασμένου, με το άγχος και την αγωνία του τέλους που σημαδεύουν την ερωτική σχέση αλλά και την ίδια την ύπαρξη του ποιητικού υποκειμένου. Ο έκπτωτος άγγελος του παραδείσου της εφηβείας, η διχοτομημένη αντίθεση ανάμεσα στην τραυματισμένη υποκειμενικότητα και την αλγεινή πραγματικότητα, οδηγούν τον ερωτισμό του Καρυωτάκη σε δύο δρόμους: του ελεγείου και της σάτιρας, όπως αποτυπώνεται στην τρίτη και σημαντικότερη συλλογή του (1927) αλλά και στα τελευταία του ποιήματα.

Τα ποιήματα «Αποστροφή» και «Ωχρά σπειροχαίτη», στα οποία ο έρωτας εμφανίζεται ως αντικείμενο μιας εμπορευματικής ή αγοραίας συναλλαγής, παραπέμπουν σε δύο τύπους γυναικών, τις οποίες έχει γνωρίσει πολύ καλά ο Καρυωτάκης: στις «ημιπαρθένες» που έχουν ως μοναδικό τους όνειρο «τον αγαθόν άντρα και τα νόμιμα κρεβάτια» και στις «αγορασμένες φίλες». Από μιαν άποψη, οι δύο αυτοί τύποι γυναικών προσγειώνουν τελικά την ποίηση του καρυωτακικού νεορομαντισμού στο έδαφος μιας αντίδικης πραγματικότητας, οδηγούν όμως τον ποιητή σε δυναμικότερες εκφραστικές επιλογές και ιδιοφυέστερες τεχνικές.

Στην ύστερη και ωριμότερη φάση της καρυωτακικής ποίησης το συναίσθημα της μοναξιάς ή του ακυρωμένου πόθου, τόσο κοντά στην αίσθηση της αποξένωσης του υποκειμένου μέσα στον σύγχρονο κόσμο, οδηγούν στη θεματική του αδύνατου έρωτα. Ο τελευταίος στίχος που θα γράψει ο ποιητής για τον έρωτα είναι βαθύτατα και απελπισμένα σαρκαστικός: «Θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται/ καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια». Η ταλάντωση της καρυωτακικής ποίησης ανάμεσα στα συναισθήματα του έρωτα και του θανάτου θα σταματήσει πλέον οριστικά υπέρ του δεύτερου. Γιατί ο θάνατος του έρωτα στάθηκε ίσως για τον ποιητή ο πιο μοιραίος από όλους τους άλλους.

 

Διαβάστε όλο το άρθρο της Χριστίνας Ντουνιά,  καθηγήτριας νεοελληνικής φιλολογίας του πανεπιστημίου Ιωαννίνων στο Βήμα Ιδεών της 7ης Αυγούστου 2009

 

Comments 0 σχόλια »

Ποίηση: Κ. Καρυωτάκης

Σύνθεση: Λένα Πλάτωνος

Τραγούδι: Σαβίνα Γιαννάτου

Comments 0 σχόλια »

Ποίηση Κ. Γ. Καρυωτάκης – Διαβάζει ο κ. Δημοσθένης Παπαδόπουλος 

Comments 0 σχόλια »

Η μουσική και τα τραγούδια που γράφτηκαν για την τηλεοπτική σειρά «Καρυωτάκης» που προβλήθηκε το 2009 από την ΕΤ1 σε σκηνοθεσία Τάσου Ψαρρά.

Μουσική-Ενορχήστρωση: Βασίλης Δημητρίου
Στίχοι: Ποίηση Μαρίας Πολυδούρη και Κώστα Γ. Καρυωτάκη
Ερμηνεία: Μάγδα Πένσου, Χρήστος Θηβαίος, Μανώλης Μητσιάς
Κυκλοφορία: Απρίλης 2009

Ο δίσκος πέρα από τα εξαιρετικά ορχηστρικά κομμάτιακαι τρία τραγούδια. Το εναρκτήριο του δίσκου και τραγούδι των τίτλων της σειράς, «Γιατί μ’αγάπησες», με τους πολύ ευαίσθητους στίχους από την ποίηση της Μαρίας Πολυδούρη αποτελεί έναν  ύμνο στον έρωτα. Η μελοποίηση του Δημητρίου αναδεικνύει με τρόπο μοναδικό το μελαγχολικό και ερωτικό περιεχόμενο της ποίησης της Πολυδούρη, ενώ η ερμηνεία της Μάγδας Πένσου είναι συγκινητική. Αξίζει να σημειωθεί ότι το ποίημα αυτό της Μαρίας Πολυδούρη έχει μελοποιηθεί στο παρελθόν, από τον Δημήτρη Παπαδημητρίου σε ερμηνεία της Ελ. Αρβανιτάκη στο δίσκο «Τραγούδια για τους μήνες» (1996), σε μία ακόμη εξαιρετική συνθετικά και ερμηνευτικά προσέγγιση.

Το δεύτερο από τα τρία τραγούδια του δίσκου είναι το γνωστό ποίημα του Καρυωτάκη «Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες», ερμηνευμένο από τον Χρήστο Θηβαίο. Στο ποίημά του αυτό ο Καρυωτάκης εκφράζει τον θυμό και την απογοήτευσή του τόσο για την κοινωνία μέσα στην οποία ζει, όπου την εποχή εκείνη μαστίζεται από τον απόηχο της Μικρασιατικής τραγωδίας, όσο και για την κατάσταση που επικρατεί στο χώρο των λεγόμενων διανοούμενων και των ανθρώπων της Τέχνης. Το τρίτο τραγούδι του δίσκου με τίτλο «Η ψυχή μου» και πάλι σε ποίηση Καρυωτάκη, ερμηνεύεται εξαιρετικά από τον Μανώλη Μητσιά.

Περιεχόμενα:

01 ΓΙΑΤΙ Μ’ ΑΓΑΠΗΣΕΣ (Ποίηση Μαρίας Πολυδούρη) – Μάγδα Πένσου
02 ΤΟ ΒΑΛΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
03 ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΤΙ ΞΕΧΑΡΒΑΛΩΜΕΝΕΣ ΚΙΘΑΡΕΣ (Ποίηση Κ.Γ.Καρυωτάκης) – Χρήστος Θηβαίος
04 ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΗ ΜΑΡΙΑ
05 ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ
06 ΤΟ ΔΕΙΛΙΝΟ ΜΙΑΣ ΑΓΑΠΗΣ
07 Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ (απόσπασμα) (Ποίηση Κ.Γ.Καρυωτάκης) – Μανώλης Μητσιάς
08 ΤΟ ΒΑΛΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ
09 ΤΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ ΧΡΟΝΙΑ
10 Κ’ ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΩΡΑΙΑ (Ποίηση Μαρίας Πολυδούρη) – Διαβάζει η Μαρία Κίτσου
11 ΤΙ ΝΕΟΙ ΠΟΥ ΦΤΑΣΑΜΕΝ ΕΔΩ… (Ποίηση Κ.Γ.Καρυωτάκης) – Διαβάζει ο Δημοσθένης Παπαδόπουλος
12 Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΚΔΡΟΜΗ

Comments 0 σχόλια »

athanasiosdiakostheofilos.jpgΜε μάλλον μοναδικό τρόπο, στο πρόσωπο του Διάκου συνάπτεται αξεχώριστα η δημοτική ποίηση με την «επώνυμη». Το πασίγνωστο δίστιχο «Γιά ιδές καιρό που διάλεξεν ο Χάρος να με πάρει, /τώρα π’ ανθίζουν τα κλαδιά και βγάνει η γη χορτάρι», δεν είναι δημοτικό, δεν είναι κάποιου ανώνυμου λαϊκού ποιητή, όπως είναι γενικότερα πιστευτό στις μέρες μας, αλλά του ίδιου του Διάκου, σύμφωνα τουλάχιστον με την εξιστόρηση του Τρικούπη: «Οδεύων δε εις τον τόπον της ποινής εστάθη, και ρίψας το βλέμμα επί την γελώσαν φύσιν κατά την εαρινήν εκείνην ώραν, είπε το εξής δίστιχον: “Γιά ιδές καιρό που διάλεξεν ο χάρος να με πάρη, /τώρα π’ ανθίζουν τα κλαδιά και βγάν’ η γη χορτάρι”. Ηκολούθησε μετά ταύτα την πορείαν του και υπέστη καρτεροψύχως πολυώδυνον θάνατον τρεις ώρας βασανιζόμενος». «Ο ήρως μέχρις εσχάτης του αναπνοής υπέφερε τους πόνους με απαραδειγμάτιστον αδιαφορίαν, υβρίζων μάλιστα αδιακόπως τους βαρβάρους», ιστορεί ο Χριστόφορος Περραιβός και μνημονεύει ο Κωστής Παλαμάς.

Με νήμα το «γελώ»

Οι μικρές λέξεις έχουν μεγάλη ιστορία να πουν: Στα δημοτικά τραγούδια, λοιπόν, «χαμογελούσε» ο Διάκος. Στον Τρικούπη «γελώσα» είναι η φύση. Στον Διονύσιο Σολωμό, στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», ποίημα του πολέμου κι αυτό που υμνεί το άτομο έτσι όπως βγαίνει από το σαρκίο του για να ενωθεί με την κοινότητα και από κοινού να εμψυχώσουν ιδέες, «Ο Απρίλης με τον Ερωτα χορεύουν και γελούνε», επειδή ο ποιητής, για να δείξει πως «όποιος πεθαίνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει», «παρασταίνει τη Φύσι, εις τη στιγμή που είναι ωραιότερη ως μία δύναμι, η οποία, με όλα τ’ άλλα και υλικά και ηθικά ενάντια, προσπαθεί να δειλιάσει τους πολιορκημένους». Η τέταρτη ενσάρκωση του ρήματος «γελώ» συντελείται στο ποίημα «Διάκος» του Κ. Γ. Καρυωτάκη, το πρώτο της «Ηρωικής» τριλογίας» του (ακολουθούν ο «Κανάρης» και ο «Byron»): «Μέρα του Απρίλη. / Πράσινο λάμπος, / γελούσε ο κάμπος / με το τριφύλλι. // Ως την εφίλει / το πρωινό θάμπος, / η φύση σάμπως / γλυκά να ομίλει. // Εκελαδούσαν / πουλιά, πετώντας / όλο πιο πάνω. // Τ’ άνθη ευωδούσαν. / Κι είπε απορώντας: Πώς να πεθάνω;”» Νοηματικά πλουσιότερο και τεχνικά αρτιότερο επιτύμβιο, δύσκολα βρίσκεται.

Το κυριότερο λογοτεχνικά αναδημιουργημένο πορτρέτο του Διάκου ο Καρυωτάκης θα το παρέλαβε μάλλον από τον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, δεν έμεινε όμως σ’ αυτό παρά δοκίμασε να ξαναβρεί την πηγή και τον κόσμο του δημοτικού διστίχου, εκείνου του «Γιά ιδές καιρό που διάλεξεν…», και να τον αναπλάσει με τον δικό του τεχνικότατο τρόπο. Το ίδιο ακριβώς δίστιχο κίνησε την έμπνευση του Βαλαωρίτη, όμως τον οδήγησε αλλού. Γράφει σχετικά ο Λευκαδίτης ποιητής στα «Προλεγόμενα» του εκτενέστατου «Αθανάση Διάκου» του: «Το επί κεφαλής των προλεγομένων μου δίστιχον […] το εύοσμον, το αειθαλές τούτο άνθος ομολογουμένως εβλάστησεν εκ των σπλάγχνων του Αθανασίου Διάκου, ουχί διότι βεβαιούται παρά των ιστορικών, ούτε διότι η κοινή συνείδησις επεκύρωσε την παράδοσιν, αλλά διότι προς τους τα τοιαύτα μεμυημένους εν ταις ολίγαις εκείναις λέξεσι διασώζεται φωτογραφημένος ο ήρως, ο θεοσεβής αθλητής, το πρότυπον του ηθικού και φυσικού κάλλους […] αναντίρρητον ότι ποιητής αυτοσχέδιος της μυροβλήτου στροφής υπήρξεν ο Διάκος».

Ο θεοσεβής Αθανάσης

Ο «Αθανάσης Διάκος» του Βαλαωρίτη αντέχει και υπομένει χάρη στη θεοσέβειά του. Τον ακούμε λοιπόν να λέει στη δική του προσευχή στη Γεθσημανή: «Ετοιμος είμαι Πλάστη μου! Λίγες στιγμές ακόμα/και σβηόνται τ’ άστρα σου για με. Για με θα σκοτειδιάσει/τ’ όμορφο γλυκοχάραμα. Θα μου κλειστεί το στόμα, /που εκελαδούσε στα βουνά, στις ρεματιές, στη βρύση, /θα μαραθούν τα πεύκα μου. Αραχνιασμένη η λύρα […] Ολα τ’ αφήνω με χαρά, χωρίς ν’ αναστενάξω».

Ο Διάκος του Καρυωτάκη δεν είναι λιγότερο ήρωας και μάρτυρας επειδή είναι βαθύτατα άνθρωπος, επειδή, όπως κι οι κλέφτες του δημοτικού, έχει ένα παράπονο, και το λέει, τίμια και σταράτα. Το αντίθετο. Το μεγαλείο του αναδεικνύεται «απαραδειγμάτιστο» επειδή είναι το μεγαλείο ενός ανθρώπου που δεν αποστρέφει το βλέμμα του από τον πειρασμό αλλά τον κοιτάζει καταπρόσωπο ώστε να περάσει μέσα του και πάνω του, πατώντας τον, και να δώσει έτσι απτό νόημα σ’ εκείνο το «Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή…». Δεν λέει «παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο», αλλά το γεύεται, για να υψωθεί έτσι κατακορύφως στη συνείδησή μας επειδή η ανδρεία του ριζώνει στο κάλλιστο χώμα της περήφανης ελευθεροφροσύνης.

Καθημερινή

Comments 0 σχόλια »

kar14.jpgΟ Κώστας Καρυωτάκης (Τρίπολη 1896 – Πρέβεζα 1928) ποιητής της εποχής του Μεσοπολέμου, στα 31 του χρόνια φύτεψε μια σφαίρα στο μυαλό του, κάνοντας πράξη την απογοήτευσή του από τη ζωή και τον περίγυρο της δουλειάς του στην Πρέβεζα, όπου ήταν διορισμένος υπάλληλος.

Ηταν μόνο 32 ετών και η πικρία και ο σαρκασμός τον οδήγησαν στη μόνωση και στην αυτοκαταστροφή. Ο έρωτάς του με τη Μαρία Πολυδούρη πέρασε στους στίχους και των δύο ποιητών και έμεινε, χάρις στην ποίηση, ανίκητος από τον χρόνο, ενώ η Μαρία Πολυδούρη έσβησε στα 28 της χρόνια, στο «Σωτηρία», από φυματίωση. «Νηπενθή», ο τίτλος του βιβλίου, περιλαμβάνει τα εικοσιτέσσερα έργα του Γιώργου Κόρδη, που παρουσιάζονται στην έκθεση «Η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη» στο «Αέναον» μαζί με στίχους του μεγάλου ποιητή. Ο Γιώργος Κόρδης είναι ζωγράφος και λέκτορας του Πανεπιστημίου Αθηνών, τιμήθηκε από το Πανεπιστήμιο YALE το 2007 και με πρόσκληση του Duomo παρουσίασε ατομική έκθεση στη Φλωρεντία.

Παρουσιάζει μια σειρά μελάνια (σινική) μεγάλων διαστάσεων σε χειροποίητο χαρτί, διεισδύοντας με το λιτό χρωματικό λυρισμό της παλέτας του στην εσωτερικότητα της ποίησης του Κώστα Καρυωτάκη.

Τα εγκαίνια θα γίνουν τη Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου, ώρα 8 μ.μ., στην αίθουσα τέχνης «Αέναον», Κατεχάκη 70, Κηφισιά, διάρκεια ώς τις 30 Δεκεμβρίου.

Comments 0 σχόλια »

Παρόλο που φέτος συμπληρώθηκαν 80 χρόνια από το θάνατο του Κώστα Καρυωτάκη (1896 – 1928), δεν βλέπω επίσημες εκδηλώσεις, δεν βλέπω συνέδρια, δεν βλέπω συμπόσια, ούτε ανακήρυξη της χρονιάς σε «έτος Καρυωτάκη».

Δύο εξηγήσεις είναι πιθανές. Η πρώτη, ότι ξεχάστηκε. Άτοπο, γιατί και οι εκδόσεις των ποιημάτων του (ειδικά τα «Ποιήματα και Πεζά» του «Ερμή», τώρα «Εστία») πάνε πολύ καλά, και η επίδρασή του στους νεότερους ποιητές (Πατρίκιος, Αναγνωστάκης, Αλεξάνδρου, Θεοδωρίδης, Φωστιέρης, Καψάλης κ.λπ.) είναι αξιοσημείωτη, και οι μελέτες για το έργο του αυξάνονται, όπως και η διακαλλιτεχνική του απήχηση (Μικρούτσικος, Βουμβάκη, Παπαδημητρίου, το φετινό «Το terrain του παραδείσου» της σπουδαίας Μάρθας Φριτζήλα κ.λπ.). Η δεύτερη εξήγηση, ότι δεν εμπνέει τους κρατούντες των φιλολογικών και πολιτισμικών μας πραγμάτων, μου φαίνεται πιο πιθανή. Πώς να θεωρηθεί πρότυπο για τους νέους, πώς να εμπνεύσει τους υπηρεσιακούς παράγοντες των υπουργείων παιδείας ή πολιτισμού ή των διαφόρων φεστιβάλ βιβλίου, ο λυμφατικός αυτός Τριπολιτσιώτης, ο μισάνθρωπος συφιλιδικός, ο είρων απέναντι σε όλους και σε όλα, ο αυτοκαταστροφικός νεόγερος, ο εσωστρεφής κάτοικος των πόλεων, ο αυτόχειρας τελικά της Πρέβεζας;

Άρθρο του Δημήτρη Φύσσα στην Athensvoice

Comments 2 Σχόλια »

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων