Tag Archive: Παιδαγωγικά Θέματα

Σεπ 08 2011

Τα σχολεία ανοίγουν: Συμβουλές για αποδοτικό διάβασμα


Αθήνα
Πάλι δεν διάβασες; Μια ερώτηση-επίκριση, που βασανίζει παιδιά και γονείς και σίγουρα έχει σχέση με την επίδοση και με τη σχέση του μαθητή με το σχολείο.

Ο τρόπος που θα οργανώσει ένα παιδί το διάβασμά του παίζει καταλυτικό ρόλο, όχι μόνο στην επίδοσή του στο σχολείο, αλλά κυρίως στην εικόνα και τη σχέση που θα αναπτύξει με τη μάθηση γενικότερα, αναφέρει η σχολική εξελικτική ψυχολόγος και συνεργάτης του Κέντρου Εκπαίδευσης και Αντιμετώπισης Διατροφικών Διαταραχών Φρόσω Μήτσιου.

«Αν το παιδί δεν μπορεί να μάθει με τον τρόπο που το διδάσκουμε, τότε πρέπει να το διδάξουμε με τον τρόπο που μπορεί να μάθει», τονίζει η κ.Μήτσιου, επικαλούμενη τη Μαρία Μοντεσσόρι (σ.σ. Ιταλίδα παιδαγωγός, που επινόησε το μοντεσσοριανό παιδαγωγικό σύστημα, το οποίο ήταν πρωτοποριακό για την εποχή του κι εξακολουθεί να εφαρμόζεται και σήμερα σε μοντεσσοριανές σχολές ή σχολεία).

Πολλές φορές, οι συνεχείς επιπλήξεις για το διάβασμα επιδρούν αρνητικά στο παιδί, το οποίο από αντίδραση οδηγείται σε μειωμένη επίδοση ή στη δημιουργία της αίσθησης ότι δεν μπορεί να τα καταφέρει. «Στην περίπτωση που ένα παιδί έχει μειωμένη από απόδοση στο σχολείο», επισημαίνει η κ. Μήτσιου, «οι γονείς θα πρέπει να ψάξουν μήπως έχει πρόβλημα όρασης ή ακοής, μαθησιακές δυσκολίες ή ψυχολογικά προβλήματα ή μήπως είναι θύμα παρενόχλησης από άλλα παιδιά. Ακόμη θα πρέπει να φροντίσουν να έχει την κατάλληλη διατροφή, γιατί η διατροφή επηρεάζει την επίδοση και τη μνήμη».

Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς για να βοηθήσουν το παιδί να διαβάζει μόνο του;
«Είναι σημαντικό να κατανοήσουν οι γονείς ότι δεν ‘διαβάζουμε’ όλοι μαζί τα μαθήματα της επόμενης μέρας, αλλά στην ουσία βοηθάμε ή καλύτερα μαθαίνουμε το παιδί (ιδίως στις πρώτες τάξεις του δημοτικού) να οργανώνει τη μελέτη του, ώστε να είναι αποδοτική και όσο το δυνατόν λιγότερο κουραστική. Αυτό ενισχύει την αίσθηση της υπευθυνότητας στο παιδί και του δίνει μια εικόνα για τις δυνατότητες, τις αδυναμίες του και τον εκτιμώμενο χρόνο που απαιτείται. Στόχος του γονέα είναι να επιτύχει το παιδί αυτό που ονομάζουμε αυτορρύθμιση», απαντά η κ.Μήτσιου.

Μερικοί τρόποι που συνιστώνται στους γονείς για να μπορέσει το παιδί να αυτορρυθμιστεί είναι:

  • Να προτείνουν στο παιδί να τοποθετήσει το πρόγραμμα της εβδομάδας σε σημείο που να μπορεί να το βλέπει εύκολα, όπως στο γραφείο, στην πόρτα, στην ντουλάπα του δωματίου του, χωρίς να χρειάζεται να του το υπενθυμίζουν συνεχώς.
  • Να το βοηθήσουν να οργανώσει το χώρο του δωματίου του με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην επηρεάζεται την ώρα της μελέτης από άλλα ερεθίσματα, όπως από το γραφείο να μην έχει θέα έξω από το παράθυρο, να κλείνει την πόρτα για να μην αποσπάται η προσοχή του από άλλους θορύβους (δικές τους συζητήσεις, τηλεόραση, άλλες ηλεκτρικές συσκευές) και να προσαρμόσουν το φωτισμό, ώστε η μελέτη να είναι πιο ξεκούραστη για τα μάτια. Μέρος της οργάνωσης είναι και η έγκαιρη προετοιμασία του σχολικού εξοπλισμού (τσάντα με βιβλία της ανάλογης ημέρας, κασετίνα με όλα τα απαραίτητα)- στην αρχή με βοήθεια από τους γονείς, αλλά στη συνέχεια από το ίδιο το παιδί.
  • Να του δείξουν τη σωστή στάση του σώματος στο γραφείο ή ακόμη και στον υπολογιστή προσαρμόζοντας την καρέκλα στην ανάλογη θέση. Να αφήσουν το παιδί να το ακολουθήσει κι αν δουν ότι το ξεχνά, να το υπενθυμίσουν.
  • Αναφορικά με τις δραστηριότητες εκτός σχολείου, πολλοί γονείς σκέφτονται να στείλουν τα παιδιά για εκμάθηση ξένων γλωσσών, μουσικών οργάνων, αθλημάτων. Οι γονείς δεν πρέπει να ξεχνούν ότι αυτό που χρειάζεται το παιδί είναι ξεκούραση και εκφόρτιση από το άγχος των τόσων υποχρεώσεων, συνήθως μέσω παιχνιδιού. Θα πρέπει να ρωτήσουν το παιδί με τι θα ήθελε να ασχοληθεί, προσπαθώντας να περιορίσουν τις δικές τους προσδοκίες ή (ανεκπλήρωτα) όνειρα- για παράδειγμα να μάθει πιάνο, γιατί στους ίδιους αρέσει η κλασική μουσική.
  • Να αποφεύγουν να ζητούν από το παιδί να ξεκινήσει το διάβασμα, μόλις επιστρέψει από το σχολείο ή μετά από το παιχνίδι, καθώς αυτό το διάστημα είναι για ξεκούραση ή για να ενισχυθεί η ποιοτική επικοινωνία με το παιδί, μέσω συζήτησης (μοίρασμα σκέψεων και συναισθημάτων της ημέρας). Βοηθητικό είναι να ξεκινήσει το παιδί να διαβάζει τα πιο δύσκολα μαθήματα στην αρχή και να μην τα αφήσει στο τέλος που θα είναι πιο κουρασμένο. Αντίστοιχα, μπορεί να διαβάσει πρώτα αυτά που βαριέται ή που του προξενούν μειωμένο ενδιαφέρον ώστε να κινητοποιείται στη συνέχεια να διαβάσει κι αυτά που του αρέσουν περισσότερο.
  • Να κάνει μικρά και συχνά διαλείμματα, ακόμη κι αν δεν νιώθει ιδιαίτερα κουρασμένο.
  • Αν το δυσκολεύουν τα θεωρητικά μαθήματα (π.χ. ιστορία), να του προτείνουν εναλλαγή με πρακτικά μαθήματα (π.χ. μαθηματικά). Στα θεωρητικά θα το βοηθήσει αρκετά, αν οι γονείς του δείξουν τρόπους εκμάθησης όπως, να δίνει μια κεντρική ιδέα- τίτλο, λέξεις – κλειδιά ή να υπογραμμίζει σημαντικά κομμάτια σε κάθε παράγραφο και γενικότερα να παρατηρεί εικόνες.
  • Οι γονείς πρέπει να προτείνουν στο παιδί να κάνει μια επανάληψη το βράδυ, πριν πάει για ύπνο.
  • Να αποφεύγουν να είναι μ’ ένα βιβλίο από πίσω του και να του διαβάζουν φωναχτά το μάθημα, γιατί αυτό αποτελεί μεν παθητική διαδικασία μάθησης, αλλά του δίνει την εικόνα ότι δεν μπορεί να το κάνει μόνο του.
  • Να περιορίσουν ή ν’ αποφεύγουν, όσο είναι εφικτό, να απευθύνονται στο παιδί, χρησιμοποιώντας προστακτική (όπως: γράψε, διάβασε κ.λπ.) και να επιλέξουν να το παρακινούν με εκφράσεις, όπως: «έλα να διαβάσεις τώρα που είσαι ξεκούραστος». Αντίστοιχα, όταν εξαντλούνται τα αποθέματα υπομονής τους, να μην απειλούν το παιδί , λέγοντας «αν δεν διαβάσεις τα μαθήματά σου δεν θα βγεις για παιχνίδι». Αντί γι’ αυτό, μπορούν να πουν: «όταν τελειώσεις τα μαθήματά σου, μπορείς να πας για παιχνίδι».
  • Να θυμούνται να ενισχύουν την προσπάθεια που κάνει το παιδί.

Για να επιτευχθούν τα προηγούμενα και να ενισχυθεί η ικανότητα μελέτης είναι απαραίτητα δυο ακόμη στοιχεία: μια σωστή και ισορροπημένη διατροφή (τρίωρα γεύματα, τριάδες γευμάτων [ενδεικτικά: α) ζωική (όπως, κοτόπουλο, γάλα, γιαούρτι), β) αμυλώδη (δημητριακά, πατάτα, ξηροί καρποί) και γ) φρέσκια (φρούτο, χυμός) τροφή] και επαρκής ύπνος (περίπου 8 ώρες).

health.in.gr, ΑΠΕ

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/1499

Αυγ 09 2011

Παιδαγωγικά Θέματα

Παιδαγωγικά θέματα ερωτήσεις

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/1350

Αυγ 09 2011

Πρόληψη της Σχολικής Αποτυχίας και Διαρροής

http://users.sch.gr/kontaxis/paidagogika/1005dropoutprevention.htm

Αθανάσιος Κονταξής

Σχολικός Σύμβουλος ΠΕ12

Μηχανολόγος Μηχανικός

kontaxis@sch.gr

Τα δύο τελευταία σχολικά έτη, δουλέψαμε σε αρκετά σχολεία το θέμα του «τοίχου» της αδιαφορίας των μαθητών (βλ. http://users.sch.gr/kontaxis/paidagogika/0909toixosadiaforias.htm).

Συζητήσαμε σε παιδαγωγικούς συλλόγους αλλά και σε συμβούλια τάξης ή τμήματος τα ιδιαίτερα προβλήματα των μαθητών μας και τους τρόπους αντιμετώπισής τους και είχαμε αρκετές επιτυχίες, ως αποτέλεσμα της συλλογικής αντιμετώπισης. Ωστόσο, μέσα από αυτήν την εμπειρία, διαπιστώσαμε ότι, πέραν των γενικών προσεγγίσεων, υπάρχει ανάγκη για πρακτικές συμβουλές – οδηγούς  και επιτυχημένα παραδείγματα αντιμετώπισης των επιμέρους προβλημάτων, ιδιαιτέρως όσον αφορά τα θέματα σχολικής αποτυχίας και σχολικής διαρροής.

Σε άλλες χώρες υπάρχουν σημαντικές εργασίες πάνω στο θέμα, όπως για παράδειγμα οι Πρακτικοί Οδηγοί του Ινστιτούτου Παιδαγωγικών Επιστημόνων του Υπουργείου Παιδείας των ΗΠΑ, οι οποίοι αποτελούν προϊόν έρευνας καλών πρακτικών σε σχολεία. Σκοπός τους είναι η βοήθεια στους εκπαιδευτικούς για την αντιμετώπιση καθημερινών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν με τους μαθητές. (Βλ. http://ies.ed.gov/ncee/wwc/publications/practiceguides )

Αν και οι συνθήκες είναι αρκετά διαφορετικές στη χώρα μας, μπορούν ωστόσο να αξιοποιηθούν σε σημαντικό βαθμό και στο Ελληνικό σχολείο, ιδιαίτερα στην Επαγγελματική εκπαίδευση.

Ο Πρακτικός Οδηγός Πρόληψη της μαθητικής διαρροής (Dropout prevention) αποτελεί ένα καλό βοήθημα για τα ανάλογα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε στα Ελληνικά σχολεία, συμπεριλαμβανομένης της σχολικής αποτυχίας.

Σύμφωνα με τον Οδηγό, παρότι η πορεία της σχολικής αποτυχίας και της σχολικής διαρροής ξεκινάει αρκετά χρόνια πριν το Λύκειο, στη φάση του Λυκείου οι μαθητές «ολοκληρώνουν» την αρνητική πορεία τους καθώς επιδρούν επιπλέον οι παράγοντες της εφηβικής ηλικίας. Είναι λοιπόν χρήσιμο και αναγκαίο το σχολείο να φροντίσει ώστε να επανεντάξει αυτούς τους μαθητές στην εκπαιδευτική διαδικασία, με ένα συνδυασμό παιδαγωγικών και διδακτικών  πρακτικών.

Σαν βασικές πρακτικές ο Οδηγός περιλαμβάνει:

  • Έγκαιρος εντοπισμός των μαθητών που κινδυνεύουν με σχολική αποτυχία ή ακόμη και με το ενδεχόμενο διακοπής της φοίτησής τους
  • Αξιοποίηση του θεσμού του συμπαραστάτη – συμβούλου (advocate)
  • Διδακτικές πρακτικές – Ειδική βοήθεια και εμπλουτισμό των δυνατοτήτων συμμετοχής στην εκπαιδευτική διαδικασία
  • Ειδικά προγράμματα ενίσχυσης και επανένταξης στην εκπαιδευτική διαδικασία και γενικότερα στο σχολικό περιβάλλον
  • Προσωποποιημένη εκπαιδευτική και κοινωνική ενθάρρυνση και βοήθεια
  • Καθοδήγηση για μάθηση η οποία συνδυάζεται με τη μελλοντική επαγγελματική πορεία του μαθητή

Κατεβάστε τον Οδηγό  Dropout prevention  (στην αγγλική γλώσσα). http://ies.ed.gov/ncee/wwc/pdf/practiceguides/dp_pg_090308.pdf

Προτεινόμενο Πρόγραμμα Δράσης

Δείτε αναλυτικά : Σχέδιο αντιμετώπισης του «τοίχου» της αδιαφορίας από τις πρώτες ημέρες του σχολικού έτους http://users.sch.gr/kontaxis/paidagogika/0909toixosadiaforias.htm

  1. Όροι λειτουργίας της τάξης

  1. Οι μαθητές να φέρνουν βιβλία, τετράδια, όργανα σχεδιάσεως, φόρμες για τα εργαστήρια κλπ και τον τρόπο αντιμετώπισης της μη συμμόρφωσης
  2. Γενικότερη συμπεριφορά και διαδικασία συζητήσεων μέσα στην τάξη.
  3. Εναλλακτικοί τρόποι μάθησης και αξιολόγησης Πχ ατομικές ή ομαδικές εργασίες
  4. Ώρα προσέλευσης και πιθανές διευκολύνσεις πχ σε εργαζόμενους

  1. Εντοπισμός των μαθητών με ακραία αδιαφορία ή ανάρμοστη συμπεριφορά

Μέσα στις 15-30  πρώτες ημέρες από την έναρξη της σχολικής χρονιάς  συγκαλούνται Συμβούλια Τάξης (Τμήματος). Στις συνεδριάσεις αυτές:

  1. Προσδιορίζεται το είδος και το μέγεθος των προβλημάτων,
  2. Γίνεται ανταλλαγή εμπειρίας για τις καλές πρακτικές καθηγητών
  3. Εντοπίζονται οι μαθητές που χρήζουν υποστήριξης
  4. Ορίζεται ένας εκπαιδευτικός ως σύμβουλος, για  κάθε «υποστηριζόμενο» μαθητή.

  1. Η βοήθεια του εκπαιδευτικού – συμβούλου προς τον μαθητή

Συγκεκριμένες ενέργειες του εκπαιδευτικού συμβούλου προς τον μαθητή :

a.       Να τον ακούσει – να του αφιερώσει χρόνο (επίσημη συζήτηση)

b.      Να εντοπίσει τις ιδιαιτερότητές του. Τα ενδιαφέροντά του, τις εμπειρίες του, τα προβλήματά του  (ενδεικτικές ερωτήσεις στο πλήρες κείμενο).

c.       Να προσπαθήσει να δημιουργήσει μαζί με τον μαθητή ένα «συμβόλαιο»

d.        Προσδιορισμός εναλλακτικών τρόπων προσέγγισης της γνώσης από τους καθηγητές

e.        Αναζήτηση εξωτερικής ειδικής βοήθειας, όπου χρειάζεται.

  1. Και αν δεν αλλάξει τίποτα στη συμπεριφορά του μαθητή;

Πριν τις διακοπές των Χριστουγέννων συνεδριάζει το Συμβούλιο τάξης για να δει την πορεία της τάξης και δίνεται στους μαθητές μια τελευταία ευκαιρία εναλλακτικής δραστηριοποίησής τους. «Οι καθηγητές, συμφωνήσαμε και θα σου προτείνουμε εργασίες για τις διακοπές.  Όμως σε προειδοποιούμε ότι αν δεν ανταποκριθείς, η βαθμολογία του τετραμήνου σου θα είναι σχεδόν σε όλους τους καθηγητές κάτω από τη βάση»…

  1. Βαθμολογία τετραμήνου – Η «τελευταία» ευκαιρία

    Εφ όσον εξακολουθεί ο μαθητής μέχρι και τη λήξη του τετραμήνου να μην ανταποκρίνεται, ΟΛΟΙ οι εκπαιδευτικοί της τάξης εφαρμόζουν αντικειμενική αλλά αυστηρή αξιολόγηση. Στο β΄ τετράμηνο μπορούν να γίνουν διορθωτικές κινήσεις, συμβατές με τη συνολική πολιτική αξιολόγησης του σχολείου.

  1. Συμμετοχή Γονέων και Μαθητικών Κοινοτήτων στην όλη διαδικασία

Σε όλη την παραπάνω διαδικασία είναι απαραίτητη η ενημέρωση και συμμετοχή γονέων και μαθητών, ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΣΥΛΛΟΓΙΚΑ ΤΟΥΣ ΟΡΓΑΝΑ.

Πηγή : http://users.sch.gr/kontaxis/paidagogika.htm

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/1349

Αυγ 09 2011

Ενώ το δίδαξα και το έμαθαν, γιατί μετά από λίγες μέρες δε θυμούνται τίποτα;

Στις επισκέψεις μας στα σχολεία αναφέρεται συχνά από τους εκπαιδευτικούς το εξής πρόβλημα: «Εντάξει, παρατηρείται μια γενικευμένη αδιαφορία για τα μαθήματα από πολλούς μαθητές. Ωστόσο, σε ορισμένες βασικές διδακτικές ενότητες επιμένουμε ώστε όλοι σχεδόν οι μαθητές να τις μάθουν και αρκετές φορές  το καταφέρνουμε. Ελέγχουμε μάλιστα στο τέλος του μαθήματος αν πράγματι το έμαθαν οι μαθητές. Όταν όμως την επόμενη εβδομάδα επανερχόμαστε στο θέμα, διαπιστώνουμε ότι ελάχιστοι μαθητές έχουν συγκρατήσει αυτά που έμαθαν. Κυριολεκτικά, από το ένα αφτί τους μπαίνει και από το άλλο τους βγαίνει».

Το πρόβλημα είναι υπαρκτό και έχει απασχολήσει πολλούς παιδαγωγούς αλλά και επιστήμονες των Μέσων Επικοινωνίας. Γιατί  ο ακροατής, θεατής ή ο μαθητής ενώ έχουν ακούσει κάτι, μετά από λίγο χρονικό διάστημα φαίνεται ότι το αγνοούν.

Η απάντηση που δίνεται είναι η εξής: Στη σημερινή εποχή του καταιγισμού των πληροφοριών, για λόγους αυτοάμυνας, ο ανθρώπινος οργανισμός έχει γίνει ιδιαιτέρως επιλεκτικός στο τι συγκρατεί στη μνήμη του μακροπρόθεσμα. Έχει αποδειχθεί ότι σε μια διάλεξη ο ακροατής συγκρατεί μόλις το 5% αυτών που ακούει και μόλις το 20% αυτών που ακούει και βλέπει συγχρόνως.

Η ικανότητα διατήρησης κάποιας πληροφορίας εξαρτάται βεβαίως σε μεγάλο βαθμό από την ένταση της μορφής διάδοσης του μηνύματος. Άρα όντως διαδραματίζει σημαντικό ρόλο ο λόγος και η εικόνα που χρησιμοποιείται από τον εκπαιδευτικό (ή τον δημοσιογράφο για τα ΜΜΕ). Ωστόσο αυτό δεν είναι αρκετό.  Η τηλεόραση έχει εφεύρει τις εκπομπές διαλόγου, με την επιδίωξη μάλιστα να δημιουργείται ένταση μεταξύ των συνομιλητών ώστε να προσελκύεται η προσοχή των τηλεθεατών.

Τι μπορούν να κάνουν οι εκπαιδευτικοί;

Η απάντηση είναι προφανώς σύνθετη αλλά  μπορούμε να πούμε ότι κυρίως βασίζεται στο εξής:  Όσο περισσότερο εμπλέκεται ο μαθητής βιωματικά στη διαδικασία μάθησης, τόσο περισσότερο αποτελεσματική είναι η μάθηση. Αν αυτό ίσχυε πάντοτε, στη σημερινή αποχή είναι απολύτως απαραίτητο. Όπως δήλωσε πρόσφατα ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Εκπαίδευσης της Δανίας Knud Illeris σε ομιλία του στην Αθήνα (1-3-2011), «Ο καθηγητής δεν πρέπει να σπαταλάει περισσότερο από το 50% του χρόνου του σε διάλεξη – παρουσίαση. Ο περισσότερος χρόνος της διδακτικής ώρας θα πρέπει να δαπανάται στην ενεργό συμμετοχή του ίδιου του μαθητή στην εκπαιδευτική διαδικασία, μέσα από ατομικές ή ομαδικές δραστηριότητες».

Μερικές απλές πρακτικές συμβουλές:

  • Ξεκινήστε το μάθημα (συνιστάται)  με ένα εποπτικό μέσο (διαφάνεια, βίντεο, απλή φωτοτυπία κλπ ) ή ένα πρόβλημα προς επίλυση και καλέστε τους μαθητές να κάνουν κάποια δραστηριότητα πχ να εξηγήσουν τι βλέπουν, να λύσουν ένα πρόβλημα κλπ. Στη συνέχεια οικοδομήστε τη διδασκαλία σας πάνω σε αυτό. Αυτή η προσέγγιση σας δίνει τη δυνατότητα να εφαρμόσετε και διαφοροποιημένη μάθηση μέσα στην τάξη, με την έννοια την προσέγγιση της γνώσης με διαφορετικό τρόπο για επιμέρους ομάδες μαθητών, ανάλογα με το επίπεδο, τις προηγούμενες γνώσεις, τα χαρακτηριστικά ή τα ενδιαφέροντά τους.
  • Αξιοποιήστε αρχές ομαδοσυνεργατικής διδασκαλίας για περιπτώσεις που δεν μπορούν να δοθούν διαφοροποιημένα θέματα (αρχίζοντας από ομάδες των 2 ατόμων).
  • Εναλλακτικά, αξιοποιήστε τα παραπάνω στην αξιολόγηση του μαθήματος
  • Δώστε εργασίες πριν ή μετά το μάθημα και πάλι με διαφορετικής μορφής θέματα – δραστηριότητες.
  • Αξιοποιήστε το διάλογο μέσα στην τάξη. Όμως,  σε αυτήν την περίπτωση συμμετέχουν λίγοι και συνήθως οι ίδιοι μαθητές, για αυτό, για να βελτιώσουμε την αποδοτικότητα του διαλόγου θα πρέπει να απευθυνόμαστε με κατάλληλες ερωτήσεις περιοδικά σε όλους τους μαθητές

Πηγή : http://users.sch.gr/kontaxis



Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/1348

Αυγ 07 2011

“Η ενεργός συμμετοχή του μαθητή στη διαδικασία της μάθησης”

Στέλλα Βοσνιάδου, Καθηγήτρια Γνωστικής Ψυχολογίας του Τμήματος Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρίας της Επιστήμης (ΜΙΘΕ) του Πανεπιστημίου Αθηνών

Η μάθηση απαιτεί την ενεργό και εποικοδομητική συμμετοχή του μαθητή.

Ερευνητικά δεδομένα

Η μάθηση στο σχολείο απαιτεί την προσοχή των μαθητών, την παρατήρηση, την απομνημόνευση, την κατανόηση, τη θέση στόχων και την ανάληψη ευθύνης για την ίδια τη μάθησή τους. Αυτές οι γνωστικές δραστηριότητες δεν είναι δυνατές χωρίς την ενεργό συμμετοχή και εμπλοκή του μαθητή.

Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να βοηθούν τους μαθητές να είναι ενεργοί στην τάξη και να θέτουν στόχους αξιοποιώντας τη φυσική τους διάθεση για διερεύνηση, για κατανόηση νέων πραγμάτων και για μάθηση.

Εφαρμογή

Η πρόκληση για τους εκπαιδευτικούς είναι να δημιουργήσουν ενδιαφέροντα και απαιτητικά περιβάλλοντα μάθησης, στα οποία ενθαρρύνεται η ενεργή συμμετοχή των μαθητών. Παραθέτουμε κάποιες από τις προτάσεις για τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο:

1.  Αποφύγετε τις καταστάσεις όπου οι μαθητές παραμένουν παθητικοί ακροατές για πολλή ώρα.

2.  Εμπλουτίστε την παράδοση με πρακτικές δραστηριότητες, όπως πειράματα, παρατηρήσεις, συνθετικές εργασίες, κλπ.

3.  Ενθαρρύνετε τη συμμετοχή σε συζητήσεις μέσα στην τάξη και σε άλλες συνεργατικές δραστηριότητες.

4.  Οργανώστε εκπαιδευτικές επισκέψεις σε μουσεία και τεχνολογικά πάρκα.

5.  Αφήστε τους μαθητές να αναλάβουν κάποιον έλεγχο της δικής τους μάθησης. Αυτό σημαίνει ότι ο εκπαιδευτικός σε ορισμένες στιγμές πρέπει να αφήσει τον μαθητή να αποφασίσει για το τι πρέπει να μάθει και πώς να το μάθει.

6.  Βοηθήστε τους μαθητές να δημιουργήσουν μαθησιακούς στόχους που είναι συναφείς με τα ενδιαφέροντά τους και τα σχέδιά τους για το μέλλον.

Προτεινόμενη βιβλιογραφία

·      Elmore, R.F., Peterson, P.L., & McCarthy, S.J. (1996). Restructuring in the classroom: Teaching, learning and school organization. San Francisco: Jossey-Bass

·      Piaget, J.(1978). Success and understanding. Cambridge, MA: Harvard University Press

·      Scardamalia, M., & Bereiter, C. (1991). Higher levels of agency for children in knowledge-building: A challenge for the design of new knowledge media. Journal of the Learning Science, 1: 37-68

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/1319

Αυγ 05 2011

Multi-tasking τα σημερινά παιδιά

Βρετανική έρευνα δείχνει ότι μπορούν να χρησιμοποιούν έως και πέντε οθόνες ταυτόχρονα


Multi-tasking τα σημερινά παιδιά

Στόχος των επιστημόνων ήταν να εξετάσουν τρόπους για να περιοριστεί ο χρόνος που περνάνε τα παιδιά μπροστά στις διάφορες οθόνες


Λονδίνο Έρευνα που διεξήχθη στη Βρετανία για λογαριασμό των Πανεπιστημίων του Μπρίστολ και του Λάφμπορο κατέδειξε ότι πολλά από τα σημερινά παιδιά μπορούν να απασχολούνται συγχρόνως έως και σε πέντε οθόνες – από κινητό και παιχνιδομηχανή μέχρι λάπτοπ, ντέσκτοπ και την «κλασική» τηλεόραση.

Στην έρευνα συμμετείχαν 63 παιδιά δημοτικού, ηλικίας 10 και 11 ετών. Τρία στα τέσσερα από αυτά είχαν καθημερινή πρόσβαση σε συσκευές χειρός, όπως το Nintendo και το Playstation, ενώ επτά στα 10 διέθεταν προσωπικό φορητό υπολογιστή. Τα smart phones αποδείχτηκαν επίσης δημοφιλή, αφού περίπου τα μισά παιδιά είχαν πρόσβαση σε αυτά, συνήθως δανειζόμενα τις συσκευές των «μεγάλων».

Στόχος των επιστημόνων ήταν να εξετάσουν τρόπους για να περιοριστεί ο χρόνος που περνάνε τα παιδιά μπροστά στις διάφορες οθόνες. Οι ερευνητές αναρωτήθηκαν πώς γίνεται ένα παιδί να χρησιμοποιεί ταυτόχρονα δύο, τρεις ή ακόμη και πέντε συσκευές με οθόνη. Η απάντηση ήταν ίδια για τα περισσότερα παιδιά: «Στο Νιντέντο μου είμαι στο MSN και στο λάπτοπ μου είμαι στο Facebook, ενώ η τηλεόραση μένει ανοιχτή».

Σύμφωνα με την Ρουσέλ Τζέιγκο, από το Τμήμα Άσκησης, Διατροφής και Υγείας του Πανεπιστημίου του Μπρίστολ «Τα παιδιά της έρευνας είχαν συνήθως πρόσβαση έως και σε πέντε συσκευές την ίδια στιγμή και πολλές εξ’ αυτών ήταν φορητές. Αυτό σημαίνει ότι τα παιδιά μπορούσαν να μεταφέρουν τον εξοπλισμό τους από τα υπνοδωμάτια στους κοινόχρηστους χώρους, ανάλογα με το εάν ήθελαν απομόνωση ή παρέα».

Παρόλο που αυτή η ταυτόχρονη ενασχόληση με πολλά πράγματα θα μπορούσε να αποδειχτεί ωφέλιμη για τα παιδιά – έρευνες έχουν δείξει ότι οι δράσεις με «πολλαπλούς στόχους» αναπτύσσουν την οξυδέρκεια και ενεργοποιούν συγκεκριμλένες περιοχές του εγκεφάλου -, οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι ακόμη πολλά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα, ενώ η καθιστική ζωή επιδρά αρνητικά στην πνευματική υγεία των νέων και αυξάνει τον κίνδυνο παχυσαρκίας.

Απαιτείται λοιπόν, κατά τους ερευνητές, συγκεκριμένη τακτική περιορισμών και αυστηρών όρων (π.χ. «τόση ώρα για μία συσκευή τη φορά») από πλευράς των γονιών, προκειμένου να προλάβουν πιθανούς κινδύνους, αφού η απομάκρυνση της τηλεόρασης και μόνο από το παιδικό δωμάτιο δεν συνιστά απαραίτητα και την λύση του προβλήματος.

Πηγή : «TO BHMA», 5/8/2011

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/1295

Ιούν 18 2011

«Τι ρόλο παίζει η οικογένεια στη σχολική επίδοση των μαθητών»

Του Παπαγεωργίου Ιωάννη, δασκάλου στο 3ο Δημοτικό Σχολείο Συκεών


Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Πολλές φορές εμείς οι δάσκαλοι ευρισκόμενοι στο σχολείο, αντιμετωπίζουμε πλήθος προβλημάτων συμπεριφοράς, σχολικής ένταξης, διαφορετικότητα στις κοινωνικές τάξεις ή και στις εθνικότητες, αντιδράσεις μαθητών ή γονέων άλλοτε ήπιου και άλλοτε έντονου χαρακτήρα. Όμως κάθε φορά αναρωτιόμαστε ποια είναι η σωστότερη αντιμετώπιση, η καταλληλότερη θέση απέναντι σε αυτά τα ζητήματα. Πλήθος αναφορών γίνεται σε τεράστια βιβλιογραφία σχετικών παιδαγωγικών θεμάτων. Είναι σωστό να ανατρέξουμε σε κάποιο βιβλίο ή σε κάποιον ειδικό, αλλά ακόμη σωστότερο είναι να είμαστε γνώστες τουλάχιστον μερικών βασικών και εφαρμόσιμων παιδαγωγικών θεμάτων.

Το σύγχρονο σχολείο, η αλματώδης ανάπτυξη της κοινωνίας σε βιοτικό και τεχνολογικό επίπεδο, οι απαιτήσεις, η ταχύτητα των γνώσεων, οι προκλήσεις που δέχονται οι μαθητές, οι υποχρεώσεις της οικογένειας απέναντι στο σύνολο, η αρρώστια της εποχής μας το άγχος, είναι στοιχεία που θα πρέπει να γνωρίζει ο σύγχρονος ενημερωμένος δάσκαλος και να πράττει ανάλογα με την παιδαγωγική του κατάρτιση. Η ανατροφή των παιδιών, οι αξίες που διαχέονται, τα κίνητρα που δίνει η οικογένεια, η κοινωνική τάξη, είναι μερικοί παράγοντες που επηρεάζουν όχι μόνο την σχολική επίδοση των μαθητών, αλλά όλο το profile τους, την μελλοντική τους αποκατάσταση, την τοποθέτησή τους απέναντι στην κοινωνία που τους περιμένει για να προσφέρουν.


Β. ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙ

Είναι όλες οι επιδράσεις άμεσες και έμμεσες που δέχεται ένα άτομο από τη στιγμή της σύλληψης του ως το θάνατο (1) (ψυχολογικό περιβάλλον). Αυτό περιλαμβάνει τόσο το φυσικό (γεωφυσικές και βιοφυσικές επιδράσεις) , όσο και το κοινωνικό περιβάλλον (κοινωνιοικονομικές και πολιτιστικές επιδράσεις). Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην επίδραση του κοινωνιοικονομικού περιβάλλοντος σαν παράγοντας για τη διαμόρφωση των χαρακτηριστικών της προσωπικότητας του ατόμου που έχει σχέση με την επίδοση στο σχολείο ( γλώσσα, αντιληπτικοί τρόποι, κίνητρα μάθησης, δυσκολίες προσαρμογής, επίδοση στα μαθήματα κ.α). Κάθε άνθρωπος όμως βιώνει το περιβάλλον του διαφορετικά από άλλους ανθρώπους που ζουν μέσα σε αυτό. Η έρευνα έδειξε ότι η επίδραση της κληρονομικότητας φαίνεται πιο μεγάλη και του περιβάλλοντος πιο μικρή από ότι πράγματι είναι. Το ερώτημα λοιπόν για το δάσκαλο είναι, αν μπορεί να επιδράσει και μέχρι ποιο βαθμό στις κληρονομικές καταβολές του μαθητή, μέσα από την προσφερόμενη αγωγή στο σχολείο.

Ύστερα από εργασίες του J.McV.Hunt (1961) και του B.Bloom (1964) που έγιναν στην Αμερική, διαπιστώθηκε πως μερικά παιδιά αδικούνται στο σχολείο, γιατί δε φέρουν από το σπίτι τους κατάλληλα μορφωτικά εφόδια ώστε να ξεκινήσουν τη σχολική τους σταδιοδρομία με τις ίδιες προϋποθέσεις με τα άλλα παιδιά των «καλών οικογενειών». Οι κλινικές παρατηρήσεις του Α. Nitschke (1962) έδειξαν (2) πως μερικές εκδηλώσεις της συμπεριφοράς, αλλά και ορισμένοι τρόποι κινήσεων που τις απέδιδαν κυρίως σε γενετικούς παράγοντες, μαθαίνονται και διδάσκονται μέσα στα πλαίσια της καθημερινής επικοινωνίας του παιδιού με τους γονείς του. Είναι αυτό που όλοι σήμερα ξέρουμε λέγοντας για τα παιδιά ότι αντικατοπτρίζουν την οικογένειά τους. Εντυπωσιακή είναι η περίπτωση των λεγόμενων «λυκόπαιδων», παιδιών που για διαφορετικούς λόγους μεγάλωσαν στην ερημιά, μακριά από την ανθρώπινη επικοινωνία. Η περίπτωσή τους δείχνει, πως ο άνθρωπος χωρίς την παιδαγωγική επίδραση της ανθρώπινης συμβίωσης και επικοινωνίας, παραμένει σε μια υπάνθρωπη βαθμίδα εξέλιξης και δεν μπορεί να αναπτύξει τις ανθρώπινες ιδιότητές του . Ο J. Watson είπε «Δώστε μου μια ντουζίνα παιδιά και έναν κόσμο που θα τα αναθρέψω. Εγγυώμαι πως το καθένα από αυτά θα τα διαμορφώσω στην κατεύθυνση που θέλω εγώ». Ο Piaget (3) πιστεύει πως η κληρονομικότητα, το περιβάλλον και η μεταξύ τους αλληλεπίδραση δεν αποτελούν τους κυριότερους παράγοντες της πνευματικής ανάπτυξης, αλλά έχουν δευτερεύοντα μόνο σημασία, γιατί υπακούουν σε ένα αυτοματοποιημένο μηχανισμό ανάπτυξης της ίδιας της νόησης, το μηχανισμό της εξισορρόπησης. Η ανθρώπινη νοημοσύνη έχει μια εντελώς ιδιαίτερη, μια δική της ενεργητική δυνατότητα για ανάπτυξη, γι’ αυτό και δύο άτομα με την ίδια κληρονομικότητα που ζουν στο ίδιο ακριβώς περιβάλλον, γίνονται δύο εντελώς ξεχωριστές προσωπικότητες.


Γ. ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΚΑΙ ΣΧΟΛΕΙΟ

Κατά τον Rene Hubert η κοινωνικοποίηση του παιδιού αρχίζει από τη γέννηση του. Βάση της κοινωνικότητας του παιδιού (4) είναι η οικογένεια και κυρίως η μητέρα με τη σωστή θέση που θα πάρει απέναντί του. Ανάμεσα στη σχέση μητέρας – παιδιού δημιουργούνται τα πρώτα στηρίγματα της κοινωνικής ανάπτυξης. Από την αγάπη των γονέων και του δασκάλου τρέφεται η κοινωνικότητα του παιδιού, η οποία ενισχύεται με τη συνεχή και γεμάτη ενδιαφέρον, καθοδήγηση και χειραφέτηση. Μετά την οικογένεια στην ανάπτυξη της κοινωνικότητας, ακολουθεί το σχολείο με την παιδαγωγική του δραστηριότητα. Ούτε η οικογένεια, ούτε το σχολείο θεωρεί τόσο απλή την προσαρμογή του παιδιού σε ορισμένα καλούπια κοινωνικής ζωής. Το σχολείο προετοιμάζει το παιδί με την ανάλογη κοινωνική αγωγή και προσπαθεί με τα μέσα που διαθέτει και με την όλη οργάνωση του να το προσαρμόσει προοδευτικά στο πνεύμα της κοινωνικής ζωής. Οι εξεζητημένες προσπάθειες που τείνουν στην πρόωρη κοινωνικοποίηση του παιδιού και στην πρόωρη οικείωση τρόπων κοινωνικής ζωής (στην εποχή μας σήμερα, είναι πολύ συχνό φαινόμενο, αφού πολλοί γονείς προσπαθούν να «μεγαλώσουν» τα παιδιά τους με ενέργειες που δεν είναι για την ηλικία και την ωρίμανση των παιδιών, ζητώντας από αυτά το ακατόρθωτο), καταδικάζονται ανεπιφύλακτα και οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε αποτυχία. Στην περίοδο της σχολικής ζωής, το παιδί πρέπει με τους ενθουσιασμούς του, τις συγκινήσεις του, τις ποικίλες άλλες συναισθηματικές καταστάσεις του, τη φρονηματιστική διδασκαλία και τη συστηματική χειραφέτηση από τους γονείς του, να αποκτήσει το συναίσθημα της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης, να αναπτύξει θάρρος και πρωτοβουλία και να επιδείξει προθυμία για εργασία με ανάληψη ευθυνών.

Κοινωνικοποίηση, λοιπόν, του παιδιού είναι η ικανότητά του να ρυθμίζει τη συμπεριφορά του έναντι των άλλων ανηλίκων της συμβιωτικής ομάδας και των ενηλίκων προσώπων του περιβάλλοντός του, να έχει αποκτήσει μια σχέση που να επιτρέπει τη συμβίωση και τη συνεργασία με έναν ρυθμό εργασίας και ζωής προοδευτικό και δημιουργικό. Κατά τον Rousseau (5) η πνευματική ανάπτυξη του ανθρώπου και η λειτουργική ισορροπία των δυνάμεων του, συντελείται μέσα στο κοινωνικό περιβάλλον και όχι μακριά από την κοινωνική ζωή. Σε αυτό το περιβάλλον αναπτύσσεται ηθικά, σωματικά, ψυχικά, πνευματικά και αποκτά προσωπικότητα. Το σχολείο, λοιπόν, που είναι από τα μεγαλύτερα σε διάρκεια περιβάλλοντα του παιδιού είναι κέντρο πολιτειακής και κοινωνικής ζωής (Kerechensteniner).
Πρέπει, λοιπόν:

  • Η οικογένεια να είναι ο πρωταρχικός παράγοντας της κοινωνικής ανάπτυξης του παιδιού.
  • Το σχολείο οφείλει να προετοιμάζει το παιδί για τη συνειδητή ένταξή του στο ρυθμό της κοινωνικής ζωής.
  • Να καλλιεργείται ο ελεύθερος διάλογος μεταξύ των μαθητών, ώστε να αναπτύσσεται η κρίση τους.
  • Το σχολείο οφείλει να ασκεί τους μαθητές να μελετούν, να ερευνούν και να κρίνουν γεγονότα της κοινωνικής, πολιτιστικής και σχολικής ζωής.
  • Να πάρει το σχολείο όχι μόνο τη μορφή της κοινότητας, αλλά να είναι μια πραγματική κοινότητα.
  • Η σχολική ζωή με την παιδαγωγική μορφή και οργάνωση, να έχει κοινά χαρακτηριστικά με την οργανωμένη έξω κοινωνία.
  • Ο εκπαιδευτικός με την έντονη προσωπικότητά του και την κοινωνικότητά του να περάσει ομαλά και συνειδητά τις αξίες στους μαθητές και στην κοινότητα στην οποία ζει.


Δ. ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΚΗ ΕΠΙΔΟΣΗ

Δ1. ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Στα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού, οι ενισχύσεις των γονέων καθορίζουν αποκλειστικά τη μάθησή του, γιατί συνήθως (6) η επιθυμητή συμπεριφορά του παιδιού ενισχύεται θετικά με την εκδήλωση της αγάπης των γονέων. Έχοντας το παιδί σαν πρότυπο συμπεριφοράς τους γονείς του οικειοποιείται ολόκληρο το σύστημα αξιών της οικογένειας. Οικειοποιείται τις φιλοδοξίες, τα ενδιαφέροντα, τις προσδοκίες, τον τρόπο αντιμετώπισης καταστάσεων καλών ή κακών, κερδίζοντας έτσι την αγάπη τους. Ο καθηγητής Η. Heckhausen (1970), δέχεται 5 βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν (7) τη γέννηση και την ανάπτυξη των κινήτρων επίδοσης.

  • Η ωρίμανση των αισθησιοκινητικών και κυρίως των γνωστικών λειτουργιών.
  • Η ανάπτυξη άλλων κινήτρων και προδιαθέσεων (αυτονομία, ανεξαρτησία κ.α )
  • Ευκαιρίες βιωμάτων επιτυχίας.
  • Οι ενισχύσεις των προσπαθειών του παιδιού.
  • Τα πρότυπα συμπεριφοράς.

Και οι έρευνες του D. Mc. Clelland συντείνουν στο συμπέρασμα (8), πως η μητέρα που φροντίζει να κάνει το παιδί ανεξάρτητο και το παρακινεί να κάνει μόνο του τις διάφορες εργασίες, δημιουργεί ευνοϊκές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη των κινήτρων επίδοσης στο παιδί. Γενικά η θερμή και εγκάρδια ατμόσφαιρα αποτελεί την πιο ευνοϊκή προϋπόθεση για την καλλιέργεια της αυτονομίας, της αυτενέργειας, της αυτοπεποίθησης, των βάσεων δηλαδή της ανάπτυξης των κινήτρων απόδοσης. Βασική όμως προϋπόθεση για την ανάπτυξη των κινήτρων απόδοσης, είναι οι απαιτήσεις των γονέων να ανταποκρίνονται στο επίπεδο των δυνατοτήτων του παιδιού. Οι γονείς που έχουν ψηλά κίνητρα επίδοσης, θέτουν υψηλότερες απαιτήσεις στα παιδιά τους, παρά οι γονείς με ασθενή κίνητρα. Ο πατέρας γενικά είναι πιο συγκρατημένος γονιός. Αφήνει μεγαλύτερη ελευθερία και αυτονομία στο παιδί του που έχει ψηλές αποδόσεις. Αντίθετα ο πατέρας παιδιών με ασθενή κίνητρα επίδοσης κατευθύνει αυταρχικά τη συμπεριφορά του παιδιού.

Τα παιδιά με ισχυρά κίνητρα επίδοσης, θεωρούν ως αίτιο επιτυχίας τον εαυτό τους και της αποτυχίας την τύχη. Αντίθετα τα παιδιά με ασθενή κίνητρα επίδοσης θεωρούν ως αίτιο επιτυχίας την τύχη και ως αίτιο αποτυχίας τον εαυτό τους. Εδώ η επίδραση του οικογενειακού περιβάλλοντος είναι μεγάλη γιατί όταν το παιδί αντεπεξέρχεται με επιτυχία στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος, αποκτά αυτοπεποίθηση, αντιμετωπίζει με θετική διάθεση καταστάσεις ή περιστάσεις επίδοσης, γιατί ελπίζει ότι έτσι θα του δοθεί η ευκαιρία να διαπιστώσει τις ικανότητές του. Αν τις περισσότερες φορές αποτυγχάνει, φυσικό είναι να αμφιβάλλει για τις ικανότητές του και να αποφεύγει έτσι τις ευκαιρίες επίδοσης γιατί τις θεωρεί αποτυχία.

Η οικογένεια πρέπει να ενεργοποιεί τις πνευματικές αξίες, τις πολιτιστικές εσωτερικές αξίες, γεγονός που ξυπνά την πνευματική ζωή στο παιδί και διαμορφώνει μαζί με τις εσωτερικές δυνάμεις τον χαρακτήρα του παιδιού. Η αποτελεσματικότητα της ανατροφής στο σπίτι (9) εξαρτάται:

1. Από το ύφος της ανατροφής
2. Από τον αριθμό των αδερφών και τη θέση του παιδιού στη σειρά των αδερφών
3. Από την οικονομική θέση της οικογένειας
4. Από την ατελή και διαταραγμένη οικογένεια

1. Η οικογένεια πρέπει να ικανοποιεί τις βασικές ψυχικές ανάγκες του παιδιού: την αξίωση για αγάπη, ασφάλεια, προσοχή, ελευθερία, καθοδήγηση, κίνητρα, ισότητα. Η ικανοποίηση αυτών των αναγκών πρέπει να διατηρεί τη χρυσή τομή ανάμεσα στα άκρα του πάρα πολύ και του πάρα πολύ λίγου, αλλιώς δημιουργούνται ελλιπείς μορφές ανατροφής στο σπίτι, όπως: το παιδί να κακομαθαίνει, να είναι ανυπάκουο, να αποκρούει, να μη συμβιβάζεται, να προκαλεί σύγχυση στον εαυτό του και στο περιβάλλον του.
2. Η ψυχοπνευματική εξέλιξη του παιδιού δε διαπλάθεται μόνο από τους γονείς αλλά και από τα αδέρφια. Το μοναχοπαίδι δεν έχει τα ερεθίσματα που προέρχονται από άλλα αδέρφια και έτσι απειλείται η φυσιολογική προσαρμογή του με άλλους ανθρώπους. Αν όμως το παιδί έχει ένα ή δύο αδερφάκια, είναι ευνοϊκότερα για τη σωστή ανάπτυξή του. Οι αξίες και τα ενδιαφέροντα μοιράζονται εξίσου και έτσι το παιδί δεν γίνεται ούτε κακομαθημένο, ούτε σκληρό. Όταν το παιδί είναι μεγαλύτερο από ένα αδερφάκι του παίρνει τα πάντα στα σοβαρά, ταιριάζει λιγότερο με τους συνομηλίκους του και περισσότερο με τους μεγάλους. Το μικρότερο παιδί αντίθετα είναι ενεργητικό, ανοιχτό, εύθυμο και δεν παίρνει τίποτα στα σοβαρά.
3. Η οικονομική θέση της οικογένειας έχει σχέση με το ντύσιμο, την περιποίηση του σώματος, τη διατροφή, την πνευματική καλλιέργεια, τη διαπαιδαγώγηση, την ανάλογη κοινωνική τάξη . Αντίθετα η φτώχεια δημιουργεί προβλήματα κυρίως στα αγόρια παρά στα κορίτσια. Αυτή η θέση ταυτίζεται και με την ανεργία των γονέων.
4. Όταν η οικογένεια είναι ατελής ή διαταραγμένη (διαζύγια, φασαρίες, κ.α), τότε πολλοί παράγοντες παρακάμπτονται. Η συναναστροφή μόνο με τον πατέρα αναπτύσσει τη θέληση, το σεβασμό στην αυθεντία, την επιδίωξη κύρους και αυτοκυριαρχίας κ.α. Η συναναστροφή μόνο με τη μητέρα αναπτύσσει τη συναισθηματική πλευρά του παιδιού, το αίσθημα, την αγάπη, την πίστη. Βλέπουμε ότι η σωστή εξισορρόπηση των γονέων δημιουργεί σωστή προσωπικότητα στο παιδί, αφού ο ένας γονέας καλύπτει τον άλλο στη διάπλαση του χαρακτήρα του παιδιού.

Στις περισσότερες οικογένειες τα παιδιά έχουν διαφορετική αλληλεπίδραση με το γονιό του κάθε φύλου. Η μητέρα και ο πατέρας έχουν διαφορετική επιρροή και συνεισφορά στην ανάπτυξη των παιδιών και στην απόκτηση της κατάλληλης για το φύλο τους συμπεριφοράς. Αν και ο πατέρας είναι ένα σημαντικό πρόσωπο για το παιδί, που λειτουργεί ως μοντέλο για μίμηση και ταύτιση, ο ρόλος του είναι δευτερεύοντας σε σύγκριση με το ρόλο της μητέρας (10).

Οι περισσότεροι θεωρούν ότι ο πιο σημαντικός ρόλος του πατέρα είναι ο οικονομικός και οι ίδιοι οι πατέρες θεωρούν ότι αν έχουν εκπληρώσει τις οικονομικές υποχρεώσεις προς τα παιδιά τους, είναι καλοί πατέρες. Η κοινωνία μας η ίδια δίνει έμφαση στο διαφορετικό ρόλο του πατέρα κρατώντας τους άνδρες μακριά από τα παιδιά τους, με αποτέλεσμα ο πατέρας να μην έχει τις ίδιες ευκαιρίες όπως η μητέρα, να συμμετέχει δηλαδή ενεργά στην ανάπτυξη των παιδιών. Ακόμα και όταν δουλεύουν και οι δύο γονείς, η μητέρα είναι αυτή που παραλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της φροντίδας των παιδιών (Belskly, 1979 ). Οι έρευνες δείχνουν ότι ενώ όλοι σχεδόν οι άνδρες παίζουν τακτικά με το παιδί τους, λίγοι είναι αυτοί που συμμετέχουν σε καθημερινή βάση στη φροντίδα του μωρού και ιδιαίτερα στις «βρόμικες δουλειές» (Kotelchuck 1976 ).

O ρόλος της μητέρας, γενικά έχει μελετηθεί εκτεταμένα. Ενώ αντίθετα οι κοινωνιολόγοι δεν μελετούν το ρόλο του πατέρα τόσο διεξοδικά και άμεσα όπως το ρόλο της μητέρας. Σε μια έρευνα βρέθηκε ότι ο πατέρας είναι πιο πιθανό να παίζει με τα παιδιά με διαφορετικό στυλ πιο φυσικό, ενώ της μητέρας πιο τυπικό και συνδεδεμένο με αντικείμενα. Το παίξιμο με τον πατέρα περιελάμβανε πιο άγρια παιγνίδια ενώ της μητέρας ήταν περισσότερο προφορικό ( Lamb, 1975 ). H επιστροφή του πατέρα στο σπίτι είναι συνήθως ένα ευχάριστο γεγονός, αφού ο πατέρας είναι αυτός που «διασκεδάζει», ενώ η επιστροφή της μητέρας όταν δουλεύει, συνήθως συνοδεύεται με τα δυσάρεστα καθήκοντα της ημέρας. Πρέπει ο πατέρας αγόγγυστα να ασχολείται σε καθημερινή βάση με την ανατροφή των παιδιών και για να ξεκουράζει τη μητέρα, αλλά και το παιδί να νιώθει τη συνεχή παρουσία και των δύο γονιών στο σπίτι. Συμβαίνει όμως η συμπεριφορά του πατέρα να διαφοροποιείται απέναντι στα αγόρια και τα κορίτσια της οικογένειας. Από τη ηλικία των 9 μηνών, ο πατέρας ανησυχεί περισσότερο για την ασφάλεια της κόρης παρά του γιου (Pedersen & Robson, 1969). Επειδή θεωρεί ότι τα κορίτσια είναι εύθραυστα δεν παίζει τόσο συχνά τα δύσκολα παιχνίδια που παίζει με τα αγόρια. Οι κινήσεις του πατέρα όταν παίζει με τα αγόρια είναι πιο άγριες και απότομες. Αυτό βασίζεται στην αντίληψη που έχει ο πατέρας ότι τα κορίτσια είναι πιο εύθραυστα και λεπτεπίλεπτα από ότι τα αγόρια. Αυτό το βλέπουμε και μεγαλώνοντας τα παιδιά, όπου ο πατέρας κλίνει περισσότερο στα αγόρια, γιατί θεωρεί ή γιατί έτσι έμαθε από τους δικούς του γονείς ότι το αγόρι πρέπει να πολεμήσει για να κερδίσει τη ζωή, αλλά και γιατί θα πρέπει αργότερα να συντηρήσει τη δική του οικογένεια, ενώ το κορίτσι θα έχει ένα καλό γάμο και δεν έχει τόση ανάγκη. Οι σημερινές όμως αντιλήψεις δείχνουν ότι εξίσου τα παιδιά πρέπει να αντιμετωπίζονται ισότιμα, γιατί η κοινωνία είναι δύσκολη, οι υποχρεώσεις μεγάλες, τα κίνητρα πολλά. Πρέπει η οικογένεια σήμερα να δημιουργείται σε στέρεες βάσεις, να αναπτύσσεται μόνιμα και σταθερά και να διαπλάθει τα παιδιά της σύμφωνα με τις νέες τάσεις, χωρίς να χάνονται οι αξίες.

Δ2. ΚΑΚΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΕΠΙΔΟΣΗ

Πολλές είναι οι αιτίες που αναγκάζουν ένα παιδί να μην τα πηγαίνει καλά στα μαθήματα, όπως:

Σχολική ανωριμότητα

Για να αποφασίσουμε εάν ένα παιδί είναι ώριμο ή όχι για το σχολείο, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τους εξής παράγοντες (11):

  • την εξέλιξη της νοημοσύνης του
  • τη συναισθηματική του εξέλιξη
  • την κοινωνική του εξέλιξη
  • τη βιολογική του ωρίμανση

Τις περισσότερες φορές η εξέλιξη του παιδιού στους παραπάνω τομείς συμβαδίζει, κάποιες φορές όμως το παιδί παρουσιάζει επιβράδυνση στην εξέλιξη μιας ή περισσοτέρων λειτουργιών και γι΄ αυτό θεωρείται ανώριμο για τη σχολική εργασία. Εμφανίζεται όταν το παιδί παρουσιάζει αδυναμία να παρακολουθήσει τα μαθήματα της τάξης του, δυσκολίες στην ανάγνωση και γραφή, φτωχό λεξιλόγιο, δυσκολία στις κοινωνικές συναναστροφές, δεν αποδέχεται το περιβάλλον και τους κανόνες της τάξης.

Ντροπή, Δειλία

Εμφανίζεται όταν το παιδί είναι συνεσταλμένο, δεν κάνει εύκολα φιλίες, παραμένει απομονωμένο, δεν συμμετέχει στις δραστηριότητες της τάξης, αποφεύγει τα άλλα παιδιά στα διαλείμματα. Εδώ θα πρέπει το παιδί να αποκτήσει θάρρος, από τους γονείς του και από τον δάσκαλο δίνοντάς το απλές αρμοδιότητες , απλές ευθύνες, παροτρύνοντας τα υπόλοιπα παιδιά να παίζουν μαζί του. Οι γονείς θα πρέπει να ασχοληθούν περισσότερο μαζί του , παίζοντας, συζητώντας, ενθαρρύνοντας το και να ψάξουν καλύτερα τη ζωή της οικογένειας, ώστε να βελτιώσουν ή όχι τις συνθήκες ζωής ή ακόμη να απορρίψουν κάποια δικά τους ελαττώματα. Σίγουρα το παιδί έρχεται στο σχολείο έχοντας μέσα του κάποια βιώματα, θετικά ή αρνητικά, τα οποία θα πρέπει να τα συνδυάσει με τη ζωή της τάξης. Αυτό είναι δύσκολο για το παιδί και χρειάζεται τη στήριξη όλων των φορέων της εκπαίδευσης. Όχι μόνο ο εκπαιδευτικός, όπως νομίζουν πολλοί γονείς, αλλά και οι γονείς πρέπει να σκύψουν πάνω στα προβλήματα του παιδιού και να μην δικαιολογούν τον εαυτό τους λέγοντας ότι μόνο το σχολείο είναι υπεύθυνο. Συνεργασία, λοιπόν, με τον εκπαιδευτικό, συνεργασία με τους τοπικούς φορείς της εκπαίδευσης , άμεσο ενδιαφέρον για τις δραστηριότητες του σχολείου, παρακολούθηση εν ανάγκη σχολές γονέων, συμμετοχή στις ανοιχτές συζητήσεις και εκδηλώσεις, παρότρυνση του παιδιού για συμμετοχή του σε κοινωνικές εκδηλώσεις (πάρτι, γιορτές, κ.ά), ενδιαφέρον για τους φίλους του και να καλύπτει γενικά κάθε ανάγκη του για επικοινωνία.

Αποθάρρυνση

Σίγουρα κάθε μαθητής δεν θέλει την επίπληξη και την αποτυχία μπροστά στους άλλους συμμαθητές του. Το ίδιο συμβαίνει και με τους μεγαλύτερους σε ηλικία ανθρώπους που θέλουν την επιβράβευση για τη συνέχιση των προσπαθειών τους. Είναι απαράδεκτο σημερινός εκπαιδευτικός να δημιουργεί πρόβλημα στην ψυχοσύνθεση των μαθητών του, επιπλήττοντας τους, τιμωρώντας τους, αποφεύγοντας τους. Δημιουργεί έτσι επιθετικές συμπεριφορές, άγχος, προβλήματα ένταξης στο σύνολο, ανασφάλεια και μαθησιακές δυσκολίες με έντονο το συναίσθημα της απόρριψης και συνεπώς της αποτυχίας. Η ενθάρρυνση, αντίθετα, από το σχολείο με τη συνεργασία γονέα – εκπαιδευτικού σε συνδυασμό με το καλό κλίμα στην οικογένεια, εμπιστοσύνης και ασφάλειας, είναι στοιχεία που θα τονίσουν την προσωπικότητα του παιδιού και θα του επαναφέρουν την εμπιστοσύνη και την αυτοπεποίθηση που χρειάζεται για να προχωρήσει.

Αδιαφορία της οικογένειας

Υπάρχουν κάποια στοιχεία που φαίνεται ακόμη και στα μάτια των παιδιών η αδιαφορία της οικογένειας. Είναι κουρασμένα, δεν προσέχουν στο μάθημα, δεν συζητούν εύκολα, δεν «ανοίγονται σε παρέες», έχουν μελαγχολική έκφραση και «κλείνονται» στον εαυτό τους, με αποτέλεσμα την κακή σχολική τους επίδοση. Χρειάζεται αρκετή προσπάθεια από μέρους του δασκάλου για να πλησιάσει αυτό το παιδί. Αν πραγματικά υπάρχει καλή σχέση μαθητή – εκπαιδευτικού, τότε θα τα καταφέρει να το πλησιάσει. Αν το παιδί νιώθει ότι ο δάσκαλος ενδιαφέρεται και θέλει να βοηθήσει, τότε ο μαθητής θα του ανοίξει την καρδιά και θα πετύχει. Είναι και πολύ λεπτή η θέση του εκπαιδευτικού καλώντας τους γονείς σε παιδαγωγική συνάντηση, όπου εκεί θα πρέπει να τους εκθέσει τα προβλήματα του παιδιού, προσέχοντας πάντα να μην επικρίνει και κατηγορεί την οικογένεια.

Είναι απαράδεκτη η αδιαφορία της οικογένειας, ακόμη και αν τα προβλήματα και οι υποχρεώσεις των γονέων είναι μεγάλες. Δεν είναι δυνατόν να μην υπάρχει λίγος χρόνος για τη διάπλαση του παιδιού. Το παιδί σε μικρή ηλικία δεν καταλαβαίνει τα προβλήματα των γονέων. Σε αυτή την ηλικία το παιδί έχει ανάγκη τη στήριξη των γονέων του σε κάθε δραστηριότητά του είτε παιχνίδι είναι αυτό, είτε μαθήματα. Ακόμη και την επίπληξη και παρατήρηση έχει ανάγκη, γιατί έτσι αισθάνεται την ασφάλεια γύρω του. Είναι λάθος που πολλοί γονείς προσπαθούν να βρούνε τρόπους για να φύγουν τα παιδιά «μέσα από τα πόδια τους» ή λέγοντας τα, ότι «έχεις μόνο υποχρεώσεις και όχι δικαιώματα» ή ακόμη ότι «εγώ στα προσφέρω όλα, εσύ τι κάνεις;».

Το παιδί χρειάζεται ό,τι και οι μεγάλοι. Χρειάζεται την ψυχαγωγία, το χιούμορ, τις εκδρομές, τη συμμετοχή του σε όλα τα κοινά της οικογένειας, τη συζήτηση. Αυτά, έστω και σε μικρό βαθμό αν ικανοποιούν τις ανάγκες του παιδιού, πετυχαίνεται η κοινωνικοποίησή του, επιβραβεύεται η σχολική του επίδοση και η μελλοντική του ένταξη στην κοινωνία. Ο σύγχρονος τρόπος ζωής των νέων οικογενειών έχει πολλές απαιτήσεις και η οικογένεια θέλει αντιμετώπιση από ώριμους και σκεπτόμενους γονείς. Θα πρέπει να έχουν υπομονή στις προσπάθειες του παιδιού, να το ανταμείβουν, ελαχιστοποιώντας έτσι τις αποτυχίες του (12) . Αντίθετα , όταν οι γονείς είναι αδιάφοροι μεγιστοποιούν, ίσως άθελά τους, την αποτυχία, αποθαρρύνουν κάθε δημιουργική προσπάθεια με αποτέλεσμα την κυριαρχία του συναισθήματος της κατωτερότητας στο παιδί.

Δ3. ΚΑΛΗ ΣΧΟΛΙΚΗ ΕΠΙΔΟΣΗ

Η καλή σχολική επίδοση εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως:
1. η σωστή οργάνωση του μαθητικού χρόνου και των δραστηριοτήτων
2. η σωστή οργάνωση του χρόνου μελέτης
3. η αισιοδοξία και πίστη για το τελικό αποτέλεσμα
4. η συμπαράσταση των γονέων με την ενεργό συμμετοχή τους
5. η σωστή λειτουργία της οικογένειας, οι κανόνες και αξίες της
6. η επιβράβευση σχολείου – γονέων
7. το κοινωνικό και μορφωτικό επίπεδο των γονέων
8. το άμεσο ενδιαφέρον των γονέων για την εξέλιξη του παιδιού
9. το υπόλοιπο περιβάλλον και πόσο αυτό επιδρά
10. η ψυχολογική στήριξη και οι υγιείς σχέσεις
11. ο χώρος εργασίας και μελέτης του παιδιού με τα απαραίτητα μέσα
12. τα δεδομένα κίνητρα την κατάλληλη στιγμή και η αυτοπεποίθησή του παιδιού για την αντιμετώπισή τους
13. οι αναπτυσσόμενες βαθμίδες δυσκολιών και πρωτοβουλιών και η ενθάρρυνση του για την αντιμετώπισή τους
14. η ενασχόληση του παιδιού με τον αθλητισμό
15. η σωστή ψυχαγωγία του τη σωστή στιγμή
16. η ανάπτυξη ενδιαφερόντων σε συνδυασμό με τα μαθήματα
17. σωστή καθοδήγηση της προσωπικότητας του με την ανάλογη συμπαράσταση από τους δικούς του
18. πίστη στην εκπαίδευση, για την ίδια τη ζωή του παιδιού και όχι μόνο για κοινωνική άνοδο
19. η ανάπτυξη της αυτοαντίληψης και αυτοεκτίμησης, με ανάπτυξη θετικής σκέψης για όλες τις στάσεις ζωής
20. η αποφυγή από μέρους των γονέων συγκρίσεων ή διακρίσεων με άλλα αδέρφια ή μαθητές
21. η ελεύθερη έκφραση των συναισθημάτων του παιδιού κ.ά

Βλέπουμε ότι τα λειτουργικά χαρακτηριστικά της οικογένειας παίζουν πιο καθοριστικό ρόλο στη σχολική επίδοση και από αυτήν ακόμη την κοινωνικο-οικονομική στάθμη της οικογένειας. Μη ξεχνάμε όμως ότι η κοινωνικο-οικονομική στάθμη καθορίζεται από παράγοντες εξωτερικούς αποδεκτούς ή μη οι οποίο τροποποιούνται ανάλογα με τα συμφέροντα κάθε τάξης. Γιατί, λοιπόν, δεν προσπαθούμε να τροποποιήσουμε τις συνθήκες της δικής μας οικογένειας που αποτελείται από μικρό πλήθος ατόμων; Δεν θα πρέπει τα οποιαδήποτε προβλήματα να μεταφέρονται στην οικογένεια, ούτε η εργασία μας να είναι τροχοπέδη για την ανάπτυξη των παιδιών. Μήπως θα πρέπει να δούμε τα πράγματα από την άλλη όψη; Μήπως είναι καιρός να καταλάβουμε ότι η ζωή σε ένα σωστό οικογενειακό περιβάλλον, θα έχει σαν αποτέλεσμα και την επιτυχία μας στην εργασία; Η θετική ενέργεια που θα πάρουμε από την οικογένεια θα είναι τροφοδότης για την κοινωνική μας και οικονομική μας ανάπτυξη. Ασφαλώς κάποιες δυνατότητες της οικογένειας εξαρτώνται από την κοινωνικο -οικονομική θέση αυτής. Αν είναι δύσκολο να βελτιώσουμε αυτή τη θέση , είναι εύκολο όμως να βελτιώσουμε τις συνθήκες ζωής της οικογένειας και να επενδύσουμε στα παιδιά μας.

Ας σκύψουμε πάνω από τα προβλήματα των παιδιών. Να τα βοηθήσουμε από μικρά στην ανάπτυξη των νοητικών τους ικανοτήτων, ασχολούμενοι μαζί τους με απλά παιχνίδια, να τα εισάγουμε στις αξίες της ζωής, να τα μάθουμε στην οργάνωση, να μην τα επιπλήττουμε μπροστά σε άλλους, να τους γνωρίσουμε τους κανόνες και τις υποχρεώσεις τους, να αναπτύξουν την αυτοπεποίθηση τους, να τα ελέγχουμε έμμεσα και να τα συμπαραστεκόμαστε με συμβουλές μας σε κάθε δυσκολία τους, να τα ενθαρρύνουμε στα προβλήματά τους. Το ένστικτο (μητρικό και πατρικό) που έχουν οι γονείς, οι αξίες για τη ζωή που έχουν διαμορφώσει, η αγάπη για τα παιδιά τους, η θέλησή τους για κάθε δυνατή βοήθεια, η επιθυμία τους για καλύτερη επιτυχία των παιδιών τους, κάνουν αυτούς να αισθάνονται ότι πρέπει να προσφέρουν ό,τι είναι δυνατόν για την καλύτερη διάπλαση των παιδιών τους. Μη ξεχνάμε όμως ότι σε κάθε κανόνα υπάρχουν και εξαιρέσεις. Έτσι υπάρχουν και γονείς που πιστεύουν ότι μόνο η εξοικονόμηση όλο και περισσότερων χρημάτων ή κοινωνικής ανόδου θα φέρει την άνοιξη στην οικογένεια. Είναι λάθος να το πιστεύουμε αυτό, γιατί το παιδί έχει καθημερινά την ανάγκη ολοένα και περισσότερο των γονέων του σε αγάπη, συμπαράσταση , ασφάλεια και χρόνο. Η εκπαιδευτική πείρα μου, δείχνει αυτά που αναφέρω και είναι πολύ δύσκολο για έναν εκπαιδευτικό να έχει μπροστά του γονείς που «σηκώνουν τα χέρια τους» με την συμπεριφορά και αντίδραση του παιδιού τους, λέγοντας απλά «εγώ του προσφέρω ότι χρειάζεται, τι να κάνω τώρα;» ή «τι κάνει το σχολείο; Γιατί το παιδί μου έρχεται έτσι σπίτι;» ή «τι δεν κάνετε, που θα έπρεπε να κάνετε;» ή «εγώ γυρνώ στο σπίτι αργά από τη δουλειά μου και είμαι πτώμα για να το ελέγξω» ή «γιατί το παιδί μου δεν πάει καλά στα μαθήματα; Εγώ δεν μπορώ να βοηθήσω. Δεν προλαβαίνω, από τη δουλειά μου «. Εδώ, λοιπόν, είναι και το ερώτημα: Δεν υπάρχει λίγος χρόνος για το παιδί; Είναι δύσκολο για τον εκπαιδευτικό που έχει 25 ή και παραπάνω μαθητές να γνωρίζει τι ακριβώς συμβαίνει και συγχρόνως να επεμβαίνει έγκαιρα.

Η δυνατότητα της οικογένειας να προετοιμάσει το παιδί σύμφωνα με τις απαραίτητες για τη σχολική μάθηση αξίες, ικανότητες και δεξιότητες, είναι καθαρά θέμα ιδιοσυγκρασίας των γονέων και δεν τους το επιβάλλει κανείς και ούτε κανείς ποτέ θα ζητήσει ευθύνες παρά η ίδια η οικογένεια στον εαυτό της.


Ε. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Το θέμα της οικογένειας και ο ρόλος αυτής στην επίδοση των παιδιών είναι πολύ βασικός και υπάρχει πλούσια σχετική βιβλιογραφία. Από την ημέρα της γέννησης του το παιδί έρχεται σε ένα περιβάλλον, όπου η ανατροφή του θα πρέπει να είναι πρωταρχικός στόχος των γονέων. Η ωρίμανση της σκέψης των γονέων, η σταθερότητα των σχέσεων τους καθώς και η ψυχική και κοινωνική ετοιμότητά τους πρέπει να είναι δεδομένη. Οι αξίες της ζωής, οι προσδοκίες, οι φιλοδοξίες. τα πρότυπα, τα κίνητρα, οι συναναστροφές, οι απαιτήσεις, οι ευκαιρίες, οι ενισχύσεις των προσπαθειών, η συμπεριφορά, η αναγνώριση, είναι στοιχεία τα οποία οι γονείς πρέπει να προσέξουν, να διαφυλάττουν, να υπερασπίζονται και να μεταδίδουν.

Φθάνοντας στη σχολική ηλικία το παιδί πρέπει να έχει μέσα του όλες τις αξίες και συμπεριφορές και συνεχίζοντας να βελτιώσει αυτές και να αποκτήσει όλες τις δεξιότητες και ικανότητες που προσφέρει το σχολικό περιβάλλον. Η κοινωνικοποίηση του παιδιού, ξεκινά, λοιπόν, από τη γέννησή του, διαπλάθεται στην οικογένειά του και συνεχίζει στο σχολείο όπου εκεί θέτει τα αυριανά θεμέλιά του. Κύριο χαρακτηριστικό του παιδιού της σχολικής ηλικίας είναι η τάση για εργατικότητα και παραγωγικότητα. Οι γονείς πρέπει με υπομονή και επιμονή να παρακολουθούν κάθε προσπάθεια του παιδιού, να την επικροτούν, να την επιβραβεύουν ώστε να ελαχιστοποιήσουν τις αποτυχίες του και να μεγιστοποιήσουν τις επιτυχίες του. Αντίθετα όταν οι γονείς είναι αγχώδεις, υπερπροστατευτικοί, πιεστικοί, υποτιμούν τότε τα απλά επιτεύγματα του παιδιού ζητώντας πάντα κάτι καλύτερο, μεγιστοποιούν τις δυσκολίες και τις αποτυχίες του και αποθαρρύνουν κάθε δημιουργική του προσπάθεια αυξάνοντας έτσι το συναίσθημα κατωτερότητας στο παιδί με αποτέλεσμα την κακή σχολική επίδοση. Η θετική ενέργεια που εκπέμπουν οι γονείς είναι τροφοδότης ζωής για το παιδί. Η αρνητική ενέργεια που εκπέμπουν οι γονείς, σίγουρα είναι το μέσο για αμφισβήτηση της ζωής στα μάτια του παιδιού. Ο χρόνος και η υπομονή των γονέων ανταμείβει αυτούς βλέποντας την επίδοση του παιδιού τους. Πρέπει, λοιπόν, η οικογένεια:

 Να είναι αποτελεσματική στη διαχείριση των οικογενειακών θεμάτων με ηρεμία και υπομονή

 Να έχει ξεκάθαρους ρόλους και υποχρεώσεις, ανάλογα με το φύλο

 Να εφαρμόζει συνεπείς κανόνες συμπεριφοράς με σταθερότητα και αυστηρότητα χωρίς παρεκκλίσεις

 Να εκδηλώνει έμπρακτα το ενδιαφέρον της για τις ανάγκες των μελών της, δίνοντας χρόνο και μεταδίδοντας θετικά στοιχεία

 Να στηρίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη των μελών

 Να επικοινωνεί με διάλογο, χωρίς προκαταλήψεις

 Να ενθαρρύνει τη συνεργασία, χωρίς ακρότητες

 Να στηρίζεται στον αμοιβαίο σεβασμό μεταξύ των μελών

 Να ενθαρρύνει τις μαθητικές δραστηριότητες των μελών, προτρέποντας αυτά πάντα στην σωστή επίδοσή τους

 Να υπάρχει σωστός τρόπος επικοινωνίας μεταξύ των μελών, ώστε να διευκολύνεται ο διάλογος

 Να αξιολογούν και να στηρίζουν κάθε ψυχική, σωματική ή πνευματική αλλαγή του παιδιού

 Να δίνει τα σωστά πρότυπα συμπεριφοράς και κοινωνικότητας στο παιδί

 Να αναλάβει πρωτοβουλίες και δράση και να έχει συνεργασία με άλλους γονείς, τόσο στο σχολείο όσο και έξω από αυτό

 Να ενημερώνεται για κάθε κοινωνική αλλαγή και να μην έχει «παρωπίδες» σε κάποιες ιδέες

 Να ενθαρρύνει κάθε εξωσχολική δραστηριότητα του παιδιού, όπως αθλητισμό, θέατρο κ.ά.

 Να παρακολουθεί από κοντά κάθε δραστηριότητα των φίλων του παιδιού και να συζητά μαζί του τις ενέργειες αυτών

Δίνουμε, λοιπόν, χρόνο, υπομονή, συμπαράσταση στα παιδιά για τη σωστή ανάπτυξη και επίδοση τους γνωρίζοντας ότι η οικογένεια είναι η αναπνοή στα παιδιά που συνεχώς τη βελτιώνουμε και τη δυναμώνουμε, χωρίς ποτέ να τη σταματάμε.


Σχετική Βιβλιογραφία:

1. Αχ. Καψάλη, Παιδαγωγική Ψυχολογία, Θεσσαλονίκη 1986, σελ.48-50, εκδ. Αφοι Κυριακίδη.
2. Αχ. Καψάλη, Παιδαγωγική Ψυχολογία, Θεσσαλονίκη 1986, σελ.39, εκδ. Αφοι Κυριακίδη.
3. Αχ. Καψάλη, Παιδαγωγική Ψυχολογία, Θεσσαλονίκη 1986, σελ.173,174, εκδ. Αφοι Κυριακίδη.
4, 5, 6, 7, 8. Β. Χαραλαμπάκη, Γενική Παιδαγωγική, Αθήνα 1984, σελ.250,251,252
9. Αχ. Καψάλη, Παιδαγωγική Ψυχολογία, Θεσσαλονίκη 1986, σελ.378-379, εκδ. Αφοι Κυριακίδη.
10. Ανοιχτό Σχολείο, άρθρο με θέμα «Ο ρόλος του πατέρα στην κοινωνικοποίηση του παιδιού ως προς το ρόλο του φύλου», σελ. 32
11. Άρθρο του Γρηγόρη Βασιλειάδη (Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπευτής) δημοσιευμένο στο internet, με θέμα «Κακή σχολική επίδοση»
12. Ιωάννη Ηλιόπουλου ,Σχολικού Συμβούλου, Πάτρα, «Οικογενειακή και Σχολική Ζωή»
13. Υ.Π.Ε.Π.Θ, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Αθήνα 2000, «Γονείς: Όταν τα πράγματα…δεν πάνε καλά !»
14. Παν. Ξωχέλλη, Θεμελιώδη προβλήματα της Παιδαγωγικής Επιστήμης–Εισαγωγή στην Παιδαγωγική, Θεσσαλονίκη 1985, εκδ. Αφοι Κυριακίδη
15. Robert Dottrens, Παιδαγωγώ και Διδάσκω, Αθήνα 1974, εκδ. Δίπτυχο- Unesco
16. Θεοφύλακτος Θεοφυλάκτου, Διάλογος με τους γονείς, Θεσσαλονίκη 1995
17. Ρόζα Ιμβριώτη, Παιδεία και Κοινωνία-Ελληνικά εκπαιδευτικά προβλήματα, Αθήνα 1985, εκδ. Σύγχρονη Εποχή
18. Άννα Φραγκουδάκη , Κοινωνιολογία της εκπαίδευσης – Θεωρίες για την Κοινωνική Ανισότητα στο Σχολείο, Αθήνα 1985, εκδ. Παπαζήση
19. Άρθρο του Σταυρούλη Σταύρου , δημοσιευμένο στο internet με θέμα «Το παιδί μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον-Προβλήματα και δυσκολίες των γονέων»
20. Ο. Μπανκς, Η κοινωνιολογία της εκπαίδευσης, επιμ. Σπ. Ράσης, Θεσσαλονίκη 1995, εκδ. Πρατηρητής
21. Περιοδικό «Σύγχρονη Εκπαίδευση», τεύχος 110, Ιαν-Φεβ 2000, άρθρο του Στέλιου Ν. Γεωργίου με θέμα «Παράμετροι και συνέπειες της γονικής εμπλοκής στην εκπαιδευτική διαδικασία των παιδιών τους», σελ. 56-64
22. Περιοδικό «Σύγχρονη Εκπαίδευση» , τεύχος 94, Μαι-Ιουν 1997, άρθρο της Μαρίας Ηλιού με θέμα «Ο ερευνητής και η ανάγνωση των αριθμών ή το αίνιγμα της σχολικής αποτυχίας» ,σελ 22-25
23. Δημ. Γ. Τσουρέκη , Σύγχρονη Παιδαγωγική- Παιδαγωγικές Τάσεις από τις αρχές του 20ου αιώνα, μέχρι σήμερα, Αθήνα 1981, σελ.183-192

Παπαγεωργίου Ιωάννης

Πηγή : http://users.sch.gr/salnk/arthra/arthra12.htm

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/1209

Ιαν 22 2011

Μολύβι και όχι πληκτρολόγιο η «συνταγή» της μάθησης

Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2011, ΤΟ ΒΗΜΑ

ΛΟΝΔΙΝΟ Oι μαθητές και οι φοιτητές που χρησιμοποιούν μολύβι και χαρτί είναι αποδοτικότεροι στο να μαθαίνουν καινούργια πράγματα σε σύγκριση με όσους χρησιμοποιούν υπολογιστή και πληκτρολόγιο, σύμφωνα με νέα μελέτη ειδικών του Πανεπιστημίου Σταβάνγκερ στη Νορβηγία και του Πανεπιστημίου της Μασσαλίας στη Γαλλία.

Αυτό, όπως υποστηρίζουν οι ειδικοί, συμβαίνει επειδή όταν γράφουμε με το χέρι οι κινήσεις που κάνουμε αποτυπώνουν καλύτερα τα όσα καλούμαστε να μάθουμε σε μια περιοχή του εγκεφάλου που ονομάζεται περιοχή του Μπροκά (πρόκειται για μια περιοχή στην κάτω μετωπιαία έλικα του αριστερού ημισφαιρίου του εγκεφάλου που μελετήθηκε ενδελεχώς από τον γάλλο γιατρό Πολ Μπροκά, ο οποίος αποκάλυψε ότι αποτελεί το «κινητικό κέντρο του λόγου»). Το να αγγίζουμε απλώς το πληκτρολόγιο προκειμένου να γράψουμε ενεργοποιεί ελάχιστα αυτή την περιοχή του εγκεφάλου, κάτι που, ως φαίνεται, δεν ενισχύει εξίσου τη διαδικασία της μάθησης.

Παράλληλα απαιτείται μεγαλύτερη νοητική προσπάθεια και περισσότερος χρόνος προκειμένου να γράψουμε στο χαρτί, γεγονός που βοηθά στην αποτύπωση των αναμνήσεων.

Οι ερευνητές κατέληξαν σε αυτά τα συμπεράσματα που δημοσιεύονται στο επιστημονικό περιοδικό «Αdvances in Ηaptics» έπειτα από παρακολούθηση εθελοντών, σε ορισμένους εκ των οποίων ζητήθηκε να γράψουν με μολύβι και χαρτί ενώ στους υπολοίπους σε υπολογιστή. Και οι δύο ομάδες εθελοντών κλήθηκαν να μάθουν μια άγνωστη αλφάβητο.

Οι επιστήμονες κατέγραψαν την πορεία της μάθησης των εθελοντών στην τρίτη και στην έκτη εβδομάδα του πειράματος και, όπως είδαν, τα άτομα που χρησιμοποιούσαν την «παραδοσιακή» μέθοδο του μολυβιού και του χαρτιού είχαν καλύτερες επιδόσεις στην εκμάθηση της νέας αλφαβήτου. Παράλληλα απεικονίσεις του εγκεφάλου έδειξαν ότι στα άτομα που είχαν χρησιμοποιήσει μολύβι και χαρτί υπήρχε πολύ πιο έντονη δραστηριότητα της περιοχής του Μπροκά.


Διαβάστε περισσότερα:
http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=33&artId=379698&dt=22/01/2011#ixzz1BkEVb6Ua

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/727

Top
 
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων