The other side (Σταυρούλα Ζευγαρά)

Θρησκευτικά και Νέες Τεχνολογίες Η Θεολογία δεν περιορίζεται και δεν περιορίζει. Διαχέεται και αποκαλύπτει…γιατί πάνω από όλα είναι βίωμα και μετά γνώση!stavroulasblog.blogspot.com

>Ο Χριστός είναι το παν» – Διδαχές Γέροντος

Ιούλ 20108

>

Ο Γέρων Πορφύριος τα τελευταία χρόνια της επίγειας ζωής του συνήθιζε να φεύγει από το Ησυχαστήριο, όπου ενοσηλεύετο και να πηγαίνει σ’ ένα ερημικό μέρος στην Εύβοια, προς την πλευρά του Αιγαίου, συνοδευόμενος από ένα δυό πρόσωπα που τον εξυπηρετούσαν, διότι ήταν τυφλός και ανήμπορος. Εκεί έμενε κάθε φορά δύο-τρεις και σπάνια περισσότερες μέρες. Επειδή δεν υπήρχε κατάλυμα, διανυκτέρευε πολλές φορές σ’ ένα ερημοκκλησάκι ή σ’ ένα αυτοκίνητο. Στους ανθρώπους, που ήταν μαζί του, μιλούσε συχνά για την πνευματική εν Χριστώ ζωή και αυτοί από ζήλο και αγάπη κατέγραψαν μερικές φορές με μαγνητόφωνο τα λόγια του. Από τις μαγνητοφωνημένες αυτές συνομιλίες λείπουν συχνά η αρχή ή το τέλος, γιατί το μαγνητόφωνο δεν ήταν πάντα πρόχειρο. Ένα απ’ τα ωραία κομμάτια, που διασώθηκαν μ’ αυτό τον τρόπο, εκδόθηκε από το Ησυχαστήριο και σε κασέττα με τη φωνή του Γέροντος. Εδώ παρατίθεται απομαγνητοφωνημένο.
Η συνομιλία, που περιλαμβάνεται εδώ, έγινε τον Ιούλιο του 1988, στις τρεις το πρωί, μέσα σ’ ένα ερημοκκλήσι.
Ο Γέροντας: .Είναι παντού. Τώρα αυτό ξηγείστε το και σεις. Εγώ δεν μπορώ να το ξηγήσω. Μόνο σας λέω, όπου σκέπτεσαι τον Άγιο Αντώνη και τώρα μπορεί να τον σκεπτώμαστε εμείς εδώ, άλλοι τον σκέπτονται στην Θηβαΐδα, άλλοι στην Αίγυπτο, άλλοι στα Ιεροσόλυμα, άλλοι στο Σινά. Αυτή την ώρα είναι κι εδώ, κι εκεί, κι εκεί, κι εκεί. Τί λέτε;
Κάποιος: Είναι παντού, γιατί είναι μέσα στη Θεία Χάρη.
Ο Γέροντας: Ναι, είναι στον κόσμο τον πνευματικό. Κι’ ενώ είμαστε Χριστιανοί, τίποτε δεν ξέρουμε, ρε παιδιά, τίποτα. τίποτα δεν ξέρουμε από Χριστό!
Κάποιος: Αυτή είναι η πραγματικότητα.
Ο Γέροντας: Και ζούμε οι καϋμένοι και διαβάζουμε και κάνα λόγο, ωραίος είναι, ωραία τα είπε και ο πατήρ τάδε, ωραία τα είπε και ο πατήρ τάδε, πώς τον λένε; Τάδε. Ωραία, ωραία, πολύ ωραία. Και όμως μένομε εις την νωθρότητά μας, εις την απερισκεψίαν μας και ζούμε χωρίς Χριστό.
Ο Χριστός είναι άλλο πράγμα. Όταν έλθη ο Χριστός στον άνθρωπο, όταν έλθη στην ψυχή μας, όταν πάη στον άνθρωπο ο Χριστός, όταν μπη στην ψυχή, η ψυχή γίνεται αλλοιώς. Ζη παντού, ζη στ’ άστρα, ζη στον κόσμο τον πνευματικό, ζη στο χάος, ζη στο σύμπαν, ζη. Του μιλάμε με το τηλέφωνο στη Νότιο Αφρική, στον Ινδικό Ωκεανό και μιλάει μ’ αυτούς και τους λέει για το σπίτι τους, για τα κορίτσια τους και τους λέει για την οικογένειά τους και αυτός είν’ εδώ. Καταλάβατε;
Σεις τώρα θα νομίζετε, έτσι που σας τα λέω, ότι, τέλος πάντων, εγώ είμαι κάτι. Δεν είμαι τίποτα. Όμως προσπαθώ και απ’ αυτά που λέω, λίγο, σαν τα γεύωμαι, πολύ λίγο. Και προσπαθώ και θέλω και αγαπώ, δεν θέλω να βιάζω τον εαυτό μου. Αλλά πολλές φορές τα ζω με την χάρη του Θεού, χωρίς να μιλάω. Δεν μου επιτρέπεται. Ε!. ό,τι μου επιτρέπεται, το λέω, αλλά δεν μπορώ να πω πάντοτε. Λοιπόν, ζωή χωρίς Χριστό δεν είναι ζωή. Πάει, τελείωσε. Αν δε βλέπης το Χριστό σε όλα σου τα έργα και τις σκέψεις, είσαι χωρίς Χριστό.
Πώς το είπαμε; Κατάλαβες;
Θυμάμαι κι ένα τραγούδι.
«Συν Χριστώ πανταχού
φόβος ουδαμού».
Τόχετε ακούσει; Ε; Το λένε τα παιδιά, δεν το θυμάμαι.
Λοιπόν, έτσι πράγματι να βλέπωμε το Χριστό. Είναι φίλος μας, είναι αδελφός μας, είναι ό,τι καλό και ωραίο. Είναι το παν. Αλλά είναι φίλος και το φωνάζει: «Σας έχω φίλους, βρε, δεν το καταλαβαίνετε; Είμαστε αδέλφια. Βρε, εγώ δεν είμαι. δεν βαστάω την κόλαση στο χέρι, δεν σας φοβερίζω, σας αγαπάω. Σας θέλω να χαίρεστε μαζί μου, τη ζωή». Κατάλαβες;
Έτσι είναι ο Χριστός. Δεν έχει κατήφεια, ούτε μελαγχολία, ούτε ενδοστρέφεια, που ο άνθρωπος σκέπτεται ή βασανίζεται από διαφόρους λογισμούς και διάφορες πιέσεις, που κατά καιρούς στη ζωή του τον ετραυμάτισαν.
Ο Χριστός είναι νέα ζωή. Πώς το λέω; Ο Χριστός είναι το παν. Είναι η χαρά, είναι η ζωή, είναι το φως, το φως το αληθινόν, που κάνει τον άνθρωπο να χαίρεται, να πετάη, να βλέπη όλα, να βλέπη όλους, να πονάη για όλους, να θέλη όλους μαζί του, όλους κοντά στο Χριστό.
Όταν εμείς βρίσκουμε κάποιονε θησαυρό ή ό,τι άλλο, δεν θέλομε να το λέμε πουθενά. Ο Χριστιανός όμως, όταν βρη το Χριστό, όταν γνωρίση το Χριστό, όταν ο Χριστός εγκύψη μέσα στην ψυχούλα του και τον αισθανθή, θέλει να φωνάζη και να το λέη παντού, θέλει να λέη για το Χριστό, τι είναι ο Χριστός, αγαπήσατε τον Χριστόν και μηδέν προτιμήστε της Αγάπης Αυτού. Ο Χριστός είναι το παν, είναι η πηγή της ζωής, είναι το άκρον των εφετών, είναι το παν. Όλα στο Χριστό υπάρχουν τα ωραία.
Και μακράν του Χριστού: η θλίψις, η μελαγχολία, τα νεύρα, η στενοχώρια, οι αναμνήσεις των τραυμάτων της ζωής, των πιέσεων, των αγωνιωδών, έτσι, ωρών. Όλα, ζούμε εκείνα εκεί της ζωής μας. Και πάμε εδώ και πάμε εκεί και τίποτα, και πουθενά δεν στεκόμαστε. Όπου βρούμε το Χριστό, ας είναι και μια σπηλιά, καθόμαστε εκεί και φοβούμαστε να φύγουμε, να μη χάσουμε το Χριστό. Διαβάστε να ιδήτε. Ασκηταί, που εγνώρισαν το Χριστό, δεν ήθελαν να φύγουν από τη σπηλιά, ούτε βγαίναν έξω να κάνουνε πιο πέρα, θέλαν νάναι εκεί που αισθανόντουσαν το Χριστό μαζί τους.
Ο Χριστός είναι το παν.
Ο Χριστός είναι η πηγή της ζωής, της χαράς. Το παν. Πώς τα βλέπεις, ρε Νίκο;
Κάποιος: Αυτά, που είπατε, Γέροντα, είναι χρυσά λόγια, είναι η πραγματικότητα· όπως το λέτε εσείς, έτσι είναι.
Ο Γέροντας: Ε, ναι, αλλά έτσι καλούμεθα να ζήσωμε. Όταν λέμε είμαστε Χριστιανοί, όταν λέμε είμαστε του Χριστού. Κατάλαβες; Ό,τι να είναι· και στις ώρες της αδυναμίας μας, μόλις ιδούμε το Χριστό, αμέσως αλλάζομε γνώμη και θέλουμε νάμαστε με το Χριστό. Αλλά ο Χριστός είναι ο φίλος μας, είναι ο αδελφός μας, το φωνάζει: «Υμείς φίλοι μου εστέ» [=«Εσείς είστε φίλοι μου», Κατά Ιωάννην ΙΕ΄ 14], «δεν θέλω να με βλέπετε διαφορετικά, δεν θέλω να με βλέπετε έτσι, ότι εγώ είμαι ο Θεός, ότι είμαι ο Λόγος του Θεού, ότι είμαι μία υπόστασις της Αγίας Τριάδος. Θέλω να με βλέπετε δικό σας, φίλο σας, να με αγκαλιάζετε, να με αισθάνεσθε στην ψυχή σας, το φίλο σας, ΕΜΕΝΑ, που είμαι η πηγή της ζωής, όπως είναι η αλήθεια».
Κι όμως αυτά είναι η αλήθεια. Τώρα, είπαμε, υπάρχει ο στανάς, υπάρχει η κόλασις, υπάρχει ο θάνατος. Όλα αυτά υπάρχουν, όντως υπάρχουν. Είναι το άλλο μέρος, το κακό, είναι το σκοτάδι, είναι όλα του σκοταδιού.
Ο άνθρωπος του Χριστού πρέπει ν’ αγαπήση το Χριστό, κι’ όταν αγαπήση το Χριστό απαλλάττεται απ’ το διάβολο, από την κόλαση και από το θάνατο. Θα μου πης, εσύ έφθασες να είσαι έτσι; Δεν έχω φθάσει, αυτό ζητάω, αυτό θέλω. Και στη σιωπή μου και παντού προσπαθώ να ζήσω σε αυτά. Δεν τα ζω. Όμως, ε. προσπαθώ. Δηλαδή, πώς να σου πω, πώς να σας πω; Δεν έχω πάει σ’ ένα μέρος, έτσι. ή πήγα μία φορά, το είδα, τώρα δεν είμαι εκεί, αλλά το θυμάμαι, το λαχταράω, το θέλω. Να, τώρα, αυτή τη στιγμή, αύριο, μεθαύριο, κάθε στιγμή μούρχεται και το θέλω, θέλω να πάω εκεί, το ζητάω. Δεν είμαι, όμως, εκεί. Δεν μπορώ να σας τα εξηγήσω αυτά. Τα καταλαβαίνετε;
Ο Γέροντας: Ναι, αλλά ζω μέσα σ’ αυτή την προσπάθεια, πέστε με κουτό, πέστε ότι αυτά δεν τα λένε, Γέροντα, όποιος προσπαθεί, δεν μιλάει, αλλά επικαλείται την Θεία Χάρι να τον βοηθήση. Ε, ναι, αλλά, άμα τρελλαίνεται κανείς, μιλάει. Υπάρχει και τρέλλα.
(Προσευχόμενος: «Κύριε.») Εμ, σας είπα.
(Αλλάζοντας τόνο) Πού, έφυγε;
Κάποιος: Ναι, βγήκε έξω.
Ο Γέροντας: Τί, τώρα πήγες εκεί για να τα πάρης; Τί τα έγραψε αυτά; Είναι κουταμάρες αυτά.
Κάποιος: Δεν είναι κουταμάρες. Εάν είναι κουταμάρες αυτά, ποια είναι τα σωστά; Εγώ, σκεπτόμουν, Γέροντα.
Ο Γέροντας: Ε λοιπόν, τώρα, που μιλάω, δεν είμαι στα καλά μου. Λέω, τώρα είμαι κουτός, που λέω αυτά.
Κάποιος: Α, Γέροντα, το 90% των Χριστιανών ή δεν είμαστε Χριστιανοί ή μένουμε απλώς στο θαυμασμό και λέμε καλά τά ‘πε ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος, ο Ισαάκ ο Σύρος, καλά τα ‘πε ο Άγιος, καλά ο Ιωάννης της Κλίμακος, μένουμε εκεί στο θαυμασμό, έστω. Αλλά πέραν από ‘κει τίποτα, δεν γίνεται προσπάθεια, ε. Γι’ αυτό μας έχει φάει το άγχος όλους και η αγωνία και η στενοχώρια και.
Ο Γέροντας: Ε, ναι, αλλά, λες, πώς; Αυτό είναι. Πώς θα είμαι εκεί, ενώ είμαι εδώ; Το θέμα είναι, ώσπου να έρθη ο Χριστός να ζήση. Τότε είσαι παντού. Συν Χριστώ. Αυτού είναι η δυσκολία μας, που δεν έχουμε το Χριστό.
Ο Γέροντας: Πάνω σ’ αυτό. Φροντίστε και σεις, κι έτσι. (Λίγες λέξεις δεν διακρίνονται). Να τα αισθανθούμε, να τα ζήσωμε και να γίνουνε πραγματικότης. Ο φίλος, ο αδελφός! Πώς το φωνάζει αυτό όμως! Και πόσο!.. Τί βάθος κρύβεται μέσα σ’ αυτό! Πολύ βάθος. Δηλαδή είναι το θάρρος, δεν θέλει το φόβο ο Χριστός. Δεν τόνε θέλει τον φόβο.
Ε; Τους Αποστόλους, πόσο απλά! Δεν τους εξεβίαζε, τους άφηνε έτσι. Μέχρι το τέλος, οι καϋμένοι! Φοβήθηκαν, κλειστήκανε, κάνανε, εεε., τί πάθαμε; Ε, το Πνεύμα, που πήγε, αυτό τους ετελείωσε [=τους τελειοποίησε]. Η Χάρις, τους ετελείωσε. Ε; Τί λες;
Κάποιος: Ναι, Γέροντα.
Ο Γέροντας: Δεν βρίσκεις;»
(Κλείτου Ιωαννίδη, Ο ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Μαρτυρίες και εμπειρίες, έκδοση Ιερού Γυναικείου Ησυχαστηρίου Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος, 8η εκδ., Αθήνα 2001, σελ. 49-52)

http://geron-porfyrios.blogspot.com/

>Ο Χριστός είναι το παν» – Διδαχές Γέροντος

Ιούλ 20108

>

Ο Γέρων Πορφύριος τα τελευταία χρόνια της επίγειας ζωής του συνήθιζε να φεύγει από το Ησυχαστήριο, όπου ενοσηλεύετο και να πηγαίνει σ’ ένα ερημικό μέρος στην Εύβοια, προς την πλευρά του Αιγαίου, συνοδευόμενος από ένα δυό πρόσωπα που τον εξυπηρετούσαν, διότι ήταν τυφλός και ανήμπορος. Εκεί έμενε κάθε φορά δύο-τρεις και σπάνια περισσότερες μέρες. Επειδή δεν υπήρχε κατάλυμα, διανυκτέρευε πολλές φορές σ’ ένα ερημοκκλησάκι ή σ’ ένα αυτοκίνητο. Στους ανθρώπους, που ήταν μαζί του, μιλούσε συχνά για την πνευματική εν Χριστώ ζωή και αυτοί από ζήλο και αγάπη κατέγραψαν μερικές φορές με μαγνητόφωνο τα λόγια του. Από τις μαγνητοφωνημένες αυτές συνομιλίες λείπουν συχνά η αρχή ή το τέλος, γιατί το μαγνητόφωνο δεν ήταν πάντα πρόχειρο. Ένα απ’ τα ωραία κομμάτια, που διασώθηκαν μ’ αυτό τον τρόπο, εκδόθηκε από το Ησυχαστήριο και σε κασέττα με τη φωνή του Γέροντος. Εδώ παρατίθεται απομαγνητοφωνημένο.
Η συνομιλία, που περιλαμβάνεται εδώ, έγινε τον Ιούλιο του 1988, στις τρεις το πρωί, μέσα σ’ ένα ερημοκκλήσι.
Ο Γέροντας: .Είναι παντού. Τώρα αυτό ξηγείστε το και σεις. Εγώ δεν μπορώ να το ξηγήσω. Μόνο σας λέω, όπου σκέπτεσαι τον Άγιο Αντώνη και τώρα μπορεί να τον σκεπτώμαστε εμείς εδώ, άλλοι τον σκέπτονται στην Θηβαΐδα, άλλοι στην Αίγυπτο, άλλοι στα Ιεροσόλυμα, άλλοι στο Σινά. Αυτή την ώρα είναι κι εδώ, κι εκεί, κι εκεί, κι εκεί. Τί λέτε;
Κάποιος: Είναι παντού, γιατί είναι μέσα στη Θεία Χάρη.
Ο Γέροντας: Ναι, είναι στον κόσμο τον πνευματικό. Κι’ ενώ είμαστε Χριστιανοί, τίποτε δεν ξέρουμε, ρε παιδιά, τίποτα. τίποτα δεν ξέρουμε από Χριστό!
Κάποιος: Αυτή είναι η πραγματικότητα.
Ο Γέροντας: Και ζούμε οι καϋμένοι και διαβάζουμε και κάνα λόγο, ωραίος είναι, ωραία τα είπε και ο πατήρ τάδε, ωραία τα είπε και ο πατήρ τάδε, πώς τον λένε; Τάδε. Ωραία, ωραία, πολύ ωραία. Και όμως μένομε εις την νωθρότητά μας, εις την απερισκεψίαν μας και ζούμε χωρίς Χριστό.
Ο Χριστός είναι άλλο πράγμα. Όταν έλθη ο Χριστός στον άνθρωπο, όταν έλθη στην ψυχή μας, όταν πάη στον άνθρωπο ο Χριστός, όταν μπη στην ψυχή, η ψυχή γίνεται αλλοιώς. Ζη παντού, ζη στ’ άστρα, ζη στον κόσμο τον πνευματικό, ζη στο χάος, ζη στο σύμπαν, ζη. Του μιλάμε με το τηλέφωνο στη Νότιο Αφρική, στον Ινδικό Ωκεανό και μιλάει μ’ αυτούς και τους λέει για το σπίτι τους, για τα κορίτσια τους και τους λέει για την οικογένειά τους και αυτός είν’ εδώ. Καταλάβατε;
Σεις τώρα θα νομίζετε, έτσι που σας τα λέω, ότι, τέλος πάντων, εγώ είμαι κάτι. Δεν είμαι τίποτα. Όμως προσπαθώ και απ’ αυτά που λέω, λίγο, σαν τα γεύωμαι, πολύ λίγο. Και προσπαθώ και θέλω και αγαπώ, δεν θέλω να βιάζω τον εαυτό μου. Αλλά πολλές φορές τα ζω με την χάρη του Θεού, χωρίς να μιλάω. Δεν μου επιτρέπεται. Ε!. ό,τι μου επιτρέπεται, το λέω, αλλά δεν μπορώ να πω πάντοτε. Λοιπόν, ζωή χωρίς Χριστό δεν είναι ζωή. Πάει, τελείωσε. Αν δε βλέπης το Χριστό σε όλα σου τα έργα και τις σκέψεις, είσαι χωρίς Χριστό.
Πώς το είπαμε; Κατάλαβες;
Θυμάμαι κι ένα τραγούδι.
«Συν Χριστώ πανταχού
φόβος ουδαμού».
Τόχετε ακούσει; Ε; Το λένε τα παιδιά, δεν το θυμάμαι.
Λοιπόν, έτσι πράγματι να βλέπωμε το Χριστό. Είναι φίλος μας, είναι αδελφός μας, είναι ό,τι καλό και ωραίο. Είναι το παν. Αλλά είναι φίλος και το φωνάζει: «Σας έχω φίλους, βρε, δεν το καταλαβαίνετε; Είμαστε αδέλφια. Βρε, εγώ δεν είμαι. δεν βαστάω την κόλαση στο χέρι, δεν σας φοβερίζω, σας αγαπάω. Σας θέλω να χαίρεστε μαζί μου, τη ζωή». Κατάλαβες;
Έτσι είναι ο Χριστός. Δεν έχει κατήφεια, ούτε μελαγχολία, ούτε ενδοστρέφεια, που ο άνθρωπος σκέπτεται ή βασανίζεται από διαφόρους λογισμούς και διάφορες πιέσεις, που κατά καιρούς στη ζωή του τον ετραυμάτισαν.
Ο Χριστός είναι νέα ζωή. Πώς το λέω; Ο Χριστός είναι το παν. Είναι η χαρά, είναι η ζωή, είναι το φως, το φως το αληθινόν, που κάνει τον άνθρωπο να χαίρεται, να πετάη, να βλέπη όλα, να βλέπη όλους, να πονάη για όλους, να θέλη όλους μαζί του, όλους κοντά στο Χριστό.
Όταν εμείς βρίσκουμε κάποιονε θησαυρό ή ό,τι άλλο, δεν θέλομε να το λέμε πουθενά. Ο Χριστιανός όμως, όταν βρη το Χριστό, όταν γνωρίση το Χριστό, όταν ο Χριστός εγκύψη μέσα στην ψυχούλα του και τον αισθανθή, θέλει να φωνάζη και να το λέη παντού, θέλει να λέη για το Χριστό, τι είναι ο Χριστός, αγαπήσατε τον Χριστόν και μηδέν προτιμήστε της Αγάπης Αυτού. Ο Χριστός είναι το παν, είναι η πηγή της ζωής, είναι το άκρον των εφετών, είναι το παν. Όλα στο Χριστό υπάρχουν τα ωραία.
Και μακράν του Χριστού: η θλίψις, η μελαγχολία, τα νεύρα, η στενοχώρια, οι αναμνήσεις των τραυμάτων της ζωής, των πιέσεων, των αγωνιωδών, έτσι, ωρών. Όλα, ζούμε εκείνα εκεί της ζωής μας. Και πάμε εδώ και πάμε εκεί και τίποτα, και πουθενά δεν στεκόμαστε. Όπου βρούμε το Χριστό, ας είναι και μια σπηλιά, καθόμαστε εκεί και φοβούμαστε να φύγουμε, να μη χάσουμε το Χριστό. Διαβάστε να ιδήτε. Ασκηταί, που εγνώρισαν το Χριστό, δεν ήθελαν να φύγουν από τη σπηλιά, ούτε βγαίναν έξω να κάνουνε πιο πέρα, θέλαν νάναι εκεί που αισθανόντουσαν το Χριστό μαζί τους.
Ο Χριστός είναι το παν.
Ο Χριστός είναι η πηγή της ζωής, της χαράς. Το παν. Πώς τα βλέπεις, ρε Νίκο;
Κάποιος: Αυτά, που είπατε, Γέροντα, είναι χρυσά λόγια, είναι η πραγματικότητα· όπως το λέτε εσείς, έτσι είναι.
Ο Γέροντας: Ε, ναι, αλλά έτσι καλούμεθα να ζήσωμε. Όταν λέμε είμαστε Χριστιανοί, όταν λέμε είμαστε του Χριστού. Κατάλαβες; Ό,τι να είναι· και στις ώρες της αδυναμίας μας, μόλις ιδούμε το Χριστό, αμέσως αλλάζομε γνώμη και θέλουμε νάμαστε με το Χριστό. Αλλά ο Χριστός είναι ο φίλος μας, είναι ο αδελφός μας, το φωνάζει: «Υμείς φίλοι μου εστέ» [=«Εσείς είστε φίλοι μου», Κατά Ιωάννην ΙΕ΄ 14], «δεν θέλω να με βλέπετε διαφορετικά, δεν θέλω να με βλέπετε έτσι, ότι εγώ είμαι ο Θεός, ότι είμαι ο Λόγος του Θεού, ότι είμαι μία υπόστασις της Αγίας Τριάδος. Θέλω να με βλέπετε δικό σας, φίλο σας, να με αγκαλιάζετε, να με αισθάνεσθε στην ψυχή σας, το φίλο σας, ΕΜΕΝΑ, που είμαι η πηγή της ζωής, όπως είναι η αλήθεια».
Κι όμως αυτά είναι η αλήθεια. Τώρα, είπαμε, υπάρχει ο στανάς, υπάρχει η κόλασις, υπάρχει ο θάνατος. Όλα αυτά υπάρχουν, όντως υπάρχουν. Είναι το άλλο μέρος, το κακό, είναι το σκοτάδι, είναι όλα του σκοταδιού.
Ο άνθρωπος του Χριστού πρέπει ν’ αγαπήση το Χριστό, κι’ όταν αγαπήση το Χριστό απαλλάττεται απ’ το διάβολο, από την κόλαση και από το θάνατο. Θα μου πης, εσύ έφθασες να είσαι έτσι; Δεν έχω φθάσει, αυτό ζητάω, αυτό θέλω. Και στη σιωπή μου και παντού προσπαθώ να ζήσω σε αυτά. Δεν τα ζω. Όμως, ε. προσπαθώ. Δηλαδή, πώς να σου πω, πώς να σας πω; Δεν έχω πάει σ’ ένα μέρος, έτσι. ή πήγα μία φορά, το είδα, τώρα δεν είμαι εκεί, αλλά το θυμάμαι, το λαχταράω, το θέλω. Να, τώρα, αυτή τη στιγμή, αύριο, μεθαύριο, κάθε στιγμή μούρχεται και το θέλω, θέλω να πάω εκεί, το ζητάω. Δεν είμαι, όμως, εκεί. Δεν μπορώ να σας τα εξηγήσω αυτά. Τα καταλαβαίνετε;
Ο Γέροντας: Ναι, αλλά ζω μέσα σ’ αυτή την προσπάθεια, πέστε με κουτό, πέστε ότι αυτά δεν τα λένε, Γέροντα, όποιος προσπαθεί, δεν μιλάει, αλλά επικαλείται την Θεία Χάρι να τον βοηθήση. Ε, ναι, αλλά, άμα τρελλαίνεται κανείς, μιλάει. Υπάρχει και τρέλλα.
(Προσευχόμενος: «Κύριε.») Εμ, σας είπα.
(Αλλάζοντας τόνο) Πού, έφυγε;
Κάποιος: Ναι, βγήκε έξω.
Ο Γέροντας: Τί, τώρα πήγες εκεί για να τα πάρης; Τί τα έγραψε αυτά; Είναι κουταμάρες αυτά.
Κάποιος: Δεν είναι κουταμάρες. Εάν είναι κουταμάρες αυτά, ποια είναι τα σωστά; Εγώ, σκεπτόμουν, Γέροντα.
Ο Γέροντας: Ε λοιπόν, τώρα, που μιλάω, δεν είμαι στα καλά μου. Λέω, τώρα είμαι κουτός, που λέω αυτά.
Κάποιος: Α, Γέροντα, το 90% των Χριστιανών ή δεν είμαστε Χριστιανοί ή μένουμε απλώς στο θαυμασμό και λέμε καλά τά ‘πε ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος, ο Ισαάκ ο Σύρος, καλά τα ‘πε ο Άγιος, καλά ο Ιωάννης της Κλίμακος, μένουμε εκεί στο θαυμασμό, έστω. Αλλά πέραν από ‘κει τίποτα, δεν γίνεται προσπάθεια, ε. Γι’ αυτό μας έχει φάει το άγχος όλους και η αγωνία και η στενοχώρια και.
Ο Γέροντας: Ε, ναι, αλλά, λες, πώς; Αυτό είναι. Πώς θα είμαι εκεί, ενώ είμαι εδώ; Το θέμα είναι, ώσπου να έρθη ο Χριστός να ζήση. Τότε είσαι παντού. Συν Χριστώ. Αυτού είναι η δυσκολία μας, που δεν έχουμε το Χριστό.
Ο Γέροντας: Πάνω σ’ αυτό. Φροντίστε και σεις, κι έτσι. (Λίγες λέξεις δεν διακρίνονται). Να τα αισθανθούμε, να τα ζήσωμε και να γίνουνε πραγματικότης. Ο φίλος, ο αδελφός! Πώς το φωνάζει αυτό όμως! Και πόσο!.. Τί βάθος κρύβεται μέσα σ’ αυτό! Πολύ βάθος. Δηλαδή είναι το θάρρος, δεν θέλει το φόβο ο Χριστός. Δεν τόνε θέλει τον φόβο.
Ε; Τους Αποστόλους, πόσο απλά! Δεν τους εξεβίαζε, τους άφηνε έτσι. Μέχρι το τέλος, οι καϋμένοι! Φοβήθηκαν, κλειστήκανε, κάνανε, εεε., τί πάθαμε; Ε, το Πνεύμα, που πήγε, αυτό τους ετελείωσε [=τους τελειοποίησε]. Η Χάρις, τους ετελείωσε. Ε; Τί λες;
Κάποιος: Ναι, Γέροντα.
Ο Γέροντας: Δεν βρίσκεις;»
(Κλείτου Ιωαννίδη, Ο ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Μαρτυρίες και εμπειρίες, έκδοση Ιερού Γυναικείου Ησυχαστηρίου Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος, 8η εκδ., Αθήνα 2001, σελ. 49-52)

http://geron-porfyrios.blogspot.com/

>Ο Χριστός είναι το παν» – Διδαχές Γέροντος

Ιούλ 20108

>

Ο Γέρων Πορφύριος τα τελευταία χρόνια της επίγειας ζωής του συνήθιζε να φεύγει από το Ησυχαστήριο, όπου ενοσηλεύετο και να πηγαίνει σ’ ένα ερημικό μέρος στην Εύβοια, προς την πλευρά του Αιγαίου, συνοδευόμενος από ένα δυό πρόσωπα που τον εξυπηρετούσαν, διότι ήταν τυφλός και ανήμπορος. Εκεί έμενε κάθε φορά δύο-τρεις και σπάνια περισσότερες μέρες. Επειδή δεν υπήρχε κατάλυμα, διανυκτέρευε πολλές φορές σ’ ένα ερημοκκλησάκι ή σ’ ένα αυτοκίνητο. Στους ανθρώπους, που ήταν μαζί του, μιλούσε συχνά για την πνευματική εν Χριστώ ζωή και αυτοί από ζήλο και αγάπη κατέγραψαν μερικές φορές με μαγνητόφωνο τα λόγια του. Από τις μαγνητοφωνημένες αυτές συνομιλίες λείπουν συχνά η αρχή ή το τέλος, γιατί το μαγνητόφωνο δεν ήταν πάντα πρόχειρο. Ένα απ’ τα ωραία κομμάτια, που διασώθηκαν μ’ αυτό τον τρόπο, εκδόθηκε από το Ησυχαστήριο και σε κασέττα με τη φωνή του Γέροντος. Εδώ παρατίθεται απομαγνητοφωνημένο.
Η συνομιλία, που περιλαμβάνεται εδώ, έγινε τον Ιούλιο του 1988, στις τρεις το πρωί, μέσα σ’ ένα ερημοκκλήσι.
Ο Γέροντας: .Είναι παντού. Τώρα αυτό ξηγείστε το και σεις. Εγώ δεν μπορώ να το ξηγήσω. Μόνο σας λέω, όπου σκέπτεσαι τον Άγιο Αντώνη και τώρα μπορεί να τον σκεπτώμαστε εμείς εδώ, άλλοι τον σκέπτονται στην Θηβαΐδα, άλλοι στην Αίγυπτο, άλλοι στα Ιεροσόλυμα, άλλοι στο Σινά. Αυτή την ώρα είναι κι εδώ, κι εκεί, κι εκεί, κι εκεί. Τί λέτε;
Κάποιος: Είναι παντού, γιατί είναι μέσα στη Θεία Χάρη.
Ο Γέροντας: Ναι, είναι στον κόσμο τον πνευματικό. Κι’ ενώ είμαστε Χριστιανοί, τίποτε δεν ξέρουμε, ρε παιδιά, τίποτα. τίποτα δεν ξέρουμε από Χριστό!
Κάποιος: Αυτή είναι η πραγματικότητα.
Ο Γέροντας: Και ζούμε οι καϋμένοι και διαβάζουμε και κάνα λόγο, ωραίος είναι, ωραία τα είπε και ο πατήρ τάδε, ωραία τα είπε και ο πατήρ τάδε, πώς τον λένε; Τάδε. Ωραία, ωραία, πολύ ωραία. Και όμως μένομε εις την νωθρότητά μας, εις την απερισκεψίαν μας και ζούμε χωρίς Χριστό.
Ο Χριστός είναι άλλο πράγμα. Όταν έλθη ο Χριστός στον άνθρωπο, όταν έλθη στην ψυχή μας, όταν πάη στον άνθρωπο ο Χριστός, όταν μπη στην ψυχή, η ψυχή γίνεται αλλοιώς. Ζη παντού, ζη στ’ άστρα, ζη στον κόσμο τον πνευματικό, ζη στο χάος, ζη στο σύμπαν, ζη. Του μιλάμε με το τηλέφωνο στη Νότιο Αφρική, στον Ινδικό Ωκεανό και μιλάει μ’ αυτούς και τους λέει για το σπίτι τους, για τα κορίτσια τους και τους λέει για την οικογένειά τους και αυτός είν’ εδώ. Καταλάβατε;
Σεις τώρα θα νομίζετε, έτσι που σας τα λέω, ότι, τέλος πάντων, εγώ είμαι κάτι. Δεν είμαι τίποτα. Όμως προσπαθώ και απ’ αυτά που λέω, λίγο, σαν τα γεύωμαι, πολύ λίγο. Και προσπαθώ και θέλω και αγαπώ, δεν θέλω να βιάζω τον εαυτό μου. Αλλά πολλές φορές τα ζω με την χάρη του Θεού, χωρίς να μιλάω. Δεν μου επιτρέπεται. Ε!. ό,τι μου επιτρέπεται, το λέω, αλλά δεν μπορώ να πω πάντοτε. Λοιπόν, ζωή χωρίς Χριστό δεν είναι ζωή. Πάει, τελείωσε. Αν δε βλέπης το Χριστό σε όλα σου τα έργα και τις σκέψεις, είσαι χωρίς Χριστό.
Πώς το είπαμε; Κατάλαβες;
Θυμάμαι κι ένα τραγούδι.
«Συν Χριστώ πανταχού
φόβος ουδαμού».
Τόχετε ακούσει; Ε; Το λένε τα παιδιά, δεν το θυμάμαι.
Λοιπόν, έτσι πράγματι να βλέπωμε το Χριστό. Είναι φίλος μας, είναι αδελφός μας, είναι ό,τι καλό και ωραίο. Είναι το παν. Αλλά είναι φίλος και το φωνάζει: «Σας έχω φίλους, βρε, δεν το καταλαβαίνετε; Είμαστε αδέλφια. Βρε, εγώ δεν είμαι. δεν βαστάω την κόλαση στο χέρι, δεν σας φοβερίζω, σας αγαπάω. Σας θέλω να χαίρεστε μαζί μου, τη ζωή». Κατάλαβες;
Έτσι είναι ο Χριστός. Δεν έχει κατήφεια, ούτε μελαγχολία, ούτε ενδοστρέφεια, που ο άνθρωπος σκέπτεται ή βασανίζεται από διαφόρους λογισμούς και διάφορες πιέσεις, που κατά καιρούς στη ζωή του τον ετραυμάτισαν.
Ο Χριστός είναι νέα ζωή. Πώς το λέω; Ο Χριστός είναι το παν. Είναι η χαρά, είναι η ζωή, είναι το φως, το φως το αληθινόν, που κάνει τον άνθρωπο να χαίρεται, να πετάη, να βλέπη όλα, να βλέπη όλους, να πονάη για όλους, να θέλη όλους μαζί του, όλους κοντά στο Χριστό.
Όταν εμείς βρίσκουμε κάποιονε θησαυρό ή ό,τι άλλο, δεν θέλομε να το λέμε πουθενά. Ο Χριστιανός όμως, όταν βρη το Χριστό, όταν γνωρίση το Χριστό, όταν ο Χριστός εγκύψη μέσα στην ψυχούλα του και τον αισθανθή, θέλει να φωνάζη και να το λέη παντού, θέλει να λέη για το Χριστό, τι είναι ο Χριστός, αγαπήσατε τον Χριστόν και μηδέν προτιμήστε της Αγάπης Αυτού. Ο Χριστός είναι το παν, είναι η πηγή της ζωής, είναι το άκρον των εφετών, είναι το παν. Όλα στο Χριστό υπάρχουν τα ωραία.
Και μακράν του Χριστού: η θλίψις, η μελαγχολία, τα νεύρα, η στενοχώρια, οι αναμνήσεις των τραυμάτων της ζωής, των πιέσεων, των αγωνιωδών, έτσι, ωρών. Όλα, ζούμε εκείνα εκεί της ζωής μας. Και πάμε εδώ και πάμε εκεί και τίποτα, και πουθενά δεν στεκόμαστε. Όπου βρούμε το Χριστό, ας είναι και μια σπηλιά, καθόμαστε εκεί και φοβούμαστε να φύγουμε, να μη χάσουμε το Χριστό. Διαβάστε να ιδήτε. Ασκηταί, που εγνώρισαν το Χριστό, δεν ήθελαν να φύγουν από τη σπηλιά, ούτε βγαίναν έξω να κάνουνε πιο πέρα, θέλαν νάναι εκεί που αισθανόντουσαν το Χριστό μαζί τους.
Ο Χριστός είναι το παν.
Ο Χριστός είναι η πηγή της ζωής, της χαράς. Το παν. Πώς τα βλέπεις, ρε Νίκο;
Κάποιος: Αυτά, που είπατε, Γέροντα, είναι χρυσά λόγια, είναι η πραγματικότητα· όπως το λέτε εσείς, έτσι είναι.
Ο Γέροντας: Ε, ναι, αλλά έτσι καλούμεθα να ζήσωμε. Όταν λέμε είμαστε Χριστιανοί, όταν λέμε είμαστε του Χριστού. Κατάλαβες; Ό,τι να είναι· και στις ώρες της αδυναμίας μας, μόλις ιδούμε το Χριστό, αμέσως αλλάζομε γνώμη και θέλουμε νάμαστε με το Χριστό. Αλλά ο Χριστός είναι ο φίλος μας, είναι ο αδελφός μας, το φωνάζει: «Υμείς φίλοι μου εστέ» [=«Εσείς είστε φίλοι μου», Κατά Ιωάννην ΙΕ΄ 14], «δεν θέλω να με βλέπετε διαφορετικά, δεν θέλω να με βλέπετε έτσι, ότι εγώ είμαι ο Θεός, ότι είμαι ο Λόγος του Θεού, ότι είμαι μία υπόστασις της Αγίας Τριάδος. Θέλω να με βλέπετε δικό σας, φίλο σας, να με αγκαλιάζετε, να με αισθάνεσθε στην ψυχή σας, το φίλο σας, ΕΜΕΝΑ, που είμαι η πηγή της ζωής, όπως είναι η αλήθεια».
Κι όμως αυτά είναι η αλήθεια. Τώρα, είπαμε, υπάρχει ο στανάς, υπάρχει η κόλασις, υπάρχει ο θάνατος. Όλα αυτά υπάρχουν, όντως υπάρχουν. Είναι το άλλο μέρος, το κακό, είναι το σκοτάδι, είναι όλα του σκοταδιού.
Ο άνθρωπος του Χριστού πρέπει ν’ αγαπήση το Χριστό, κι’ όταν αγαπήση το Χριστό απαλλάττεται απ’ το διάβολο, από την κόλαση και από το θάνατο. Θα μου πης, εσύ έφθασες να είσαι έτσι; Δεν έχω φθάσει, αυτό ζητάω, αυτό θέλω. Και στη σιωπή μου και παντού προσπαθώ να ζήσω σε αυτά. Δεν τα ζω. Όμως, ε. προσπαθώ. Δηλαδή, πώς να σου πω, πώς να σας πω; Δεν έχω πάει σ’ ένα μέρος, έτσι. ή πήγα μία φορά, το είδα, τώρα δεν είμαι εκεί, αλλά το θυμάμαι, το λαχταράω, το θέλω. Να, τώρα, αυτή τη στιγμή, αύριο, μεθαύριο, κάθε στιγμή μούρχεται και το θέλω, θέλω να πάω εκεί, το ζητάω. Δεν είμαι, όμως, εκεί. Δεν μπορώ να σας τα εξηγήσω αυτά. Τα καταλαβαίνετε;
Ο Γέροντας: Ναι, αλλά ζω μέσα σ’ αυτή την προσπάθεια, πέστε με κουτό, πέστε ότι αυτά δεν τα λένε, Γέροντα, όποιος προσπαθεί, δεν μιλάει, αλλά επικαλείται την Θεία Χάρι να τον βοηθήση. Ε, ναι, αλλά, άμα τρελλαίνεται κανείς, μιλάει. Υπάρχει και τρέλλα.
(Προσευχόμενος: «Κύριε.») Εμ, σας είπα.
(Αλλάζοντας τόνο) Πού, έφυγε;
Κάποιος: Ναι, βγήκε έξω.
Ο Γέροντας: Τί, τώρα πήγες εκεί για να τα πάρης; Τί τα έγραψε αυτά; Είναι κουταμάρες αυτά.
Κάποιος: Δεν είναι κουταμάρες. Εάν είναι κουταμάρες αυτά, ποια είναι τα σωστά; Εγώ, σκεπτόμουν, Γέροντα.
Ο Γέροντας: Ε λοιπόν, τώρα, που μιλάω, δεν είμαι στα καλά μου. Λέω, τώρα είμαι κουτός, που λέω αυτά.
Κάποιος: Α, Γέροντα, το 90% των Χριστιανών ή δεν είμαστε Χριστιανοί ή μένουμε απλώς στο θαυμασμό και λέμε καλά τά ‘πε ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος, ο Ισαάκ ο Σύρος, καλά τα ‘πε ο Άγιος, καλά ο Ιωάννης της Κλίμακος, μένουμε εκεί στο θαυμασμό, έστω. Αλλά πέραν από ‘κει τίποτα, δεν γίνεται προσπάθεια, ε. Γι’ αυτό μας έχει φάει το άγχος όλους και η αγωνία και η στενοχώρια και.
Ο Γέροντας: Ε, ναι, αλλά, λες, πώς; Αυτό είναι. Πώς θα είμαι εκεί, ενώ είμαι εδώ; Το θέμα είναι, ώσπου να έρθη ο Χριστός να ζήση. Τότε είσαι παντού. Συν Χριστώ. Αυτού είναι η δυσκολία μας, που δεν έχουμε το Χριστό.
Ο Γέροντας: Πάνω σ’ αυτό. Φροντίστε και σεις, κι έτσι. (Λίγες λέξεις δεν διακρίνονται). Να τα αισθανθούμε, να τα ζήσωμε και να γίνουνε πραγματικότης. Ο φίλος, ο αδελφός! Πώς το φωνάζει αυτό όμως! Και πόσο!.. Τί βάθος κρύβεται μέσα σ’ αυτό! Πολύ βάθος. Δηλαδή είναι το θάρρος, δεν θέλει το φόβο ο Χριστός. Δεν τόνε θέλει τον φόβο.
Ε; Τους Αποστόλους, πόσο απλά! Δεν τους εξεβίαζε, τους άφηνε έτσι. Μέχρι το τέλος, οι καϋμένοι! Φοβήθηκαν, κλειστήκανε, κάνανε, εεε., τί πάθαμε; Ε, το Πνεύμα, που πήγε, αυτό τους ετελείωσε [=τους τελειοποίησε]. Η Χάρις, τους ετελείωσε. Ε; Τί λες;
Κάποιος: Ναι, Γέροντα.
Ο Γέροντας: Δεν βρίσκεις;»
(Κλείτου Ιωαννίδη, Ο ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Μαρτυρίες και εμπειρίες, έκδοση Ιερού Γυναικείου Ησυχαστηρίου Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος, 8η εκδ., Αθήνα 2001, σελ. 49-52)

http://geron-porfyrios.blogspot.com/

>Ο Χριστός είναι το παν» – Διδαχές Γέροντος

Ιούλ 20108

>

Ο Γέρων Πορφύριος τα τελευταία χρόνια της επίγειας ζωής του συνήθιζε να φεύγει από το Ησυχαστήριο, όπου ενοσηλεύετο και να πηγαίνει σ’ ένα ερημικό μέρος στην Εύβοια, προς την πλευρά του Αιγαίου, συνοδευόμενος από ένα δυό πρόσωπα που τον εξυπηρετούσαν, διότι ήταν τυφλός και ανήμπορος. Εκεί έμενε κάθε φορά δύο-τρεις και σπάνια περισσότερες μέρες. Επειδή δεν υπήρχε κατάλυμα, διανυκτέρευε πολλές φορές σ’ ένα ερημοκκλησάκι ή σ’ ένα αυτοκίνητο. Στους ανθρώπους, που ήταν μαζί του, μιλούσε συχνά για την πνευματική εν Χριστώ ζωή και αυτοί από ζήλο και αγάπη κατέγραψαν μερικές φορές με μαγνητόφωνο τα λόγια του. Από τις μαγνητοφωνημένες αυτές συνομιλίες λείπουν συχνά η αρχή ή το τέλος, γιατί το μαγνητόφωνο δεν ήταν πάντα πρόχειρο. Ένα απ’ τα ωραία κομμάτια, που διασώθηκαν μ’ αυτό τον τρόπο, εκδόθηκε από το Ησυχαστήριο και σε κασέττα με τη φωνή του Γέροντος. Εδώ παρατίθεται απομαγνητοφωνημένο.
Η συνομιλία, που περιλαμβάνεται εδώ, έγινε τον Ιούλιο του 1988, στις τρεις το πρωί, μέσα σ’ ένα ερημοκκλήσι.
Ο Γέροντας: .Είναι παντού. Τώρα αυτό ξηγείστε το και σεις. Εγώ δεν μπορώ να το ξηγήσω. Μόνο σας λέω, όπου σκέπτεσαι τον Άγιο Αντώνη και τώρα μπορεί να τον σκεπτώμαστε εμείς εδώ, άλλοι τον σκέπτονται στην Θηβαΐδα, άλλοι στην Αίγυπτο, άλλοι στα Ιεροσόλυμα, άλλοι στο Σινά. Αυτή την ώρα είναι κι εδώ, κι εκεί, κι εκεί, κι εκεί. Τί λέτε;
Κάποιος: Είναι παντού, γιατί είναι μέσα στη Θεία Χάρη.
Ο Γέροντας: Ναι, είναι στον κόσμο τον πνευματικό. Κι’ ενώ είμαστε Χριστιανοί, τίποτε δεν ξέρουμε, ρε παιδιά, τίποτα. τίποτα δεν ξέρουμε από Χριστό!
Κάποιος: Αυτή είναι η πραγματικότητα.
Ο Γέροντας: Και ζούμε οι καϋμένοι και διαβάζουμε και κάνα λόγο, ωραίος είναι, ωραία τα είπε και ο πατήρ τάδε, ωραία τα είπε και ο πατήρ τάδε, πώς τον λένε; Τάδε. Ωραία, ωραία, πολύ ωραία. Και όμως μένομε εις την νωθρότητά μας, εις την απερισκεψίαν μας και ζούμε χωρίς Χριστό.
Ο Χριστός είναι άλλο πράγμα. Όταν έλθη ο Χριστός στον άνθρωπο, όταν έλθη στην ψυχή μας, όταν πάη στον άνθρωπο ο Χριστός, όταν μπη στην ψυχή, η ψυχή γίνεται αλλοιώς. Ζη παντού, ζη στ’ άστρα, ζη στον κόσμο τον πνευματικό, ζη στο χάος, ζη στο σύμπαν, ζη. Του μιλάμε με το τηλέφωνο στη Νότιο Αφρική, στον Ινδικό Ωκεανό και μιλάει μ’ αυτούς και τους λέει για το σπίτι τους, για τα κορίτσια τους και τους λέει για την οικογένειά τους και αυτός είν’ εδώ. Καταλάβατε;
Σεις τώρα θα νομίζετε, έτσι που σας τα λέω, ότι, τέλος πάντων, εγώ είμαι κάτι. Δεν είμαι τίποτα. Όμως προσπαθώ και απ’ αυτά που λέω, λίγο, σαν τα γεύωμαι, πολύ λίγο. Και προσπαθώ και θέλω και αγαπώ, δεν θέλω να βιάζω τον εαυτό μου. Αλλά πολλές φορές τα ζω με την χάρη του Θεού, χωρίς να μιλάω. Δεν μου επιτρέπεται. Ε!. ό,τι μου επιτρέπεται, το λέω, αλλά δεν μπορώ να πω πάντοτε. Λοιπόν, ζωή χωρίς Χριστό δεν είναι ζωή. Πάει, τελείωσε. Αν δε βλέπης το Χριστό σε όλα σου τα έργα και τις σκέψεις, είσαι χωρίς Χριστό.
Πώς το είπαμε; Κατάλαβες;
Θυμάμαι κι ένα τραγούδι.
«Συν Χριστώ πανταχού
φόβος ουδαμού».
Τόχετε ακούσει; Ε; Το λένε τα παιδιά, δεν το θυμάμαι.
Λοιπόν, έτσι πράγματι να βλέπωμε το Χριστό. Είναι φίλος μας, είναι αδελφός μας, είναι ό,τι καλό και ωραίο. Είναι το παν. Αλλά είναι φίλος και το φωνάζει: «Σας έχω φίλους, βρε, δεν το καταλαβαίνετε; Είμαστε αδέλφια. Βρε, εγώ δεν είμαι. δεν βαστάω την κόλαση στο χέρι, δεν σας φοβερίζω, σας αγαπάω. Σας θέλω να χαίρεστε μαζί μου, τη ζωή». Κατάλαβες;
Έτσι είναι ο Χριστός. Δεν έχει κατήφεια, ούτε μελαγχολία, ούτε ενδοστρέφεια, που ο άνθρωπος σκέπτεται ή βασανίζεται από διαφόρους λογισμούς και διάφορες πιέσεις, που κατά καιρούς στη ζωή του τον ετραυμάτισαν.
Ο Χριστός είναι νέα ζωή. Πώς το λέω; Ο Χριστός είναι το παν. Είναι η χαρά, είναι η ζωή, είναι το φως, το φως το αληθινόν, που κάνει τον άνθρωπο να χαίρεται, να πετάη, να βλέπη όλα, να βλέπη όλους, να πονάη για όλους, να θέλη όλους μαζί του, όλους κοντά στο Χριστό.
Όταν εμείς βρίσκουμε κάποιονε θησαυρό ή ό,τι άλλο, δεν θέλομε να το λέμε πουθενά. Ο Χριστιανός όμως, όταν βρη το Χριστό, όταν γνωρίση το Χριστό, όταν ο Χριστός εγκύψη μέσα στην ψυχούλα του και τον αισθανθή, θέλει να φωνάζη και να το λέη παντού, θέλει να λέη για το Χριστό, τι είναι ο Χριστός, αγαπήσατε τον Χριστόν και μηδέν προτιμήστε της Αγάπης Αυτού. Ο Χριστός είναι το παν, είναι η πηγή της ζωής, είναι το άκρον των εφετών, είναι το παν. Όλα στο Χριστό υπάρχουν τα ωραία.
Και μακράν του Χριστού: η θλίψις, η μελαγχολία, τα νεύρα, η στενοχώρια, οι αναμνήσεις των τραυμάτων της ζωής, των πιέσεων, των αγωνιωδών, έτσι, ωρών. Όλα, ζούμε εκείνα εκεί της ζωής μας. Και πάμε εδώ και πάμε εκεί και τίποτα, και πουθενά δεν στεκόμαστε. Όπου βρούμε το Χριστό, ας είναι και μια σπηλιά, καθόμαστε εκεί και φοβούμαστε να φύγουμε, να μη χάσουμε το Χριστό. Διαβάστε να ιδήτε. Ασκηταί, που εγνώρισαν το Χριστό, δεν ήθελαν να φύγουν από τη σπηλιά, ούτε βγαίναν έξω να κάνουνε πιο πέρα, θέλαν νάναι εκεί που αισθανόντουσαν το Χριστό μαζί τους.
Ο Χριστός είναι το παν.
Ο Χριστός είναι η πηγή της ζωής, της χαράς. Το παν. Πώς τα βλέπεις, ρε Νίκο;
Κάποιος: Αυτά, που είπατε, Γέροντα, είναι χρυσά λόγια, είναι η πραγματικότητα· όπως το λέτε εσείς, έτσι είναι.
Ο Γέροντας: Ε, ναι, αλλά έτσι καλούμεθα να ζήσωμε. Όταν λέμε είμαστε Χριστιανοί, όταν λέμε είμαστε του Χριστού. Κατάλαβες; Ό,τι να είναι· και στις ώρες της αδυναμίας μας, μόλις ιδούμε το Χριστό, αμέσως αλλάζομε γνώμη και θέλουμε νάμαστε με το Χριστό. Αλλά ο Χριστός είναι ο φίλος μας, είναι ο αδελφός μας, το φωνάζει: «Υμείς φίλοι μου εστέ» [=«Εσείς είστε φίλοι μου», Κατά Ιωάννην ΙΕ΄ 14], «δεν θέλω να με βλέπετε διαφορετικά, δεν θέλω να με βλέπετε έτσι, ότι εγώ είμαι ο Θεός, ότι είμαι ο Λόγος του Θεού, ότι είμαι μία υπόστασις της Αγίας Τριάδος. Θέλω να με βλέπετε δικό σας, φίλο σας, να με αγκαλιάζετε, να με αισθάνεσθε στην ψυχή σας, το φίλο σας, ΕΜΕΝΑ, που είμαι η πηγή της ζωής, όπως είναι η αλήθεια».
Κι όμως αυτά είναι η αλήθεια. Τώρα, είπαμε, υπάρχει ο στανάς, υπάρχει η κόλασις, υπάρχει ο θάνατος. Όλα αυτά υπάρχουν, όντως υπάρχουν. Είναι το άλλο μέρος, το κακό, είναι το σκοτάδι, είναι όλα του σκοταδιού.
Ο άνθρωπος του Χριστού πρέπει ν’ αγαπήση το Χριστό, κι’ όταν αγαπήση το Χριστό απαλλάττεται απ’ το διάβολο, από την κόλαση και από το θάνατο. Θα μου πης, εσύ έφθασες να είσαι έτσι; Δεν έχω φθάσει, αυτό ζητάω, αυτό θέλω. Και στη σιωπή μου και παντού προσπαθώ να ζήσω σε αυτά. Δεν τα ζω. Όμως, ε. προσπαθώ. Δηλαδή, πώς να σου πω, πώς να σας πω; Δεν έχω πάει σ’ ένα μέρος, έτσι. ή πήγα μία φορά, το είδα, τώρα δεν είμαι εκεί, αλλά το θυμάμαι, το λαχταράω, το θέλω. Να, τώρα, αυτή τη στιγμή, αύριο, μεθαύριο, κάθε στιγμή μούρχεται και το θέλω, θέλω να πάω εκεί, το ζητάω. Δεν είμαι, όμως, εκεί. Δεν μπορώ να σας τα εξηγήσω αυτά. Τα καταλαβαίνετε;
Ο Γέροντας: Ναι, αλλά ζω μέσα σ’ αυτή την προσπάθεια, πέστε με κουτό, πέστε ότι αυτά δεν τα λένε, Γέροντα, όποιος προσπαθεί, δεν μιλάει, αλλά επικαλείται την Θεία Χάρι να τον βοηθήση. Ε, ναι, αλλά, άμα τρελλαίνεται κανείς, μιλάει. Υπάρχει και τρέλλα.
(Προσευχόμενος: «Κύριε.») Εμ, σας είπα.
(Αλλάζοντας τόνο) Πού, έφυγε;
Κάποιος: Ναι, βγήκε έξω.
Ο Γέροντας: Τί, τώρα πήγες εκεί για να τα πάρης; Τί τα έγραψε αυτά; Είναι κουταμάρες αυτά.
Κάποιος: Δεν είναι κουταμάρες. Εάν είναι κουταμάρες αυτά, ποια είναι τα σωστά; Εγώ, σκεπτόμουν, Γέροντα.
Ο Γέροντας: Ε λοιπόν, τώρα, που μιλάω, δεν είμαι στα καλά μου. Λέω, τώρα είμαι κουτός, που λέω αυτά.
Κάποιος: Α, Γέροντα, το 90% των Χριστιανών ή δεν είμαστε Χριστιανοί ή μένουμε απλώς στο θαυμασμό και λέμε καλά τά ‘πε ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος, ο Ισαάκ ο Σύρος, καλά τα ‘πε ο Άγιος, καλά ο Ιωάννης της Κλίμακος, μένουμε εκεί στο θαυμασμό, έστω. Αλλά πέραν από ‘κει τίποτα, δεν γίνεται προσπάθεια, ε. Γι’ αυτό μας έχει φάει το άγχος όλους και η αγωνία και η στενοχώρια και.
Ο Γέροντας: Ε, ναι, αλλά, λες, πώς; Αυτό είναι. Πώς θα είμαι εκεί, ενώ είμαι εδώ; Το θέμα είναι, ώσπου να έρθη ο Χριστός να ζήση. Τότε είσαι παντού. Συν Χριστώ. Αυτού είναι η δυσκολία μας, που δεν έχουμε το Χριστό.
Ο Γέροντας: Πάνω σ’ αυτό. Φροντίστε και σεις, κι έτσι. (Λίγες λέξεις δεν διακρίνονται). Να τα αισθανθούμε, να τα ζήσωμε και να γίνουνε πραγματικότης. Ο φίλος, ο αδελφός! Πώς το φωνάζει αυτό όμως! Και πόσο!.. Τί βάθος κρύβεται μέσα σ’ αυτό! Πολύ βάθος. Δηλαδή είναι το θάρρος, δεν θέλει το φόβο ο Χριστός. Δεν τόνε θέλει τον φόβο.
Ε; Τους Αποστόλους, πόσο απλά! Δεν τους εξεβίαζε, τους άφηνε έτσι. Μέχρι το τέλος, οι καϋμένοι! Φοβήθηκαν, κλειστήκανε, κάνανε, εεε., τί πάθαμε; Ε, το Πνεύμα, που πήγε, αυτό τους ετελείωσε [=τους τελειοποίησε]. Η Χάρις, τους ετελείωσε. Ε; Τί λες;
Κάποιος: Ναι, Γέροντα.
Ο Γέροντας: Δεν βρίσκεις;»
(Κλείτου Ιωαννίδη, Ο ΓΕΡΩΝ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ: Μαρτυρίες και εμπειρίες, έκδοση Ιερού Γυναικείου Ησυχαστηρίου Η Μεταμόρφωσις του Σωτήρος, 8η εκδ., Αθήνα 2001, σελ. 49-52)

http://geron-porfyrios.blogspot.com/

>Tι θέλω να ζητήσω από το Θεό

Ιούλ 20101

>

Θεέ μου κάνε με…τηλεόραση (έκθεση παιδιού Β δημοτικού)
|

“ΘΕΕ ΜΟΥ, ΑΠΟΨΕ ΣΟΥ ΖΗΤΑΩ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΤΟ ΘΕΛΩ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ. ΘΕΛΩ ΝΑ ΜΕ ΚΑΝΕΙΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ. ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΑΡΩ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ.

ΝΑ ΕΧΩ ΤΟ ΔΙΚΌ ΜΟΥ ΧΩΡΟ .

ΝΑ ΕΧΩ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΕΜΕΝΑ.

ΝΑ ΜΕ ΠΑΙΡΝΟΥΝ ΣΤΑ ΣΟΒΑΡΑ ΟΤΑΝ ΜΙΛΑΩ.

ΘΕΛΩ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΠΡΟΣΟΧΗΣ

ΚΑΙ ΝΑ ΜΕ ΑΚΟΥΝΕ ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ Η ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ.

ΘΕΛΩ ΝΑ ΕΧΩ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΠΟΥ ΕΧΕΙ Η ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΟΤΑΝ ΔΕ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ.

ΟΤΑΝ ΕΙΜΑΙ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ, ΘΑΧΩ ΤΗ ΠΑΡΕΑ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ ΟΤΑΝ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΠΙΤΙ ΑΠΟ ΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ ΑΚΟΜΑ ΚΙ ΑΝ ΕΙΝΑΙ ΚΟΥΡΑΣΜΕΝΟΣ.

ΚΑΙ ΘΕΛΩ ΤΗ ΜΑΜΑ ΜΟΥ ΝΑ ΜΕ ΘΕΛΕΙ ΟΤΑΝ ΕΙΝΑΙ ΛΥΠΗΜΕΝΗ ΚΑΙ ΣΤΕΝΟΧΩΡΗΜΕΝΗ, ΑΝΤΙ ΝΑ ΜΕ ΑΓΝΟΕΙ…

ΘΕΛΩ Τ’ΑΔΕΛΦΙΑ ΜΟΥ ΝΑ ΜΑΛΩΝΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΠΕΡΝΑΕΙ ΩΡΕΣ ΜΑΖΙ ΜΟΥ.

ΘΕΛΩ ΝΑ ΝΙΩΘΩ ΟΤΙ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥ ΑΦΗΝΕΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ, ΠΟΤΕ ΠΟΤΕ,

ΜΟΝΟ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙ ΛΙΓΟ ΧΡΟΝΟ ΜΕ ΜΕΝΑ.

ΚΑΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ, ΚΑΝΕ ΜΕ ΕΤΣΙ ΩΣΤΕ ΝΑ ΤΟΥΣ ΚΑΝΩ ΟΛΟΥΣ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΥΣ ΚΑΙ ΧΑΡΟΥΜΕΝΟΥΣ.

ΘΕΕ ΜΟΥ ΔΕ ΖΗΤΏ ΠΟΛΛΑ..ΘΕΛΩ ΜΟΝΟ ΝΑ ΓΙΝΩ ΣΑ ΜΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ!!”.

Την δασκάλα που την διάβασε (καθώς βαθμολογούσε) την έκανε να κλάψει. Ο σύζυγός της που μόλις είχε μπει στο σπίτι, τη είδε και…

-Τι συμβαίνει; τη ρώτησε.

-Διάβασε αυτή την έκθεση, την έχει γράψει ένας μαθητής μου, του απάντησε.

-Θεέ μου, το καημένο το παιδί. Τι αδιάφοροι γονείς είναι αυτοί, απάντησε με λυπη ο σύζυγος!

Τότε αυτή τον κοίταξε και είπε:
-Αυτή η έκθεση είναι του γυιού μας!..”

Έκθεση από μαθητή Δευτέρας δημοτικού με θέμα: ” ΤΙ ΘΕΛΩ ΝΑ ΖΗΤΗΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΘΕΟ”.

Σ ευχαριστώ Κωνσταντίνε!
http://www.constantinosa.gr/

>Υπάρχει Θεός;

Ιούλ 20101

>Aυτή είναι μια από τις καλύτερες εξηγήσεις του γιατί ο
Θεός επιτρέπει τον πόνο και τη δυστυχία που βλέπουμε στον κόσμο.

Μια φορά πήγε ένας τύπος στο κουρείο για το καθιερωμένο
κούρεμα και ξύρισμα.
Καθώς ο κουρέας άρχισε να δουλεύει, άρχισε μια καλή συζήτηση.

Μίλησαν για τόσα πολλά πράγματα και πάρα πολλά θέματα…
Όταν τελικά άγγιξαν το θέμα της θρησκείας και του θεού, ο
κουρέας αναφώνησε:
‘Δε πιστεύω ότι ο Θεός υπάρχει.’

‘Γιατί το λες αυτό;’ ρώτησε ο πελάτης.

Και ο κουρέας είπε:

‘Λοιπόν, απλά βγες έξω στο δρόμο για να καταλάβεις γιατί ο Θεός δεν υπάρχει.

Πες μου γιατί αν ο Θεός υπάρχει, υπάρχουν τόσοι διεστραμμένοι;
Γιατί τόσα εγκαταλελειμμένα παιδιά;
Αν ο Θεός υπήρχε, δε θα υπήρχε oύτε δυστυχία ούτε πόνος.
Δε μπορώ να φανταστώ ένα Θεό που αγαπάει κ αι συμπονεί να
επιτρέπει όλα αυτά που γίνονται.’

Ο πελάτης το σκέφτηκε για μια στιγμή, αλλά δεν απάντησε γιατί
δεν ήθελε να χαλάσει τη συζήτηση.

Ο κουρέας τελικά τελείωσε τη δουλειά του και ο πελάτης έφυγε.

Όμως μόλις έφυγε από το κουρείο, είδε ένα άντρα στο δρόμο
με μακρυά κατσαρά βρώμικα μαλλιά και γένια. Φαινόταν πολύ
βρώμικος και απεριποίητος.

Εκείνη τη στιγμή ο πελάτης γύρισε πίσω κ αι ξαναμπήκε στο
κουρείο. Τότε είπε στον κουρέα:
‘Ξέρεις τι; Οι κουρείς δεν υπάρχουν!’

‘Πως μπορείς να το λες αυτό;’ ρώτησε ο έκπληκτος
κουρέας.
‘Είμαι εδώ και είμαι κουρέας! Μόλις σε κούρεψα, τι
είναι αυτά που λες;’
‘Όχι!’ απάντησε ο πελάτης και εξήγησε: ‘Οι κουρείς δεν
υπάρχουν γιατί αν υπήρχαν, δε θα υπήρχαν αχτένιστοι άνθρωποι και
με μακρυά βρώμικα μαλλιά, όπως ο τύπος απ’ έξω.’

‘Μα… οι κουρείς ΌΝΤΩΣ υπάρχουν! Αυτό συμβαίνει όταν οι
άνθρωποι δεν έρχονται σε μένα.’

‘Ακριβώς!’ απάντησε ο πελάτης. ‘Αυτό είναι το θέμα!

Ο Θεός, επίσης ΥΠΆΡΧΕΙ! Και αυτό συμβαίνει όταν οι άνθρωποι δεν
πηγαίνουν σε αυτόν και δεν αναζητούν σε αυτόν βοήθεια.
Γι’ αυτό υπάρχει τόσος πόνος και δυστυχία στον κόσμο.’

>Ένας άγιος των καιρών μας. Ο Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς(Επίσκοπος Σαγγάης και Σαν Φρανσίσκο) ο Θαυματουργός

Ιούν 201030

>Αφιερωμένο στη Βάσω

Σύντομη βιογραφία του Αγίου Ιωάννη Μαξίμοβιτς (1896 – 1966)

Ο Άγιος Ιωάννης γεννήθηκε στις 4 Ιουνίου το 1896 στο χωριό Αντάμοβκα της επαρχίας Χαρκώβ της Νότιας Ρωσίας. Ήταν απόγονος της αριστοκρατικής οικογένειας Μαξίμοβιτς που ένα μέλος αυτής της οικογένειας ανακηρύχτηκε Άγιος του 1916 και είναι ο ιεράρχης Ιωάννης Μαξίμοβιτς Μητροπολίτης Τομπόλσκ που το λείψανό του παραμένει άφθαρτο μέχρι σήμερα στο Τομπόλσκ. Ο Άγιος αυτός Ιεράρχης Ιωάννης εκοιμήθη στις αρχές του 18ου αιώνος αλλά μεταλαμπάδευσε την χάρη του στον μακρινό του ανηψιό, το Μιχαήλ (γιατί αυτό ήταν το βαπτιστικό όνομα του Αγίου Ιωάννη και όταν έγινε αργότερα μοναχός πήρε το όνομά του θείου του. Ο πατέρας του, ο Μπόρις ήταν στρατάχης των ευγενών σε μία επαρχία του Χαρκώβ και ο θείος του ήταν πρύτανις Πανεπιστημίου Κιέβου. Η σχέση του με τους γονείς του ήταν πάντα άριστη. Κατά την παιδική του ηλικία ο Μιχαήλ ήταν φιλάσθενος και έτρωγε λίγο. Ήταν ήσυχο παιδί και πολύ ευγενικός και είχε βαθειά θρησκευτικότητα. Όταν έπαιζε, έντυνε τα στρατιωτάκια του μοναχούς, μάζευε εικόνες, θρησκευτικά βιβλία και του άρεσε να διαβάζει βίους Αγίων. Τα βράδια στεκόταν όρθιος για πολλή ώρα προσευχόμενος. Επειδή ήταν ο μεγαλύτερος από τα 5 αδέλφια του ήταν αυτός που γνώριζε τόσο καλά τους βίους των Αγίων και έγινε και ο πρώτος δάσκαλος τους στην πίστη. Ήταν πολύ αυστηρός με τον εαυτό του στην εφαρμογή των εκκλησιαστικών και εθνικών παραδόσεων. Τόσο πολύ εντυπωσίασε την παιδαγωγό του που ήταν Γαλλίδα και καθολική που επηρεάστηκε από την χριστιανική ζωή του μικρού Μιχαήλ και βαπτίστηκε Ορθόδοξος.
Είχαν μια εξοχική κατοικία κοντά σ’ ένα Μοναστήρι που το επισκεφτόταν τακτικά ο μικρός Μιχαήλ. Σε ηλικία 11 ετών οι γονείς του Μπόρις και Γλαφύρα τον
έστειλαν στην Στρατιωτική σχολή της Πολτάβα που συνέχισε να ζει με ριζωμένη βαθειά την πίστη του γιατί όταν τα παιδιά λείπουν για αρκετό καιρό από το σπίτι τους επηρεάζονται εύκολα οι νέες τους ψυχές. Αυτός όμως έμεινε σταθερός στην πίστη του. Εκεί συνάντησε και τον Επίσκοπο της Πολτάβα τον Θεοφάνη που ήταν ένας πολύ αγαπητός Ιεράρχης που επηρέασε τον Μιχαήλ. Σε μια στρατιωτική παρέλαση ενώ περνούσαν από τον Καθεδρικό Ναό ο μικρός Μιχαήλ (ήταν τότε 13 ετών) έκανε τον σταυρό του, οι συμμαθητές του γελούσαν και τον κορόιδευαν, τιμωρήθηκε από τις αρχές για την πράξη του αυτή, όμως ο πρίγκιπας Κωνσταντίνος που ήταν προστάτης της Σχολής είπε να μην τιμωρηθεί ο δόκιμος Μιχαήλ γιατί με την πράξη του αυτή δηλώνει βαθειά και υγιή θρησκευτικά αισθήματα. Το 1914 τελείωσε την Στρατιωτική σχολή και ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές του στην Θεολογική Σχολή του Κιέβου αλλά οι γονείς του επέμεναν να πάει στην Νομική σχολή και ο Μιχαήλ κάνει υπακοή στους γονείς του. Και όπως παρατηρούσαν οι συμμαθητές του αυτός περισσότερο διάβαζε τους βίους των Αγίων από τα μαθήματα του, ωστόσο όμως ήταν καλός μαθητής. Τα χρόνια πέρασαν και τελείωσε τις σπουδές του. Τότε άρχισε ένα αντιχριστιανικό ρεύμα ν’ απλώνεται στην Ρωσία, όμως ο Μιχαήλ είχε βαθειά μέσα του την πίστη και ήταν τολμηρός. Το εκκλησιαστικό συμβούλιο του Χάρκων συζητούσε να ξεκρεμάσουν την ασημένια καμπάνα του Ι. Ναού και να την λιώσουν.
Όλοι συμφώνησαν, άλλοι φοβόντουσαν ν’ αντιδράσουν και ετοιμάζονταν να το κάνουν αυτό, όμως ο Άγιος διαφώνησε μαζί με λίγους και άρχισαν οι συλλήψεις. Οι γονείς του είπαν να φύγει να κρυφτεί, όμως ο Μιχαήλ τους είπε: «Δεν υπάρχει τόπος που μπορεί κανείς να κρυφτεί από το θέλημα του Θεού και ότι χωρίς το θέλημα του Θεού δεν γίνεται τίποτα, δεν πέφτει ούτε μία τρίχα από το κεφάλι μας». Έτσι φυλακίστηκε και μετά από 1 μήνα τον άφησαν ελεύθερο, ξανά συλλαμβάνεται και αφού διαπίστωσαν ότι δεν τον ενδιέφερε εάν θα ήταν ελεύθερος ή φυλακισμένος, τον έβγαλαν από την φυλακή. Ο Μιχαήλ ζούσε σε άλλο κόσμο και ποθούσε τον Θεό. Το 1921 φεύγει όλη η οικογένεια του (αφού ξέσπασε στη Ρωσία εμφύλιος πόλεμος) και πάνε στην Γιουγκοσλαβία όπου σπούδασε στο Βελιγράδι στην Θεολογική σχολή και για να μπορεί να τα βγάζει πέρα πουλούσε εφημερίδες. Το 1924 χειροτονήθηκε αναγνώστης στην Ρωσική Εκκλησία του Βελιγραδίου από τον Επίσκοπο Αντώνιο και το 1926 χειροτονήθηκε διάκος και εκάρη μοναχός με τ’ όνομα Ιωάννης στο Μοναστήρι του Μίλκοβ. Αργότερα μέχρι το 1934 διορίστηκε στην Ιερατική σχολή στην πόλη Βιτώλ της Σερβίας και τελούσε λειτουργίες και στα Ελληνικά για τους Έλληνες της περιοχής που τον αγαπούσαν πολύ. Εκεί στην Ιερατική σχολή φρόντιζε πολύ για τους μαθητές του, πήγαινε στα δωμάτια τους τα βράδια και τους σκέπαζε, τους σταύρωνε και έφευγε. Αυτός δεν κοιμόταν καθόλου σε κρεβάτι και τις λίγες ώρες που ξεκουραζόταν τα βράδια κοιμόταν σε καθιστή στάση ή γονατιστός στο πάτωμα μπροστά στα εικονίσματα. Όταν έφευγαν οι μαθητές για διακοπές στα σπίτια τους μιλούσαν με θαυμασμό για τον καθηγητή τους τον Βλαντίκα Ιωάννη που πάντα προσευχόταν, που ποτέ δεν είχε κοιμηθεί στο κρεβάτι, που νήστευε αυστηρά και λειτουργούσε και κοινωνούσε καθημερινά. Το 1934 αποφασίζουν να τον εκλέξουν Επίσκοπο, ο Άγιος αρνείται και τους λέει ότι έχει πρόβλημα στην ομιλία του, αυτοί του λένε ότι και ο Μωυσής είχε πρόβλημα και τον εκλέγουν και τον χειροτονούν Επίσκοπο για την Σαγγάη. Φτάνει στις 21 Νοεμβρίου το 1934 στην Σαγγάη και βρίσκει μια μισοκτισμένη Εκκλησία και με κάποια προβλήματα στους κατοίκους εκεί που προσπάθησε να τους βοηθήσει ώστε να ‘ρθει η ειρήνη, οργάνωσε ορφανοτροφείο και το αφιερώνει στον Άγιο Τύχωνα του Ζαντόσκο που αγαπούσε τα παιδιά.

Μάζευε άρρωστα φτωχά και πεινασμένα παιδιά από τους δρόμους και τα στενά της Σαγγάης και ξεκίνησε με 8 παιδιά και στο τέλος έφτασε τα 3.500 παιδιά.
Έτρωγε μια φορά την ημέρα στις 11 το βράδυ. Κατά την διάρκεια της πρώτης και της τελευταίας εβδομάδας της Μ. Σαρακοστής δεν έτρωγε απολύτως τίποτα και την υπόλοιπη νηστεία όπως και στην νηστεία των Χριστουγέννων έτρωγε μόνο πρόσφορο.
Τις νύχτες προσευχόταν πολύ και όταν αισθανόταν εξάντληση, όπως ήταν γονατιστός, έβαζε το κεφάλι του στο πάτωμα και κοιμόταν λίγο μέχρι να πάει το πρωί στην Θεία Λειτουργία και άρρωστος να ήταν θα λειτουργούσε. Δεν ήταν μόνο ένας μεγάλος ασκητής αλλά ο Θεός του είχε δώσει και το προορατικό χάρισμα και οι προσευχές του έφερναν την θεραπεία. Καθημερινά επισκεπτόταν τους ασθενείς του, τους εξομολογούσε και τους κοινωνούσε. Σε σοβαρά ασθενείς σκεκόταν ώρες δίπλα τους προσευχόμενος και γονατιστός και γινόταν πολλές φορές το θαύμα

Οι Επίσκοποι της Συνόδου αποφασίζουν και τον στέλνουν στην Επισκοπή του Παρισιού και των Βρυξελλών. Έτσι ο Άγιος τελούσε θείες λειτουργίες στα Γαλλικά, στα Ολλανδικά, όπως τελούσε πρώτα στα Ελληνικά, στα Κινέζικα και στα Αγγλικά. Δεν επέτρεπε στις γυναίκες που είχαν κραγιόν να ασπαστούν τις εικόνες και τον Τίμιο Σταυρό. Μια πνευματική του κόρη η Ζηναίδα Ζουλιέμ, που τον υπηρέτησε στην Γαλλία μας αναφέρει μερικά περιστατικά από την προορατικότητα του Αγίου.

Γνώρισα λέει για πρώτη φορά τον Άγιο πηγαίνοντας στο σπίτι του στις Βερσαλλίες, ένα κελλί που ήταν ένα μικρό δωμάτιο με μικρά κουτιά με γράμματα μέσα, ένα τραπέζι, ένα καναπέ και μια σακούλα με ξερά πρόσφορα. Φορούσε πέδιλα ή παντόφλες και πολλές φορές ήταν και ξυπόλητος γιατί τα έδινε στους φτωχούς. Κάλτσες δεν φορούσε, ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες. Του ζήτησε να πάει να εργαστεί σε κάποια περιοχή και ήρθε να της δώσει ευλογία, όμως ο Άγιος της είπε να πάει σε κάποια άλλη περιοχή να εργαστεί και όπως πράγματι έτσι και έγινε λες και το πρωτογνώριζε. Τον γνώρισε το 1958 και ο πατέρας της πεθανε το 1957, πριν πεθάνει της είπε: «απόψε μ’ επισκέφθηκε ένας μοναχός κοντός με μαύρα» και αναρωτιόταν, ποιος να ήταν τότε δεν ήξερε τον Άγιο Ιωάννη. Όταν τον γνώρισα λοιπόν λέει η Ζηναίδα, μια μέρα ενώ ήμουνα στο σπίτι του σκεφτόμουν, κρίμα, εάν τον είχα γνωρίσει τότε που ήταν άρρωστος ο πατέρας μου θα προσευχόμουν και θα γινόταν καλά τότε ο Άγιος στράφηκε και της λέει: ξέρεις, επισκέφτηκα τον πατέρα στου όταν ήταν άρρωστος στο νοσοκομείο και άνοιξε τον μικρό του κατάλογο και βρήκε στην σελίδα τ’ όνομα του πατέρα μου «Βασίλειος Ζουλιέμ». Πως είναι δυνατόν να γνώριζε τις σκέψεις μου εάν δεν ήταν προορατικός, άρα δεν ήταν θέλημα Θεού να ζήσει ο πατέρας μου.
Πολλές φορές ήθελα να τον ρωτήσω πολλά αλλά ήταν απασχολημένος και το βράδυ που θα ήταν η κατάλληλη στιγμή να τον ρωτήσω εγώ τα είχα ξεχάσει και εκείνος ενώ έτρωγε την σούπα του σιγοψιθύριζε και άκουγα όλα όσα ήθελα να μάθω από τις ερωτήσεις που σκεφτόμουν να του κάνω και ο Άγιος σαν να τις γνώριζε και μου τις απαντούσε. Όταν αργότερα θα έφευγε για το Σαν Φρανσίσκο στεναχωριόμουν πολύ και ενώ μας μιλούσε στην Εκκλησία εγώ έκλαιγα και τότε γυρίζει και μου λέει: «οι άνθρωποι που έχουν τους ίδιους στόχους και αγωνίζονται για την κατάκτηση του ιδίου πράγματος έχουν ενότητα ψυχής και δεν αισθάνονται την απόσταση του χωρισμού, η απόσταση δεν μπορεί να γίνει εμπόδιο στην πνευματική ενότητα των ανθρώπων σε μία ψυχή». Και αμέσως ηρέμησα. Όταν προσευχόταν στην Αγία Τράπεζα το Άκτιστο Φως τον έλουζε και δεν πατούσε στην γη. Πάντοτε ράντιζε με αγιασμό τον Ναό και το γραμματοκιβώτιο που έριχνε τα γράμματα του μόνος του αφού τα σταύρωνε πήγαινε ξυπόλητος στο χιόνι και στην βροχή και τα έριχνε. Όταν έφυγε στην Αμερική άλλαξαν το γραμματοκιβώτιο με άλλο καινούργιο, εγώ στεναχωρέθηκα και όταν αργότερα ήρθε πάλι για λίγο στην Γαλλία ο Άγιος τον είδα να παίρνει τον αγιασμό και να πηγαίνει να ραντίσει το νέο γραμματοκιβώτιο χωρίς εγώ να του έχω πει τίποτα. Μια μέρα περνώντας από τον Ναό άκουσε κλάματα, προχώρησε μέχρι το ιερό κοιτώντας μέσα είδε τον Άγιο να είναι γονατιστός πίσω από την Αγία Τράπεζα και να κλαίει γοερά για τα προβλήματα των άλλων, Δεν άντεχε η ψυχή της να τον ακούει που έκλαιγε και έφυγε αθόρυβα από τον Ναό.
Πριν φύγει για την Αμερική της είχε πει: όταν εσύ Ζηναίδα είσαι άρρωστη ή κάποιος άλλος να με ειδοποιείτε να έρθω και πράγματι μόλις διάβαζαν την Παράκληση θεραπευόταν. Το 1962 στις 21 Νοεμβρίου τον στέλνουν στο Σαν Φρανσίσκο ως Επίσκοπο στην Ρωσική Εκκλησία της διασποράς. Γύρω στο λαιμό του είχε δέσει μια δερμάτινη θήκη με την εικόνα της Παναγίας μέσα, που είχε φέρει από την Ρωσία. Όταν πήγαινε στους ασθενείς διάβαζε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας και γινόταν το θαύμα. Αγαπούσε πολύ τα παιδιά και τα κοιτούσε με το στοργικό του βλέμμα, όλοι δεν ξεχνούσαν το ζεστό του βλέμμα, όταν σε κοίταζε ήξερες ότι εκείνη την στιγμή ήσουν το πιο αγαπημένο πρόσωπο στον κόσμο. Συνήθιζε να περπατά ξυπόλητος ακόμα και στο πιο άγριο τσιμέντο στο πάρκο στις Βερσαλίες, έτρωγε μια φορά την ημέρα στις 11 το βράδυ και μόνο όταν κάποιος φρόντιζε γι’ αυτό, αλλιώς το παρέλειπε και αυτό. Τελούσε καθημερινά την Θεία Λειτουργία και το Άγιο Δισκάριο ήταν πάντοτε γεμάτο γιατί μνημόνευε πλήθος ονομάτων από κάθε τσέπη του έβγαζε χαρτάκια με ονόματα και κάθε μέρα προστίθενται και άλλα ονόματα από τα γράμματα που του έστελναν και του ζητούσαν να κάνει προσευχή. Στην Μεγάλη Είσοδο των Τιμίων Δώρων ξαναδιάβαζε πάλι τα ονόματα που εντωμεταξύ του είχαν δώσει και άλλα και αργούσε πολύ. Μετά την θεία Λειτουργία παρέμενε για ώρες στην Εκκλησία. Με περισσή φροντίδα καθάριζε το Άγιο Δισκοπότηρο και το Άγιο Δισκάριο, την Αγία Τράπεζα και την Αγία Πρόθεση. Παράλληλα έτρωγε λίγο πρόσφορο και έπινε άφθονο ζεστό νερό. Τα γράμματα που λάβαινε τα διάβαζε το απόγευμα μετά τη θεία λειτουργία αφού έβαζε ένα πρόσωπο εμπιστοσύνης και τα άνοιγε μην τυχόν και υπάρχει σε κάποιο γράμμα επείγουσα ανάγκη. Πολλές φορές έλεγε το περιεχόμενο των γραμμάτων πριν ακόμα τα διαβάσει, είχε το χάρισμα της προορατικότητας. Πολλές φορές εκεί στην Σαγγάη που ήτα γύριζε έξω τι νύχτες και έδινε ψωμί και χρήματα στους αστέγους και ζητιάνους, ακόμη και σε μεθυσμένους.

Το Σάββατο στις 2 Ιουλίου το 1966 ο Άγιος έφυγε από αυτή την ζωή. Είχε πάει στο Σιάτλ μαζί με την θαυματουργική εικόνα της Παναγίας του Κούρσκ. Μόλις τελείωσε την Θεία Λειτουργία και αφού πέρασε 3 ώρες προσευχόμενος μέσα στο ιερό πήγε στο δωμάτιο του να ξεκουραστεί, κάθισε στην πολυθρόνα του και στις 4 παρά δέκα το απόγευμα κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο ήρεμα χωρίς πόνο. Ακούστηκες ένας θόρυβος και όταν μπήκαν μέσα τον βρήκαν κάτω πεσμένο από την πολυθρόνα του και όπως λένε προγνώριζε την ημέρα του θανάτου του εκ των προτέρων και ήξερε ότι ο θάνατος του πλησιάζει και είχε προετοιμαστεί όπως οι μεγάλοι Άγιοι της Εκκλησίας μας. Γι’ αυτό και εκείνη την ημέρα του θανάτου του έστειλε ένα γράμμα στέλνοντας για τελευταία φορά την ευλογία του στις μοναχές της Λέσνα στην Γαλλία που τόσο πολύ τον είχαν βοηθήσει και εξυπηρετήσει. Σχεδόν 24 ώρες αργότερα το σώμα του έφθασε στον Καθεδρικό Ναό του Σαν Φρανσίσκο που ο ίδιος είχε ολοκληρώσει. Τον προϋπάντησαν οι κληρικοί, έγινε ολονύχτια αγρυπνία που κράτησε 4 ώρες, όλη την νύχτα διάβαζαν το ψαλτήρι και όλοι αγρυπνούσαν για τελευταία φορά μαζί του. Ο κόσμος ερχόταν για να προσκυνήσει και να χαιρετήσει για τελευταία φορά τον Δεσπότη τους.
Όλοι οι Ιεράρχες που τον γνώριζαν μιλούσαν για την ασκητική του ζωή. Μια ζωή όλο αγώνα πνευματικό που δεν είχε ξαπλώσει για 40 χρόνια σε κρεβάτια από τότε που έγινε μοναχός, που κοιμόταν μόνο μία ή δύο ώρες το βράδυ είτε όρθιος, είτε γονατιστός και σκυφτός στο πάτωμα, πολλές φορές κοιμόταν για λίγο απαντούσε κανονικά στο τηλέφωνο, όπως μαρτυρεί κάποιος που έτυχε να’ ναι μπροστά του στο δωμάτιο του, ενώ μιλούσε του έπεσε το ακουστικό λίγο πάνω στα γόνατα και κοιμισμένος, όπως ήταν, απαντούσε σαν ν’ άκουγε τον συνομιλητή του. Όλοι ένοιωσαν ότι είχαν μείνει ορφανοί γιατί ο Άγιος έδειχνε κατανόηση στον καθένα τους και πολλή αγάπη.

Τον κήδεψαν στις 7 Ιουλίου το απόγευμα. Το σώμα του τόσες μέρες δεν είχε κανένα σημάδι αποσύνθεσης και όλοι ακουμπούσαν επάνω του σταυρούς λουλούδια και νήπια για να πάρουν την ευλογία και μερικοί Ιεράρχες τα εγκόλπιά τους.

Ο Ναός ήταν αφιερωμένος στην Παναγία, «στην Χαρά όλων των θλιβομένων». Εδώ υπηρέτησε τον Θεό και τους ανθρώπους και εδώ αναπαύεται ο Άγιος. Μετά το τελευταίο ασπασμό έγινε 3 φορές η λιτάνευση του Ιερού λειψάνου του γύρω από τον Ναό. Το φέρετρο το βάσταζαν ορφανά που ο Άγιος είχε σώσει και μεγαλώσει στην Σαγγάη. Ένας Ιεράρχης παρομοίασε την λιτάνευση του Αγίου με την λιτάνευση του Επιταφίου του Χριστού την Μεγ. Παρασκευή. Ετάφη σ’ ένα μικρό υπόγειο παρεκκλήσιο κάτω από το Ιερό. Όλοι έφερναν στην μνήμη τους τον Άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ που τους είχε υποσχεθεί ότι και μετά την κοίμηση του θ’ άκουγε τις προσευχές τους και τις θλίψεις τους όπως συμβαίνει σ’ έναν ζωντανό άνθρωπο. Έτσι πήγαιναν τακτικά στον τάφο τους. Το φθινόπωρο του 1993 η Σύνοδος των Επισκόπων της Αμερικής με υπεύθυνο τον Αρχιεπίσκοπο Αντώνιο του Σαν Φρανσίσκο, αφού έγινε μία παννυχίδα στον τάφο του Αγίου, αποφάσισαν να τον ανοίξουν. Μόλις άνοιξαν την λάρνακα, είχε σκουριάσει λίγο το φέρετρο γιατί ήταν μεταλλικό, άνοιξαν με φόβο Θεού και προσευχή το φέρετρο. Το πρόσωπο του Αγίου ήταν σκεπασμένο με τον αέρα (κάποιο πανί) και η ματιά τους έπεσε στ’ άφθαρτα χέρια του Αγίου. Ξεσκέπασαν και το πρόσωπο του και αποκαλύφθηκε και το άφθαρτο πρόσωπο του. Μια υπερκόσμια πνευματική γαλήνη, μια ευλαβική σιωπή απλώθηκε παντού.

Βίωναν όλοι στιγμές θείας Χάριτος μπροστά στον Άγιο του Θεού. Αποφασίστηκε και την επόμενη χρονιά το 1994 στις 2 Ιουλίου να γίνει η ανακήρυξη του Αγίου επίσημα πλέον. Ο Θεός δεν μας εγκατέλειψε και μας έστειλε ένα μεγάλο Άγιο να πρεσβεύει για εμάς δίπλα στον Θρόνο του Θεού στα χρόνια αυτά της γενικής αποστασίας μας από τον Θεό.

Ο Καθεδρικός Ναός με τους χρυσούς τρούλους και που είναι αφιερωμένος στην Παναγία, στην χαρά των θλιβομένων, βρίσκεται στη λεωφόρο Γκίρι μεταξύ 26ης και 27ης λεωφόρου και είναι το κτίριο που δεσπόζει στην βορειοδυτική πλευρά του Σαν Φρανσίσκο. Ο Ναός είναι ορατός από πολλά σημεία της πόλης, ή έρχεσαι από τη θάλασσα ή από την γέφυρα Χρυσή πύλη. Το κουβούκλιο του τάφου βρίσκεται δύο πατώματα κάτω από το Ιερό. Κατεβαίνει σ’ ένα υπόγειο παρεκκλήσιο με χαμηλό αγιογραφημένο ταβάνι με τον Παντοκράτορα και με αγιογραφίες στους τοίχους και γυαλιστερό μαρμάρινο δάπεδο. Εδώ έρχονται καθημερινά, μετά την κοίμηση του οι πιστοί και προσεύχονται στον τάφο του. Χιλιάδες πιστοί επισκέπτονται τον Άγιο, άλλοι του στέλνουν γράμματα και ζητούν την βοήθεια του και τις προεσβείες του. Ζητούν το νήμα από τα κεριά που ανάβουν στον τάφο του και λίγες σταγόνες λάδι από την καντήλα που καίει εκεί.

Κάθε χρόνο στις 2 Ιουλίου τελείται η Θεία Λειτουργία και καταφθάνουν εκεί στο παρεκκλήσιο του τάφου του πλήθους κόσμου.
Στο κέντρο βρίσκεται η λάρνακα που είναι σκεπασμένη με τον μανδύα του Αγίου, γύρω υπάρχουν μανουάλια με κεριά αναμμένα. Στην κεφαλή της λάρνακας βρίσκεται τοποθετημένη η Επισκοπική μίτρα του Αγίου και η ποιμαντορική του ράβδος βρίσκεται στο κάτω μέρος της λάρνακας. Και εκεί βρίσκεται ένα αναλόγιο με το Ψαλτήρι που το διαβάζουν οι πιστοί όταν πηγαίνουν στο Άγιο και μετά του λένε τα προβλήματα τους. Σ’ ένα άλλο αναλόγιο δίπλα είναι η εικόνα των Εισοδίων της Παναγίας που την αφιέρωσε μια οικογένεια από την Κίνα στον Άγιο ως ευγνωμοσύνη που τους είχε βοηθήσει και έδωσε ένα ιερό όρκο η κυρία αυτή μαζί με την μητέρα της να δωρίσουν την εικόνα τους αυτή, το κειμήλιο τους στον Άγιο Ιωάννη στον τάφο του. Αυτή η εικόνα είχε έναν ιδιαίτερο νόημα για τον Άγιο, χωρίς αυτοί να το ξέρουν, γιατί στην ζωή μας τίποτα δεν συμβαίνει τυχαία. Αυτή την γιορτή των Εισοδίων της Παναγίας μας ο Άγιος την αγαπούσε πολύ, η κουρά του έγινε σε Μοναστήρι της Γιουγκοσλαβίας που ήταν αφιερωμένο στην εορτή των Εισοδίων. Επίσης την ημέρα των Εισοδίων πήγε ως Επίσκοπος στην Σαγγάη στον Ναό της Παναγίας μας που ονομαζόταν; «η αμαρτωλών Σωτηρία» και πάλι την ημέρα των Εισοδίων έρχεται στο Σαν Φρανσίσκο ως Επίσκοπος. Όταν παντρεύτηκε η κυρία αυτή πήγε στην Αμερική στον Σαν Φρανσίσκο και απέχτησαν έναν αγόρι των Ιωάννη. Όταν αργότερα κατατάχτηκε στο στρατό και θα τον έστελναν στον πόλεμο στο Βιετνάμ, το αγόρι που ευλαβείτο πολύ τον Άγιο Ιωάννη πήγε στον τάφο του και του άφησε μια φωτογραφία που είχε του Αγίου πάνω στην Επισκοπική του μήτρα, που βρίσκεται πάνω στην Λάρνακα και μετά από λίγες μέρες την πήρε ως ευλογία, την έβαλε στην τσέπη της στολής του στο μέρος της καρδιάς και πήγε στον πόλεμο. Και από ότι έγραφε στην μάνα του ο αξιωματικός γιος της ο Άγιος τον προστάτεψε και καμία σφαίρα δεν τον χτύπησε. Κάποτε το απόσπασμα του αιχμαλωτίστηκε και αυτός γλύτωσε, μία βόμβα έπεσε δίπλα τους, άλλοι τραυματιστήκαν σοβαρά και αυτός έμεινε αβλαβής.
Η καντήλα πάνω από τη Λάρνακα του Αγίου καίει συνεχώς. Έρχονται εδώ όλοι με μια παιδική πίστη να μιλήσουν στον Άγιο, να παραπονεθούν για τις θλίψεις τους και ο Άγιος τους ακούει και τους βοηθάει. Ο Άγιος θέλει να προσευχόμαστε και να μην ξεχνάμε να μνημονεύουμε τους κεκοιμημένους από ένα περιστατικό που φανερώθηκε στον ύπνο κάποιου ανθρώπου και του είπε: «να προσεύχεσαι για τους κεκοιμημένους». Επίσης και σ’ ένα διάκο φανερώθηκε και του είπε ότι: «είμαι πολύ ευτυχής που προσεύχεσαι για τους αρρώστους, πάντα να προσεύχεσαι και να επισκέφτεσαι τους αρρώστους». Σε κάποια γυναίκα που τον είδε στον ύπνο της, της είπε: «πείτε στον κόσμο παρόλο που έχω πεθάνει είμαι ακόμα ζωντανός» μία νοσοκόμα διηγείται ότι ένα βράδυ ένας σοβαρά άρρωστος ζητούσε τον Άγιο να πάει εκεί ένοιωθε ότι θα πέθαινε, είχε όμως ξεσπάσει μια καταιγίδα και με τον αέρα που φυσούσε κόπηκε το ρεύμα, δεν λειτουργούσαν και τα τηλέφωνα και η νοσοκόμα του είπε ότι τώρα δεν μπορούμε να τον ειδοποιήσουμε το πρωί θα πάει κάποιος στον Επίσκοπο. Σε μισή ώρα ακούστηκαν κτύποι στην είσοδο του Νοσοκομείου και όταν ρώτησε ο μισοκοιμισμένος φύλακας, ποιος είναι; – Ανοίξτε την πύλη, είμαι ο Επίσκοπος Ιωάννης, με κάλεσαν και με περιμένουν. Άνοιξε ο φύλακας και ο Άγιος διέσχισε γρήγορα τον διάδρομο και ρώτησε την νοσοκόμα: «ποιος είναι ο άρρωστος που με περιμένει, πήγαινε με σε αυτόν». Πως ο Άγιος διάβασε την σκέψη του αρρώστου και πήγε μέσα στην καταιγίδα στο νοσοκομείο δίπλα του; ήταν προορατικός και τα αψηφούσε όλα για τους ασθενείς του. Επειδή ταξίδευε συχνά αεροπορικώς και η σωρός του πάλι αεροπορικώς ήρθε από το Σιάτλ στο Σαν Φρανσίσκο, θεωρείται προστάτης των ταξιδευόντων αεροπορικώς, αλλά επειδή γλύτωσε κάποιος από τροχαίο θεωρείται και προστάτης των ταξιδιωτών.
Μια δασκάλα φωνητικής, η Άννα, είχε βοηθήσει τον Άγιο στην Σαγγάη που ήταν. Του μάθαινε να προφέρει σωστά τα φωνήεντα, γιατί είχε πρόβλημα με το κάτω σιαγόνι του και δεν μπορούσε να προφέρει τις λέξεις. Από την πολλή νηστεία ήταν εξαντλημένος ο οργανισμός του και κρεμόταν πολύ το κάτω σιαγόνι του. Αυτός πάντα της έδινε σε κάθε επίσκεψη 20 δολλάρια. Μόλις άρχιζε την νηστεία, άρχιζε πάλι το ελάττωμα αυτό και τον επισκεφτόταν συχνά. Το 1945 τραυματίστηκε στον πόλεμο σοβαρά και ζητούσε να ‘ρθει στο νοσοκομείο ο Άγιος να την κοινωνήσει. Όμως είχε άσχημο καιρό με ανεμοθύελλα. Ήταν 10 με 11 την νύχτα, οι γιατροί της είπαν δεν μπορεί να γίνει αυτό, επειδή ήταν περίοδος πολέμου και το νοσοκομείο έκλεινε μετά την δύση του ηλίου. Το πρωί θα ειδοποιούσαν τον Επίσκοπο. Εγώ φώναζα: έλα Βλαντίκα, και ξαφνικά ανοίγει η πόρτα του θαλάμου και μπαίνει μέσα ο Άγιος μουσκεμένος από την βροχή. Τον άγγιξα γιατί νόμισα πως ήταν το πνεύμα του, εκείνος χαμογέλασε, με κοινώνησε και εγώ κοιμήθηκα. Όταν αργότερα ξύπνησα τους είπα ότι ήρθε ο Άγιος και με κοινώνησε, αυτοί όμως δεν με πίστεψαν το νοσοκομείο κλείνει μετά την δύση μου είπαν, οι πόρτες είναι κλειστές. Μία άλλη ασθενής τους είπε ότι πράγματι είχε έρθει ο Άγιος εκεί, αλλά ούτε εκείνη την πίστεψαν. Και ενώ η νοσοκόμα που δεν την πίστευε της έφτιαχνε το προσκέφαλο, βρήκε 20 δολλάρια. Ο Άγιος όταν ήρθε της άφησε και λεφτά γιατί δεν είχε τίποτα εκείνο το διάστημα. Τα χρόνια πέρασαν, όταν έφυγε ο Άγιος για το Σαν Φρανσίσκο, ήρθε και εκείνη εκεί και ήθελε να την ψάλλει και να την κηδέψει ο Άγιος. Και πράγματι το 1968 πέθανε το βράδυ της Μεταμορφώσεως από αέριο από γκάζι του σπιτιού της και μία άλλη κυρία, η Όλγα, είδε στον ύπνο της εκείνο το βράδυ τον Άγιο μέσα στον Ναό να θυμιάζει ένα φέρετρο με την Άννα μέσα και να της ψέλνει τόσο ωραία την νεκρώσιμη ακολουθία. Έτσι ο Άγιος της εκπλήρωσε την επιθυμία της. Το πρωί έμαθε η Όλγα ότι εκείνο το βράδυ πέθανε η Άννα.
Της Ζηναίδας της είχε αναθέσει τα δωρεάν γεύματα για πτωχούς, έπαιρνε λεφτά από το ταμείο του Αρχιεπισκόπου, ένα ποσό των 20 δολαρίων κάθε μήνα για το σκοπό αυτό. Μια μέρα της έκανε δώρο 10 γαλλικά φράγκα, εγώ λέει η Ζηναίδα, τα ξόδεψα όλα για το σκοπό αυτό και ειδικά αυτόν τον μήνα έκανα πολλά έξοδα και χρώσταγα 70 δολλάρια. Δεν ήξερα τι να κάνω, έκανα προσευχή στον Άγιο (γιατί έλειπε στην Αμερική), του ζητούσα να με βοηθήσει, κάνω αυτό που μου είπες, αλλά τώρα έχω πολλά προβλήματα, βοήθησε με. Και το πρωί ο ταχυδρόμος της έδωσε ένα γράμμα από το ταμείο του Αρχιεπισκόπου. Νόμισε πως θα ήταν τα συνηθισμένα 20 δολλάρια μέσα, όταν όμως το άνοιξε βρήκε 70 δολάρια, ακριβώς όσα χρωστούσε. Πήγε λοιπόν και ξεχρέωσε, έγραψε και ένα ευχαριστήριο γράμμα και τον επόμενο μήνα ήταν πάλι τα καθιερωμένα 20 δολλάρια. Εκείνα τα λεφτά της τα είχε στείλει ο Άγιος. Πριν φύγει της ανέθεσε να φροντίζει ένα ορφανό παιδί, τον Βλαντιμίρ. Αλλά κάτι με τα δωρεάν γεύματα, κάτι με την ηλικιωμένη μητέρα της και τον θείο της έσπασαν τα νεύρα της και άρχισε να παρακαλεί τον Άγιο να τη βοηθήσει να τα βγάλει πέρα. Θα τα παρατήσω, έλεγε, δεν αντέχω άλλο. Και το βράδυ είδε στον ύπνο της τον Άγιο να έρχεται σπίτι της και να πηγαίνει σε αυτήν μόνο και να την ευλογεί. Το πρωί ο ταχυδρόμος της έφερε ένα δέμα, ένα περιοδικό που είχε την μορφή του Αγίου όπως τον είχε δει στον ύπνο της και στο εξώφυλλο ένα σημείωμα: «Στην Ζηναίδα». Αμέσως πήρε χαρά και δύναμη να συνεχίσει τον αγώνα της αυτό. Άλλη μια φορά την έσωσε από βέβαιο θάνατο. Μια μέρα ενώ θα έβγαινε έξω, κοιτώντας από το παράθυρο τον κόσμο είχε ανάμεσα σε κάτι αυτοκίνητα κάτι σαν μια μικρή σωλήνα, την κυρίεψε η περιέργεια και άρχισε να ντύνεται για να πάει κάτω να δει να το κλωτσήσει. Τότε κτυπάει η πόρτα, ανοίγει ήταν ο Άγιος. Μπήκε μέσα, κάθισε στην πολυθρόνα 5 λεπτά και έφυγε χωρίς να της πει τίποτα. Τότε ξανακτυπά στο παράθυρο και είδε αστυνομικούς στο δρόμο να παίρνουν με πολλή προσοχή αυτό το παράξενο πράγμα. Κατέβηκε γρήγορα κάτω και έμαθε ότι ήταν βόμβα και θα ήτα νεκρή που σκεφτόταν να το κλωτσήσει εάν δεν την καθυστερούσε ο Άγιος Ιωάννης.
Μια κυρία άρρωστη με πρόβλημα καρδιάς, φορούσε μια κονκάρδα με τον Άγιο Ιωάννη και μια μέρα λιποθύμησε στην Εκκλησία, τότε ο ψάλτης την σταύρωσε με την κονκάρδα, προσευχήθηκε στον Άγιο Ιωάννη να την κάνει καλά και πράγματι αμέσως συνήλθε.
Μια μέρα λέει η Ζηναίδα είχε μαγειρέψει η μητέρα της ένα φαγητό, τα βαρενίκι, που το τρώνε πολύ στην Ρωσία είναι ένα είδος ζυμαρικών με τυρί και θα πήγαινε στον Επίσκοπο Ιωάννη. Τα είδε στο τραπέζι ο θείος της και τα λαχτάρησε, πήγε η Ζηναίδα στον Άγιο μετά το φαγητό μαζί με τα βερανίκι και ο Άγιος έφαγε πολύ λίγο από τα τρόφιμα που του πήγε, τα βερενίκι όμως δεν τα άγγιξε καθόλου, τον πίεζε να φάει η Ζηναίδα, όμως αυτός δεν έφαγε καθόλου λες και προγνώριζε ότι τα είχε λαχταρήσει ο θείος της.
Κάποτε σκεφτόταν να πάει να του ζητήσει ευλογία να πάει σε Μοναστήρι. Το βράδυ τον είδε στον ύπνο της και δεν της έδινε ευλογία και κοιτώντας στον τοίχο της λέει: για χάρη του μείνε, και άνοιξε ο τοίχος και βγήκε ένα μωρό. Εκείνη έκλαιγε και ξύπνησε και σε λίγες μέρες γέννησε η γυναίκα του αδελφού της, αλλά αρρώστησε από φυματίωση και πάνω στον μήνα πέθανε, και ο αδελφός της της έδωσε να μεγαλώσει το μωρό. Γι΄ αυτό τότε της είχε πει ο Άγιος αυτά τα λόγια. Τον νοιώθει τόσο κοντά της τον Άγιο Ιωάννη η Ζηναίδα ακόμη και τώρα που έχει πεθάνει. Κάποτε θα πήγαινε με τον ανηψιό της, τον Φιλίπ, στην Αμερική και ο ανηψιός της τα χάλασε τα λεφτά του, θα ‘χει η θεία μου, έλεγε, και δεν τους έφταναν για τα εισιτήρια. Της είχε στείλει και λίγα χρήματα κάποιος γνωστός της αρχιμανδρίτης εις μνήμη του αγαπημένου Επισκόπου Ιωάννη. Και αποφάσισαν να πάνε, αλλά τα χάλασε ο ανηψιός της τα δικά του και άρχισε να προσεύχεται στον Άγιο να την βοηθήσει. Έλεγε. Εάν νομίζεις πως αυτό το ταξίδι θα ‘ναι για το καλό του Φιλίπ, βοήθησε μας. Και εκείνη την ημέρα πήρε ένα σημείωμα από το ταχυδρομείο 7.700 φράγκων στ’ όνομα της, ακριβώς το ποσό που χρειάζονταν για τα εισιτήρια. Πήγε στο ταχυδρομείο και της είπαν ότι μπορεί να πάρει αμέσως σήμερα τα χρήματα και τα πήρε χωρίς να χει μαζί της ούτε καν την ταυτότητά της. Ευχαρίστησα τον Άγιο που πάντα με βοηθάει. Ήθελε να πάρει κόκκινες κρυστάλλινες καντηλόκουπες από την Αμερική (γιατί στην Γαλλία δεν έβρισκε) και όλο το ξεχνούσε εκεί που γύριζε στην Αμερική, και μόλις πήγαν στον τάφο του Αγίου, αμέσως το θυμήθηκε και πήγε μετά και αγόρασε, ο Άγιος την βοήθησε να τις θυμηθεί. Την ευλογία του Αγίου Ιωάννη να έχουμε όλοι μας.

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΑΓΓΑΗΣ ΚΑΙ ΣΑΝ ΦΡΑΝΣΙΣΚΟ

Απολυτίκιον.
Ήχος πλ. Α’

Τον συνάναρχον Λόγον.

Ιωάννη Μαξίμοβιτς, αγγελόμορφε, ιεραρχών θεοφόρων και διδασκάλων σοφών εκλαμψάντων άρτι σάπφειρε πολύτιμε, ως Ορθόδοξων ασκητών καλλονήν και ποταμόν αστείρευτον θαυμασίων, σε ανυμνούντες ευχάς σου θερμάς προς Κύριον αιτούμεθα.

Κοντάκιον
Ήχος πλ. δ’. Τη Υπερμάχω

Τον ταπεινόν, απλούν, φιλόθεον, φιλάρετον, σεμνόν, μακρόθυμον, πραυν και ευμπάθητον, ευφημήσωμεν Ορθόδοξον ιεράρχην, Ιωάννην τον Μαξίμοβιτς, μελίσμασιν ως θαυμάτων φρέαρ όντως ακεσώδυνον, πόθω κράζοντες, Χαίροις, χάριτος σκήνωμα.

Μεγαλυνάριον.

Χαίροις, ιεράρχα νεοφανές, μάκαρ Ιωάννη, ταπεινώσεως κορυφή, χαίροις, ο ανύσας ουρανοδρόμον άρτι πορείαν και θαυμάτων κρήνη γενόμενος.

(Από την Ακολουθία του Αγίου ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ, εκδ. Ι. Μονής Αγίου Νεκταρίου Τρίκορφου Φωκίδος 2006).

Πηγή: Ο Όσιος Φιλόθεος της Πάρου Τεύχος 23 Μάιος – Αύγουςτος 2008
Εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη” Θεσσαλονίκη

>Ένας άγιος των καιρών μας. Ο Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς(Επίσκοπος Σαγγάης και Σαν Φρανσίσκο) ο Θαυματουργός

Ιούν 201030

>Αφιερωμένο στη Βάσω

Σύντομη βιογραφία του Αγίου Ιωάννη Μαξίμοβιτς (1896 – 1966)

Ο Άγιος Ιωάννης γεννήθηκε στις 4 Ιουνίου το 1896 στο χωριό Αντάμοβκα της επαρχίας Χαρκώβ της Νότιας Ρωσίας. Ήταν απόγονος της αριστοκρατικής οικογένειας Μαξίμοβιτς που ένα μέλος αυτής της οικογένειας ανακηρύχτηκε Άγιος του 1916 και είναι ο ιεράρχης Ιωάννης Μαξίμοβιτς Μητροπολίτης Τομπόλσκ που το λείψανό του παραμένει άφθαρτο μέχρι σήμερα στο Τομπόλσκ. Ο Άγιος αυτός Ιεράρχης Ιωάννης εκοιμήθη στις αρχές του 18ου αιώνος αλλά μεταλαμπάδευσε την χάρη του στον μακρινό του ανηψιό, το Μιχαήλ (γιατί αυτό ήταν το βαπτιστικό όνομα του Αγίου Ιωάννη και όταν έγινε αργότερα μοναχός πήρε το όνομά του θείου του. Ο πατέρας του, ο Μπόρις ήταν στρατάχης των ευγενών σε μία επαρχία του Χαρκώβ και ο θείος του ήταν πρύτανις Πανεπιστημίου Κιέβου. Η σχέση του με τους γονείς του ήταν πάντα άριστη. Κατά την παιδική του ηλικία ο Μιχαήλ ήταν φιλάσθενος και έτρωγε λίγο. Ήταν ήσυχο παιδί και πολύ ευγενικός και είχε βαθειά θρησκευτικότητα. Όταν έπαιζε, έντυνε τα στρατιωτάκια του μοναχούς, μάζευε εικόνες, θρησκευτικά βιβλία και του άρεσε να διαβάζει βίους Αγίων. Τα βράδια στεκόταν όρθιος για πολλή ώρα προσευχόμενος. Επειδή ήταν ο μεγαλύτερος από τα 5 αδέλφια του ήταν αυτός που γνώριζε τόσο καλά τους βίους των Αγίων και έγινε και ο πρώτος δάσκαλος τους στην πίστη. Ήταν πολύ αυστηρός με τον εαυτό του στην εφαρμογή των εκκλησιαστικών και εθνικών παραδόσεων. Τόσο πολύ εντυπωσίασε την παιδαγωγό του που ήταν Γαλλίδα και καθολική που επηρεάστηκε από την χριστιανική ζωή του μικρού Μιχαήλ και βαπτίστηκε Ορθόδοξος.
Είχαν μια εξοχική κατοικία κοντά σ’ ένα Μοναστήρι που το επισκεφτόταν τακτικά ο μικρός Μιχαήλ. Σε ηλικία 11 ετών οι γονείς του Μπόρις και Γλαφύρα τον
έστειλαν στην Στρατιωτική σχολή της Πολτάβα που συνέχισε να ζει με ριζωμένη βαθειά την πίστη του γιατί όταν τα παιδιά λείπουν για αρκετό καιρό από το σπίτι τους επηρεάζονται εύκολα οι νέες τους ψυχές. Αυτός όμως έμεινε σταθερός στην πίστη του. Εκεί συνάντησε και τον Επίσκοπο της Πολτάβα τον Θεοφάνη που ήταν ένας πολύ αγαπητός Ιεράρχης που επηρέασε τον Μιχαήλ. Σε μια στρατιωτική παρέλαση ενώ περνούσαν από τον Καθεδρικό Ναό ο μικρός Μιχαήλ (ήταν τότε 13 ετών) έκανε τον σταυρό του, οι συμμαθητές του γελούσαν και τον κορόιδευαν, τιμωρήθηκε από τις αρχές για την πράξη του αυτή, όμως ο πρίγκιπας Κωνσταντίνος που ήταν προστάτης της Σχολής είπε να μην τιμωρηθεί ο δόκιμος Μιχαήλ γιατί με την πράξη του αυτή δηλώνει βαθειά και υγιή θρησκευτικά αισθήματα. Το 1914 τελείωσε την Στρατιωτική σχολή και ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές του στην Θεολογική Σχολή του Κιέβου αλλά οι γονείς του επέμεναν να πάει στην Νομική σχολή και ο Μιχαήλ κάνει υπακοή στους γονείς του. Και όπως παρατηρούσαν οι συμμαθητές του αυτός περισσότερο διάβαζε τους βίους των Αγίων από τα μαθήματα του, ωστόσο όμως ήταν καλός μαθητής. Τα χρόνια πέρασαν και τελείωσε τις σπουδές του. Τότε άρχισε ένα αντιχριστιανικό ρεύμα ν’ απλώνεται στην Ρωσία, όμως ο Μιχαήλ είχε βαθειά μέσα του την πίστη και ήταν τολμηρός. Το εκκλησιαστικό συμβούλιο του Χάρκων συζητούσε να ξεκρεμάσουν την ασημένια καμπάνα του Ι. Ναού και να την λιώσουν.
Όλοι συμφώνησαν, άλλοι φοβόντουσαν ν’ αντιδράσουν και ετοιμάζονταν να το κάνουν αυτό, όμως ο Άγιος διαφώνησε μαζί με λίγους και άρχισαν οι συλλήψεις. Οι γονείς του είπαν να φύγει να κρυφτεί, όμως ο Μιχαήλ τους είπε: «Δεν υπάρχει τόπος που μπορεί κανείς να κρυφτεί από το θέλημα του Θεού και ότι χωρίς το θέλημα του Θεού δεν γίνεται τίποτα, δεν πέφτει ούτε μία τρίχα από το κεφάλι μας». Έτσι φυλακίστηκε και μετά από 1 μήνα τον άφησαν ελεύθερο, ξανά συλλαμβάνεται και αφού διαπίστωσαν ότι δεν τον ενδιέφερε εάν θα ήταν ελεύθερος ή φυλακισμένος, τον έβγαλαν από την φυλακή. Ο Μιχαήλ ζούσε σε άλλο κόσμο και ποθούσε τον Θεό. Το 1921 φεύγει όλη η οικογένεια του (αφού ξέσπασε στη Ρωσία εμφύλιος πόλεμος) και πάνε στην Γιουγκοσλαβία όπου σπούδασε στο Βελιγράδι στην Θεολογική σχολή και για να μπορεί να τα βγάζει πέρα πουλούσε εφημερίδες. Το 1924 χειροτονήθηκε αναγνώστης στην Ρωσική Εκκλησία του Βελιγραδίου από τον Επίσκοπο Αντώνιο και το 1926 χειροτονήθηκε διάκος και εκάρη μοναχός με τ’ όνομα Ιωάννης στο Μοναστήρι του Μίλκοβ. Αργότερα μέχρι το 1934 διορίστηκε στην Ιερατική σχολή στην πόλη Βιτώλ της Σερβίας και τελούσε λειτουργίες και στα Ελληνικά για τους Έλληνες της περιοχής που τον αγαπούσαν πολύ. Εκεί στην Ιερατική σχολή φρόντιζε πολύ για τους μαθητές του, πήγαινε στα δωμάτια τους τα βράδια και τους σκέπαζε, τους σταύρωνε και έφευγε. Αυτός δεν κοιμόταν καθόλου σε κρεβάτι και τις λίγες ώρες που ξεκουραζόταν τα βράδια κοιμόταν σε καθιστή στάση ή γονατιστός στο πάτωμα μπροστά στα εικονίσματα. Όταν έφευγαν οι μαθητές για διακοπές στα σπίτια τους μιλούσαν με θαυμασμό για τον καθηγητή τους τον Βλαντίκα Ιωάννη που πάντα προσευχόταν, που ποτέ δεν είχε κοιμηθεί στο κρεβάτι, που νήστευε αυστηρά και λειτουργούσε και κοινωνούσε καθημερινά. Το 1934 αποφασίζουν να τον εκλέξουν Επίσκοπο, ο Άγιος αρνείται και τους λέει ότι έχει πρόβλημα στην ομιλία του, αυτοί του λένε ότι και ο Μωυσής είχε πρόβλημα και τον εκλέγουν και τον χειροτονούν Επίσκοπο για την Σαγγάη. Φτάνει στις 21 Νοεμβρίου το 1934 στην Σαγγάη και βρίσκει μια μισοκτισμένη Εκκλησία και με κάποια προβλήματα στους κατοίκους εκεί που προσπάθησε να τους βοηθήσει ώστε να ‘ρθει η ειρήνη, οργάνωσε ορφανοτροφείο και το αφιερώνει στον Άγιο Τύχωνα του Ζαντόσκο που αγαπούσε τα παιδιά.


Μάζευε άρρωστα φτωχά και πεινασμένα παιδιά από τους δρόμους και τα στενά της Σαγγάης και ξεκίνησε με 8 παιδιά και στο τέλος έφτασε τα 3.500 παιδιά.

Έτρωγε μια φορά την ημέρα στις 11 το βράδυ. Κατά την διάρκεια της πρώτης και της τελευταίας εβδομάδας της Μ. Σαρακοστής δεν έτρωγε απολύτως τίποτα και την υπόλοιπη νηστεία όπως και στην νηστεία των Χριστουγέννων έτρωγε μόνο πρόσφορο.
Τις νύχτες προσευχόταν πολύ και όταν αισθανόταν εξάντληση, όπως ήταν γονατιστός, έβαζε το κεφάλι του στο πάτωμα και κοιμόταν λίγο μέχρι να πάει το πρωί στην Θεία Λειτουργία και άρρωστος να ήταν θα λειτουργούσε. Δεν ήταν μόνο ένας μεγάλος ασκητής αλλά ο Θεός του είχε δώσει και το προορατικό χάρισμα και οι προσευχές του έφερναν την θεραπεία. Καθημερινά επισκεπτόταν τους ασθενείς του, τους εξομολογούσε και τους κοινωνούσε. Σε σοβαρά ασθενείς σκεκόταν ώρες δίπλα τους προσευχόμενος και γονατιστός και γινόταν πολλές φορές το θαύμα.
Οι Επίσκοποι της Συνόδου αποφασίζουν και τον στέλνουν στην Επισκοπή του Παρισιού και των Βρυξελλών. Έτσι ο Άγιος τελούσε θείες λειτουργίες στα Γαλλικά, στα Ολλανδικά, όπως τελούσε πρώτα στα Ελληνικά, στα Κινέζικα και στα Αγγλικά. Δεν επέτρεπε στις γυναίκες που είχαν κραγιόν να ασπαστούν τις εικόνες και τον Τίμιο Σταυρό. Μια πνευματική του κόρη η Ζηναίδα Ζουλιέμ, που τον υπηρέτησε στην Γαλλία μας αναφέρει μερικά περιστατικά από την προορατικότητα του Αγίου.

Γνώρισα λέει για πρώτη φορά τον Άγιο πηγαίνοντας στο σπίτι του στις Βερσαλλίες, ένα κελλί που ήταν ένα μικρό δωμάτιο με μικρά κουτιά με γράμματα μέσα, ένα τραπέζι, ένα καναπέ και μια σακούλα με ξερά πρόσφορα. Φορούσε πέδιλα ή παντόφλες και πολλές φορές ήταν και ξυπόλητος γιατί τα έδινε στους φτωχούς. Κάλτσες δεν φορούσε, ανεξάρτητα από τις καιρικές συνθήκες. Του ζήτησε να πάει να εργαστεί σε κάποια περιοχή και ήρθε να της δώσει ευλογία, όμως ο Άγιος της είπε να πάει σε κάποια άλλη περιοχή να εργαστεί και όπως πράγματι έτσι και έγινε λες και το πρωτογνώριζε. Τον γνώρισε το 1958 και ο πατέρας της πεθανε το 1957, πριν πεθάνει της είπε: «απόψε μ’ επισκέφθηκε ένας μοναχός κοντός με μαύρα» και αναρωτιόταν, ποιος να ήταν τότε δεν ήξερε τον Άγιο Ιωάννη. Όταν τον γνώρισα λοιπόν λέει η Ζηναίδα, μια μέρα ενώ ήμουνα στο σπίτι του σκεφτόμουν, κρίμα, εάν τον είχα γνωρίσει τότε που ήταν άρρωστος ο πατέρας μου θα προσευχόμουν και θα γινόταν καλά τότε ο Άγιος στράφηκε και της λέει: ξέρεις, επισκέφτηκα τον πατέρα στου όταν ήταν άρρωστος στο νοσοκομείο και άνοιξε τον μικρό του κατάλογο και βρήκε στην σελίδα τ’ όνομα του πατέρα μου «Βασίλειος Ζουλιέμ». Πως είναι δυνατόν να γνώριζε τις σκέψεις μου εάν δεν ήταν προορατικός, άρα δεν ήταν θέλημα Θεού να ζήσει ο πατέρας μου.
Πολλές φορές ήθελα να τον ρωτήσω πολλά αλλά ήταν απασχολημένος και το βράδυ που θα ήταν η κατάλληλη στιγμή να τον ρωτήσω εγώ τα είχα ξεχάσει και εκείνος ενώ έτρωγε την σούπα του σιγοψιθύριζε και άκουγα όλα όσα ήθελα να μάθω από τις ερωτήσεις που σκεφτόμουν να του κάνω και ο Άγιος σαν να τις γνώριζε και μου τις απαντούσε. Όταν αργότερα θα έφευγε για το Σαν Φρανσίσκο στεναχωριόμουν πολύ και ενώ μας μιλούσε στην Εκκλησία εγώ έκλαιγα και τότε γυρίζει και μου λέει: «οι άνθρωποι που έχουν τους ίδιους στόχους και αγωνίζονται για την κατάκτηση του ιδίου πράγματος έχουν ενότητα ψυχής και δεν αισθάνονται την απόσταση του χωρισμού, η απόσταση δεν μπορεί να γίνει εμπόδιο στην πνευματική ενότητα των ανθρώπων σε μία ψυχή». Και αμέσως ηρέμησα. Όταν προσευχόταν στην Αγία Τράπεζα το Άκτιστο Φως τον έλουζε και δεν πατούσε στην γη. Πάντοτε ράντιζε με αγιασμό τον Ναό και το γραμματοκιβώτιο που έριχνε τα γράμματα του μόνος του αφού τα σταύρωνε πήγαινε ξυπόλητος στο χιόνι και στην βροχή και τα έριχνε. Όταν έφυγε στην Αμερική άλλαξαν το γραμματοκιβώτιο με άλλο καινούργιο, εγώ στεναχωρέθηκα και όταν αργότερα ήρθε πάλι για λίγο στην Γαλλία ο Άγιος τον είδα να παίρνει τον αγιασμό και να πηγαίνει να ραντίσει το νέο γραμματοκιβώτιο χωρίς εγώ να του έχω πει τίποτα. Μια μέρα περνώντας από τον Ναό άκουσε κλάματα, προχώρησε μέχρι το ιερό κοιτώντας μέσα είδε τον Άγιο να είναι γονατιστός πίσω από την Αγία Τράπεζα και να κλαίει γοερά για τα προβλήματα των άλλων, Δεν άντεχε η ψυχή της να τον ακούει που έκλαιγε και έφυγε αθόρυβα από τον Ναό.
Πριν φύγει για την Αμερική της είχε πει: όταν εσύ Ζηναίδα είσαι άρρωστη ή κάποιος άλλος να με ειδοποιείτε να έρθω και πράγματι μόλις διάβαζαν την Παράκληση θεραπευόταν. Το 1962 στις 21 Νοεμβρίου τον στέλνουν στο Σαν Φρανσίσκο ως Επίσκοπο στην Ρωσική Εκκλησία της διασποράς. Γύρω στο λαιμό του είχε δέσει μια δερμάτινη θήκη με την εικόνα της Παναγίας μέσα, που είχε φέρει από την Ρωσία. Όταν πήγαινε στους ασθενείς διάβαζε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας και γινόταν το θαύμα. Αγαπούσε πολύ τα παιδιά και τα κοιτούσε με το στοργικό του βλέμμα, όλοι δεν ξεχνούσαν το ζεστό του βλέμμα, όταν σε κοίταζε ήξερες ότι εκείνη την στιγμή ήσουν το πιο αγαπημένο πρόσωπο στον κόσμο. Συνήθιζε να περπατά ξυπόλητος ακόμα και στο πιο άγριο τσιμέντο στο πάρκο στις Βερσαλίες, έτρωγε μια φορά την ημέρα στις 11 το βράδυ και μόνο όταν κάποιος φρόντιζε γι’ αυτό, αλλιώς το παρέλειπε και αυτό. Τελούσε καθημερινά την Θεία Λειτουργία και το Άγιο Δισκάριο ήταν πάντοτε γεμάτο γιατί μνημόνευε πλήθος ονομάτων από κάθε τσέπη του έβγαζε χαρτάκια με ονόματα και κάθε μέρα προστίθενται και άλλα ονόματα από τα γράμματα που του έστελναν και του ζητούσαν να κάνει προσευχή. Στην Μεγάλη Είσοδο των Τιμίων Δώρων ξαναδιάβαζε πάλι τα ονόματα που εντωμεταξύ του είχαν δώσει και άλλα και αργούσε πολύ. Μετά την θεία Λειτουργία παρέμενε για ώρες στην Εκκλησία. Με περισσή φροντίδα καθάριζε το Άγιο Δισκοπότηρο και το Άγιο Δισκάριο, την Αγία Τράπεζα και την Αγία Πρόθεση. Παράλληλα έτρωγε λίγο πρόσφορο και έπινε άφθονο ζεστό νερό. Τα γράμματα που λάβαινε τα διάβαζε το απόγευμα μετά τη θεία λειτουργία αφού έβαζε ένα πρόσωπο εμπιστοσύνης και τα άνοιγε μην τυχόν και υπάρχει σε κάποιο γράμμα επείγουσα ανάγκη. Πολλές φορές έλεγε το περιεχόμενο των γραμμάτων πριν ακόμα τα διαβάσει, είχε το χάρισμα της προορατικότητας. Πολλές φορές εκεί στην Σαγγάη που ήτα γύριζε έξω τι νύχτες και έδινε ψωμί και χρήματα στους αστέγους και ζητιάνους, ακόμη και σε μεθυσμένους.

Το Σάββατο στις 2 Ιουλίου το 1966 ο Άγιος έφυγε από αυτή την ζωή. Είχε πάει στο Σιάτλ μαζί με την θαυματουργική εικόνα της Παναγίας του Κούρσκ. Μόλις τελείωσε την Θεία Λειτουργία και αφού πέρασε 3 ώρες προσευχόμενος μέσα στο ιερό πήγε στο δωμάτιο του να ξεκουραστεί, κάθισε στην πολυθρόνα του και στις 4 παρά δέκα το απόγευμα κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο ήρεμα χωρίς πόνο. Ακούστηκες ένας θόρυβος και όταν μπήκαν μέσα τον βρήκαν κάτω πεσμένο από την πολυθρόνα του και όπως λένε προγνώριζε την ημέρα του θανάτου του εκ των προτέρων και ήξερε ότι ο θάνατος του πλησιάζει και είχε προετοιμαστεί όπως οι μεγάλοι Άγιοι της Εκκλησίας μας. Γι’ αυτό και εκείνη την ημέρα του θανάτου του έστειλε ένα γράμμα στέλνοντας για τελευταία φορά την ευλογία του στις μοναχές της Λέσνα στην Γαλλία που τόσο πολύ τον είχαν βοηθήσει και εξυπηρετήσει. Σχεδόν 24 ώρες αργότερα το σώμα του έφθασε στον Καθεδρικό Ναό του Σαν Φρανσίσκο που ο ίδιος είχε ολοκληρώσει. Τον προϋπάντησαν οι κληρικοί, έγινε ολονύχτια αγρυπνία που κράτησε 4 ώρες, όλη την νύχτα διάβαζαν το ψαλτήρι και όλοι αγρυπνούσαν για τελευταία φορά μαζί του. Ο κόσμος ερχόταν για να προσκυνήσει και να χαιρετήσει για τελευταία φορά τον Δεσπότη τους.
Όλοι οι Ιεράρχες που τον γνώριζαν μιλούσαν για την ασκητική του ζωή. Μια ζωή όλο αγώνα πνευματικό που δεν είχε ξαπλώσει για 40 χρόνια σε κρεβάτια από τότε που έγινε μοναχός, που κοιμόταν μόνο μία ή δύο ώρες το βράδυ είτε όρθιος, είτε γονατιστός και σκυφτός στο πάτωμα, πολλές φορές κοιμόταν για λίγο απαντούσε κανονικά στο τηλέφωνο, όπως μαρτυρεί κάποιος που έτυχε να’ ναι μπροστά του στο δωμάτιο του, ενώ μιλούσε του έπεσε το ακουστικό λίγο πάνω στα γόνατα και κοιμισμένος, όπως ήταν, απαντούσε σαν ν’ άκουγε τον συνομιλητή του. Όλοι ένοιωσαν ότι είχαν μείνει ορφανοί γιατί ο Άγιος έδειχνε κατανόηση στον καθένα τους και πολλή αγάπη.

Τον κήδεψαν στις 7 Ιουλίου το απόγευμα. Το σώμα του τόσες μέρες δεν είχε κανένα σημάδι αποσύνθεσης και όλοι ακουμπούσαν επάνω του σταυρούς λουλούδια και νήπια για να πάρουν την ευλογία και μερικοί Ιεράρχες τα εγκόλπιά τους.

Ο Ναός ήταν αφιερωμένος στην Παναγία, «στην Χαρά όλων των θλιβομένων». Εδώ υπηρέτησε τον Θεό και τους ανθρώπους και εδώ αναπαύεται ο Άγιος. Μετά το τελευταίο ασπασμό έγινε 3 φορές η λιτάνευση του Ιερού λειψάνου του γύρω από τον Ναό. Το φέρετρο το βάσταζαν ορφανά που ο Άγιος είχε σώσει και μεγαλώσει στην Σαγγάη. Ένας Ιεράρχης παρομοίασε την λιτάνευση του Αγίου με την λιτάνευση του Επιταφίου του Χριστού την Μεγ. Παρασκευή. Ετάφη σ’ ένα μικρό υπόγειο παρεκκλήσιο κάτω από το Ιερό. Όλοι έφερναν στην μνήμη τους τον Άγιο Σεραφείμ του Σάρωφ που τους είχε υποσχεθεί ότι και μετά την κοίμηση του θ’ άκουγε τις προσευχές τους και τις θλίψεις τους όπως συμβαίνει σ’ έναν ζωντανό άνθρωπο. Έτσι πήγαιναν τακτικά στον τάφο τους. Το φθινόπωρο του 1993 η Σύνοδος των Επισκόπων της Αμερικής με υπεύθυνο τον Αρχιεπίσκοπο Αντώνιο του Σαν Φρανσίσκο, αφού έγινε μία παννυχίδα στον τάφο του Αγίου, αποφάσισαν να τον ανοίξουν. Μόλις άνοιξαν την λάρνακα, είχε σκουριάσει λίγο το φέρετρο γιατί ήταν μεταλλικό, άνοιξαν με φόβο Θεού και προσευχή το φέρετρο. Το πρόσωπο του Αγίου ήταν σκεπασμένο με τον αέρα (κάποιο πανί) και η ματιά τους έπεσε στ’ άφθαρτα χέρια του Αγίου. Ξεσκέπασαν και το πρόσωπο του και αποκαλύφθηκε και το άφθαρτο πρόσωπο του. Μια υπερκόσμια πνευματική γαλήνη, μια ευλαβική σιωπή απλώθηκε παντού.



Βίωναν όλοι στιγμές θείας Χάριτος μπροστά στον Άγιο του Θεού. Αποφασίστηκε και την επόμενη χρονιά το 1994 στις 2 Ιουλίου να γίνει η ανακήρυξη του Αγίου επίσημα πλέον. Ο Θεός δεν μας εγκατέλειψε και μας έστειλε ένα μεγάλο Άγιο να πρεσβεύει για εμάς δίπλα στον Θρόνο του Θεού στα χρόνια αυτά της γενικής αποστασίας μας από τον Θεό.

Ο Καθεδρικός Ναός με τους χρυσούς τρούλους και που είναι αφιερωμένος στην Παναγία, στην χαρά των θλιβομένων, βρίσκεται στη λεωφόρο Γκίρι μεταξύ 26ης και 27ης λεωφόρου και είναι το κτίριο που δεσπόζει στην βορειοδυτική πλευρά του Σαν Φρανσίσκο. Ο Ναός είναι ορατός από πολλά σημεία της πόλης, ή έρχεσαι από τη θάλασσα ή από την γέφυρα Χρυσή πύλη. Το κουβούκλιο του τάφου βρίσκεται δύο πατώματα κάτω από το Ιερό. Κατεβαίνει σ’ ένα υπόγειο παρεκκλήσιο με χαμηλό αγιογραφημένο ταβάνι με τον Παντοκράτορα και με αγιογραφίες στους τοίχους και γυαλιστερό μαρμάρινο δάπεδο. Εδώ έρχονται καθημερινά, μετά την κοίμηση του οι πιστοί και προσεύχονται στον τάφο του. Χιλιάδες πιστοί επισκέπτονται τον Άγιο, άλλοι του στέλνουν γράμματα και ζητούν την βοήθεια του και τις προεσβείες του. Ζητούν το νήμα από τα κεριά που ανάβουν στον τάφο του και λίγες σταγόνες λάδι από την καντήλα που καίει εκεί.
Κάθε χρόνο στις 2 Ιουλίου τελείται η Θεία Λειτουργία και καταφθάνουν εκεί στο παρεκκλήσιο του τάφου του πλήθους κόσμου.

Στο κέντρο βρίσκεται η λάρνακα που είναι σκεπασμένη με τον μανδύα του Αγίου, γύρω υπάρχουν μανουάλια με κεριά αναμμένα. Στην κεφαλή της λάρνακας βρίσκεται τοποθετημένη η Επισκοπική μίτρα του Αγίου και η ποιμαντορική του ράβδος βρίσκεται στο κάτω μέρος της λάρνακας. Και εκεί βρίσκεται ένα αναλόγιο με το Ψαλτήρι που το διαβάζουν οι πιστοί όταν πηγαίνουν στο Άγιο και μετά του λένε τα προβλήματα τους. Σ’ ένα άλλο αναλόγιο δίπλα είναι η εικόνα των Εισοδίων της Παναγίας που την αφιέρωσε μια οικογένεια από την Κίνα στον Άγιο ως ευγνωμοσύνη που τους είχε βοηθήσει και έδωσε ένα ιερό όρκο η κυρία αυτή μαζί με την μητέρα της να δωρίσουν την εικόνα τους αυτή, το κειμήλιο τους στον Άγιο Ιωάννη στον τάφο του. Αυτή η εικόνα είχε έναν ιδιαίτερο νόημα για τον Άγιο, χωρίς αυτοί να το ξέρουν, γιατί στην ζωή μας τίποτα δεν συμβαίνει τυχαία. Αυτή την γιορτή των Εισοδίων της Παναγίας μας ο Άγιος την αγαπούσε πολύ, η κουρά του έγινε σε Μοναστήρι της Γιουγκοσλαβίας που ήταν αφιερωμένο στην εορτή των Εισοδίων. Επίσης την ημέρα των Εισοδίων πήγε ως Επίσκοπος στην Σαγγάη στον Ναό της Παναγίας μας που ονομαζόταν; «η αμαρτωλών Σωτηρία» και πάλι την ημέρα των Εισοδίων έρχεται στο Σαν Φρανσίσκο ως Επίσκοπος. Όταν παντρεύτηκε η κυρία αυτή πήγε στην Αμερική στον Σαν Φρανσίσκο και απέχτησαν έναν αγόρι των Ιωάννη. Όταν αργότερα κατατάχτηκε στο στρατό και θα τον έστελναν στον πόλεμο στο Βιετνάμ, το αγόρι που ευλαβείτο πολύ τον Άγιο Ιωάννη πήγε στον τάφο του και του άφησε μια φωτογραφία που είχε του Αγίου πάνω στην Επισκοπική του μήτρα, που βρίσκεται πάνω στην Λάρνακα και μετά από λίγες μέρες την πήρε ως ευλογία, την έβαλε στην τσέπη της στολής του στο μέρος της καρδιάς και πήγε στον πόλεμο. Και από ότι έγραφε στην μάνα του ο αξιωματικός γιος της ο Άγιος τον προστάτεψε και καμία σφαίρα δεν τον χτύπησε. Κάποτε το απόσπασμα του αιχμαλωτίστηκε και αυτός γλύτωσε, μία βόμβα έπεσε δίπλα τους, άλλοι τραυματιστήκαν σοβαρά και αυτός έμεινε αβλαβής.
Η καντήλα πάνω από τη Λάρνακα του Αγίου καίει συνεχώς. Έρχονται εδώ όλοι με μια παιδική πίστη να μιλήσουν στον Άγιο, να παραπονεθούν για τις θλίψεις τους και ο Άγιος τους ακούει και τους βοηθάει. Ο Άγιος θέλει να προσευχόμαστε και να μην ξεχνάμε να μνημονεύουμε τους κεκοιμημένους από ένα περιστατικό που φανερώθηκε στον ύπνο κάποιου ανθρώπου και του είπε: «να προσεύχεσαι για τους κεκοιμημένους». Επίσης και σ’ ένα διάκο φανερώθηκε και του είπε ότι: «είμαι πολύ ευτυχής που προσεύχεσαι για τους αρρώστους, πάντα να προσεύχεσαι και να επισκέφτεσαι τους αρρώστους». Σε κάποια γυναίκα που τον είδε στον ύπνο της, της είπε: «πείτε στον κόσμο παρόλο που έχω πεθάνει είμαι ακόμα ζωντανός» μία νοσοκόμα διηγείται ότι ένα βράδυ ένας σοβαρά άρρωστος ζητούσε τον Άγιο να πάει εκεί ένοιωθε ότι θα πέθαινε, είχε όμως ξεσπάσει μια καταιγίδα και με τον αέρα που φυσούσε κόπηκε το ρεύμα, δεν λειτουργούσαν και τα τηλέφωνα και η νοσοκόμα του είπε ότι τώρα δεν μπορούμε να τον ειδοποιήσουμε το πρωί θα πάει κάποιος στον Επίσκοπο. Σε μισή ώρα ακούστηκαν κτύποι στην είσοδο του Νοσοκομείου και όταν ρώτησε ο μισοκοιμισμένος φύλακας, ποιος είναι; – Ανοίξτε την πύλη, είμαι ο Επίσκοπος Ιωάννης, με κάλεσαν και με περιμένουν. Άνοιξε ο φύλακας και ο Άγιος διέσχισε γρήγορα τον διάδρομο και ρώτησε την νοσοκόμα: «ποιος είναι ο άρρωστος που με περιμένει, πήγαινε με σε αυτόν». Πως ο Άγιος διάβασε την σκέψη του αρρώστου και πήγε μέσα στην καταιγίδα στο νοσοκομείο δίπλα του; ήταν προορατικός και τα αψηφούσε όλα για τους ασθενείς του. Επειδή ταξίδευε συχνά αεροπορικώς και η σωρός του πάλι αεροπορικώς ήρθε από το Σιάτλ στο Σαν Φρανσίσκο, θεωρείται προστάτης των ταξιδευόντων αεροπορικώς, αλλά επειδή γλύτωσε κάποιος από τροχαίο θεωρείται και προστάτης των ταξιδιωτών.
Μια δασκάλα φωνητικής, η Άννα, είχε βοηθήσει τον Άγιο στην Σαγγάη που ήταν. Του μάθαινε να προφέρει σωστά τα φωνήεντα, γιατί είχε πρόβλημα με το κάτω σιαγόνι του και δεν μπορούσε να προφέρει τις λέξεις. Από την πολλή νηστεία ήταν εξαντλημένος ο οργανισμός του και κρεμόταν πολύ το κάτω σιαγόνι του. Αυτός πάντα της έδινε σε κάθε επίσκεψη 20 δολλάρια. Μόλις άρχιζε την νηστεία, άρχιζε πάλι το ελάττωμα αυτό και τον επισκεφτόταν συχνά. Το 1945 τραυματίστηκε στον πόλεμο σοβαρά και ζητούσε να ‘ρθει στο νοσοκομείο ο Άγιος να την κοινωνήσει. Όμως είχε άσχημο καιρό με ανεμοθύελλα. Ήταν 10 με 11 την νύχτα, οι γιατροί της είπαν δεν μπορεί να γίνει αυτό, επειδή ήταν περίοδος πολέμου και το νοσοκομείο έκλεινε μετά την δύση του ηλίου. Το πρωί θα ειδοποιούσαν τον Επίσκοπο. Εγώ φώναζα: έλα Βλαντίκα, και ξαφνικά ανοίγει η πόρτα του θαλάμου και μπαίνει μέσα ο Άγιος μουσκεμένος από την βροχή. Τον άγγιξα γιατί νόμισα πως ήταν το πνεύμα του, εκείνος χαμογέλασε, με κοινώνησε και εγώ κοιμήθηκα. Όταν αργότερα ξύπνησα τους είπα ότι ήρθε ο Άγιος και με κοινώνησε, αυτοί όμως δεν με πίστεψαν το νοσοκομείο κλείνει μετά την δύση μου είπαν, οι πόρτες είναι κλειστές. Μία άλλη ασθενής τους είπε ότι πράγματι είχε έρθει ο Άγιος εκεί, αλλά ούτε εκείνη την πίστεψαν. Και ενώ η νοσοκόμα που δεν την πίστευε της έφτιαχνε το προσκέφαλο, βρήκε 20 δολλάρια. Ο Άγιος όταν ήρθε της άφησε και λεφτά γιατί δεν είχε τίποτα εκείνο το διάστημα. Τα χρόνια πέρασαν, όταν έφυγε ο Άγιος για το Σαν Φρανσίσκο, ήρθε και εκείνη εκεί και ήθελε να την ψάλλει και να την κηδέψει ο Άγιος. Και πράγματι το 1968 πέθανε το βράδυ της Μεταμορφώσεως από αέριο από γκάζι του σπιτιού της και μία άλλη κυρία, η Όλγα, είδε στον ύπνο της εκείνο το βράδυ τον Άγιο μέσα στον Ναό να θυμιάζει ένα φέρετρο με την Άννα μέσα και να της ψέλνει τόσο ωραία την νεκρώσιμη ακολουθία. Έτσι ο Άγιος της εκπλήρωσε την επιθυμία της. Το πρωί έμαθε η Όλγα ότι εκείνο το βράδυ πέθανε η Άννα.
Της Ζηναίδας της είχε αναθέσει τα δωρεάν γεύματα για πτωχούς, έπαιρνε λεφτά από το ταμείο του Αρχιεπισκόπου, ένα ποσό των 20 δολαρίων κάθε μήνα για το σκοπό αυτό. Μια μέρα της έκανε δώρο 10 γαλλικά φράγκα, εγώ λέει η Ζηναίδα, τα ξόδεψα όλα για το σκοπό αυτό και ειδικά αυτόν τον μήνα έκανα πολλά έξοδα και χρώσταγα 70 δολλάρια. Δεν ήξερα τι να κάνω, έκανα προσευχή στον Άγιο (γιατί έλειπε στην Αμερική), του ζητούσα να με βοηθήσει, κάνω αυτό που μου είπες, αλλά τώρα έχω πολλά προβλήματα, βοήθησε με. Και το πρωί ο ταχυδρόμος της έδωσε ένα γράμμα από το ταμείο του Αρχιεπισκόπου. Νόμισε πως θα ήταν τα συνηθισμένα 20 δολλάρια μέσα, όταν όμως το άνοιξε βρήκε 70 δολάρια, ακριβώς όσα χρωστούσε. Πήγε λοιπόν και ξεχρέωσε, έγραψε και ένα ευχαριστήριο γράμμα και τον επόμενο μήνα ήταν πάλι τα καθιερωμένα 20 δολλάρια. Εκείνα τα λεφτά της τα είχε στείλει ο Άγιος. Πριν φύγει της ανέθεσε να φροντίζει ένα ορφανό παιδί, τον Βλαντιμίρ. Αλλά κάτι με τα δωρεάν γεύματα, κάτι με την ηλικιωμένη μητέρα της και τον θείο της έσπασαν τα νεύρα της και άρχισε να παρακαλεί τον Άγιο να τη βοηθήσει να τα βγάλει πέρα. Θα τα παρατήσω, έλεγε, δεν αντέχω άλλο. Και το βράδυ είδε στον ύπνο της τον Άγιο να έρχεται σπίτι της και να πηγαίνει σε αυτήν μόνο και να την ευλογεί. Το πρωί ο ταχυδρόμος της έφερε ένα δέμα, ένα περιοδικό που είχε την μορφή του Αγίου όπως τον είχε δει στον ύπνο της και στο εξώφυλλο ένα σημείωμα: «Στην Ζηναίδα». Αμέσως πήρε χαρά και δύναμη να συνεχίσει τον αγώνα της αυτό. Άλλη μια φορά την έσωσε από βέβαιο θάνατο. Μια μέρα ενώ θα έβγαινε έξω, κοιτώντας από το παράθυρο τον κόσμο είχε ανάμεσα σε κάτι αυτοκίνητα κάτι σαν μια μικρή σωλήνα, την κυρίεψε η περιέργεια και άρχισε να ντύνεται για να πάει κάτω να δει να το κλωτσήσει. Τότε κτυπάει η πόρτα, ανοίγει ήταν ο Άγιος. Μπήκε μέσα, κάθισε στην πολυθρόνα 5 λεπτά και έφυγε χωρίς να της πει τίποτα. Τότε ξανακτυπά στο παράθυρο και είδε αστυνομικούς στο δρόμο να παίρνουν με πολλή προσοχή αυτό το παράξενο πράγμα. Κατέβηκε γρήγορα κάτω και έμαθε ότι ήταν βόμβα και θα ήτα νεκρή που σκεφτόταν να το κλωτσήσει εάν δεν την καθυστερούσε ο Άγιος Ιωάννης.
Μια κυρία άρρωστη με πρόβλημα καρδιάς, φορούσε μια κονκάρδα με τον Άγιο Ιωάννη και μια μέρα λιποθύμησε στην Εκκλησία, τότε ο ψάλτης την σταύρωσε με την κονκάρδα, προσευχήθηκε στον Άγιο Ιωάννη να την κάνει καλά και πράγματι αμέσως συνήλθε.
Μια μέρα λέει η Ζηναίδα είχε μαγειρέψει η μητέρα της ένα φαγητό, τα βαρενίκι, που το τρώνε πολύ στην Ρωσία είναι ένα είδος ζυμαρικών με τυρί και θα πήγαινε στον Επίσκοπο Ιωάννη. Τα είδε στο τραπέζι ο θείος της και τα λαχτάρησε, πήγε η Ζηναίδα στον Άγιο μετά το φαγητό μαζί με τα βερανίκι και ο Άγιος έφαγε πολύ λίγο από τα τρόφιμα που του πήγε, τα βερενίκι όμως δεν τα άγγιξε καθόλου, τον πίεζε να φάει η Ζηναίδα, όμως αυτός δεν έφαγε καθόλου λες και προγνώριζε ότι τα είχε λαχταρήσει ο θείος της.
Κάποτε σκεφτόταν να πάει να του ζητήσει ευλογία να πάει σε Μοναστήρι. Το βράδυ τον είδε στον ύπνο της και δεν της έδινε ευλογία και κοιτώντας στον τοίχο της λέει: για χάρη του μείνε, και άνοιξε ο τοίχος και βγήκε ένα μωρό. Εκείνη έκλαιγε και ξύπνησε και σε λίγες μέρες γέννησε η γυναίκα του αδελφού της, αλλά αρρώστησε από φυματίωση και πάνω στον μήνα πέθανε, και ο αδελφός της της έδωσε να μεγαλώσει το μωρό. Γι΄ αυτό τότε της είχε πει ο Άγιος αυτά τα λόγια. Τον νοιώθει τόσο κοντά της τον Άγιο Ιωάννη η Ζηναίδα ακόμη και τώρα που έχει πεθάνει. Κάποτε θα πήγαινε με τον ανηψιό της, τον Φιλίπ, στην Αμερική και ο ανηψιός της τα χάλασε τα λεφτά του, θα ‘χει η θεία μου, έλεγε, και δεν τους έφταναν για τα εισιτήρια. Της είχε στείλει και λίγα χρήματα κάποιος γνωστός της αρχιμανδρίτης εις μνήμη του αγαπημένου Επισκόπου Ιωάννη. Και αποφάσισαν να πάνε, αλλά τα χάλασε ο ανηψιός της τα δικά του και άρχισε να προσεύχεται στον Άγιο να την βοηθήσει. Έλεγε. Εάν νομίζεις πως αυτό το ταξίδι θα ‘ναι για το καλό του Φιλίπ, βοήθησε μας. Και εκείνη την ημέρα πήρε ένα σημείωμα από το ταχυδρομείο 7.700 φράγκων στ’ όνομα της, ακριβώς το ποσό που χρειάζονταν για τα εισιτήρια. Πήγε στο ταχυδρομείο και της είπαν ότι μπορεί να πάρει αμέσως σήμερα τα χρήματα και τα πήρε χωρίς να χει μαζί της ούτε καν την ταυτότητά της. Ευχαρίστησα τον Άγιο που πάντα με βοηθάει. Ήθελε να πάρει κόκκινες κρυστάλλινες καντηλόκουπες από την Αμερική (γιατί στην Γαλλία δεν έβρισκε) και όλο το ξεχνούσε εκεί που γύριζε στην Αμερική, και μόλις πήγαν στον τάφο του Αγίου, αμέσως το θυμήθηκε και πήγε μετά και αγόρασε, ο Άγιος την βοήθησε να τις θυμηθεί. Την ευλογία του Αγίου Ιωάννη να έχουμε όλοι μας.

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ
ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΣΑΓΓΑΗΣ ΚΑΙ ΣΑΝ ΦΡΑΝΣΙΣΚΟ

Απολυτίκιον.
Ήχος πλ. Α’

Τον συνάναρχον Λόγον.

Ιωάννη Μαξίμοβιτς, αγγελόμορφε, ιεραρχών θεοφόρων και διδασκάλων σοφών εκλαμψάντων άρτι σάπφειρε πολύτιμε, ως Ορθόδοξων ασκητών καλλονήν και ποταμόν αστείρευτον θαυμασίων, σε ανυμνούντες ευχάς σου θερμάς προς Κύριον αιτούμεθα.

Κοντάκιον
Ήχος πλ. δ’. Τη Υπερμάχω

Τον ταπεινόν, απλούν, φιλόθεον, φιλάρετον, σεμνόν, μακρόθυμον, πραυν και ευμπάθητον, ευφημήσωμεν Ορθόδοξον ιεράρχην, Ιωάννην τον Μαξίμοβιτς, μελίσμασιν ως θαυμάτων φρέαρ όντως ακεσώδυνον, πόθω κράζοντες, Χαίροις, χάριτος σκήνωμα.

Μεγαλυνάριον.

Χαίροις, ιεράρχα νεοφανές, μάκαρ Ιωάννη, ταπεινώσεως κορυφή, χαίροις, ο ανύσας ουρανοδρόμον άρτι πορείαν και θαυμάτων κρήνη γενόμενος.

(Από την Ακολουθία του Αγίου ΙΩΑΝΝΟΥ ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ, εκδ. Ι. Μονής Αγίου Νεκταρίου Τρίκορφου Φωκίδος 2006).

Πηγή: Ο Όσιος Φιλόθεος της Πάρου Τεύχος 23 Μάιος – Αύγουςτος 2008
Εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη” Θεσσαλονίκη

>Επείγον

Ιούν 201015

>

Προσευχηθείτε για την Πρεσβυτέρα Αντιόπη. Χειρουργήθηκε σήμερα και είναι σε πολύ σοβαρή κατάσταση.
Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον την πρεσβυτέρα Αντιόπη.

>ΑΝΤΑ

Ιούν 201011

>
– Δείτε φωτογραφίες από την αποστολή στην Παλαιστίνη

11-06-2010

Στις 13.00 ώρα Ελλάδας σήμερα Παρασκευή 11/6 έφτασε η αντιπροσωπεία των ελλήνων εκπαιδευτικών στην περιοχή της Γάζας μετά από 6ωρη ταλαιπωρία στα σύνορα με την Αίγυπτο. Έγινε συνάντηση με αντιπροσωπεία της παλαιστινιακής κυβέρνησης που περίμενε τους εκπαιδευτικούς και στις 13.30 ξεκίνησαν για την πόλη της Γάζας.

Η alfavita.gr θα έχει συνεχή ενημέρωση από το μέλος του Δ.Σ της ΟΛΜΕ Αγγελική Φατούρου που συμμετέχει στην αποστολή.

Θυμίζουμε ότι η αποστολή των Ελλήνων εκπαιδευτικών αναχώρησε την Πέμπτη 10/6 για τη Γάζα.

Έλληνες εκπαιδευτικοί στη Γάζα για το χτίσιμο σχολείου

10-06-2010

Μια νέα αποστολή προς τη Γάζα αναχωρεί σήμερα Πέμπτη από τη χώρα μας, αυτή τη φορά με πρωτοβουλία εκπαιδευτικών, που έχουν συγκεντρώσει χρήματα για την ανέγερση ενός κατεστραμμένου από τους ισραηλινούς βομβαρδισμούς σχολείου στη Γάζα. Σκοπός το σπάσιμο του αποκλεισμού, η έμπρακτη έκφραση αλληλεγγύης στον παλαιστινιακό λαό και η επιτόπου εκτίμηση της κατάστασης του συγκεκριμένου σχολείου για να διασφαλιστεί ότι η οικονομική βοήθεια θα φτάσει σε αυτό και θα χρησιμοποιηθεί για την ανοικοδόμησή του.

Το μέλος της αποστολής Αγγελική Φατούρου (μέλος του Δ.Σ. της ΟΛΜΕ) επισημαίνει ότι «ο εκπαιδευτικός κόσμος δεν έμεινε αδιάφορος απέναντι στον ηρωικό αγώνα του Παλαιστινιακού λαού: οργάνωσε αντιπολεμικά μαθήματα στις τάξεις, συμμετείχε στα αντιπολεμικά συλλαλητήρια που διοργανώθηκαν σε δεκάδες πόλεις, ξεκίνησε μεγάλη πανελλαδική καμπάνια «Ένα σχολείο για τη Γάζα», στην οποία συμμετείχαν εκατοντάδες σύλλογοι εκπαιδευτικών, για τη συγκέντρωση χρημάτων με σκοπό την ανέγερση ενός κατεστραμμένου -από τους ισραηλινούς βομβαρδισμούς- σχολείου στη Γάζα και επικοινώνησε με τους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές της δοκιμαζόμενης αυτής γωνιάς του πλανήτη εκφράζοντας τη συμπαράσταση και την αλληλεγγύη του».

Στην αποστολή θα συμμετέχουν οι εκπαιδευτικοί: Φατούρου Αγγελική, καθηγήτρια, μέλος του ΔΣ της ΟΛΜΕ, Μαχά Μαρία, καθηγήτρια, μέλος του ΔΣ της ΕΛΜΕ Περιστερίου, Φωκιανός Στέλιος, δάσκαλος, Αντωνόπουλος Παύλος, καθηγητής, Γαλάνης Γιώργος, δάσκαλος, Πρόεδρος συλλόγου εκπαιδευτικών ΠΕ Πειραιά «η Πρόοδος», Δαφνής Γρηγόρης, καθηγητής, Δούκα Ευαγγελία, πρόεδρος του συλλόγου εκπαιδευτικών ΠΕ Άνω Λιοσίων, Προκόπη Αδριανή, δασκάλα και Ψιμούλη Χρυσούλα, καθηγήτρια, μέλος του ΔΣ της ΕΛΜΕ Άνω Λιοσίων

« Παλιότερα άρθραΠιο πρόσφατα άρθρα »
Ιανουάριος 2026
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Kατηγορίες

Kατηγορίες

Kατηγορίες

Kατηγορίες



Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων