Άρθρα με ετικέτα “Δημουλά”

Η Καθημερινή-Gazarte: Βραδιά ποίησης, σκηνοθετεί ο Γιώργος Νανούρης, μαζί του οι ηθοποιοί: Αννίτα Καπουσίζη, Φανή Ροδίτη, Κόνυ Ζήκου

Comments 0 σχόλια »

Comments 0 σχόλια »

Τυχεροί όσοι τα κατάφεραν κι έφτασαν στην παρουσίαση του DVD του Ικαρου «Συναντήσεις με την Κική Δημουλά» . Η ποιήτρια μας αποζημίωσε με το παραπάνω για την ταλαιπωρία στην οποία μας υπέβαλαν οι ένστολοι συμπατριώτες μας. Για μία ώρα είχαμε ακινητοποιηθεί πριν το Σύνταγμα γιατί κάποιοι αποφάσισαν ότι αφού γυαλίσαν τα κουμπιά και τα σπαθάκια τους έπρεπε να έχουν και θεατές. Δε νομίζω ότι υπάρχει κάποια ευρωπαϊκή χώρα στην οποία διακόπτεται η κυκλοφορία του κέντρου για μία κατάθεση στεφάνου. Αλλά εμείς είμαστε πολλοί περήφανοι ως λεηλατούμενος λαός.

Η Δημουλά ήταν εξαιρετική. Στην ταινία αποκαλυπτική για τις μύχιες σκέψεις της. Με μία κατασταλαγμένη σοφία  77 ετών. Αποθησαύρισα κάποιες φράσεις της. «Η ίδια η δημιουργία έχει ανάγκη τους δημιουργούς. Αλλά καμιά φορά είναι τα συναισθήματα που στέλνουν επιστολές προς αγνώστους μέσα από την ποίηση.»

Η ταινία εστιάζει στον λόγο. Σύντομα θα προβληθεί στην ΕΤ. Μην τη χάσετε.

Comments 2 Σχόλια »

b154263.jpgΤης Δήμητρας ΠΑΥΛΑΚΟΥ στην Αυγή

«Σαν ένα πουλί με σπασμένη φτερούγα

που θα ‘χε χρόνια μέσα στον αγέρα ταξιδέψει

σαν ένα πουλί που δεν μπόρεσε να βαστάξει

τον αγέρα και τη φουρτούνα

πέφτει το βράδυ»

Γ. Σεφέρης: Hampstead

Πουθενά στην ποίηση της κ. Κικής Δημουλά δεν ανιχνεύεται το συγκεκριμένο. Όπως στη γλώσσα και στην ψυχανάλυση. Ο Ελύτης είπε, ίσως αναφερόμενος στη γλωσσική άμβλυνση επαϊόντων, ότι κάποιοι ψάχνουν τον απλήρωτο λογαριασμό στα κατάλοιπα του συγγραφέα.

Το νου μας, στην ελευθερία και στη γλώσσα. Κατάδυση. Στα εύρετρα του χαμένου αντικειμένου της ενσυναίσθησης. Στις τολμηρές ερμηνείες και ανακατασκευές μιας ποιήτριας που κάθε προσέγγιση, ψυχαναλυτική ή και φαινομενολογική -της σχολής του Γιάσπερς, λόγου χάρη, ή του Μινκόφσκι- θα ‘φτανε στην αλήθεια της αντικειμενικής πραγματικότητας, μόνο και μόνο από τις επιλεγμένες λέξεις. Τη λογικοφανή επιλογή των λέξεων. Η ενσυναίσθηση επιτρέπει την προσωπική εμπειρία της ποιήτριας. Η ουδετερότητα του αναγνώστη (σχολιάζει ή όχι τα ποιήματα) είναι καλά εδραιωμένη και πέραν των ορίων της συμπάθειας. Αναζητεί το νόημα, την προσέγγιση των ποιημάτων, την ερμηνευτική της (εξω)-πραγματικής περιγραφής του κόσμου. Αλλά μήπως ο κόσμος είναι τραγωδία;

Δεν σου αφαίρεσα ούτε μια

απ’ τις χιλιάδες ωραιότητες που είχες

ούτε μισή απ’ τις πολύτιμες ασκήμιες σου

κόσμε

(Τα εύρετρα)

Τραγική μοίρα; Κι αν προσπαθήσουμε να την αποκωδικοποιήσουμε, να την κατατάξουμε, να την αποτρέψουμε, μήπως η οργή των θεών είναι κι αυτή δεδομένη;

Δος ημίν σήμερον τον άρτον τον επιούσιον

Κύριε, συγχώρεσέ μας, αλλάξαμε γνώμη

όχι σήμερον

καλύτερα δος ημίν αύριο (…)

(Ευλόγησον την παρουσία σου)

Το σήμερα είναι η περιγραφή του ζω, του είμαι στον κόσμο, και η διάσταση της ύπαρξης, ευτυχώς και για μας και για την ποιήτρια, σημαίνει μια επιτυχή και ευτυχή αποδέσμευση από την απώλεια. Ώσπου να επισυμβεί. Πάντως, η συλλογή αυτή, ίσως πιο απελευθερωμένη από την έντονη παρουσία-απουσία του Άθω, γεμάτη συμβολικές παραθέσεις, αγναντεύει τις παρουσίες και τις καταγράφει.

Το ποίημα «Κολατσιό» είναι αφιερωμένο στην κόρη της και στο αφτί του εξωφύλλου σημειώνεται ότι το κόσμημα σχεδίασε ο εγγονός της Άθως Δημουλάς. Παρόντες οι ζώντες. Και εκείνη ίπταται. Λίγο πιο συνειδητοποιημένη και πιο μαχητική απέναντι στην ανθρώπινη μοίρα. Επιθυμεί. Στο ποίημα «Υπέρβαση». Σε μια λειτουργία μεταβίβασης, προσπάθειας να σταθεί γερά στα πόδια της, να ερμηνευθεί, να μας απευθύνει τον λόγο, να αυτοσαρκασθεί. «Τα εύρετρα» είναι ένας μύθος ή η χρήση ενός μύθου. Και η αμφισημία του λόγου καλά κρατεί.

Λανθάνουσες σημασίες της γλώσσας διαπραγματεύονται τα του βίου, της πραγματικότητας, των προσδοκιών, των ωρών, του βίου της.

Δημιουργούν την εντύπωση ότι τα αντιφατικά και τα οδυνηρά τα κανακεύει, τα παραθέτει, τ’ αναλύει, τα συμβιβάζει, τα διαπραγματεύεται με την απόλυτη σιωπή.

Αλλά, όποιος τη γνωρίζει, κατ’ ελάχιστον έστω, όποιος είναι συνεπής αναγνώστης της, ξέρει. Ότι η κ. Δημουλά στον μύθο λειτουργεί, όπως στ’ όνειρο, που την προστατεύει από τις επιθυμίες ή τις αγωνίες ή τους πανικούς του ασυνειδήτου. Η ασυνείδητη πρωταρχική επιθυμία ολοφάνερη στο ποίημα «Το ρεμάλι» (Εκεί βρίσκει ένα-δυο πρωινά, από λίγο το καθένα). Ασπάζεται από λίγο την ύπαρξη και τη μη-ύπαρξη. Το λεκτικό νόημα είναι η ανθρώπινη βάση.

Εγώ πάω και κρύβομαι

όπου πετύχω ασάφεια

κι όπου μοιρολατρεία

«Ο στόχος»

Το νόημα δεν της ξεφεύγει ποτέ. Το δυνατό της χαρτί, η γλώσσα, που επιτρέπει ερμηνείες και επανερμηνείες από την ίδια. Δεν χρειάζεται να κουραστεί ο αναγνώστης, που συχνά εκστασιασμένος παρακολουθεί πώς και πότε και με τι μέσα διερευνά τις προϋποθέσεις της συνείδησης.

Ο Hirsch πίστευε ότι δεν υπάρχει μαγική χώρα νοημάτων, έξω από τη συνείδηση. «Τα εύρετρα» τον διαψεύδουν. Το νόημα συνδέεται με λέξεις, οι λέξεις δανείζονται, οι νόρμες τις αρπάζουν και τις εξακοντίζουν. Εξηγώ μια λέξη δεν σημαίνει ότι τρυπώνω στο νόημα. Η κατανόηση οικοδομεί το νόημα. Κρατάει το σχοινί των λέξεων, πάνω από το φαράγγι, και μας οδηγεί. Ας αποφύγει κανείς τη σύγχυση που προσφέρει η φιλολογική σπουδή ανάμεσα στο νόημα και στη σημασία. Όλα προσλαμβάνονται από την αποταμιευμένη γνώση πνευματικών παραδόσεων, ιδεολογίας, συναισθηματικής κατάστασης. Τελεία.

«Τα εύρετρα» θέτουν ανακατασκευές με ικανότητα μιας σκληρά εργαζόμενης λεξιπλόκου. Απλές απαντήσεις δεν έχει. Αναπροσαρμόζει τα του κόσμου με τρόπο νέο, όλο και πιο νέο (λιτό αφέγγαρο σχέδιο, μικροσκοπική σορό, εκτάσεις δασώδους έρωτα). Αλλά πάντα, η δημιουργική φαντασία σκοντάφτει στη μνήμη. Ακόμα κι όταν σ’ εντυπωσιάζει, ότι πάει και πέρασε το πένθος. Γιατί έζησε, ονειρεύτηκε, άκουσε, διάβασε, μύρισε, ερωτεύτηκε, έκλαψε αρκούντως, γέννησε, αφηγείται. Μεταμφιεσμένη σε τέλος για να το δει εκ των προτέρων, είναι η συλλογή «Τα εύρετρα». Την κατασπαράζει, τη διαβρώνει, την κατατροπώνει η εκδοχή του τέλους. Και ‘δώ η ερμηνεία πάλι στην αναγνώριση, στην ανίχνευση, στον προσδιορισμό των λέξεων. Άλλο όπλο ν’ αντιπαρατεθεί στον θάνατο δεν έχει.

Προσπαθούμε τόσα χρόνια στη θεμελιακή παρέμβαση της ψυχανάλυσης μήπως και βάλει μια αράδα στην ερμηνεία. Μήπως πιάσει στον αέρα του στίχου της τις οσμές και ανασύρει από τον ψυχικό τομέα του ασυνειδήτου απωθημένες αναμνήσεις και τις φέρει στη συνείδηση της ανάγνωσης. Μήπως. Κενά στη μνήμη δεν υπάρχουν. Τ’ αληθοφανή μπορεί και νάναι αληθινά: «Έχω πολλές φορές ψηλά πετάξει / στο βάρος μου δεμένη». Κάπως δηλαδή σαν τον θησαυρό του Χένρι Τζέιμς (στην «Εικόνα στο χαλί»). Η ουσία είναι απούσα, η απουσία του Άθω ουσιαστική.

Αγχώδης η απώλεια του θανάτου. Και ποιος δεν τη γνωρίζει; Η απουσία παρούσα στις ζωές μας. Λογική και αφετηρία της ύπαρξης: «Έτσι ακριβώς όπως το λέω με του αβέβαιου τη συναίνεση» γράφει μετά από μια επίσκεψη στον Κεραμεικό. Εκεί συναρμολόγησε σπασμένα μέλη αγαλμάτων, της μνήμης. Τοιχογραφίες και μελανόμορφα αγγεία, της ψυχής. Σκόρπια κομμάτια DNA στην Έρση και στον Δημήτρη. Και πάντα αντιμέτωπη με την ατέλεια του θανάτου. Την κυκλώνει η ανία, πλήττει, δακρύζει, εξανίσταται, θυμώνει, γράφει. Στα «Εύρετρα», η αμοιβή γλίσχρα για το ευρεθέν. Η αλήθεια ταυτίζεται με την προσωπική αλήθεια σ’ ένα χρόνο κι έναν τόπο συγκεκριμένο. Στην Κυψέλη. Ανακατασκευάζει ό,τι λείπει. Πιάνει τα αρχέτυπα, βρίσκει κάτι αναλύσεις τριακονταετίας και πλέον και πιάνει να γράψει για τα ανεκτίμητα.

Μια εξαιρετική ποιητική, σ’ ένα περιεχόμενο αφήγησης οικείο, αλλά λυμένο από δεσμά προηγούμενων συλλογών. Λιτό και αυθύπαρκτο. Σε μια συνάρτηση ύφους – περιεχομένου, σε κορύφωση. Ημερολογιακές σημειώσεις άνευ έτους, ημέρας, ώρας. Απώτερο και πρόσφατο παρελθόν, χαμένα στον χρόνο, σε κομμάτια και θρύψαλα στιγμών και λεπτομερειών.

«Αμέλησες ή τα έκλεψε η ίδια

μεταφορική τους σημασία;»

(Τηλεγράφημα επείγον)

Η μεταφορά της, παράδοξη εντύπωση της μεταβίβασης. Η μεταφορική γλώσσα, στην ποίηση του βάθους. Η μεταφορικότητα της μεταφορικής γλώσσας, πλάι στον πόνο του θανάτου. Η εξοικείωση με τον σκοτεινό τρόμο. Όπως παλαιότερα που πήγε στη λαϊκή κι αγόρασε λίγο χώμα, για εξοικείωση. Έτσι και τώρα, ξανά. Η συνειδητοποίηση της διεργασίας της επανάληψης. Έτσι κι αλλιώς, διαυγής, μεμονωμένη, περιχαρακωμένη, άπαξ διά παντός, επανάληψη, δεν υπάρχει.

Μια επίμονη λειτουργία, κάτι εκδραματιζόμενο στην αντίληψη του αναγνώστη, μ’ αφετηρία την παραδοξότητα, υπάρχει εδώ. Γιατί, ενώ το πένθος φεύγει, το σημαίνον του την κινητοποιεί ξανά; Αναγνώστες – παιδιά, στο στάδιο του καθρέφτη. Αναγνωρίζουν τον αντικατοπτρισμό του ιδεώδους εγώ στο πρόσωπό της και στην ποίησή της. Πριν από χρόνια, απορήσαμε που οι στίχοι μας δεν είχαν ούτε ένα φα – δίεση. Τώρα ο ρυθμός της, η ανάσα του στίχου, ντύνεται από νεανικά και ροκ συγκροτήματα. Σχέση κατόπτρου. Ακόμα και κάποια πικρόχολα παλαιότερα κείμενα: Κάτοπτρα. Μάχονταν ενάντια σ’ αυτό που πιο πολύ θαύμαζαν. (Της το είχα τότε εξηγήσει).

Το ιδεώδες εγώ: «Θέλω να με οδηγούν προφυλαγμένη από τις θανατηφόρες λακκούβες της μακαρίας οδού» (Αλλήλων βάρη).

Το ερμηνευτικό της σύστημα έχει την απώλεια δεδομένη. Αλλά η αναβολή του τελικού ενδεχομένου αυξάνει πάντα τη συνειδητή μας κυριαρχία. Η κ. Δημουλά έχει το χάρισμα, όσο λίγοι ποιητές, να επανασυμβολοποιεί την αναπαράστασή της. Εναλλακτικές ερμηνείες δεν της χρειάζονται. Η ανθρώπινη εμπειρία και η συμβολική της έκφραση μεταφέρονται καταιγιστικά. Μιλάει για τον εαυτό της μ’ ένα τέτοιο γλωσσικό κομπόδεμα, που γίνεται παγκόσμια υπόθεση. Πανευρωπαϊκή, πάντως, σίγουρα.

Σ’ αυτή τη στιγμή της ιστορίας της, στην καλύτερη εκδοχή των περιγραφών της, σ’ ένα όνειρο που δεν είναι παράσταση, σε σημαινόμενα εαυτού, σε μεταφορές και αυτοπροσδιορισμούς, η κ. Δημουλά πληρώνει και δεν εισπράττει «τα εύρετρα». Αυτό είναι το τίμημα της εισόδου στο σημαίνον. Και το γράφουμε με βεβαιότητα. Και η άλυσος των σημαινόντων και η αποζημίωση θα είναι μακρά.

Comments 0 σχόλια »

Τρία χρόνια μετά την τελευταία της ποιητική συλλογή –«Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως»– και έπειτα από πολλές νέες διακρίσεις και βραβεία (το τελευταίο ήταν το Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας, τον περασμένο Μάρτιο στο Στρασβούργο) η ποιήτρια και ακαδημαϊκός Κική Δημουλά δεν επαναπαύεται. Την εβδομάδα που έρχεται κυκλοφορούν τα νέα της ποιήματα, πάντα από τις εκδόσεις «Ικαρος», με τίτλο «Τα εύρετρα».

Ο τίτλος παράδοξος, όπως σε όλες τις συλλογές της Κικής Δημουλά. Μοιάζει με την αμοιβή που εισπράττει όποιος βρίσκει έναν θησαυρό ή κάτι πολύτιμο που έχει χαθεί. Μια αμοιβή που αφορά, ασφαλώς, τόσο τη δημιουργό αυτών των ποιημάτων, όσο και τους αναγνώστες τους, οι οποίοι θα βρουν και θ’ ανταμειφθούν με τη γαλήνη της γνώσης και της αποδοχής. Για όσα τους τρομάζουν, και όσα εύχονται ν’ αποφύγουν.

Σ’ αυτά τα ποιήματα, η Κική Δημουλά βαδίζει πάντα στους δικούς της γνώριμους δρόμους έκφρασης, προσωποποιεί τις πιο καθημερινές λέξεις και τις πιο μεγαλειώδεις έννοιες: το «πολυάσχολο θνητό σήμερον», τις σελίδες που «κρυφογελούσαν», τον «ασίγαστο εμφύλιο πόλεμο μεταξύ του υπάρχω και του παύω». Οι πλευρές αυτού του αέναου εμφυλίου είναι η διαρκής έγνοια της σκέψης και των λέξεων της Κικής Δημουλά. Kαι μοιάζουν, εντέλει, αυτά τα «εύρετρα» σαν το απόσταγμα μιας βαθιάς εμπειρίας ζωής.

Διαβάστε τη συνέντευξη στην Ολγα Σελλά στην Καθημερινή

Tα εύρετρα

Tα ξεφύλλιζες, κοντοστεκόσουν κάθε τόσο
διάβαζες τάχα κάτι σε διαπερνούσε
αδιάβαστες κρυφογελούσαν οι σελίδες

μετά τα ζύγιασες όλα στη χούφτα σου
σα να ήταν κέρματα
χοντρικά τα εξετίμησες
ουκ ολίγα είπες
έκπληκτος πώς τ’ απέκτησες με ρωτάς.

Yποκριτή, γραμμή δε διάβασες
αλλιώς θα το ’βλεπες
το γράφω εδώ μέσα πρώτο πρώτο

τα εύρετρα είναι
εσύ μου τα έδωσες
επειδή σε βρήκα

σε μέτρησα και ήσουνα πολλά
ξαναμετρώ κι ήσουν αλλιώς
το άφησα να είσαι κι απ’ τα δυο
δε σου αφαίρεσα ούτε μία
απ’ τις χιλιάδες ωραιότητες που είχες
ούτε μισή απ’ τις πολύτιμες ασκήμιες σου
κόσμε.

Comments 0 σχόλια »

goat.jpgΒέλαζε το κατσίκι επίμονα βραχνά.
Άνοιξα το φούρνο με θυμό τι φωνάζεις είπα
σε ακούνε οι καλεσμένοι.
Ο φούρνος σου δεν καίει, βέλαξε
κάνε κάτι αλλιώς θα μείνει νηστική
χρονιάρα μέρα η ωμότητά σας.

Έβαλα μέσα το χέρι μου. Πράγματι.
Παγωμένο το μέτωπο τα πόδια ο σβέρκος
το χορτάρι η βοσκή τα κατσάβραχα
η σφαγή.

Κική Δημουλά: Ενός λεπτού μαζί, 2004

www.netschoolbook.gr/kikidim.html

Comments 0 σχόλια »

srgo.jpgΤο Ευρωπαϊκό Βραβείο Λογοτεχνίας για το 2010 (Prix Européen de Littérature) απονεμήθηκε το Σάββατο, 13 Μαρτίου 2010 στην ποιήτρια, τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, κυρία Κική Δημουλά, για το σύνολο του ποιητικού και του πεζού έργου της.
Η απονομή του Βραβείου πραγματοποιήθηκε στο Στρασβούργο, σε ειδική εκδήλωση, στο πλαίσιο της πέμπτης Ευρωπαϊκής Συνάντησης Λογοτεχνίας και αποτελεί κορυφαίο γεγονός στον χώρο των Ευρωπαϊκών Γραμμάτων.

Πηγή: Αθηναϊκό πρακτορείο ειδήσεων – Μακεδονικό πρακτορείο ειδήσεων

Comments 0 σχόλια »

Η Κική Δημουλά μιλάει για τον έρωτα, τον θάνατο και την ποίηση σ’ ένα ντοκιμαντέρ της Κατερίνας Πατρώνη.

Τι παραπάνω, άραγε, θα είχε να εξομολογηθεί για την τέχνη της, τον έρωτα, τον φόβο του θανάτου, απ’ όσα διοχετεύει στο έργο της εξήντα χρόνια κοντά;

Η απάντηση κρύβεται στις «Συναντήσεις με την Κική Δημουλά» της Κατερίνας Πατρώνη. Μια συμπαραγωγή του «Περίπλου», του ΕΚΚ, της ΕΡΤ και του «Ικάρου» που -ελλείψει κινηματογραφικού νομοσχεδίου- απέχει από το επικείμενο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Ενα ωριαίο ντοκιμαντέρ χωρίς στολίδια, χωρίς μαρτυρίες τρίτων και μ’ ελάχιστα εξωτερικά πλάνα, με την κάμερα προσηλωμένη στο πρόσωπο της ποιήτριας που, μ’ ένα τσιγάρο μονίμως στο χέρι, μιλάει, στοχάζεται, ονειροπολεί.

Διαβάστε περισσότερα στην Ελευθεροτυπία

Comments 0 σχόλια »

 299788_dimoula3.jpg

Στη Lifo δημοσιεύτηκε  ένα καινούριο ποίημα της Κικής Δημουλά. Είναι η απάντησή της στους στίχους της Χάρις Αλεξίου που ακολουθούν.

Για ποιον πεθαίνω πάλι εγώ για ποιον πεθαίνω
Για  ποιον τα όνειρα γεννάω και περιμένω
Στην Αφροδίτη μου ζητάω  και στη Σελήνη
Να ξαναχτίσουν μια φωλιά για  της ψυχής μου τα πουλιά, να βρουν  γαλήνη

Για ποιον να ζήσω πες μου εγώ, για ποιον να ζήσω
Αν στην αγάπη όσα μου μείναν’  δεν χαρίσω
Ο ήλιος μου έδωσε πολλά κι αυτά με πνίγουν
Αν δεν μοιράσω την ψυχή, αυτοί που μου έστειλαν ευχή, πώς θα με κρίνουν

Σήμερα κλαίω – αύριο γελώ
Τώρα πεθαίνω – αύριο θα ζω
Σήμερα κλαίω- αύριο γελώ
Σώμα μου ξένο- μυαλό μου φτερό

Αχ ποιος φωνάζει το όνομά μου και στενάζει
ποιο  αγγελούδι τα φτεράκια του τινάζει
Κάποιος σκουπίζει την αυλή του και προσμένει
Να με κεράσει δροσερό, να πιω της  λήθης του νερό, που  ανασταίνει

Στρώνω  κιλίμι για την προσευχή που θα ‘ρθει
Ρουφάω ρόδια κι όλοι λένε αυτή ετρελάθει
Έτσι το δάκρυ σε χαμόγελο γυρίζω
Κι εκεί στην άκρη στο γκρεμό, γυρνάω την πλάτη στο χαμό  και ξαναρχίζω

Comments 0 σχόλια »

dimoula«Ολα είναι μια φλόγα, καιγόμαστε επί μια ζωή και με μικρά και με μεγάλα. Νομίζω πως και τα μικρά πράγματα ακόμη, φωτιές καλλιεργούν μέσα μας».

Η Κική Δημουλά κατεβαίνει τα σκαλιά του «Υπογείου» (Θέατρο Τέχνης) για να βρεθεί στη σκηνή. Το ποιητικό σύμπαν της γίνεται υλικό μιας «συλλεκτικής» παράστασης με τίτλο «Χρονικό Διάστημα», που θα δοθεί μόνο για δύο βραδιές, στις 12 και 13 Οκτωβρίου, με μία ερμηνεύτρια: Τη Λουκία Μιχαλοπούλου.

Η ηθοποιός ξεκίνησε να δουλεύει με τη βοήθεια της σκηνοθέτιδος Μαρίας Ξανθοπουλίδου ψηλαφιστά, μέσα από ελεύθερους αυτοσχεδιασμούς, αλλά και με τις μουσικές του Lolek. «Η αγωνία της ισορροπίας» την κατέτρωγε .«Επρεπε να ισορροπήσω πάνω σε σκοινί. Ετσι προέκυψε και η ιδέα του σχοινοβάτη», εξηγεί η Μιχαλοπούλου. «Είμαι μια γυναίκα σε μια διαδρομή πάνω σε τεντωμένα σκοινιά. Μια γυναίκα παγιδευμένη στο μεταίχμιο της ζωής και του θανάτου, που προσπαθεί να συμφιλιωθεί με τη φυσική μοίρα της ανθρώπινης ύπαρξης».

Τα ποιήματα που επέλεξε διακρίνονται για την… κοινή αγωνία: «Τη συμφιλίωση με το τέλος. Τη συμφιλίωση με τον θάνατο – είτε είναι φυσικός είτε ψυχικός. Τη συμφιλίωση με τον χρόνο. Αλλά υπάρχει και ο περαστικός έρωτας. Αυτό που με τρελαίνει στην ποίηση της Δημουλά είναι το κλείσιμο του ματιού, η ειρωνεία και ο αυτοσαρκασμός. Αυτή η συνεχής ανατροπή. Ακόμη και στην αντιμετώπιση του χρόνου».

Ελευθεροτυπία

Comments 0 σχόλια »

dimoula…όπως τα παρουσίασε η Κική Δημουλά σε ομιλία της στην Αρχαιολογική Εταιρεία. Ενα κείμενο της Κικής Δημουλά, μόλις τριάντα σελίδων, που εκφωνήθηκε στην Αρχαιολογική Εταιρεία στις 26 Ιανουαρίου 2009, αποδεικνύει ότι ο ποιητικός λόγος δεν έχει όριο φόρμας. Είναι μια ομιλία που περισσότερο θυμίζει λυρική έκφραση παρά τους τυπικούς λόγους των τιμητικών εκδηλώσεων. Η ακαδημαϊκός παρουσιάζει συνοπτικά τις προθέσεις και τους τρόπους της, μιλάει για όσα την εμπνέουν, όσα τη δυσκολεύουν, όσα τη φέρνουν σε αμηχανία. Καθώς η ομιλία ετοιμάστηκε για συγκεκριμένο κοινό, παντρεύει σε αυτή στοιχεία που αφορούν τους ακροατές της. Λέει λίγο μετά την «καλησπέρα» της ότι έχει «συμπτώματα μέθης» από τα καλά λόγια της προσφώνησης και συμπληρώνει: «Αρχισα να νιώθω σαν ένα σημαντικό θραύσμα της σπουδαίας προγόνου μας της αρχαιότητας,το οποίο έφερε στο φως η επιστήμων σκαπάνη και σας το παρουσιάζει». Λέει στο κοινό της ότι, όταν θέλει να γράψει και δεν μπορεί, προσεύχεται στον Παντοδύναμο να της στείλει λίγη δύναμη: «Οπως και να ΄ναι,εμμένω στην προσευχή κι ας θεωρείται πως είναι ένα αναχρονιστικό κουτί παραπόνων ξέχειλο,ξεχασμένο,μια εικόνα παραμελημένης, προαποφασισμένα αταχυδρόμητης ανάγκης».

Εξηγεί πόσο ανασταλτικά λειτουργεί στην έμπνευσή της ένας τίτλος γιατί αν, λέει, δεν έχει τίτλο, λοξοδρομεί και κατευθύνεται όπου ακούγεται τρεχούμενο νερό: «Φτάνοντας και λάθος να δω ότι έκανα και τα νερά να μην τρέχουν,ούτε σταγόνα,δεν έχει σημασία.Εγώ πάντως το μικρό σταμνάκι μου πρόφτασα καθ΄ οδόν να το γεμίσω με τον ήχο της αναβλύζουσας νοερότητας». Για τον τίτλο της ομιλίας αναφέρει ότι προκύπτει από την αδυναμία της να επικεντρωθεί σε ένα θέμα, καθώς προτιμά τις πλαγιοδρομήσεις. Ως αφετηρία της ομιλίας της χρησιμοποίησε «μερικές ευαισθησίες,ταλαιπωρημένες από τα ταξίδια τους σε μακρινά ενδεχόμενα και κοντινές επαληθεύσεις.Τις βρήκα σ΄ ένα ημερολόγιο που κρατούσε ο φόβος,γραμμένες ανάκατα,έξω από την αράδα τους πεσμένες, άλλη μπρούμυτα,άλλη ανάσκελα,σα να τις έγραφε το χέρι μιας μεγάλης φουρτούνας».

Η Κική Δημουλά αναφέρει στην ομιλία της ετερόκλητους χαρακτήρες και δημιουργούς: ξεκινά από τον Δαρείο του Καβάφη, για να αναζητήσει τη Σταχτοπούτα (με την οποία παρομοιάζει τη γλώσσα) και την κακιά μητριά (τη σιωπή). Λίγο πιο κάτω θα επιβιβαστεί στην Κιβωτό του Νώε (που μπάζει από την πίσω πόρτα το «σκυλολόι της σκληρότητας»), συναντά τον Νερούδα, διασταυρώνεται με τον Αθω Δημουλά, τον Σαίξπηρ, τον Τσέχοφ. Στις τελευταίες σελίδες περιγράφει έναν κινέζο πλανόδιο πωλητή, που μπαίνει σε μια «όχι κοσμική ταβέρνα», «με το κινητό εμπόρευμά του έκθετο πάνω σ΄ ένα ξύλινο τελάρο κρεμασμένο με λουρί από το λαιμό του». Διαλέγει να αγοράσει: «Εμένα μου γυάλισαν κάτι κοκκινόχρωμα ευτελή πουλάκια γύψινα». Αγοράζει τρία για να είναι βέβαιη ότι θα ακουστεί το κελάηδισμα- ώστε τις νότες «να μην τις πάρει ο σφοδρός άνεμος της νοερότητας». Οταν υπάρχει κελάισμα, υπάρχει η επιθυμία ακροατηρίου: «Γι΄ αυτό το ακροατήριο μαθαίνουμε να ψευτοτραγουδάμε ή να βουβαινόμαστε,βυθιζόμενοι αργά αργά στην άπατη λέξη:βοήθεια…βοήθεια…που ξελαρυγγιαζόμαστε να ζητάμε».

Είναι δύσκολο και μάλλον άχαρο να μιλάει κάποιος για το έργο του. Η Δημουλά διαφεύγει γιατί, ενώ φαινομενικά αναφέρεται στην περιπέτεια της σύνταξης ενός ποιήματος, διατρέχοντας ζητήματα δυνητικά βαρετά (η γλώσσα, το θέμα, ο αναγνώστης), ουσιαστικά κάνει το δικό της. Γράφει ένα εκτενές πεζο-ποίημα για όλα αυτά, εξαιρετικά ευχάριστο και πολύ διαφωτιστικό.

Το Βήμα

Comments 0 σχόλια »

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων