Ηρακλειά: Τρεις μαθητές και γύρω γύρω θάλασσα

Η Ηρακλειά στον χάρτη

Τα μεσάνυχτα της Κυριακής, 28 Ιανουαρίου το Blue Star Naxos έδεσε στο λιμάνι της Ηρακλειάς. Τέσσερα άτομα βγήκαν από την μπουκαπόρτα του -μεταξύ αυτών κι εγώ- και σκορπίστηκαν στα σκοτεινά σοκάκια του νησιού. Μόλις τέσσερα είναι και τα άτομα (μία δασκάλα και τρεις μαθητές) τα οποία δίνουν καθημερινά ζωή στην μοναδική τάξη του δημοτικού σχολείου αυτού του κομματιού στεριάς των Μικρών Κυκλάδων. Πέρασα 48 ώρες μαζί τους. Αυτή είναι η ιστορία τους.

                                                ***

Ένα ανθρακί Tογιότα Kορόλα κατηφορίζει τη δημοσιά. Μάς προσπερνά και σταματά πέντε δέκα μέτρα πιο κάτω. Καθώς περπατάμε προς το μέρος του, διακρίνω από το παρμπρίζ τρεις φιγούρες στο πίσω κάθισμα, οι οποίες είναι στραμμένες προς εμάς. Δύο κοριτσίστικες και μία αγορίστικη. Μόλις φτάνουμε στο ύψος του αμαξιού, το αγόρι ανοίγει την πίσω δεξιά πόρτα, την ώρα που τα κορίτσια με κοιτούν και βάζοντας τα χέρια μπροστά στο στόμα λες κι ανταλλάσσουν τα μεγαλύτερα μυστικά στον κόσμο, προσπαθούν να καλύψουν τα χάχανά τους. Έχει έρθει η ώρα για τις συστάσεις.

Η Ιωάννα, η δασκάλα με την οποία περιμέναμε το αυτοκίνητο στον κεντρικό δρόμο του Κάτω Χωριού μού γνωρίζει τους μαθητές της. Την Πόπη, την Άννα και τον Φάνη. Στη θέση του οδηγού κάθεται η Χρυσούλα, η μητέρα των δύο τελευταίων. Όσο για το Τογιότα, πρόκειται για το ‘σχολικό’ το οποίο κάνει κάθε πρωί τη διαδρομή από το Κάτω Χωριό ή Άγιο Γεώργιο προς το Πάνω Χωριό ή Παναγία, όπου βρίσκεται το μονοθέσιο δημοτικό σχολείο της Ηρακλειάς. Εγώ, για τις επόμενες δύο ημέρες θα είμαι ο ‘κύριος Γιώργος’.

Η ιδέα για αυτό το ταξίδι μπήκε από την ταινία του Stoiximan ‘Οι Μικροί Ήρωες Ταξιδεύουν’. Πρωταγωνιστές της είναι μαθητές από τις πιο απομακρυσμένες περιοχές της Ελλάδας οι οποίοι διηγούνται τις ιστορίες τους και στη συνέχεια επισκέπτονται στα πλαίσια εκπαιδευτικής εκδρομής την Αθήνα.

Αυτό, όμως, που έκανε τη συγκεκριμένη ιδέα να μην αποτελέσει ένα ακόμα μπούλετ σε μία λίστα με θέματα που θέλω κάποια στιγμή να γράψω, αλλά με ώθησε να βγάλω ακτοπλοϊκά εισιτήρια από και προς Ηρακλειά για την τελευταία εβδομάδα του Γενάρη, ήταν ο τρόπος που συστήνονταν η πλειοψηφία των δασκάλων των ακριτικών σχολείων στην προαναφερθείσα ταινία.

“Καλημέρα, είμαι η x και υπηρετώ στο δημοτικό σχολείο Ηρακλειάς/ Κάσου/ Ανάφης/Αρκιών/ Τρανόβαλτου Κοζάνης”.  

”Καλημέρα, είμαι η x και υπηρετώ στο δημοτικό σχολείο (…)”

“(…)είμαι η x και υπηρετώ(…)”

“(…)υ-πη-ρε-τώ(…)”

Γιατί ‘υπηρετώ’ και όχι δουλεύω ή εργάζομαι; Τι ήταν αυτό που έκανε τις δασκάλες να χρησιμοποιήσουν το συγκεκριμένο ρήμα; Είχε έρθει η ώρα να το μάθω από κοντά.

Φάνης, μαθητής 2ας δημοτικού

-Πού μένεις; Σπίτι μου.

-Σου αρέσει το σπίτι σου; Ναι, αφού είναι διώροφο.

-Ποιος κάνεις τις δουλειές στο σπίτι; Η μαμά. Ο μπαμπάς είναι όλη την ώρα στο κινητό. Τα Facebook και τα ποδόσφαιρα βλέπει.

-Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις; Ψαράς.

-Γιατί; Για να ψαρεύω.

-Με τα μαθήματα πώς τα πας; Πολλά είναι.

-Το αγαπημένο σου; Η προπαίδεια.

-Το χειρότερο σου; Όλα.

-Δεν σ’ αρέσει το σχολείο; Όχι, γιατί μου βάζουν τόόόόσα μαθήματα(ανοίγει τα χέρια για να δείξει).

-Και δεν τα κάνεις; Τα κάνω, αλλά κουράζομαι πάρα πολύ και μετά λέει η κυρία ‘ε δεν κουράστηκες ακόμα. Κάνε αυτό και πάμε’ (προσπαθεί να μιμηθεί τη φωνή της Ιωάννας).

-Σου αρέσει η Αθήνα; Ναι.

-Τι κάνεις όταν πηγαίνεις εκεί; Πηγαίνω στο Μολ και στο Τζάμπο.

-Τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις; Με ρώτησες. Ψαράς.

I. Το σχολείο

“Καλησπέρα παιδιά. Καλή εβδομάδα!!! Δεν θα έχει εκκλησία την Τρίτη(σ.σ.: Των Τριών Ιεραρχών). Δεν μπορεί ο παπάς”. Το μήνυμα που έχει γράψει η Πετρούλα, η κυρία που καθαρίζει το σχολείο, με μπλε μαρκαδόρο στον λευκό πίνακα, είναι το πρώτο πράγμα που παρατηρώ μπαίνοντας στην τάξη.

Το σχολείο διαθέτει δύο αίθουσες διδασκαλίας, ένα γραφείο για τη δασκάλα, ένα γυμναστήριο με τραπέζι του πινγκ πονγκ και πολυόργανο γυμναστικής, ενώ στο προαύλιο υπάρχουν δύο τραμπάλες, μία τσουλήθρα κι ένα γήπεδο μπάσκετ. Κάθε αίθουσα έχει τουλάχιστον ένα air condition και καλοριφέρ. Επιστρέφω στην είσοδο του σχολείου και ετοιμάζομαι να τραβήξω μια πανοραμική φωτογραφία το προαύλιο. ”Περίμενε”, με διακόπτει η Ιωάννα, “η μία μπασκέτα δεν έχει διχτάκι”. Πού να ήξερε πως στο δικό μου σχολείο οι μπασκέτες δεν είχαν καν ταμπλό.

Το μεγαλύτερο κομμάτι του εξοπλισμού, το οποίο κάνει το δημοτικό Ηρακλειάς να μοιάζει περισσότερο με ιδιωτικό κολέγιο παρά με δημόσιο σχολείο, προέρχεται από δωρεές διαφόρων ΜΚΟ. “Σήμερα μίλησα με την υπεύθυνη μιας ΜΚΟ προκειμένου να καταγράψει τις υλικές μας ανάγκες και μόλις της είπα πως έχουμε μόνο τρία παιδιά μου απάντησε ‘α τα καημένα’. Έτσι μας αντιμετωπίζει όποιος είναι εκτός νησιού. Νομίζει πως δεν έχουμε τίποτα. Δεν μπορεί να καταλάβει πως όποιος και να έρθει εδώ, μετά από λίγο καιρό προσαρμόζεται.

Απλώς, στην Ηρακλειά δεν είναι τίποτα αυτονόητο. Πρέπει να παραγγέλνεις πράγματα πριν τα χρειαστείς. Δεν περιμένεις να σου δημιουργηθεί η ανάγκη, γιατί δεν υπάρχει ένα σούπερ μάρκετ ανοιχτό ανά πάσα στιγμή, το οποίο θα στην καλύψει.

Το βασικότερο, όμως, πρόβλημα το οποίο αντιμετωπίζουν κυρίως τα παιδιά είναι η έλλειψη συνομήλικης παρέας. Για παράδειγμα, ο Φάνης έρχεται σε ανύποπτες στιγμές και μου λέει ‘εγώ δεν θέλω φίλους. Έχω τον παππού και την γιαγιά’. Είναι σαν να μου λέει: ‘ξέρω ότι δεν έχω φίλους. Ξέρω ότι δεν πρόκειται ν’ αποκτήσω, οπότε πρέπει με κάποιο τρόπο να εξωραΐσω την κατάστασή μου’. Είναι η άμυνά του.

Οι γονείς δεν εισπράττουν βαθιά την μοναξιά των παιδιών. Καταλαβαίνουν ότι αποτελεί πρόβλημα, αλλά δεν αντιλαμβάνονται το μέγεθος της”.

II. Η μητέρα

Το δέρμα της Χρυσούλας, όπως κι όσων κατοίκων της Ηρακλειάς γνωρίζω, αστράφτει. Σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται 30. Πόσο μάλλον ότι είναι μητέρα δύο παιδιών (της Άννας και του Φάνη). Λίγο αφότου μάς αφήνει στο Πάνω Χωριό, της ζητάω να συζητήσουμε. “Πήγα σχολείο στον Άγιο Δημήτριο στην Αθήνα, αλλά περνούσα τα καλοκαίρια στην Ηρακλειά από όπου κατάγομαι. Λυπόμουν τους συμμαθητές μου που έμεναν στην πόλη το καλοκαίρι κι εγώ έμπαινα στο πλοίο κι ερχόμουν στο νησί.

Εδώ, η ζωή το χειμώνα είναι ήρεμη. Το πρωί ασχολούμαι με το σπίτι και την υπόλοιπη μέρα με τα παιδιά. Τα διαβάζω και μετά τα πάω στη γιαγιά τους ή στην Παναγιά, όπου παίζουν με τα αδέρφια της Πόπης (τον Μάριο και τον Γιάννη). Το καλό εδώ είναι πως η διαφορά ηλικίας δεν έχει μεγάλη σημασία. Ένας 15χρονος μπορεί να παίξει με τον Φάνη (σ.σ. Το γυμνάσιο-λύκειο της Ηρακλειάς έχει συνολικά πέντε μαθητές: τον Μάριο και τον Θοδωρή στην πρώτη γυμνασίου, τη Γιωργία στην τρίτη γυμνασίου και τους δύο Γιάννηδες στην πρώτη λυκείου).

Χρυσούλα: Στην Αθήνα, τα παιδιά κουράζονται πολύ από τα φανάρια. Όταν είμαστε μέσα στο αυτοκίνητο δεν μπορούν να καταλάβουν γιατί σταματάμε κι όλο μου λένε: ‘πάλι σταματάμε;’, ‘άντε, πότε θα ξεκινήσουμε’;                                   

Δεν νομίζω ότι τα παιδιά μου στερούνται κάτι εδώ. Αν πήγαιναν σ’ ένα σχολείο στην Αθήνα θα κινδύνευαν να χάσουν την ταυτότητα τους. Εδώ βρίσκονται πιο κοντά στη φύση. Η ζωή τους είναι πιο αληθινή και ουσιαστική. Καλύτερα να παίζουν όλη μέρα κάτω από ένα δέντρο παρά να σαπίζουν μπροστά από ένα πλέι στέισον. Για παράδειγμα, ο παππούς του Φάνη τον παίρνει με το καΐκι και πηγαίνουν για καλαμάρια ή πολλές φορές μετά το σχολείο φοράει τις γαλότσες του και πηγαίνει στις κότες. Αυτά δεν θα μπορούσε να τα κάνει στην Αθήνα.

Το θετικό της Αθήνας είναι ότι εκεί υπάρχουν πολλά παιδιά και τους είναι πιο εύκολο να κοινωνικοποιηθούν. Έχουν μεταξύ τους έναν υγιή ανταγωνισμό στα μαθήματα. Πάντα υπάρχει κάποιος καλύτερος συμμαθητής, τον οποίο προσπαθούν να φτάσουν. Εδώ δεν μπορούν να φανταστούν μέχρι πού μπορούν να φτάσουν και επαναπαύονται, ενώ δεν έχουν φροντιστήρια αγγλικών κι άλλες εξωσχολικές δραστηριότητες. Αλλά τι να κάνουμε; Πουθενά δεν τα βρίσκεις όλα. Ακόμα κι ο παράδεισος έχει ελαττώματα”.

Πόπη, μαθήτρια 3ης δημοτικού

Πώς λένε τους γονείς σου; Νικολή και Βιολέτα.

Είναι από εδώ; Ο μπαμπάς είναι από ΄δω. Η μαμά είναι από την Αλβανία.

Τι μαθήματα έχετε σήμερα; Μελέτη, Ιστορία, Θρησκευτικά.

Τα έχεις διαβάσει όλα; Γελάει πονηρά.

Ποιο έχεις διαβάσει λιγότερο; Γλώσσα.

Ποιος είναι το αγαπημένο σου; Ιστορία.

Το χειρότερο; Μαθηματικά.

Η Αθήνα σου αρέσει; Ναι.

Τι σου αρέσει εκεί; Να πηγαίνω βόλτες στα Γκούντις.

Έχετε ζώα; Ναι. Πρόβατα, αγελάδες, κατσίκια, γαϊδούρι.

Ποιο είναι το αγαπημένο σου; Κατσίκα.

Γιατί; Είναι ωραίο.

Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις; Γιατρός.

III. Η καθημερινότητα στο νησί

Μία σακούλα προβάτσες. Ένα κεσεδάκι αποξηραμένα αγριόσυκα. Ένα πλαστικό πιάτο με οδοντογλυφίδες καρφωμένες σε κομμάτια ντομάτας, γραβιέρας και ζβαν. Ένα συστημένο γράμμα. Μία αφίσα που γράφει με λευκά γράμματα σε μαύρο φόντο ‘Ηρακλειά Movie Night: Σινεμά ο Παράδεισος’. Μία ξεθωριασμένη φωτογραφία του Εξπρές Σκοπελίτης. Δύο πυροσβεστήρες. Ένας μαυροπίνακας με τα καλοκαιρινά δρομολόγια των πλοίων της Μπλου Σταρ.

Αυτά είναι τα αντικείμενα που βρίσκονται στο οπτικό μου πεδίο όσο κάθομαι το πρώτο μου βράδυ στην Ηρακλειά με την Ιωάννα και τον Ηλία, ένα ντόπιο 35άρη τοπογράφο μηχανικό -τον άνθρωπο που με ξενάγησε σε κάθε (μυστική) γωνιά του νησιού- για τσίπουρα στην ‘Μέλισσα’ το, όπως αυτοχαρακτηρίζεται, οινοπαντοπωλείο της Ηρακλειάς. Κατάστημα το οποίο εκτελεί επίσης χρέη ταχυδρομικού πρακτορείου των ΕΛΤΑ, αλλά και τουριστικού γραφείου.

Χρυσούλα: Ένας γάμος έγινε φέτος στο νησί και το ζευγάρι περιμένει παιδί. Είμαστε ήδη όλοι από πάνω του για να μάθουμε πότε θα κάνουν και δεύτερο.

Το χειμώνα στην Ηρακλειά, ή Ρακλειά για τους ντόπιους, πέρα από την ‘Μέλισσα’, ανοιχτό είναι ένα ακόμη μίνι μάρκετ και δύο καφετέριες. Δεν υπάρχει βενζινάδικο. Οι περίπου ογδόντα μόνιμοι κάτοικοι περνούν με βάρκες στην Σχοινούσα από όπου φέρνουν βενζίνη. Δεν υπάρχει παπάς. Οι λειτουργίες γίνονται από ιερείς που στέλνει η Μονή της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας από την Αμοργό. Δεν υπάρχει φούρνος. Παρ’ όλα αυτά υπάρχει καθημερινό δρομολόγιο πλοίου από και προς Νάξο, από όπου οι ντόπιοι προμηθεύονται ψωμί κι ό,τι άλλο χρειαστούν. Ενώ από Νάξο φεύγουν καθημερινά πλοία για Πειραιά, κάτι που σημαίνει πως οποιαδήποτε μέρα της εβδομάδας, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων όπου έχει απαγορευτικό, κάθε κάτοικος της Ηρακλειάς μπορεί να μεταβεί στην πρωτεύουσα.

”Μπορεί στην Ηρακλειά να μην έχουμε πρόσβαση σε όσα πράγματα έχει ένας Αθηναίος, ωστόσο η ζωή εδώ είναι ωραία, χωρίς άγχος. Και το κυριότερο; Εδώ ο καθένας είναι σημαντικός. Έχει μια θέση στην κοινωνία. Στην Αθήνα χάνεται.”, μου λέει ο Ηλίας λίγο πριν τσουγκρίσουμε το δεύτερο σφηνοπότηρο με τσίπουρο. Μία άποψη που δίνει περαιτέρω νόημα στο ‘υπηρετώ’ που χρησιμοποιούν οι δασκάλες στο ‘Οι Μικροί Ήρωες Ταξιδεύουν’.

IV. Η δασκάλα

Η Ιωάννα, η 29χρονη δασκάλα του σχολείου Ηρακλειάς μεγάλωσε στις Σέρρες και ξεκίνησε το ‘αναπληρωτιλίκι’, όπως χαρακτηρίζει η ίδια το είδος εργασίας της, από την Βόρεια Εύβοια. Ακολούθησαν Θεσσαλονίκη, ξανά Εύβοια, Αθήνα, Άνδρος και μετά Ηρακλειά, στην οποία βρίσκεται για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά. Προτίμησε την Ηρακλειά από τη Νάξο, γιατί εδώ τα μόρια κι η προϋπηρεσία της μετρούν διπλά.

“Ίσως δεν χρησιμοποιούσα το ρήμα ‘υπηρετώ’ αν εργαζόμουν σ’ ένα σχολείο της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης. Εδώ, με μόλις τρεις μαθητές, νιώθω ότι κάνω κάτι πιο σημαντικό. Σε μια μεγάλη πόλη ο δάσκαλος δεν είναι κάτι σπουδαίο, ενώ σ’ έναν τόπο όπως η Ηρακλειά ο δάσκαλος έχει άλλη αξία. Το έργο του εκτιμάται περισσότερο.

Ιωάννα: Τα παιδιά στις απομακρυσμένες περιοχές παρουσιάζουν πιο έντονες δυσκολίες στα μαθήματα. Έχουν θέμα με την ορθογραφία και γενικά με τον γραπτό λόγο. 

Εδώ, ο δάσκαλος εκτός από δάσκαλος είναι διευθυντής, γραμματέας, τηλεφωνητής, νοσοκόμος, διαιτητής όταν τσακώνονται τα παιδιά, οργανωτής εκδρομών και γιορτών, συντηρητής σε περίπτωση που χαλάσει κάτι στο κτίριο και εκείνος που θα δώσει το κίνητρο και ερεθίσματα στα παιδιά και εκτός τάξης. Παράλληλα, πρέπει να κρατάει μια λεπτή ισορροπία στις σχέσεις του με τους γονείς. Το ένα βράδυ βρίσκεται σ’ ένα γλέντι με κάποιο γονιό και το επόμενο πρωί πρέπει να καλέσει τον ίδιο άνθρωπο στο σχολείο για να του πει κάτι σοβαρό για το παιδί του.

Για να λειτουργήσει ομαλά το σχολείο σ’ ένα μέρος όπως η Ηρακλειά χρειάζεται να προσαρμοστούν οι κανόνες του Υπουργείου Παιδείας στον τόπο και όχι το αντίστροφο. Για παράδειγμα, η Άννα είναι γκεστ σταρ στο δημοτικό, αφού κανονικά θα έπρεπε να πηγαίνει προνήπιο. Το Υπουργείο, όμως, δεν στέλνει νηπιαγωγό για προνήπια, αλλά μόνο για νήπια. Είναι κρίμα να μένει η Άννα στο σπίτι. Για αυτό κάνει μαθήματα μαζί με τον Φάνη και την Πόπη.

Επίσης, δεν υπάρχει ΚΤΕΛ ή σχολικό για να μεταφέρει τα παιδιά από το Πάνω στο Κάτω Χωριό και αντίστροφα. Έτσι, τον ρόλο του οδηγού ‘σχολικού’ έχει αναλάβει η Χρυσούλα.

Εδώ το σχολικό πρόγραμμα είναι πιο ευέλικτο. Αν η Χρυσούλα αποφασίσει να πάρει τα παιδιά της για μια εβδομάδα στην Αθήνα, δεν μπορεί να γίνει μάθημα. Από την άλλη κάνουμε αναπληρώσεις Σαββατοκύριακα και αργίες”.

Άννα, μαθήτρια προνηπίου

Πόσο χρονών είσαι; Είπαμε πέντε.

Τα παιδιά λένε ότι είσαι τέσσερα. Τέσσε(ρ)α είμαι (χάνει μ’ ένα χαριτωμένο ψεύδισμα το ‘ρ’).

Πού μένεις; Κάτω.

Πόσο κόσμο έχει εκεί; Δεν ξέ(ρ)ω.

Μετά το σχολείο τι κάνεις; Παίζω και δουλειές.

Δουλειές; Μαγει(ρ)εύω και πλένω τα πιάτα.

Τι μαγειρεύεις; Κοτόπουλο.

Ανεβαίνεις στην Αθήνα; Ναι.

Τι σ΄αρέσει πιο πολύ εκεί; Το λούνα πα(ρ)κ και τα Τζάμπο.

Τι σου λείπει εδώ; Οι φίλες μου.

Πού είναι οι φίλες σου; Στην Αθήνα. Έ(ρ)χονται το καλοκαί(ρ)ι.

Εδώ δεν έχεις; Έχω μόνο την Πόπη.

Ποια είναι η καλύτερη σου φίλη από την Αθήνα; Η Σεμέλη, αλλά είναι λίγο ντ(ρ)οπαλή. Μιλάει λίγο.

Εσύ είσαι; Όχι.

Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις; Γιατ(ρ)ός.

V. Ο πατέρας

Το δεύτερο μεσημέρι μου στην Ηρακλειά συναντώ στο γραφείο της Ιωάννας τον Νικολή, τον πενηντάρη πατέρα της Πόπης, του Μάριου και του Γιάννη. Πατάω το rec, εκείνος καμπουριάζει ελαφρά, πιάνει τα γόνατά του και ξεκινά να μου διηγείται την ιστορία του με τραγουδιστή προφορά.

“Εδώ γεννήθηκα και μεγάλωσα. Έχω χρόνια να πάω στην Αθήνα γιατί τα ζωντανά είναι σαν τα μωρά. Δεν μπορείς να φύγεις και να τ΄αφήσεις.

Τα παιδιά μου είναι ξύπνια, αλλά δεν κάθονται να διαβάσουν. Είναι όλη την ώρα στο κινητό”, μου λέει και κάνει την κίνηση που κάνουμε όταν σκρολάρουμε στην οθόνη με το δάχτυλό μας. “Η μικρή και ο μεσαίος δεν ξέρουν τι θέλουν να γίνουν όταν μεγαλώσουν. Ο μεγάλος έχει κλίση στη μαγειρική.

Στη θάλασσα, όμως είναι η καλύτερη δουλειά με τα πολύ καλά λεφτά, αλλά είναι δύσκολη. Ξέρεις τι είναι να ‘χει 10-15 μποφόρ και να ‘σαι στον ωκεανό;

Για να μείνουν τα παιδιά στο νησί πρέπει να τους φτιάξω κάτι. Δωμάτια ή ένα εστιατόριο. Με τα χωράφια και τα κατσίκια δεν κάνεις λεφτά. Η μάνα τους, όμως, θέλει να πάνε στην Αθήνα να σπουδάσουν. Ας κάμουν ό,τι θέλουν. Με το ζόρι παντρειά δεν γίνεται”.

Στην πορεία της κουβέντας μου με τον Νικολή προκύπτει ένα άλλο σημαντικό ζήτημα που αντιμετωπίζουν οι μαθητές και κατ’ επέκταση ο πληθυσμός του νησιού. “Όσοι πάνε δευτέρα λυκείου είναι της μόδας να φεύγουν από το νησί. Πάνε στην Αθήνα για πιο καλή μόρφωση. Δεν ξέρω αν είναι για καλό ή για κακό”.

Το συγκεκριμένο θέμα θα μού αναλύσει το ίδιο βράδυ στην ‘Μέλισσα’ η Μάγδα, η φυσικός του Γυμνασίου: ”Πολλές φορές τα παιδιά σ’ αυτές τις τάξεις πηγαίνουν στην Αθήνα, από την μία γιατί αργούν να έρθουν όλοι οι καθηγητές εγκαίρως στο νησί -υπάρχουν περιπτώσεις που το Υπουργείο καλύπτει κενά μέχρι τον Δεκέμβρη- κι από την άλλη, για να παρακολουθούν μαθήματα και σε φροντιστήρια.

Αυτό, όμως, που δεν καταλαβαίνουν οι γονείς είναι πως με τόσα λίγα παιδιά στην Ηρακλειά, το μάθημα έχει φροντιστηριακό χαρακτήρα χωρίς να πληρώνουν. Άσε που αν ένα παιδί στα δεκαπέντε μετακομίσει από το νησί στην Αθήνα, το τελευταίο πράγμα που θα έχει στο μυαλό του είναι το διάβασμα”.

VI. Το σημείο των κρίσιμων αποφάσεων

Οι βράχοι του Μόχερ αποτελούν το σημαντικότερο φυσικό αξιοθέατο της Ιρλανδίας. Το μήκος τους εκτείνεται στα οχτώ χιλιόμετρα και το ύψος τους φτάνει στα 214 μέτρα. Κάθε φορά που τους βλέπω σε φωτογραφία με φαντάζομαι στην κορυφή τους να κοιτάζω κατακόρυφα τον Ατλαντικό και μου κόβονται τα πόδια.

Όταν καταλαγιάζει το αίσθημα της ανατριχίλας σκέφτομαι πως θα ήθελα να σταθώ επάνω τους σε περίπτωση που θα είχα να πάρω μια πολύ μεγάλη απόφαση. Μια απόφαση που θα μου καθόριζε τη ζωή. Παρόμοιες σκέψεις και συναισθήματα μού δημιουργούνται το δεύτερο απόγευμα στο νησί, όταν κάθομαι με τον Ηλία στην άκρη του όρμου του Μέριχα. Στους απόκρημνους κάθετους βράχους της Ηρακλειάς, οι οποίοι φτάνουν τα 150 μέτρα και καταλήγουν στη θάλασσα.

Όσο ο Ηλίας μού δείχνει το Τουρκοπήγαδο, την ωραιότερη για τους ντόπιους παραλία του νησιού, την Αμοργό, το Πάνω Κουφονήσι, τη Νάξο και τις υπόλοιπες Μικρές και ‘μεγάλες’ Κυκλάδες συλλογίζομαι τους δύο Γιάννηδες, τους μαθητές της (κρίσιμης για το μέλλον τους στον τόπο) πρώτης τάξης του λυκείου της Ηρακλειάς.

Τι έχουν στο μυαλό τους κάθε φορά που στέκονται σ’ αυτό το σημείο του Μέριχα; Ονειρεύονται τους εαυτούς τους να ξελαρυγγιάζονται φωνάζοντας ‘γκολ’ από τη θύρα του γηπέδου της αγαπημένης τους ομάδας; Να στριμώχνονται με κάποιο κορίτσι στον καναπέ ενός σκοτεινού μπαρ της Αθήνας; Να περνούν στη σχολή της πρώτης τους προτίμησης και να μένουν μόνοι σε μια γκαρσονιέρα της Θεσσαλονίκης;

Δεν ξέρω αν φταίει το γεγονός πως γεννήθηκα και μεγάλωσα στο αθηναϊκό κέντρο, αλλά δυστυχώς, δεν μπορώ να τους φανταστώ να σκέφτονται πως θέλουν να μείνουν για πάντα στην Ηρακλειά. Όχι σε αυτή την ηλικία που βράζει το αίμα και καίγονται ν’ ανακαλύψουν το άγνωστο.

Το πρόωρα για την εποχή ανθισμένο νησί των Κυκλάδων με τις παρθένες παραλίες, το σπήλαιο του Άη Γιάννη και τα δεκάδες μονοπάτια, αποτελεί ιδανικό μέρος για διακοπές όλο το χρόνο. Αποτελεί ιδανικό μέρος για μόνιμη εγκατάσταση για όσους έχουν ήδη οικογένεια και θέλουν ν’ ανεβάσουν το επίπεδο ποιότητας της ζωής τους πλάι στη φύση. Δεν αποτελεί, όμως, ιδανικό μέρος για έφηβους κι όσους δεν έχουν κατασταλάξει στο τι θέλουν να κάνουν στη ζωή τους. Για άτομα της ηλικίας των μαθητών του δημοτικού το θέμα τίθεται προς συζήτηση.

                                               ~~~

Το Μπλου Σταρ Νάξος μπαίνει με οπισθογωνία και δένει στο πιο στενό λιμάνι που έχω δει στη ζωή μου. Το ημερολόγιο γράφει 31 Γενάρη και το ρολόι 08:00. Σέρνω μία βαλίτσα με ροδάκια και πριν ανέβω στο πλοίο, περνάω μπροστά από μία ταμπέλα η οποία αναφέρει: ‘Καλώς ήρθατε στην Ηρακλειά! Εδώ δεν θα σας ανακαλύψει κανείς’.

Σ’ ένα τέταρτο η Ιωάννα με την Άννα, την Πόπη και το Φάνη θα πουν την πρωινή προσευχή στο προαύλιο του σχολείου και στη συνέχεια θα κατευθυνθούν προς την τάξη. Σύμφωνα με το σχολικό πρόγραμμα:

1η ώρα: Γλώσσα

2η ώρα: Γλώσσα

Όσο η Ιωάννα, υπηρετώντας για άλλη μια μέρα στο μονοθέσιο δημοτικό σχολείο Ηρακλειάς, θα εξηγεί στον Φάνη τι είναι ‘επίθετο’ και θα ζητάει από την Πόπη, ως μεγαλύτερη, να του δώσει μερικά παραδείγματα, η Άννα θα κάθεται πλάι τους και θα σχεδιάζει αμέριμνη αριθμούς σ’ ένα ροζ χαρτί.

Χωρίς να σκέφτεται πως σε πέντε χρόνια από σήμερα θα βρίσκεται στην ίδια αίθουσα. Χωρίς να σκέφτεται πως τότε, αντί για προνήπιο, θα πηγαίνει τετάρτη. Χωρίς να σκέφτεται πως, αν εν τω μεταξύ δεν έχει μετακομίσει κάποια άλλη οικογένεια με παιδιά στην Ηρακλειά, τη σεζόν 2022-23 θα αποτελεί τη μοναδική μαθήτρια του δημοτικού σχολείου του νησιού.

Αναρτημένο στην τοποθεσία: www.oneman.gr

Η Παιδαγωγική του Θεάτρου και η Συμβολή του Λάκη Κουρετζή

Λάκης Κουρετζής

Η διαδραστικότητα της αμφίδρομης επικοινωνίας, η ενσυνείδητη αναπαραγωγική εικονοποίηση του πραγματικού και η βιωματική μέθεξη στα σκηνικά διαδραματιζόμενα, προσδίδουν στο θέατρο μια κατεξοχήν παιδαγωγική δυναμική και το αναδεικνύουν σε προνομιούχο μέσο αγωγής και παιδείας.
Ο χαρακτήρας του αυτός επισημαίνεται ήδη από την πρώτη στιγμή της εμφάνισής του στην αρχαία Ελλάδα, όταν, απαλλαγμένο από τον αρχικά καθαρά θρησκευτικό ρόλο, αποκτά μια κοσμική αποστολή και εμπλουτίζεται με κοινωνικά συστατικά, που το μετατρέπουν σταδιακά σε παιδαγωγικό φορέα μαζικής εμβέλειας, παράλληλα με την Αγορά, την Εκκλησία του Δήμου και τους άλλους δημόσιους θεσμούς αγωγής και παιδείας.

Αυτός ο παιδαγωγικός ρόλος του θεάτρου και η ψυχαγωγική του (με την αρχαιοελληνική σημασία του «ωφελείν και τέρπειν τας ψυχάς») αποστολή, περιορίζεται και σχεδόν εξοβελίζεται στη νεότερη Ευρώπη, με αντίστοιχη μετατροπή του σε μέσο κοσμικής προβολής και επίδειξης κάποιων κοινωνικών ομάδων και τάξεων, ή διασκέδασης και ψυχο-συναισθηματικής αποφόρτισης άλλων. Η μορφοπαιδευτική του αποστολή επαναπροσδιορίζεται και ενεργοποιείται μόλις την εποχή της θρησκευτικής Αντιμεταρρύθμισης (τέλος 16ου αι.) όταν το θέατρο και οι θεατρικές δραστηριότητες βρίσκουν περίοπτη θέση στο σχολικό πρόγραμμα των ιησουιτικών κολλεγίων, όπου μπαίνουν στην υπηρεσία καθαρά δογματικών-θεολογικών σκοπιμοτήτων. Εξ αυτού όμως ακριβώς προκύπτει και η βαθμιαία περιθωριοποίησή του, επειδή αυτός ο ιδεολογικός επικαθορισμός του θεάτρου, οδήγησε στη συνέχεια σε μια πλήρη «σχολειοποίηση» της καλλιτεχνικής του διάστασης και συρρίκνωσε τον αυθορμητισμό και την εκφραστική ελευθερία στο όνομα δήθεν μιας εκπαίδευσης που «εργαλειοποίησε» το θέατρο και το στέρησε από την ουσιαστική παιδαγωγική του δυναμική. Το θέατρο ξαναβρίσκει την πρωταρχική του αποστολή και επανακαθορίζεται ως μέσο αγωγής και παιδείας των νέων, με την πρόοδο και εξέλιξη που δημιουργείται στην παιδαγωγική επιστήμη και την ανάπτυξη των απόψεων της «Νέας Παιδαγωγικής».

Η ένταξή του στο Σχολείο και η αξιοποίησή του στην εκπαιδευτική διαδικασία αναγνωρίζεται από την Winifred Ward στις ΗΠΑ, στη δεκαετία του ’20. Τότε αρχίζει η διερεύνηση των δυνατοτήτων που προσφέρει η δραματοποίηση και διαμορφώνεται μια πρώτη θεατρο-παιδαγωγική μέθοδος (Creative Dramatics) για την αυτοσχέδια αναπαράσταση λαϊκών ιστοριών από παιδιά. Την ίδια εποχή (και ίσως λίγο νωρίτερα) η παιδαγωγική θεώρηση του θεάτρου κάνει την εμφάνισή της στην Αγγλία με τη μέθοδο “dramatization” που εφαρμόζεται στη διδασκαλία της Λογοτεχνίας, με πρώτους εισηγητές την Harriet Finlay – Johnson και τον Henry Caldwell Cook, κάτω από την επίδραση των απόψεων του Dewey για ένα δημοκρατικό σχολείο. Ιδιαίτερα ο Caldwell Cook αξιοποιεί το θέατρο ως “play way”, διδακτική μέθοδο για αυτοέκφραση, δράση και απελευθέρωση της φαντασίας των παιδιών. Με την καθιέρωση της Οκτωβριανής Επανάστασης και τον αγώνα για μια «προλεταριακή κουλτούρα», το θέατρο τόσο ως καλλιτεχνική έκφραση που απευθύνεται σε παιδιά και νέους, όσο και ως παιδαγωγική μέθοδος αξιοποιείται ιδιαίτερα στην επικράτεια της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, όχι όμως χωρίς συχνά να καθυποτάσσεται δεσμευτικά σε ιδεολογικές σκοπιμότητες.
Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η σχέση του B. Brecht με το θέατρο για ανήλικους θεατές και οι θεωρητικές του αρχές για ένα «επικό» και «διδακτικό» θέατρο, που αξιοποιούνται πολύ μεταγενέστερα από το γερμανικό θέατρο και ιδιαίτερα το θέατρο «Grips».

Στη μεταπολεμική Ευρώπη παρατηρείται (ιδιαίτερα από τη δεκαετία του ’60 και μετά) μια συστηματική στροφή στην έρευνα και την αξιοποίηση των παιδαγωγικών δυνατοτήτων του θεάτρου, με προεξάρχον το αγγλικό εκπαιδευτικό σύστημα, στο οποίο το θέατρο με την έννοια «Theatre in Education» αποκτά κυρίαρχη θέση. Η συμμετοχική μάθηση, η συναισθηματική εκπαίδευση, η αυτοσχέδια δράση, η αυθόρμητη δραματική έκφραση, η θεατρική εμπειρία, βρίσκουν την πραγμάτωσή τους μέσα από το θεατρικό παιχνίδι και τη δραματοποίηση, με το επιστημονικό και παιδαγωγικό έργο των Brian Way, της Dorothy Heathcote, του John Somers κ.ά. Παρόμοιο είναι το ενδιαφέρον και η πορεία της παιδαγωγικής του θεάτρου στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες (Γαλλία, Βέλγιο, Ιταλία, Ολλανδία, Ισπανία), αλλά και στις ΗΠΑ, Καναδά, Αυστραλία, με αποτέλεσμα η αγωγή και η παιδεία δια του θεάτρου και των άλλων παραστατικών τεχνών, να αποτελεί πια μια κοινά αναγνωρισμένη διεθνή πρακτική, με εξαιρετικά αποτελέσματα.

Στην Ελλάδα τα πρώτα βήματα για μια παιδαγωγική αξιοποίηση του θεάτρου γίνονται κατά την περίοδο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, όταν η απουσία πραγματικής εκπαίδευσης, έκανε τον Κ. Ασώπιο να αποκαλέσει το θέατρο «σχολείο» που υποκαθιστά την έλλειψη εκπαιδευτηρίων και εκπαιδευτικού συστήματος για τους υπόδουλους. Επειδή όμως η αξιοποίησή του γινόταν για λόγους εθνικούς και πατριωτικούς, οι ιδεολογικές σκοπιμότητες που αναπτύχθηκαν παρέμειναν αναλλοίωτες και οδήγησαν το Σχολικό Θέατρο (όπως εμφανίσθηκε στο ελεύθερο πια ελληνικό κράτος) σε στρεβλώσεις και αγκυλώσεις, οι αρνητικές συνέπειες των οποίων φτάνουν μέχρι τις μέρες μας. Κατ’ αυτό τον τρόπο προκύπτει η ανάγκη να αναπτυχθεί μια αυτόνομη θεατρική δραστηριότητα με αποκλειστικούς αποδέκτες τα παιδιά και τους νέους, που να λειτουργεί εκτός του ασφυκτικού σχολικού περιβάλλοντος και, απαλλαγμένη από τις σκοπιμότητες εκείνου, να προσφέρει τα αγαθά του στους φυσικούς αποδέκτες του, τους ανήλικους θεατές.

Εμφανίζεται λοιπόν προοδευτικά το «Παιδικό Θέατρο», το οποίο στην πορεία του χρόνου μετασχηματίζεται σε «Θέατρο για Παιδιά» και καταλήγει σήμερα σε «Θέατρο για ανήλικους θεατές» με τα ποικίλα συμφραζόμενα των επιμέρους όρων με τους οποίους αποκαλείται. Όμως κι αυτό με τη σειρά του οδηγείται σε ένα άλλο άκρο: στην προσπάθειά του να αποτινάξει τον κακώς νοούμενο διδακτισμό και την ιδεολογική καθοδήγηση, φτάνει άλλοτε σε μια αδιαφορία και καταστρατήγηση βασικών παιδαγωγικών αρχών που οφείλει να σέβεται και να υπηρετεί ως είδος, ενώ άλλοτε μετατρέπεται σε καρικατούρα και υποκατάστατο του θεάτρου για ενηλίκους θεατές, στο όνομα δήθεν της καλλιτεχνικής αρτιότητας και της αισθητικής απόλαυσης του κοινού. Φυσικά δεν λείπουν και οι αξιόλογες περιπτώσεις δημιουργών που κινούνται ισορροπημένα μεταξύ των δύο άκρων και προσφέρουν θεάματα που ανταποκρίνονται πλήρως στις ανάγκες και προδιαγραφές του είδους «Θέατρο για ανήλικους θεατές». Σ’ αυτή την περίπτωση, αν και η καλλιτεχνική διάσταση αποκτά αυτόνομη αξία, η παιδαγωγική αποστολή περιορίζεται, διαφοροποιούμενη (ως είδος) από το Θέατρο στο Σχολείο.

Η ένταξη του θεάτρου στο Σχολείο και ο ρόλος του ως μορφοπαιδευτικού αγαθού με αισθητικό/καλλιτεχνικό και διδακτικό/παιδαγωγικό περιεχόμενο, εξακολουθεί να αποτελεί, ουτοπική σχεδόν, αλλά διαχρονική αξία. Φωτεινή εξαίρεση στη συνήθη πρακτική και πρότυπο προς μίμηση, αποτελεί το παράδειγμα του Μίλτου Κουντουρά και η σύντομη αλλά λαμπρή θητεία του στο Διδασκαλείο Θηλέων Θεσσαλονίκης (1927-1930), όπου οραματίσθηκε και υλοποίησε ένα θέατρο στην υπηρεσία της παιδαγωγικής και της εκπαίδευσης. «Το Θέατρο πρέπει να είναι αυτοπραγμάτωση, μια ποιοτική εικόνα της ψυχής της παιδικής κοινωνίας» υποστήριζε, που (ως παράσταση) «μπορεί να μην αρέσει στους θεατές που μέτρο της κρίσης των είναι το κοσμικό θέατρο κι όμως να είναι εκείνη που πρέπει˙ κι αντίθετα να αποτύχει κατ’ ουσία και να μην υψωθεί στον προορισμό της, ενώ θα έχει καταχειροκροτηθεί από τους θεατές». Με βάση τις αρχές της «Νέας Αγωγής», όπως αυτές είχαν υλοποιηθεί στα «Εξοχικά Παιδαγωγεία» της Γερμανίας, όπου σπούδασε ο Κουντουράς, επεχείρησε να εντάξει δημιουργικά τη θεατρική αγωγή στο πρόγραμμα μαθημάτων και να εκπαιδεύσει τις μέλλουσες εκπαιδευτικούς με βάση τις αρχές της παιδαγωγικής αξιοποίησης του θεάτρου, που ακόμα και σήμερα αποτελεί ζητούμενο για το σύγχρονο ελληνικό Σχολείο.

Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια από τότε, για να βρεθεί κάποιος άλλος παιδαγωγός και καλλιτέχνης του θεάτρου, που με την ίδια ευαισθησία, να αντιμετωπίσει την αγωγή και την εκπαίδευση των παιδιών και των νέων μέσα από τεχνικές της θεατρικής έκφρασης, κατορθώνοντας να δημιουργήσει ένα πετυχημένο συνδυασμό του παιδαγωγικού με το καλλιτεχνικό, του ψυχαγωγικού με το αισθητικό και του εκπαιδευτικού με το δημιουργικό και να γίνει πρωτοπόρος στην ανάπτυξη νέων μορφών και τρόπων θεατρικής έκφρασης και δημιουργίας στη σύγχρονη Ελλάδα. Αυτός είναι ο Λάκης Κουρετζής.
Γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε Παιδαγωγική Ψυχολογία, Αισθητική Αγωγή και Θέατρο στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης, στην Παιδαγωγική Ακαδημία Βιέννης, στο Max Reinhardt Seminar και στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Δυτικού Βερολίνου, παρακολουθώντας μαθήματα παιδαγωγικής και θεατρικής έκφρασης από γνωστούς δασκάλους οι οποίοι καθόρισαν τη μετέπειτα πορεία του, δείχνοντάς του νέους δρόμους για τη σύζευξη της παιδαγωγικής με τη θεατρική τέχνη. Συνεχίζοντας τις σπουδές και την επιμόρφωσή του, παρακολούθησε πλήθος σεμιναρίων σχετικών με την παιδευτική θεατρική έκφραση, το θέατρο και την αισθητική στην Αυστρία, Γερμανία και Ελβετία, στο τέλος της δεκαετίας του ’50 και τις αρχές του ’60.

Ως παιδαγωγός ασχολήθηκε με θέματα αισθητικής παιδείας και παιδαγωγικής θεάτρου, με την οργάνωση και λειτουργία Κέντρων Προσχολικής και Σχολικής Εκπαίδευσης. Δημιούργησε και εισήγαγε δική του μέθοδο εφαρμογής του Θεατρικού Παιχνιδιού στη χώρα μας. Ως σκηνοθέτης ανέβασε περισσότερα από 50 έργα του ελληνικού και παγκόσμιου ρεπερτορίου, συνεργαζόμενος με διάφορους επαγγελματικούς θιάσους ΔΗΠΕΘΕ και ομάδες νέων, ενώ ως συγγραφέας έγραψε βιβλία για το «Θέατρο για παιδιά» και τη Θεατρική Αγωγή. Επίσης, έγραψε ιστορίες για παιδιά και θεατρικά έργα που έχουν παιχτεί από διάφορους θιάσους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Η επαγγελματική του ενασχόληση με το θέατρο για παιδιά αρχίζει από πολύ νωρίς, το 1957 ως Παιδαγωγικός Υπεύθυνος της Παιδικής Μέριμνας ΗΣΑΠ και της Εμπορικής Τράπεζας και συνεχίζει αδιάλειπτα μέχρι σήμερα με υπεύθυνες θέσεις σε ιδιωτικά εκπαιδευτήρια (Εμψυχωτής Θεατρικού Παιχνιδιού στη Σχολή ΧΙΛΛ [πρώτη εφαρμογή του θεατρικού παιχνιδιού σε σχολείο στην Ελλάδα], Εμψυχωτής Θεατρικού Παιχνιδιού στο Αμερικάνικο Κολλέγιο Ψυχικού, Επιμορφωτής του εκπαιδευτικού προσωπικού πάνω στο Θεατρικό Παιχνίδι και Εμψυχωτής Θεατρικού Παιχνιδιού στα Εκπαιδευτήρια «Πλάτων» στην Αθήνα, Εμψυχωτής Θεατρικού Παιχνιδιού στο Νηπιαγωγείο- Δημοτικό στην Ελληνογερμανική Αγωγή) αλλά και σε δήμους σε όλη την Ελλάδα (Παιδαγωγικός Σύμβουλος στους Παιδικούς Σταθμούς του Δήμου Χαλκίδας, Διευθυντής Σπουδών και Βασικός Εμψυχωτής στο Εργαστήρι Παιδαγωγικής Θεάτρου – Θεατρικού Παιχνιδιού του Θεάτρου της Ημέρας στην Αθήνα και στο Ηράκλειο Κρήτης).

Μια βασική ιδιότητα που χαρακτηρίζει την προσωπικότητα του Λάκη Κουρετζή είναι αυτή του «δασκάλου», του παιδαγωγού και καλλιτέχνη, που συνδυάζοντας αρμονικά τη θεωρία με την πράξη, τη γνώση με την εμπειρία, καταφέρνει να πραγματοποιήσει τη μορφοπαιδευτική αποστολή του θεάτρου, να ασκήσει παιδαγωγία δια του παιχνιδιού στα παιδιά και τους νέους, αλλά και να επιμορφώσει και να διδάξει τις τεχνικές της μεθόδου του σε ενήλικες μαθητές του, είτε αυτοί είναι φοιτητές της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης είτε σπουδαστές σε επιμορφωτικά σεμινάρια και κέντρα σπουδών, είτε σε οργανισμούς και φορείς του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα.

Ενδεικτικά αναφέρουμε τα μαθήματά του στο Παιδαγωγικό Τμήμα Νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων (1995-1997), στο Μαράσλειο Διδασκαλείο (1987 – σήμερα) στη ΣΕΛΔΕ Αθήνας, Λαμίας και Τρίπολης (1989-1992), στο ΠΕΚ Πειραιά, Ανατολικής Αττικής και Κρήτης (1998-2002) στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (1998-2002) στην Εταιρεία Σπουδών Σχολής Μωραΐτη, στο Εργαστήρι Παιδαγωγικής Θεάτρου – Θεατρικού Παιχνιδιού του Θεάτρου Ημέρας στην Αθήνα (τριετής κύκλος σπουδών), αλλά και στο εξωτερικό (Εργαστήρια Θεατρικού Παιχνιδιού στο Παρίσι και στο Ευρωπαϊκό Σχολείο Βρυξελλών).

Με το πολυετές και συστηματικό διδακτικό του έργο, ο Λάκης Κουρετζής έχει γίνει ο βασικός επιμορφωτής όλων σχεδόν των νεότερων που ασχολούνται επαγγελματικά με το θεατρικό παιχνίδι σε όλη την Ελλάδα και με τη σειρά τους το παρουσιάζουν μέσα από προγράμματα σπουδών σε ειδικά εργαστήρια και σεμινάρια, ή ενταγμένο μέσα στο πλαίσιο διδασκαλίας του θεάτρου στην εκπαίδευση. Η ερευνητική του δραστηριότητα είναι επίσης συστηματική, πάντα σε θέματα της ειδικότητάς του. Ενδεικτικά αναφέρουμε την «Επίδραση του θεατρικού παιχνιδιού σε παιδιά με ειδικές ανάγκες» (Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων), την «Εκπαίδευση εκπαιδευτικών και ειδικών συμβούλων παιδιών / εφήβων αλλοδαπών, παλιννοστούντων και ελληνικών οικογενειών» (Πανεπιστήμιο Αθηνών) καθώς και την έρευνα με θέμα: «Το θεατρικό παιχνίδι ως μέσο θεατρικής αγωγής στο «Πρόγραμμα ΜΕΛΙΝΑ – Τέχνη και Πολιτισμός στην Εκπαίδευση» (Υπουργείο Πολιτισμού).

Τις απόψεις του αυτές για την παιδαγωγική του θεάτρου και το θεατρικό παιχνίδι, έχει ποικιλότροπα διατυπώσει συμμετέχοντας σε Επιτροπές του ΥΠΕΠΘ (Πρόγραμμα «Μελίνα», Σύνταξη Αναλυτικού Προγράμματος για την Αισθητική Αγωγή), αλλά και σε πολλά έργα του, που κυκλοφορούν είτε αυτοτελώς, είτε δημοσιευμένα σε άρθρα σε περιοδικά και πρακτικά συνεδρίων. Ανάμεσα σε αυτά αναφέρουμε:
1.Βιβλία θεατροπαιδαγωγικά:
• (1990). Το θέατρο για παιδιά στην Ελλάδα. Αθήνα: Καστανιώτης.
Ιστορική καταγραφή και ανάλυση- σχόλια και εκτιμήσεις της πορείας που ακολούθησε το θέατρο για παιδιά στην Ελλάδα από την προπολεμική εποχή έως την δεκαετία του ΄80.
• (1991). Το θεατρικό παιχνίδι. Παιδαγωγική θεωρία, πρακτική και θεατρολογική προσέγγιση. Αθήνα: Καστανιώτης.
Το βιβλίο περιλαμβάνει τη μεθοδολογία του Θεατρικού Παιχνιδιού, τη δομική του συγκρότηση, τις φάσεις και τις τεχνικές που εφαρμόζει. Περιλαμβάνει επίσης τρόπους αναπαραγωγής και συγκρότησης ενός Θεατρικού Παιχνιδιού που βασίζονται στην καθεμία τεχνική απ’ όσες δύναται να χρησιμοποιήσει κάποιος στο θεατρικό παιχνίδι. Παράλληλα γίνεται μια σύντομη αναδρομή της σύστασης του Θεατρικού Παιχνιδιού ως συγκεκριμένης θεατρικής και παιδευτικής μεθόδου. Αποτελεί την πρώτη χρονολογικά συστηματική μελέτη του Θεατρικού Παιχνιδιού, που εγκαινιάζει μια στροφή και ένα εμπλουτισμό της ελληνικής βιβλιογραφίας.
• ΥΠ.Ε.Π.Θ. – Π.Ι., (1993). Θεατρική Αγωγή 1. Βιβλίο για το δάσκαλο. Αθήνα: Ο.Ε.Δ.Β.
Το Α΄ Μέρος συγγράφεται από το Λάκη Κουρετζή. Το βιβλίο περιλαμβάνει τη δομή και τη συγκρότηση του Θεατρικού Παιχνιδιού, έτσι όπως διατυπώθηκε στο Αναλυτικό πρόγραμμα Αισθητικής Αγωγής για την Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση του Υπουργείου Παιδείας (Π.Δ. 132/άρθρο 4 του 1992). Δίνει τη δυνατότητα στο δάσκαλο να συμπεριλάβει και το Θεατρικό Παιχνίδι στην καθημερινή διδακτική διαδικασία
• (2008). Το θεατρικό παιχνίδι και οι διαστάσεις του. Αθήνα: «Ταξιδευτής».
Ο τόμος περιλαμβάνει άρθρα, εισηγήσεις, συνεντεύξεις, κείμενα που έχουν επιλεγεί από την περίοδο 30 χρόνων εφαρμογής του Θεατρικού Παιχνιδιού (1976-2006). Τα παραπάνω αφορούν το Θεατρικό Παιχνίδι και τις διαστάσεις που δύναται αυτό να λάβει, όταν το χειρίζεται κάποιος έμπειρος Εμψυχωτής. Περιλαμβάνει ακόμα και δυο παραρτήματα: Παράρτημα 1: «Το Θεατρικό Παιχνίδι στο Πρόγραμμα ΜΕΛΙΝΑ. Παράρτημα 2: Σχέδια δράσης (project). Επίσης καταγράφει και τη χρονοβιογραφία του Θεατρικού Παιχνιδιού από το 1976 έως το 2006 και «αντί επιλόγου» ένα κείμενο του συγγραφέα «Μια έκκληση για την παιδικότητα που τείνει να εξαφανιστεί».
2. Βιβλία λογοτεχνίας για παιδιά
• (1976). Με την Μαντώ στη Λιακάδα. Αθήνα: Αικ. Μπακομιχάλη.
Ιστορίες για παιδιά εικονογραφημένες από σχέδια νησιών. Μυθοπλασία καθημερινών γεγονότων από τη ζωή ενός παιδιού και θεμάτων που εκφράστηκαν από παιδιά κατά τη διαδικασία ανάπτυξης διαφόρων Θεατρικών Παιχνιδιών.
• (1982). Στο μικρό μας περιβολάκι. Αθήνα: ΓΝΩΣΗ.
Ιστορίες για παιδιά. Το βιβλίο απευθύνεται σε παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας. Θεωρείται σα συνέχεια του προηγούμενου. Λαμβάνει λογοτεχνικότερη μορφή και αλλάζει τον τρόπο αφήγησης και τη θεματολογία.
3.Βιβλία λογοτεχνικά
• (2004). Στην αρχή ένα Γράμ.. μόνο. Αθήνα: Ταξιδευτής.
Ποιητικά – Λογοτεχνικά κείμενα σε μινιμαλιστική μορφή, στοχασμοί που ξεκινούν από τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου. 24 μικρά και ακόμα μικρότερα κείμενα που θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται σ’ ένα μπλε τετράδιο κάποιου παιδιού. Κάποια από τα κείμενα αναφέρονται σε γλωσσολογικά και γνωσιολογικά θέματα.
Από τα πάμπολλα άρθρα του, δημοσιευμένα σε έγκυρα φιλολογικά, επιστημονικά και λογοτεχνικά περιοδικά, αξίζει να επισημάνουμε:
• (1978). Απόψεις για το θεατρικό παιχνίδι. Αντί, τ.115.
Ο συγγραφέας αναπτύσσει τις απόψεις του για το θεατρικό παιχνίδι, περιγράφει το περιεχόμενό του και καταθέτει τους λόγους για τους οποίους το θεατρικό παιχνίδι καθίσταται αναγκαίο στη ζωή ενός παιδιού.
• (1987). Το θέατρο για παιδιά στην Ελλάδα: Από την ανυπαρξία στην υπερκατανάλωση. Επιθεώρηση Παιδικής Λογοτεχνίας, τ. 2.
Σχόλια και κριτικές αποτιμήσεις, αναλύσεις και ερμηνείες της θεατρικής υπερκατανάλωσης για παιδιά και του ξαφνικού ενδιαφέροντος των πάντων να κάνουν παιδικές σκηνές για ν παίζουν θέατρο στα «πιτσιρίκια».
• (1991). Οι ρόλοι για παιδιά στο αρχαίο θέατρο. Επιθεώρηση Παιδικής Λογοτεχνίας, τ. 6.
Ανάσυρση ενός θέματος που σπάνια θίγεται «πως παιζόντουσαν οι ρόλοι για παιδιά στις αρχαίες τραγωδίες;» Το ερώτημα θέτει προβληματισμούς και δημιουργεί αμφισημίες με τις οποίες το άρθρο προσπαθεί να ανταπεξέλθει διεξοδικά.
• (1991). Το θεατρικό παιχνίδι – διάσταση της αγωγής μέσα από το θέατρο. Επιθεώρηση Παιδικής Λογοτεχνίας τ.6.
Το θέατρο είναι μια τέχνη σύνθετη, κοινωνική, επικοινωνιακή, γι’ αυτό βαθύτατα παιδευτική. Επομένως θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως «μέσο», όχι ως σκοπός ανάπτυξης σκηνικών δεξιοτήτων, στην παιδαγωγική πράξη. Αρκεί να υπήρχε το κατάλληλο «όχημα» και ο «πομπός». Ως όχημα αγωγής δια του θεάτρου, δύναται να χρησιμοποιηθεί το Θεατρικό Παιχνίδι (το παιχνίδι οικείο είδος για το παιδί) και ως «πομπός» ένας δάσκαλος – εμψυχωτής.
• (1993). Η Γλώσσα του σώματος. Σύγχρονο Σχολείο τ. 14.
Οι κινήσεις σε ένα πελώριο γλωσσικό σύμπαν. Με τη γλώσσα του σώματος εκφράζουμε σκέψεις και συναισθήματα. Εξεικονίζουμε τον εσωτερικό μας κόσμο. Το σύστημα της γλώσσας του σώματος υπηρετεί την ψυχολογική κατάσταση. Ο τρόπος της σωματικής συμπεριφοράς δηλώνει κάτι από αυτό που είμαστε, κάτι από αυτό που λειτουργεί μέσα μας. Κάτι από αυτό που ζούμε.
• (2001). Το Παιχνίδι και η Τέχνη. Σύγχρονο Νηπιαγωγείο.
Το παιχνίδι είναι η πρώτη μύηση του παιδιού στην Τέχνη. Το πρώτο απτό δείγμα της Τέχνης. Το πρωτογενές στοιχείο κάθε τέχνης. Το Θεατρικό Παιχνίδι μυεί τα παιδιά στο παραστασιακό γεγονός. Το άρθρο θίγει ζητήματα εφαρμογής της τέχνης στην εκπαίδευση και ιδιαίτερα στο Νηπιαγωγείο στο ευρύτερο πλαίσιο της Αισθητικής Αγωγής.
• (2003). Το θεατρικό παιχνίδι, η δια του θεάτρου παίδευσις. Εκπαιδευτική Επικοινωνία, τ.2.
Το Θεατρικό Παιχνίδι απευθύνεται στο παιδί που υπάρχει μέσα σε κάθε μαθητή. Προσπαθούμε να κάνουμε τα παιδιά να νιώσουν και όχι να μοιάσουν. Η μορφή και οι μορφές του Θεατρικού Παιχνιδιού μπορούν να μεταβάλλουν τον παθητικό και στερεότυπο τρόπο διδασκαλίας και ολόκληρης της σχολικής ζωής. Παίζοντας Θεατρικό Παιχνίδι το παιδί ερμηνεύει τον κόσμο. Στέλνει τα μηνύματά του.
Τις ίδιες θέσεις έχει αναπτύξει σε πλήθος από πανελλήνια και διεθνή συνέδρια, συμπόσια και επιστημονικές συναντήσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Ο Λάκης Κουρετζής είναι και παραμένει όμως άνθρωπος του θεάτρου. Ως σκηνοθέτης έχει ανεβάσει πάνω από 50 παραστάσεις με έργα των Ζ. Κοκτώ, Λ. Πιραντέλλο, Α. Τσέχοφ, Θ. Ουάιλντερ, Ευγ. Ιονέσκο, Χ. Πίντερ, αλλά και ελλήνων συγγραφέων, όπως οι Ν. Λάσκαρης, Ι. Καμπανέλλης, Κ. Παλαμάς, Ζωή Καρέλλη, Α. Σιμιτζής κ.ά.
Για το συνολικό έργο του έχει τιμηθεί με:

• Βραβείο σκηνοθεσίας Δημήτρη Ροντήρη από το Φεστιβάλ Ιθάκης για το σύνολο του θεατρικού του έργου.
• Τιμητική διάκριση από το Δήμο Καρδίτσας για το σύνολο του έργου του στο Θεατρικό Παιχνίδι και το Θέατρο.
• Τιμητική διάκριση από το Σύλλογο Εκπαιδευτικών Αιτωλοακαρνανίας για την προσφορά του στην εκπαίδευση.
• Τιμητική διάκριση από τον Δήμο Ιθάκης για την προσφορά του στο Θέατρο στο Θέατρο και στο Θεατρικό Φεστιβάλ Ιθάκης.

Όπως γίνεται αντιληπτό, η προσφορά του στο Θέατρο και την Εκπαίδευση είναι μακροχρόνια, συστηματική, πρωτοποριακή και καθοριστική, αφού σήμερα πια όχι μόνο πανελληνίως αλλά και διεθνώς αποτελεί μια προσωπικότητα που είναι αναγνωρισμένη και κοινά αποδεκτή (Πρόεδρος της Διεθνούς Εταιρείας για το Θέατρο για Παιδιά επί τριετία, ιδρυτικό μέλος της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Θεάτρου και Θεατρικού Παιχνιδιού, ιδρυτικό μέλος του Ελληνικού Κέντρου του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου για Παιδιά, Μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, Μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών, Μέλος του Ελληνικού Κέντρου Θεάτρου, Ιδρυτικό μέλος της Θεατρικής και Καλλιτεχνικής Εταιρείας «Θέατρο της Ημέρας» κ. ά.)
Σε τι όμως ακριβώς συνίσταται η συμβολή του Λάκη Κουρετζή και γιατί αυτή αποτελεί ορόσημο για την ανάπτυξη της παιδαγωγικής του θεάτρου και την εμπλοκή του στην εκπαιδευτική διαδικασία; Επιγραμματικά μπορούμε να πούμε γιατί αυτός είναι ουσιαστικά ο εισηγητής της έννοιας «Θεατρικό Παιχνίδι» στην Ελλάδα, ο θεμελιωτής μεθόδων προσέγγισης και εφαρμογής του θεάτρου από τα παιδιά και τους νέους, που στο σύνολό τους μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι συγκροτούν το «σύστημα» ή τη «σχολή» Κουρετζή για τη σχέση του παιδιού με το θέατρο, μέσα κι έξω από το σχολείο.
Η άποψη αυτή στηρίζεται στη «δια τεχνών παίδευση» με βάση τις τεχνικές του δράματος και του θεάτρου, όπως αυτές εκφράζονται μέσα από το θεατρικό παιχνίδι, δηλαδή ένα φαντασιακό παιχνίδι κατά τη διάρκεια του οποίου το «Εγώ» του δρώντος υποκειμένου προβάλλεται μέσα από λεκτικούς/γλωσσικούς και κινησιολογικούς/σωματικούς αυτοσχεδιασμούς, που αναδεικνύουν την έννοια της «μίμησης» και του «ρόλου» σε πρωταρχικούς παράγοντες επικοινωνίας και εκπαίδευσης.

Πέρα από τις ψυχολογικές και παιδαγωγικές, παραδοσιακές και σύγχρονες θεωρήσεις του παιχνιδιού και της σημασίας του στη διαμόρφωση της προσωπικότητας του παιδιού (θεωρία της πλεονάζουσας ενέργειας του Spencer, του αταβισμού του Hall, τη συμπεριφοριστική του Pavlov, την ψυχαναλυτική του Freud, την πολιτισμική του Vygotsky), το θεατρικό παιχνίδι είναι αυτό που στηριζόμενο στην αμεσότητα και παραστατικότητα του θεατρικού ρόλου, την ανατροφοδοτική δυναμική και τη διαδραστική επικοινωνία του θεάτρου, κατορθώνει να συγκεράσει με τον καλύτερο τρόπο το καλλιτεχνικό με το παιδαγωγικό, το αυθόρμητο με το καθοδηγούμενο. Είναι ένα παιχνίδι στο οποίο οι συμμετέχοντες αναλαμβάνουν να υποστασιοποιήσουν το ρόλο φανταστικών χαρακτήρων, σχέσεων και καταστάσεων και δια της συνεργασίας προκαλούν, παρακολουθούν και συμμετέχουν σε δυνητικές ιστορίες, που βασίζονται αδρομερώς σε διακριτικά προκαθορισμένες από τον εμψυχωτή ενέργειες, που οδηγούν σε ένα επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, σύμφωνα με ένα πολύπλοκο σύστημα υποδείξεων, στις οποίες οι συμμετέχοντες υπακούουν ελεύθερα, με βάση τον αυτοσχεδιασμό. Τα μέλη της ομάδας ενθαρρύνονται να εμπλακούν βιωματικά, νοητικά και συναισθηματικά στη διαδικασία μάθησης και να εκφράσουν τον ψυχοπνευματικό τους κόσμο, να διαμορφώσουν τις αντιλήψεις τους για τους άλλους, να συνειδητοποιήσουν τον εαυτό τους και να ενταχθούν οργανικά στο σύνολο, μέρος του οποίου απαρτίζουν. Μέσα από μια τέτοια «παιγνιώδη μάθηση», τα παιδιά και οι ανήλικοι αποκτούν γνώσεις και δεξιότητες, αναπτύσσουν τον ψυχοπνευματικό τους κόσμο και γίνονται συμμέτοχοι σε μια εποικοδομητική πορεία της μάθησης. Με την εναλλαγή των ρόλων και την ψευδαισθητική αναπαράσταση της πραγματικότητας, οι μαθητές (αφού σε μεγάλο βαθμό η εφαρμογή του θεατρικού παιχνιδιού γίνεται στο Σχολείο) καλλιεργούν τη φαντασία και αναπτύσσουν το αισθητικό και καλλιτεχνικό τους κριτήριο, ενώ κατεξοχήν ενεργοποιείται η δημιουργική σκέψη και η κριτική και στοχαστική τους διάσταση, ενδυναμώνεται η ψυχοκοινωνική τους ανάπτυξη και προκαλείται η αυθόρμητη σωματική έκφραση που συμβάλλει στον εμπλουτισμό των τρόπων μη λεκτικής επικοινωνίας.

Με όλους αυτούς τους τρόπους, η μέθοδος αγωγής και παιδείας που ανέπτυξε ο Λάκης Κουρετζής με το θεατρικό παιχνίδι, δίνει διέξοδο στα προβλήματα που δημιουργούσε μια παραδοσιακού τύπου συμβατική διδασκαλία σε ένα νοησιαρχικό σχολείο, που οδηγούσε απλά στη συσσώρευση γνώσεων, χωρίς να δίνει έμφαση στη δημιουργία κατάλληλου ψυχολογικού κλίματος και χωρίς να χρησιμοποιεί ελκυστικούς και αποτελεσματικούς τρόπους εκπαίδευσης των μαθητών. Ιδιαίτερα αξίζει να μνημονευθεί η προσφορά του στην Κεντρική Συντονιστική Επιτροπή του Προγράμματος «ΜΕΛΙΝΑ – Τέχνη και Πολιτισμός στην Εκπαίδευση», μέσα στο πλαίσιο του οποίου, με τους συνεργάτες του, υπήρξε ο βασικός εμψυχωτής του εργαστηρίου θεατρικού παιχνιδιού στα σχολεία με τίτλο «Παιδαγωγική του Θεάτρου – Θεατρικό Παιχνίδι» και δημιουργός του φακέλου που διανεμόταν με πλούσιο υλικό για τους εκπαιδευτικούς – πολλαπλασιαστές του οράματός του για ένα διαφορετικό σχολείο, με προεξάρχοντα το ρόλο του θεάτρου σε αυτό.

Με το παιχνίδι των ρόλων και τη δια του θεάτρου παίδευση δίνεται έμφαση στον ανθρώπινο παράγοντα και στη δημιουργία κατάλληλου παιδαγωγικού κλίματος που αναπτύσσει τη συμμετοχικότητα των μελών της ομάδας (σχολική τάξη) στις διαδικασίες μάθησης, παρωθεί στην αυτενέργεια και τη δημιουργικότητα, ελέγχει την ανταγωνιστικότητα και σέβεται τη διαφορετικότητα. Όλα αυτά με επίκεντρο τον εμψυχωτή, τον καλλιτέχνη-παιδαγωγό που, συνδυάζοντας γνώση και εμπειρία, καλλιτεχνική διάθεση και παιδαγωγική ευαισθησία, κατορθώνει να γίνει το πρότυπο για τον εκπαιδευτικό που έχει ανάγκη το Σχολείο του 21ου αιώνα. Πρότυπο αυτού του καλλιτέχνη-παιδαγωγού είναι ο Λάκης Κουρετζής, που επάξια σήμερα ανακηρύσσεται επίτιμος Διδάκτορας του Π.Τ.Δ.Ε. του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Αναρτημένο στην τοποθεσία: Θεόδωρος Γραμματάς

Φύλλο εργασίας για το μάθημα των Μαθηματικών

 

Φύλλο εργασίας  για τα Μαθηματικά

Τάξη: Στ’ (οι μαθητές της Στ’ τάξης χωρίζονται σε ομάδες των 4-5 ατόμων)

Μάθημα: Μαθηματικά

Κεφάλαιο:  Κεφάλαιο 47: «Το πήρες το μήνυμα; (Άλλοι τύποι Γραφημάτων)»

Διάρκεια: 1 διδακτική ώρα

Φύλλο εργασίας