Αρχείο κατηγορίας: Φιλοσοφία

Νοέ 26 2016

Επικούρεια Ηθική

2prosfyg

Ο Επίκουρος στέλνει στον Μενοικέα τον χαιρετισμό του!

Δεν πρέπει κανείς ούτε όταν είναι νέος να διστάζει να φιλοσοφεί, ού­τε πάλι σαν είναι γέροντας να βαριεστίζει και να μη φιλοσοφεί. Κα­νένας Λεν είναι άγουρος ακόμη, και για κανέναν δεν είναι πια πολύ αργά να φροντίσει για την υγεία της ψυχής του. Κι όποιος λέει ότι δεν ήρθε ακόμη ο καιρός να φιλοσοφήσει ή ότι ο καιρός αυτός έχει περά­σει πια. μοιάζει σ εκείνον ο οποίος λέει ότι δεν έχει έρθει ακόμη ο καιρός για την ευτυχία ή ότι Λεν είναι πια καιρός γι’ αυτήν. Πρέπει, επομένως, και ο γέροντας να φιλοσοφεί και ο νέος: ο ένας για να μέ­νει. κι όταν γερνά, νέος χάρη στα όμορφα πράγματα, καθώς με χαρά θα ανατρέχει στα περασμένα, ο άλλος για να είναι και ως νέος συνάμα γέροντας, καθώς δε θα τον κυριεύσει φόβος για τα μελλούμενα. Εί­ναι λοιπόν ανάγκη να στοχαζόμαστε τα πράγματα που φέρνουν την ευτυχία, αφού όταν υπάρχει ευτυχία έχουμε τα πάντα, ενώ όταν αυτή λείπει κάνουμε τα πάντα για να την έχουμε.

Τα πράγματα, που συνεχώς σου συνιστούσα, να τα πράττεις και να τα στοχάζεσαι ξεχωρίζοντάς τα ως θεμελιώδεις αρχές της ευτυχι­σμένης ζωής. Πρώτα απ’ όλα. πιστεύοντας ότι ο θεός είναι ον ζωντανό, αθάνατο και ευτυχισμένο. Συμφωνά με την παράσταση του θεού που έχει αποτυπωθεί στον νου των ανθρώπων, να μην αποδίδεις σ’ αυτόν τίποτε ξένο προς την αφθαρσία του, τίποτε αταίριαστο στη μακαριότητά του. Απεναντίας, να πιστεύεις γι’ αυτόν οτιδήποτε είναι ικανό να διαφυλάξει τη μακαριότητά του τη διαπλεγμένη με αθανασία. Οι θε­οί υπάρχουν- πρόδηλη είναι η γνώση γι’ αυτούς. Ωστόσο δεν είναι, οι θεοί, όπως τους πιστεύει ο πολύς κόσμος- γιατί δεν υπάρχει λογική συνοχή σε όσα πρεσβεύει ο πολύς κόσμος γι’ αυτούς. Και ασεβής δεν είναι όποιος αρνείται τους θεούς των πολλών ανθρώπων, αλλά όποιος αποδίδει στους θεούς όσα οι πολλοί πιστεύουν γι’ αυτούς. Γιατί δεν είναι στέρεες παραστάσεις όσα οι πολλοί λένε για τους θεούς, αλλά εικασίες δίχως αλήθεια —ότι δηλαδή οι μεγαλύτερες συμφορές και τα μεγαλύτερα ωφελήματα προέρχονται από τους θεούς. Γιατί οι άν­θρωποι, εξοικειωμένοι πέρα για πέρα με τις δικές τους αρετές, απο­δέχονται μόνο τους όμοιους τους, θεωρώντας ξένο ό,τι δεν είναι τέ­τοιας υφής.

Να συνηθίζεις στην ιδέα ότι ο θάνατος είναι για μας ένα τίποτα- γιατί κάθε καλό και κάθε κακό έγκειται στον τρόπο με τον οποίο γί­νεται αισθητό —και ο θάνατος είναι στέρηση της αίσθησης. Η επίγνω­ση, έτσι ότι ο θάνατος είναι για μας ένα τίποτα, μας κάνει ευχάριστη τη θνητή ζωή μας, όχι γιατί προσθέτει άπειρο χρόνο σ’ αυτήν αλλά γιατί αφαιρεί τον πόθο της αθανασίας. Γιατί τίποτε μέσα στη ζωή δεν είναι φοβερό για όποιον έχει στ’ αλήθεια κατανοήσει ότι τίποτε φοβε­ρό δεν υπάρχει στο να μη ζει κανείς. Είναι ως εκ τούτου ανόητος όποιος λέει ότι φοβάται τον θάνατο, όχι επειδή θα υποφέρει σαν έρθει ο θάνατος, αλλά επειδή του είναι δυσάρεστη η ιδέα ότι πρόκειται να ‘ρθει ο θάνατος. Γιατί αδίκως θλιβόμαστε περιμένοντας ένα πράγμα, που σαν το ‘χουμε δίπλα μας δεν ενοχλεί. Το πιο φρικτό λοιπόν απ’ όλα τα άσχημα πράγματα, ο θάνατος, είναι για μας ένα τίποτε, ακρι­βώς γιατί όταν εμείς υπάρχουμε ο θάνατος δεν είναι κοντά μας κι όταν πάλι έρθει ο θάνατος δίπλα μας, τότε πια δεν υπάρχουμε εμείς. Ούτε τους ζωντανούς λοιπόν αφορά ο θάνατος ούτε τους πεθαμένους, αφού για εκείνους δεν υπάρχει, ενώ αυτοί οι τελευταίοι δεν έχουν πια υπόσταση. Βέβαια, οι πολλοί από τη μια πασχίζουν να αποφύγουν τον θάνατο ως την πιο μεγάλη, κατ’ αυτούς, συμφορά, κι από την άλλη τον αναζητούν ως ανάπαυση από τα δεινοπαθήματα της ζωής.

Ωστόσο, ο σοφός ούτε τη ζωή απαρνιέται ούτε την ανυπαρ­ξία φοβάται. Γιατί, ούτε αποτελεί γι’ αυτόν ενόχληση το ότι ζει, ούτε πάλι νομίζει ότι είναι κακό να μη ζει κανείς. Κι όπως στο φαγητό δεν προτιμά με κανέναν τρόπο τη μεγαλύτερη ποσότητα αλλά το πιο εύγευστο,  όμοια κι εδώ δεν απολαμβάνει τον διαρκέστερο χρόνο αλλά τον όσο το δυνατόν πιο ευχάριστο. Κι αυτός πάλι που προτρέπει τον νέο να ζει όμορφα και τον γέροντα να δώσει όμορφο τέλος στη ζωή του είναι ανόητος, όχι μόνο επειδή η ζωή είναι κάτι επιθυμητό, αλλά και επειδή το να ζει κανείς όμορφα και να πεθαίνει όμορφα είναι ένα και το αυτό εγχείρημα.

Πολύ χειρότερος όμως είναι αυτός που λέει πως καλό είναι να μη γεννηθεί κανείς. Αν το λέει από πεποίθηση, γιατί δεν φεύγει από τη ζωή; Στο χέρι του είναι να το κάνει, αν αυτό αποτελεί εδραία πεποίθηση του. Αν πάλι το λέει έτσι στ’ αστεία, δείχνει ελαφρόμυαλος σε πράγματα που δεν το σηκώνουν.

Κι ακόμη πρέπει να θυμόμαστε ότι το μέλλον δεν είναι εντελώς δι­κό μας αλλά ούτε κι εντελώς όχι δικό μας, ώστε μήτε να το προσμέ­νουμε ως εντελώς βέβαιο, μήτε πάλι να απελπιζόμαστε πως δεν πρό­κειται να ‘ρθει ποτέ!

Ας αναλογιστούμε ότι από τις επιθυμίες άλλες είναι φυσικές κι άλ­λες χωρίς ουσία, και ότι από τις φυσικές επιθυμίες άλλες είναι αναγκαίες κι άλλες απλώς φυσικές από τις αναγκαίες, τέλος, επιθυμίες άλλες είναι αναγκαίες για την ευδαιμονία, άλλες για την αποφυγή σωματικών ενοχλήσεων, και άλλες για την ίδια τη ζωή. Η σωστή θεώ­ρηση αυτών των πραγμάτων ξέρει να ανάγει καθετί που επιλέγουμε και καθετί που αποφεύγουμε στην υγεία του σώματος και την ηρεμία της ψυχής, αφού σε τούτο συνίσταται ο σκοπός της ευτυχισμένης ζωής. Για χάρη αυτού του στόχου κάνουμε ό,τι κάνουμε: για να μην αισθανόμαστε πόνο και να μη μας κυριεύει ο φόβος. Κι όταν κάποια στιγμή το κατορθώσουμε αυτό, αμέσως καταλαγιάζει όλη η θύελλα της ψυχής, αφού το ζωντανό πλάσμα δεν έχει πια ανάγκη να κατευ­θύνει τα βήματά του σε κάτι που του λείπει και να αναζητήσει κάτι με το οποίο θα ολοκληρώσει το καλό της ψυχής και του σώματος. Την ηδονή, βλέπεις, την χρειαζόμαστε όταν η στέρηση της μας προξενεί πόνο* όταν δεν αισθανόμαστε πόνο,  δεν χρειαζόμαστε πια την ηδονή.

(μετάφραση Νίκος Σκουρόπουλος)

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/4233

Απρ 30 2016

Αριστοτέλης : σύνοψη των βασικών αρχών της φυσικής φιλοσοφίας του

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

Επιμέλεια :

Δρ Μάνος Δανέζης, Επίκουρος Καθηγητής Αστροφυσικής, Τμήμα Φυσικής ΕΚΠΑ

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/4138

Φεβ 08 2016

Κάθε ανάσα που παίρνουμε…

Κάθε ανάσα που παίρνουμε απωθεί τό θάνατο που συνεχώς μας πολιορκεί… Στο τέλος ό θάνατος πρέπει να θριαμβεύσει, γιατί ορίστηκε για μας από τη γέννησή μας και παίζει με το θύμα του μόνο για λίγο, πριν το καταβροχθίσει. Κι όμως, συνεχίζουμε με μεγάλο ενδιαφέρον και με πολλή φροντίδα τη ζωή μας για όσο μεγαλύτερο διάστημα γίνεται, όπως θα φτιάχναμε μια σαπουνόφουσκα, όσο μεγαλύτερη μπορούμε, παρά την απόλυτη βεβαιοτητά μας πώς στο τέλος θα σκάσει.

Arthur Schopenhauer, γερμανός φιλόσοφος, 1788-1860

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/3838

Φεβ 04 2016

Η ζωή και το έργο του Πλάτωνα μέσα από ένα βίντεο έξι λεπτών

Ο Πλάτων ήταν ένας από τους πρώτους και μ&eps

Πηγή: Η ζωή και το έργο του Πλάτωνα μέσα από ένα βίντεο έξι λεπτών

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/3828

Οκτ 06 2015

Η Ηθική του Αριστοτέλη

aristoteleO Αριστοτέλης είναι ο πρώτος που ασχολήθηκε συστηματικά με το ηθικό πρόβλημα, είναι ο ιδρυτής της Ηθικής ως φιλοσοφικής επιστήμης. H ηθική του Αριστοτέλη είναι μια ορθολογιστική ηθική. Πηγή της ηθικής είναι ο ορθός λόγος. Αυτός ανακαλύπτει και προσδιορίζει το ηθικά πρέπον. Στην εκτίμηση του ηθικού δεν έχει θέση το συναίσθημα, η συνείδηση ή κάποιος θεϊκός νόμος.

O Αριστοτέλης θεμελιώνει την ηθική πάνω στην ανθρωπολογία του. Στα Ηθικά Νικομάχεια παρατηρεί ότι η ψυχή του ανθρώπου χωρίζεται στον λόγον και στο άλογο μέρος. To άλογο μέρος περιλαμβάνει τις βιολογικές λειτουργίες, τις επιθυμίες και τα συναισθήματα, τα πάθη. Τα πάθη αυτά μπορούν να μετέχουν ως ένα βαθμό στον λόγον, είναι δεκτικά διαμόρφωσης από τον λόγον (Πείθεται πως υπό λόγου το άλογον, ‘Ηθικά Νικομάχεια 1102-1103).

O λόγος δεν τείνει να υποτάξει ή να εξαφανίσει το «άλογον», αλλά να το εξορθολογίσει, να επιβάλει σ’ αυτό κάποιο μέτρο. Οι ορμές και οι επιθυμίες πρέπει να χαλιναγωγούνται, να μη βγαίνουν από ορισμένα όρια. Ουσία των ηθικών πράξεων και των «ηθικών αρετών» είναι η μεσότητα. H έλλειψη και η υπερβολή αποτελούν κακίες και πρέπει να αποφεύγονται.

O Αριστοτέλης βρίσκε ι την ιδέα της μεσότητας σ’ όλες τις κοινωνικά αποδεκτές αρετές. H κοινωνική συνείδηση έφτιαξε τις αρετές με τη συναίσθηση ότι αυτές αποτελούν μεσότητα και χαρακτήρισε κακίες όλες τις καταστάσεις που βγαίνουν από το μέτρο είτε προς τα κάτω είτε προς τα πάνω, είτε προσεγγίζουν το καθόλου ή το πολύ λίγο είτε το πάρα πολύ, την υπερβολή.

Σε ορισμένες καταστάσεις η ηθική συνείδηση ή κρίση της κοινωνίας δεν έδωσε ένα συγκεκριμένο όνομα. Στον παρακάτω πίνακα φαίνεται πώς εννοεί ο Αριστοτέλης τη μεσότητα και πώς την έλλειψη και την υπερβολή, πώς εφαρμόζει την ιδέα της μεσότητας.

Έλλειψη

Μεσότητα

Υπερβολή

Δειλία

Αναισθησία

Ανελευθερία
(τσιγκουνιά)

Μικροπρέπεια

Mικροψυχία

Αφιλοτιμία

Αναισθησία

Αρέσκεια

Ειρωνεία
(αυτοϋποτίμηση)

Αγροικία
(χωριατιά)

Καταπληξία
(υπερβολική συστολή)

Επιχαιρεκακία

ανδρεία

σωφροσύνη

ελευθεριότης
(γενναιοδωρία)

μεγαλοπρέπεια

μεγαλοψυχία

ανώνυμη αρετή

πραότης

ανώνυμη αρετή

αλήθεια
(ειλικρίνεια)

ευτραπελία

αιδημοσύνη

νέμεσις

θρασύτης

ακολασία

ασωτία

απειροκαλία

χαυνότης
(ματαιοφροσύνη)
φιλοτιμία
(φιλοδοξία)
οργιλότης

εριστικότης

αλαζονεία

βωμολοχία

αναισχυντία

φθόνος

Σύμφωνα με άλλη άποψη ο Αριστοτέλης έφτασε στην ιδέα του ηθικού ξεκινώντας από κανόνες υγιεινής, που συνιστούσαν την τήρηση του μέτρου και την αποφυγή των υπερβολών: «Πρώτα λοιπόν αυτό πρέπει να εξετάσουμε, ότι δηλ. τέτοια αγαθά είναι έτσι από τη φύση τους ώστε να καταστρέφονται σιγά-σιγά από τη στέρηση και την υπερβολή… όπως ακριβώς βλέπουμε στην περίπτωση της σωματικής δύναμης και της υγείας· και οι υπερβολικές ασκήσεις δηλ. και ο ι λίγες φθείρουν τη σωματική δύναμη, το ίδιο επίσης τα ποτά κα ι ο ι τροφές, αν λαμβάνονται σε μεγαλύτερες ή μικρότερες ποσότητες απ’ όσο πρέπει, καταστρέφουν την υγεία, ενώ τα κανονικά και δημιουργούν και ισχυροποιούν και διατηρούν την υγεία. To ίδιο λοιπόν συμβαίνει και με τη σωφροσύνη και την ανδρεία και τις άλλες αρετές. Εκείνος δηλ. που φεύγει μακριά απ’ όλα και τα φοβάται και δεν προσπαθεί να αντιμετωπίσει καμιά δύσκολη κατάσταση, γίνεται δειλός, ενώ αυτός που δεν φοβάται τίποτα και καθόλου, αλλά βαδίζει ασυλλόγιστα ενάντια σε όλα γίνεται παράτολμος· το ίδιο και εκείνος που παραδίδεται σε κάθε είδους ηδονή και δεν απέχει από καμιά, γίνεται ακόλαστος, ενώ αυτός που τις αποφεύγει όλες, όπως οι άξεστοι, γίνεται σχεδόν αναίσθητος· καταστρέφεται λοιπόν η σωφροσύνη και η ανδρεία από την υπερβολή και την έλλειψη, ενώ σώζονται και οι δυο από την τήρηση ενός μέτρου» (‘Ηθικά Νικομάχεια 1104 A).

Το μέτρο και την αρετή βρίσκει ο λόγος αλλά την πραγματοποιεί η βούληση. Δεν είναι αρκετή η γνώση του μέτρου, η γνώση της αρετής, για να γίνει κανείς ηθικός. Χρειάζεται και η προσπάθεια και η άσκηση, ώστε η αρετή να γίνει έξις, σταθερή συνήθεια. H ηθική έχει σχέση με το έθος, τη συνήθεια.Με τη θέση αυτή ο Αριστοτέλης διόρθωνε την άποψη του Σωκράτη ότι η αρετή είναι αποκλειστικά θέμα γνώσης, ότι όποιος γνωρίζει το καλό και το σωστό, το κάνει, το εφαρμόζει. O Αριστοτέλης βρίσκεται σε συμφωνία με τη γενική ελληνική αντίληψη που την εκφράζει πολύ ωραία ο Ησίοδος, κατά τον οποίο «τής αρετής ίδρωτα θεοί προπάροιθεν έθηκαν αθάνατοι», μπροστά στην αρετή οι αθάνατοι θεοί βάλανε τον ιδρώτα (Έργα και Ήμερα ι 289-290).

To μέτρο και τη μεσότητα απαιτεί ο λόγος όχι για λόγους αισθητικής, για να δοθεί συμμετρία και αρμονία στη ζωή του ανθρώπου, αλλά κυρίως για να κυριαρχήσει το λογικό στοιχείο στην ανθρώπινη συμπεριφορά και για να εξασφαλίσει ο άνθρωπος την ευτυχία, την ευδαιμονία, που είναι ο τελικός στόχος και το «ου ένεκα» όλων των ανθρώπινων ενεργειών.

H ηθική του Αριστοτέλη είναι ορθολογιστική αλλά και ευδαιμονιστική. H ηθική αρετή χαρίζει ευτυχία, όχι γιατί δημιουργεί ευχάριστα συναισθήματα που προέρχονται από την εκτέλεση του καθήκοντος αλλά γιατί εξασφαλίζει στον άνθρωπο ευρυθμία και ψυχική ελευθερία και ισορροπία. Οι υπερβολές ταλαιπωρούν και βασανίζουν τον άνθρωπο. Για τη σχέση του μέτρου και της ευχάριστης ψυχικής κατάστασης, της «ευθυμίας», είχε ήδη μιλήσει ο Δημόκριτος. O Αριστοτέλης όμως δεν κάνει καμιά αναφορά στον Δημόκριτο και τις σχετικές απόψεις του.

Εκτός από τις ηθικές αρετές ο Αριστοτέλης κάνει λόγο και για διανοητικές αρετές. Αυτές είναι η σοφία, η φρόνηση, η σύνεση κ.λπ. H σοφία έχει σχέση με την καλλιέργεια των τεχνών, του νου και της επιστήμης (‘Ηθικά Νικομάχεια 1141 A), ενώ η φρόνηση έχει σχέση με την ορθή ρύθμιση πρακτικών προβλημάτων της ζωής, βρίσκεται στην υπηρεσία του ευζήν(6.τ. 1140 A κ.π.). H φρόνηση συνδέεται με το πρακτικά ωφέλιμο και την απόκτηση του. H φρόνηση δεν εξυπηρετεί μόνο ατομικά συμφέροντα αλλά και συμφέροντα του συνόλου, της πολιτείας. Ακόμα και όσοι ασχολούνται με την οικονομία ή την πολιτική χρειάζονται την αρετή της φρόνησης (‘Ηθικά Νικομάχεια 1140 B)

Τέλος η σύνεσις συνδέεται με την κριτική ικανότητα γύρω από πρακτικές λύσεις που προτείνονται για εφαρμογή.

Στις διανοητικές αρετές δεν υπάρχει μέτρο, όπως στις ηθικές. Όσο πιο πολύ καλλιεργούνται, τόσο καλύτερα. O Αριστοτέλης τοποθετεί τις διανοητικές αρετές, που δεν είναι παρά διανοητικές ικανότητες, πάνω από τις ηθικές αρετές και ποιότητες. Οι διανοητικές αρετές χαρίζουν μεγαλύτερη ευτυχία από τις ηθικές αρετές. H ευτυχία υπάρχει κυρίως στη σοφία, στον διανοητικό και θεωρητικό βίο, γιατί ο νους αποτελεί την ουσία του ανθρώπου: «Αυτό που ταιριάζει στη φύση του καθενός είναι στον καθένα το καλύτερο και το πιο ευχάριστο. Στον άνθρωπο ακριβώς το πιο καλό και πιο ευχάριστο είναι η διανοητική ζωή, αν πραγματικά ο νους είναι ό,τι πιο χαρακτηριστικό έχει ο άνθρωπος. H διανοητική ζωή λοιπόν είναι η πιο ευτυχισμένη, και σε δεύτερη μοίρα η ζωή σύμφωνα με τις άλλες αρετές» ( ‘Ηθικά Νικομάχεια 1178 A). H τέλεια ευδαιμονία δεν είναι παρά θεωρητική ενέργεια.

Όσο αφορά τη θρησκεία και τη θρησκευτικότητα, σ’ αυτή ο Αριστοτέλης δεν δίνει αυτοτελή αξία. Ευσεβής και αγαπητός στους θεούς γίνεται αυτός που καλλιεργεί τον νουν, όχι αυτός που ασχολείται με προσευχές, θυσίες και θρησκευτικές τελετές: Ό δε κατά νουν ενεργών και τούτον θεραπεύων και διακείμενος άριστα, και θεοφιλέστατος έοικεν( Ηθικά Νικομάχεια 1179 A). Άλλωστε και οι θεοί ασχολούνται με τη «θεωρία» και ο άνθρωπος συγγενεύει με τους θεούς, επειδή έχει νου. Είναι πάντως αξιοσημείωτο ότι ο Αριστοτέλης στον κατάλογο των αρετών δεν συμπεριλαμβάνει την ευσέβεια, δεν μιλά για την αρετή αυτή.

Από το βιβλίο Αρχαίοι Έλληνες στοχαστές, του Σωκράτη Γκίκα.

Πηγή : https://sciencearchives.wordpress.com/2012/10/10/%CE%B7-%CE%B7%CE%B8%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%84%CE%AD%CE%BB%CE%B7/

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/3663

Δεκ 11 2014

Η φιλοσοφία της κλασικής επιστημονικής σκέψης


View on YouTube

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/3300

Δεκ 02 2014

Σύντομη Ιστορία της Φιλοσοφίας

ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Ίωνες (Προσωκρατικοί) Φιλόσοφοι

Η αρχαία ελληνική φιλοσοφία γεννήθηκε στην Ιωνία, στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, όπου άνθησαν οι κυριότερες και αρχαιότερες αποικίες. Γι’ αυτό, οι πρώτοι Έλληνες που ασχολήθηκαν με τη φιλοσοφία ονομάστηκαν Ίωνες φιλόσοφοι. Επίσης, είναι γνωστοί και ως προσωκρατικοί και ακόμη ως φυσικοί φιλόσοφοι, επειδή ασχολήθηκαν με τη φύση και οι σπουδαιότεροι από αυτούς έγραψαν βιβλία με τίτλο «Περί φύσιος».
Ο πρώτος από αυτούς ήταν ο Θαλής από τη Μίλητο, ο οποίος θεωρούσε πρώτη αρχή του σύμπαντος το νερό. Η ακμή του τοποθετείται γύρω στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. Ακολουθούν ο Αναξιμένης, ο οποίος υποστήριζε ότι αρχή των πάντων ήταν ο αέρας, και ο Αναξίμανδρος, ο οποίος θεωρούσε ως αρχή των πάντων το «άπειρον». Ο Ηράκλειτος διατύπωσε τη θεωρία «της των πάντων ροής», σύμφωνα με την οποία όλα στον κόσμο μεταβάλλονται, μολονότι επιφανειακά μένουν τα ίδια. Αρχή των όντων θεωρεί τη φωτιά. Στα στοιχεία νερό, αέρα και φωτιά των παραπάνω φιλοσόφων ο Εμπεδοκλής από τον Ακράγαντα της Σικελίας πρόσθεσε και ένα τέταρτο, το χώμα, και έτσι δημιουργήθηκε η θεωρία των τεσσάρων στοιχείων (τα τέσσαρα ριζώματα), η οποία έπαιξε σημαντικό ρόλο, ιδιαίτερα στην αρχαία ιατρική. Ο Πυθαγόρας από τη Σάμο έδρασε στην Κάτω Ιταλία, όπου ίδρυσε μία πολιτικοφιλοσοφική αδελφότητα. Σημαντική θέση στη φιλοσοφία του κατείχαν οι αριθμοί. Σημαντικότατη, επίσης, υπήρξε η σχολή των Ελεατών, οι οποίοι, αντίθετα με τον Ηράκλειτο, υποστήριζαν ότι ο κόσμος μένει ενιαίος και αμετάβλητος, παρά τις φαινομενικές εξωτερικές αλλαγές. Τέλος, ο Αναξαγόρας από τις Κλαζομενές είναι περισσότερο γνωστός από την εισαγωγή της ιδέας του νου ως αιτίας της κίνησης των στοιχείων, κάτι που αντικατέστησε τις έννοιες «φιλότης» και «νείκος» του Εμπεδοκλή.
Οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι για πρώτη φορά επέβαλαν την άποψη ότι όλα πρέπει να εξηγούνται με τη λογική, χωρίς τη βοήθεια της θρησκείας ή της μαγείας.

Σοφιστές

Αντικείμενο έρευνας αποτελούσε για τους φυσικούς φιλοσόφους η φύση, μέρος της οποίας ήταν και ο άνθρωπος. Στο δεύτερο όμως μισό του 5ου αι. π.Χ. οι σοφιστές και ο Σωκράτης στρέφουν το ενδιαφέρον τους στον άνθρωπο και στα προβλήματά του. Πρώτοι οι σοφιστές, με κυριότερο εκπρόσωπό τους τον Πρωταγόρα από τα Άβδηρα της Θράκης, ασχολούνται με τα προβλήματα του ανθρώπου και θέτουν τις βάσεις της ηθικής και της πολιτικής. Πολλοί από αυτούς είναι θιασώτες του δημοκρατικού πολιτεύματος, ιδιαίτερα ο Πρωταγόρας, ο οποίος δικαίως έχει χαρακτηριστεί ως ο «πρώτος θεωρητικός της δημοκρατίας». Κύριο αντικείμενό τους ήταν η γλώσσα και οι διάφοροι θεσμοί της ανθρώπινης κοινωνίας. Αντίθετα με τους προσωκρατικούς, οι σοφιστές στηρίζονταν περισσότερο στα δεδομένα της εμπειρίας, ενώ η μέθοδος που χρησιμοποιούσαν ήταν η επαγωγική, δηλαδή προχωρούσαν από τα ειδικά προς τα γενικά.

Σωκράτης

Στο προοδευτικό πνεύμα που εισήγαγαν οι σοφιστές συνάντησαν τεράστια αντίδραση, ιδιαίτερα από το Σωκράτη και το μαθητή του τον Πλάτωνα. Ο Σωκράτης δεν ασχολήθηκε με τη συστηματική διδασκαλία, δε διατύπωσε κάποια σαφώς καθορισμένη φιλοσοφική θεωρία, ούτε συνέγραψε κάποιο έργο. Απλώς πλησίαζε τους νέους στην αγορά και στα γυμναστήρια, έπιανε συζήτηση μαζί τους και τους υπέβαλλε τέτοιες ερωτήσεις, οι οποίες τους επέτρεπαν να αναγνωρίσουν την άγνοιά τους. Παρ’ όλα αυτά όμως δε θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι δεν υπήρξε άλλος φιλόσοφος ο οποίος να άσκησε τόσο μεγάλη επίδραση στους μεταγενέστερους στοχαστές.
Ο Σωκράτης δεν είχε διαμορφωμένη διδασκαλία. Τα μόνα δόγματα που μπορούν να αποδοθούν με απόλυτη βεβαιότητα σε αυτόν είναι ο ορισμός, η έννοια, το σωκρατικό παράδοξο «ουδείς εκών κακός», το οποίο τονίζει την τεράστια σημασία της γνώσης στην ηθική πράξη, και ίσως η θέση ότι είναι προτιμότερο να αδικείσαι παρά να αδικείς.

Πλάτων

Ο Πλάτων (428/7-348/7), ο οποίος διατέλεσε μαθητής του Σωκράτη, υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους όλων των εποχών, αν όχι ο μεγαλύτερος. Βέβαια το φιλοσοφικό του έργο δε χωρίζεται ρητά σε διαλεκτική ή λογική, φυσική και ηθική –μια διαίρεση που εισήγαγε λίγα χρόνια αργότερα ο μαθητής του Ξενοκράτης–, αλλά καλύπτει όλες αυτές τις περιοχές της φιλοσοφίας. Πρόκειται για το πρώτο φιλοσοφικό σύστημα, το οποίο αναφέρεται σε όλο το φάσμα της γνώσης και της πραγματικότητας, κάτι που καθιστά τον Πλάτωνα, μαζί με το μαθητή του Αριστοτέλη, ιδρυτή της μεταφυσικής του δυτικού κόσμου. Το 387 π.Χ. ίδρυσε δική του φιλοσοφική σχολή με την επωνυμία Ακαδημία. Τέλος, πρέπει να προστεθεί ότι, εκτός από κορυφαίος φιλόσοφος, υπήρξε και εξαίρετος τεχνίτης του λόγου σε τέτοιο βαθμό, ώστε μερικοί διάλογοί του να θεωρούνται λογοτεχνικά αριστουργήματα.
Μέθοδος του Πλάτωνα, όπως και του Σωκράτη, ήταν η διαλεκτική, η οποία στην αρχή νοούνταν ως διαλογική συζήτηση προς εύρεση της αλήθειας, αλλά στη συνέχεια σήμαινε την αληθή πραγματικότητα, τον κόσμο των Ιδεών. Η επιστήμη, η αληθής γνώση, δεν αποκτάται με τις αισθήσεις, αλλά μόνο με τη νόηση. Η μάθηση είναι ανάμνηση. Η Φυσική ασχολείται με τα φαινόμενα, με τον κόσμο και με τον άνθρωπο, που αποτελεί μέρος του. Αντικείμενό της αποτελεί και η κοσμική ψυχή, καθώς και η ψυχή του ανθρώπου, η οποία αποτελείται από το ανώτερο μέρος, το λογικό, και το κατώτερο, που διαιρείται σε θυμοειδές και επιθυμητικό. Στην ηθική εμπίπτουν οι πράξεις του ανθρώπου. Σκοπός αυτών των πράξεων ήταν για όλους τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους η ευδαιμονία, της οποίας όμως το νόημα διέφερε στον καθένα από αυτούς. Για τον Πλάτωνα αυτή σήμαινε την απόλυτη γνώση, στην οποία φτάνει κανείς μέσω του έρωτα. Είναι η θέαση των ιδεών, ο θεωρητικός ή φιλοσοφικός βίος.
Συνέχεια της ηθικής αποτελεί η πολιτική. Τις απόψεις του γι’ αυτήν ο Πλάτων τις παραθέτει στο σπουδαιότερο από τους διαλόγους του, την «Πολιτεία». Ο άνθρωπος μπορεί να φτάσει στην ολοκλήρωση της ύπαρξής του μόνο μέσα από τη ζωή της πόλης και οι πολίτες χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες, τους άρχοντες-φιλοσόφους, τους φύλακες και τους δημιουργούς-χειρώνακτες.
Ο Πλάτων προσπάθησε να ξεπεράσει από τη μία τη σχετικοκρατία του Πρωταγόρα και από την άλλη την ακινησία του όντος του Παρμενίδη, αλλά ξέφυγε από τον αισθητό κόσμο σε έναν άλλο υπερβατό και έτσι έγινε ο πρώτος ιδεαλιστής φιλόσοφος.

Αριστοτέλης

Ο Αριστοτέλης (384-322/1) από τα Στάγειρα της Μακεδονίας διατέλεσε επί είκοσι χρόνια μαθητής του Πλάτωνα. Είναι ο δεύτερος μεγάλος φιλόσοφος της αρχαιότητας και υπήρξε δάσκαλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ίδρυσε δική του σχολή, τον Περίπατο. Τα έργα του που μας σώθηκαν δεν προορίζονταν για το ευρύ κοινό, με άλλα λόγια δεν ήταν «δημοσιευμένα», όπως οι διάλογοι του Πλάτωνα, αλλά αποτελούσαν σημειώσεις από τα μαθήματά του. Αυτά αποτελούν σύνθεση θεωρητικής και πρακτικής δυναμικής και χαρακτηρίζονται από μεγάλο ενδιαφέρον για τα εμπειρικά φαινόμενα. Ενώ για τον Πλάτωνα η αληθής γνώση δεν είναι δυνατό να νοηθεί χωρίς τα μαθηματικά (ιδεαλισμός), ο Αριστοτέλης προσανατολίζεται προς τη φυσιογνωστική και ιστορική εμπειρία (εμπειρισμός). Η φιλοσοφία χρωστά στον Αριστοτέλη την εξέλιξή της στους επιμέρους κλάδους της. Η κυριότερη συνεισφορά του υπήρξε η θεμελίωση της Μεταφυσικής, η οποία είναι η έρευνα για το «όντως ον», με την οποία συνδέεται η αναζήτηση για το ανώτερο ον, το «θείον». Ο κόσμος δε χωρίζεται, όπως στον Πλάτωνα, σε αισθητό και νοητό, αλλά είναι ενιαίος, μία αμοιβαία ενέργεια του πνεύματος και της ύλης.
Κέντρο της κίνησης και της τάξης αυτού του κόσμου είναι ο θεός ως νόηση που νοεί τον εαυτό της (νόησις νοήσεως). Ο θεός εδώ δεν είναι δημιουργός, αλλά αυτό προς το οποίο τείνουν όλα τα πράγματα, ενώ ο ίδιος είναι ακίνητος (το ακίνητον κινούν). Η καθαρή θεωρία φέρνει τον άνθρωπο κοντά στο θείο και γι’ αυτό οι θεωρητικές επιστήμες στέκονται πάνω από την ηθική και την πολιτική, καθώς και από τις τέχνες.
Στην ηθική του πρωτεύουσα θέση κατέχει το πρόβλημα της ουσίας της αρετής, η οποία νοείται ως το μέσον ανάμεσα σε μια υπερβολή και σε μια έλλειψη. Την υψηλότερη θέση κατέχουν οι διανοητικές αρετές.
Στο «Όργανον» περιλαμβάνονται εκείνα τα έργα στα οποία ο Αριστοτέλης αναπτύσσει τη λεγόμενη «τυπική λογική» με τόσο μεγάλη ενάργεια, ώστε αργότερα ο Καντ υποστήριξε ότι αυτή μετά το Σταγειρίτη φιλόσοφο δεν έκανε καμιά πρόοδο. Σε αυτήν εξετάζεται η εσωτερική αναγκαία σχέση ανάμεσα στη σκέψη και στην ύπαρξη έτσι, ώστε η αριστοτελική κατηγορία π.χ. είναι ταυτόχρονα θεμελιώδης μορφή της σκέψης και ταυτόχρονα θεμελιώδης δομή του είναι.

ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΡΩΜΑΪΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Η Στοά, φιλοσοφική σχολή των ελληνιστικών χρόνων (3ος αι. π.Χ.-2ος αι. μ.Χ.) διακρίνεται σε Αρχαία (Ζήνων, Κλεάνθης, Χρύσιππος), Μέση (Παναίτιος και Ποσειδώνιος) και Νέα Στοά (Σενέκας, Επίκτητος και Μάρκος Αυρήλιος). Οι Στωικοί ρίχνουν το βάρος στην ηθική και προτείνουν ένα υπόδειγμα ζωής. Ιδεώδες τους είναι ο σοφός ο οποίος ενεργεί σύμφωνα με τη λογική, ζει σύμφωνα με τη φύση, κυριαρχεί στα πάθη του, υπομένει τον πόνο με «στωική» απάθεια και αταραξία και εξαρτά την ευδαιμονία του μόνο από την αρετή.
Άλλη φιλοσοφική σχολή των ελληνιστικών χρόνων είναι του Επίκουρου (4ος-3ος αι. π.Χ.). Η ατομιστική-ηδονιστική του ηθική στηρίζεται στο γνωσιολογικό αισθητισμό, τον οποίο ο Επίκουρος ανέπτυξε παραπέρα με βάση τον ατομισμό του Δημόκριτου. Με λογική στάθμιση των ηδονών και αυτοκυριαρχία είναι δυνατό ο σοφός να επιτύχει την αταραξία και την ψυχική ηρεμία. Οι θεοί ζουν, επίσης, σε κατάσταση αταραξίας και δεν ενδιαφέρονται για τον κόσμο και για τα ανθρώπινα.
Την ίδια περίπου περίοδο αναπτύχθηκε και ο σκεπτικισμός (Πύρρων από την ΄Ηλιδα, Τίμων από το Φλιούντα, Φίλων από τη Λάρισα, στους οποίους ενδεχομένως μπορούν να προστεθούν οι φιλόσοφοι της Ακαδημίας Αρκεσίλαος και Καρνεάδης) και αργότερα, από τον 3ο ως τον 5ο αι., ο νεοπλατωνισμός (Πλωτίνος, Πρόκλος κ.ά.).

ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΚΑΙ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΑΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Κατά το μεσαίωνα αναπτύσσεται κατά κύριο λόγο η θρησκευτική φιλοσοφία και μεγάλη επίδραση επίσης ασκεί στη Δύση η φιλοσοφία του Αριστοτέλη. Κυριότερη μορφή είναι ο Θωμάς Ακινάτης, φιλόσοφος και θεολόγος του 13ου αι. μ.Χ., ο οποίος άσκησε, μαζί με τον Αυγουστίνο (354-430), τη μεγαλύτερη επίδραση στην ανάπτυξη της φιλοσοφικής-θεολογικής σκέψης των επόμενων αιώνων.
Οι λόγιοι πρόσφυγες που καταφεύγουν από την Κωνσταντινούπολη στη Δύση συμβάλλουν στην αναγέννηση των ελληνικών γραμμάτων στην Ευρώπη. Αυτή την περίοδο η σπουδή των έργων του Αριστοτέλη υποχωρεί και τη θέση τους καταλαμβάνει ο πλατωνισμός, ιδιαίτερα στην Ιταλία με τους Τζ. Μπρούνο, Τ. Καμπανέλα κ.ά.

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΩΝ ΝΕΟΤΕΡΩΝ ΧΡΟΝΩΝ

Στο 17ο αιώνα κυριαρχεί το ενδιαφέρον για την ανθρώπινη φύση και για τον εξωτερικό κόσμο, με χαρακτηριστικό εκπρόσωπο το Γαλιλαίο. Την ίδια εποχή αρχίζει να οργανώνεται η πνευματική ζωή με την ίδρυση Ακαδημιών και την καθιέρωση επιστημονικών συγκεντρώσεων.
Αυτό τον αιώνα ο Άγγλος πολιτικός και φιλόσοφος Φ. Μπέικον (1501-1626) γίνεται ο εισηγητής της πειραματικής φιλοσοφίας. Με το έργο του «Novum organum» επιχειρεί, απέναντι στην αριστοτελική-σχολαστική επιστήμη, να συντάξει μια νέα ιδέα της γνώσης και την ταξινόμηση των επιστημών. Υποστηρίζει ότι η εμπειρία είναι η βάση της επιστήμης. Η γνώση γι’ αυτόν είναι η δύναμη που ασκείται επάνω στη φύση προς όφελος του ανθρώπου. Η θεμελιώδης σύλληψη της φύσης από τον Μπέικον είναι άμεσα εξαρτημένη από τις αρχαίες ελληνικές έννοιες για τη φύση.
Ο Ντεκάρτ (1596-1650) δίνει μεγάλη βαρύτητα στη μεταφυσική. Η γνωστή του φράση «cogito, ergo sum» (σκέφτομαι, άρα υπάρχω), πάνω στην οποία στήριζε τη φιλοσοφία του, έδωσε μία αποφασιστική στροφή στη νεότερη φιλοσοφία. Ενώ αμφιβάλλει για τα πάντα, εντούτοις, αυτό δεν ισχύει για την ίδια την αμφιβολία, με άλλα λόγια για τη σκέψη. Η φράση του Ντεκάρτ «cogito, ergo cogitare est» (σκέφτομαι, επομένως υπάρχει η σκέψη) δεν αφορά στο ίδιο το είναι, αλλά στη σκέψη. Η φιλοσοφία του άσκησε τεράστια επίδραση στους μεταγενέστερους στοχαστές.
Ο Γάλλος φιλόσοφος, μαθηματικός και φυσικός Πασκάλ πίστευε ότι η βεβαιότητα του ανθρώπινου λογικού δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί μόνο με τα μαθηματικά, τα οποία αποτελούν την πιο τέλεια μέθοδο επιστημονικής σύλληψης της τάξης της φύσης. Επίσης, υποστήριζε ότι αυτά δεν μπορούν να μας προσφέρουν ασφαλή γνώση για τον άνθρωπο, την ύπαρξή του και τις πράξεις του. Τις απαντήσεις σε αυτά τα θέματα μπορούμε να τις αναζητήσουμε μόνο στη μεταφυσική.
Ο Άγγλος φιλόσοφος Χομπς (1588-1679) πρότεινε μια νομιναλιστική-ρασιοναλιστική φιλοσοφική θεωρία, σύμφωνα με την οποία η σκέψη παρομοιάζεται με υπολογισμό. Τη μεγαλύτερη επίδραση άσκησε η φυσιοκρατική του θεωρία για την κοινωνία και την πολιτεία. Στη «φυσική κατάσταση» υπάρχει «πόλεμος όλων εναντίον όλων». Σε αυτόν βάζει τέλος η κρατική συνθήκη, με την οποία αρχίζει να υπάρχει το κράτος και έτσι όλοι υποτάσσονται στο σύγχρονο «Λεβιάθαν».
Ο σπουδαιότερος φιλόσοφος των Κάτω Χωρών είναι ο Μπ. Σπινόζα (1632-1677). Μπορεί να χαρακτηριστεί ως ρασιοναλιστής. Ξεκινώντας από τον Ντεκάρτ και το νεοπλατωνισμό, διατύπωσε μια πανθεϊστική θεωρία της αναγκαιότητας. Ηθικό του ιδεώδες είναι η απελευθέρωση από το ζυγό των παθών με την καθαρή ενόραση των αναγκαίων νόμων του «είναι», τους οποίους ο Σπινόζα με μία αυστηρά μαθηματική μέθοδο αντλεί από την ουσία του θεού. Σύμφωνα με αυτόν υπάρχει μόνο μία ουσία, η οποία είναι αιτία του εαυτού της, έχει αναγκαία ύπαρξη και είναι αιώνια· μέσα σ’ αυτήν υπάρχουν τα πάντα και χωρίς αυτή, δεν είναι δυνατό να νοηθεί τίποτε. Αυτή είναι ο θεός.
Ο Λάιμπνιτς (1646-1716), φιλόσοφος, μαθηματικός, φυσικός και διπλωμάτης από τη Γερμανία μπορεί να χαρακτηριστεί ως το πιο καθολικό πνεύμα του 17ου αιώνα. Στόχος του ήταν ο συμβιβασμός των αντιθέσεων τόσο στον τομέα της θρησκείας όσο και της πολιτικής. Ο ίδιος ήταν προτεστάντης, αλλά αγωνίστηκε για την ένωση των Εκκλησιών. Στη φιλοσοφία επιχείρησε τη σύνθεση της μεσαιωνικής θεολογικής σκέψης με τη σύγχρονή του φυσική επιστήμη και μηχανική. Σχεδόν συγχρόνως και ανεξάρτητα από τον Νεύτωνα, ανέπτυξε το διαφορικό και τον ολοκληρωτικό λογισμό (απειροστικός λογισμός).
Η μεγαλύτερη συνεισφορά του στη φιλοσοφική σκέψη, που οδήγησε στο διαφωτισμό, είναι η «μοναδολογία» του. Σε αυτήν προσπάθησε να ξεπεράσει τις φιλοσοφικές θέσεις του Ντεκάρτ και του Σπινόζα. Πίστευε ότι ο κόσμος είναι ένα σύστημα «αρχικών δυνάμεων» (μονάδες). Πρόκειται για έσχατες απλές ουσίες χωρίς μορφή και σχήμα, οι οποίες, ανεξάρτητα η μία από την άλλη και μη δεχόμενες καμιά εξωτερική επίδραση, αντικατοπτρίζουν τον πραγματικό κόσμο, ο οποίος περιλαμβάνει τα πιο απλά όντα, φυτά και ζώα, μέχρι και τον άνθρωπο, το λογικό ον. Στην κορυφή αυτής της σειράς βρίσκεται η θεϊκή μονάδα, ο θεός, ο οποίος δεν μπορεί να επέμβει στην πορεία της φύσης. Η θεοδικία του Λάιμπνιτς είναι οπτιμιστική: ο κόσμος που υπάρχει είναι ο καλύτερος δυνατός, το κακό που υπάρχει σ’ αυτόν εξουδετερώνεται από την αρμονία του σύμπαντος.
Ο Άγγλος Τζ. Λοκ (1632-1704) υπήρξε ο πρωτεργάτης του διαφωτισμού στη χώρα του. Είναι ο κύριος εκπρόσωπος του εμπειρισμού. Σε αντίθεση με τον Ντεκάρτ, απορρίπτει τις έμφυτες ιδέες. Η γνώση στο σύνολό της προέρχεται από την εσωτερική ή την εξωτερική εμπειρία (αίσθηση, σκέψη).
Η ηθική του Λοκ είναι ευδαιμονιστική, ενώ η φιλελεύθερη θεωρία του για την πολιτεία είναι ατομιστική. Η φιλοσοφία του άσκησε τεράστια επίδραση στο Λάιμπνιτς και στον Καντ.

Στο 18ο αιώνα, τον αιώνα του διαφωτισμού, εμπίπτει η σκέψη του Νεύτωνα, η οποία ασκεί τεράστια επίδραση στην εποχή του και αργότερα. Στο α’ μισό αυτού του αιώνα έδρασε ο Άγγλος φιλόσοφος Τζ. Μπέρκλεϊ (1684-1753), ο οποίος ίδρυσε τον υποκειμενικό ιδεαλισμό, σύμφωνα με τον οποίο οι πνευματικές μονάδες αποτελούν τη μόνη πραγματικότητα. Η φύση ως χώρος του σωματικού-αισθητού είναι κάτι το πραγματικό μόνο ως παράσταση (ιδέα) και στηρίζεται στην παράσταση του θεού. Ο θεός ως η ύψιστη πνευματική ουσία δημιουργεί τις πνευματικές μονάδες και τις παραστάσεις τους για τη φύση.
Κύριος εκπρόσωπος της φιλοσοφίας του διαφωτισμού στη Γερμανία ήταν ο Βολφ (1679-1754). Είχε μεγάλη εμπιστοσύνη στη γνωστική ικανότητα του ανθρώπινου λογικού και στη σημασία της στην καθημερινή ζωή.
Στα μέσα του 18ου αιώνα τοποθετείται η ακμή του Άγγλου φιλοσόφου και ιστορικού Ντ. Χιουμ (1711-1776), του κυριότερου εκπροσώπου του αγγλικού διαφωτισμού, καθώς και του κύριου ιδρυτή του θετικισμού και του ψυχολογισμού. Η ανθρώπινη σκέψη δεν έχει, κατά το Χιουμ, τίποτε το αυτόματο. Οι ιδέες είναι «αντιλήψεις», οι οποίες γίνονται δεκτές με λιγότερο ζωντανό τρόπο. Επίσης, η έννοια της ουσίας, η ιδέα του θεού και οι ηθικές ιδέες κατατεμαχίζονται από την ψυχολογική κριτική αυτού του φιλοσόφου. Η ψυχή δεν είναι τίποτε άλλο από μια «δέσμη» παραστάσεων.
Στην ίδια περίοδο βρίσκεται η ακμή του Βολταίρου, ο οποίος ασχολήθηκε με τη φύση, τον άνθρωπο και την κοινωνία, καθώς επίσης με την ιστορία και την ανεξιθρησκία. Στο ίδιο κλίμα εντάσσεται και ο Γαλλοελβετός συγγραφέας, κριτικός του πολιτισμού και φιλόσοφος Ζαν Ζακ Ρουσό (1712-1778). Όλες τις αδυναμίες που υπάρχουν στους ανθρώπους και στον κόσμο τις απέδιδε στις επιβλαβείς επιδράσεις της κοινωνίας, της επιστήμης και της τέχνης. Σημασία έχουν μόνο οι νόμοι της φύσης και της καρδιάς. Η συνείδηση είναι η μόνη αξιόπιστη σε ό,τι αφορά το καλό και το κακό. Η ύπαρξη του θεού είναι η αιτία της κίνησης και της τάξης του κόσμου, αλλά το θεό μπορούμε να τον συλλάβουμε μόνο με την καρδιά.
Στο έργο του «Κοινωνικό συμβόλαιο» ο Ρουσό υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος από τη φύση είναι ελεύθερος, αλλά η κοινωνία τον δεσμεύει με νόμους και γι’ αυτό το κράτος πρέπει να διαμορφωθεί έτσι, ώστε ο καθένας να υπακούει μόνο στον εαυτό του. Αυτό είναι δυνατό να συμβεί μόνον αν η κρατική βία είναι έκφραση του «κοινωνικού συμβολαίου».
Στα τέλη του 18ου αι. δεσπόζει η μεγάλη μορφή του Γερμανού φιλοσόφου Ι. Καντ (1724-1804), με τον οποίο ξεκινά ο γερμανικός ιδεαλισμός και η γερμανική φιλοσοφία επιτυγχάνει την παγκόσμια αναγνώριση. Το έργο του αποτελεί σημαντικό σταθμό στην ιστορία της φιλοσοφίας του δυτικού κόσμου, με κυριότερο το σύγγραμμά του «Η κριτική του καθαρού λόγου». Η κριτική όλων των θεωριών της μεταφυσικής πριν από αυτόν, την οποία χαρακτήριζε ως δογματική, όπως και η προσπάθεια στοχασμού πάνω στα θεμέλια της μεταφυσικής και της γνώσης γενικότερα, αποτελεί την πρώτη θεμελιώδη εξέταση της φιλοσοφίας του δυτικού κόσμου. Ενώ, όμως, αργότερα ο νεοκαντιανισμός θεωρεί τη φιλοσοφία του Καντ ως μια προσπάθεια ανατροπής της μεταφυσικής, σήμερα ο Καντ προβάλλει ως μεταφυσικός, μια και είχε προσπαθήσει να θέσει τις βάσεις για «κάθε μελλοντική μεταφυσική, η οποία θα μπορούσε να εμφανίζεται ως επιστήμη».
Στις αρχές του 19ου αι. παρατηρείται η ανάπτυξη της ιδεολογίας και η παρακμή της, καθώς και η εμφάνιση της εκλεκτικής πνευματοκρατίας στη Γαλλία. Η σκοτική φιλοσοφική σχολή αντιπαρατάσσει την κίνηση της «υγιούς ανθρώπινης λογικής» απέναντι στη συνδυαστική ψυχολογία του Πρίστλεϊ και στο σκεπτικισμό του Χιουμ, ενώ στην Αγγλία οι Μπένθαμ και Στιούαρτ Μιλ γίνονται εισηγητές του ωφελιμισμού, μιας φιλοσοφικής-ηθικής θεωρίας, η οποία ταυτίζει το ηθικό με το ωφέλιμο, δηλαδή με αυτό που είναι απαραίτητο για την ευημερία του ανθρώπου. Ο ωφελιμισμός έχει κριτήριο το αποτέλεσμα και όχι την ηθικότητα. Αντίθεση σε αυτό το σύστημα αποτελεί ο ρομαντισμός του Κόλριτζ και του Καρλάιλ.
Ο Γερμανός φιλόσοφος Φίχτε (1762-1814), στηριζόμενος στην υπερβατική σύνθεση του Καντ, υποστηρίζει ότι η γνώση, γενικά, πηγάζει από την καθαρή ενέργεια του «εγώ», το οποίο νοείται απολύτως. Έτσι ο κριτικός ιδεαλισμός του Καντ γίνεται υποκειμενικός. Σύμφωνα με τις τρεις αρχές της θεωρίας της επιστήμης, πρώτα το «εγώ» θέτει τον εαυτό του (θέσις), έπειτα το «μη εγώ» (αντίθεσις) και τέλος υπάρχει η σκέψη της ενέργειάς του, το «εγώ» και το «μη εγώ». Για το «καθαρό εγώ» (καθαρή θέληση) ο κόσμος δεν είναι τίποτε άλλο από αισθητοποιημένο υλικό του καθήκοντος, στο οποίο μπορεί να επιβεβαιωθεί η ηθική πράξη, οπότε το εγώ επιστρέφει στον εαυτό του.
Ο επίσης Γερμανός φιλόσοφος Χέγκελ (1770-1831) στα πρώιμα έργα του διαχωρίζει τη θέση του με το διαφωτισμό, τον Καντ και το Φίχτε. Μετά την απαλλαγή του από τη φιλοσοφική επίδραση του Σέλιγκ, παρουσιάζει στα κύρια έργα του ένα από τα σπουδαιότερα συστήματα φιλοσοφίας του δυτικού κόσμου. Βάση του κόσμου και αρχή του συστήματος αυτού του φιλοσόφου είναι το απόλυτο (ιδέα, κοσμικός λόγος, θεός), το οποίο χωρίζεται στην εξής τριάδα: 1. με την απόλυτη ιδέα «καθαυτή και για τον εαυτό της» που συνιστά αντικείμενο της Λογικής, 2. με την πραγμάτωση του απόλυτου στο «διαφορετικό» του, δηλαδή στη φύση, που αποτελεί αντικείμενο της φυσικής φιλοσοφίας και 3. το απόλυτο στην επάνοδό του από το «διαφορετικό» στον εαυτό του, δηλαδή ως πνεύμα, που αποτελεί αντικείμενο της ιστορίας του πνεύματος.
Η φιλοσοφία του Χέγκελ, με τη βοήθεια του νεοεγελιανισμού, παρέχει στη σύγχρονη σκέψη μία θεμελιώδη και αναντικατάστατη μέθοδο ανάλυσης. Αργότερα, στην αποσύνθεση του εγελιανισμού συντέλεσε η χρήση του από την αριστερά.
Πάλι στη Γερμανία, στο περιθώριο των μετακαντιανών, μπορούμε να αναφέρουμε τον Γκαίτε, το Σλάιερμάχερ, το Σοπενχάουερ κ.ά. Αυτή την εποχή στη Γαλλία αναπτύσσεται η κοινωνική φιλοσοφία του Φουριέ, ενώ στην Ιταλία ο ιταλικός ιδεαλισμός.
Στα τέλη του 19ου αιώνα και της αρχές του 20ου ο Άγγλος Τζ. Στιούαρτ Μιλ και ο Γάλλος Ογκ. Κοντ ιδρύουν το θετικισμό, σύμφωνα με τον οποίο βάση κάθε φιλοσοφίας είναι η ψυχολογία, ενώ η μοναδική πηγή γνώσης είναι η εμπειρία. Η τυπική στο θετικισμό έννοια της προόδου υπάρχει στη θεωρία του Κοντ για τα τρία στάδια της εξέλιξης της ανθρωπότητας, το θεολογικό, το μεταφυσικό και το θετικιστικό-επιστημονικό. Οι κύριοι εκπρόσωποι της εξελιξιαρχίας είναι ο Άγγλος Σπένσερ και ο Δαρβίνος.
Ο Καρλ Μαρξ την ίδια εποχή (1818-1883) δεν είχε την πρόθεση να διατυπώσει κάποια θεωρία για την οικονομία, το σοσιαλισμό ή την ιστορία της φιλοσοφίας, αλλά περισσότερο τον ενδιέφερε να ιδρύσει μία κίνηση, η οποία απέβλεπε σε μία εικόνα του ανθρώπου που θα είχε στόχο την πραγμάτωσή της με έναν ανυποχώρητο αγώνα.
Η πνευματοκρατία, σύμφωνα με την οποία το πνεύμα αναγνωρίζεται ως η μόνη πραγματικότητα, αναπτύχθηκε στη Γαλλία και βρήκε την οριστική της έκφραση στον Μπερξόν (1859-1941), ο οποίος θεωρείται ο κύριος εκπρόσωπος της «φιλοσοφίας της ζωής» (Lebensphilosophie), που συνέβαλε στη διαμόρφωση της υπαρξιακής φιλοσοφίας. Με αυτόν τον όρο εννοούμε μία περιεκτική έννοια που αναφέρεται σε φιλοσοφικές κατευθύνσεις, οι οποίες συμφωνούν στο ότι με τη λέξη «ύπαρξη» δεν εννοούμε αυτό που υπάρχει γενικά, αλλά την πραγματοποίηση της ανθρώπινης ύπαρξης. Αναπτύχθηκε από τον κλονισμό που δημιούργησε ο α’ παγκόσμιος πόλεμος και την επίδραση του Κίρκεγκορ γύρω στα 1930 και πέρασε στην πρωτοπορία όλων των φιλοσοφικών ρευμάτων. Εκπρόσωποί του είναι ο Μ. Χάιντεγκερ, του οποίου η φιλοσοφία αποτελεί μετάβαση από τη φαινομενολογία του Χούσερλ στην υπαρξιακή φιλοσοφία (το ερώτημα για την ύπαρξη του ανθρώπου προηγείται από το ερώτημα για την ουσία του), ο Κ. Γιάσπερς, ο πιο σπουδαίος υπαρξιακός φιλόσοφος μετά το Χάιντεγκερ στο γερμανόφωνο χώρο, ο Μπερντιάγιεφ, τον οποίο ο φιλοσοφικός ιδεαλισμός τον οδήγησε από το μαρξισμό σε μια θρησκευτική κοσμοθεωρία, ο Ζαν Πολ Σαρτρ, κύριος εκπρόσωπος της υπαρξιακής φιλοσοφίας στη Γαλλία, κ.ά.
Ο Χούσερλ, ιδρυτής της φαινομενολογίας, επιχείρησε, ενάντια στον εμπειρισμό και τον ψυχολογισμό, να αποκαταστήσει τη φιλοσοφία ως a priori «ισχυρή επιστήμη».
Ο Γ. Τζέιμς υπήρξε ιδρυτής του πραγματισμού, ενώ ο αμερικανός Τζ. Ντιούι με βάση αυτήν τη θεωρία ερεύνησε τον κύκλο ζωής του ατόμου, ο οποίος περικλείει όλα εκείνα που είναι ωφέλιμα στον καθένα, καθώς επίσης και τον κύκλο της κοινωνίας. Από τη μεταφυσική αυτών των δύο επηρεάστηκε ο Άγγλος φιλόσοφος, μαθηματικός, κοινωνιολόγος και αντίπαλος του χριστιανισμού Ράσελ, ο οποίος στην αρχή της σταδιοδρομίας του είχε μιμηθεί τον Πλάτωνα και αργότερα κατέληξε σε ένα νεοθετικιστικό ρεαλισμό και επιστημονισμό, χωρίς όμως να κατορθώσει να ιδρύσει σχολή που να ασκήσει επίδραση.
Γενικά, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι δύο κύριες φιλοσοφικές τάσεις της εποχής μας είναι η φιλοσοφία της ύπαρξης και η νεότερη μεταφυσική του όντος. Ομαδοποιήσεις, όμως, σαν και αυτή μπορεί να αποδειχθούν αυθαίρετες, επειδή τους φιλοσόφους της κάθε ομάδας τους χαρακτηρίζουν βαθιές διαφορές. Έτσι κάτω από τη «φιλοσοφία της ύλης» μπορούμε να κατατάξουμε τις θεωρίες του Ράσελ, των νεοθετικιστών καθώς και των μαρξιστών, ενώ στη «φιλοσοφία της ζωής» τις θεωρίες των Ντιούι και Κλαγκ. (..) (Βλέπε: Εγκυκλοπαίδεια «Μαλλιάρης-παιδεία» κ.α.)

Πηγή : http://www.sakketosaggelos.gr

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/3285

Δεκ 02 2014

Φιλοσοφικές Σχολές

Σχολές_φιλοσοφίας_

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/3283

Νοέ 30 2014

Η Πλατωνική Αλληγορία του Σπηλαίου


View on YouTube

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/3276

Νοέ 15 2014

Σωκρατική Φιλοσοφία

Μόνιμος σύνδεσμος σε αυτό το άρθρο: https://blogs.sch.gr/stratilio/archives/3238

Παλαιότερα άρθρα «

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων