Λεξιλόγιο (1)

συγκρότημα: (ουσιαστικό)Τα μέλη μιας καλλιτεχνικής ομάδας, που παρουσιάζονται ως σύνολο, χωρίς κάποιο να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.

συναυλία: (ουσιαστικό) η απόδοση ενός ή περισσότερων μουσικών  έργων από ορχήστρα ή χορωδία σε ανοικτό δημόσιο χώρο 

έμπειρος  : (επίθετο)  αυτός που έχει πείρα, γνώσεις, ικανότητες αποκτημένες στην πράξη

παρατηρητήριο:  (ουσιαστικό)κατάλληλη θέση για συστηματική παρακολούθηση

κονσόλα: (ουσιαστικό) ειδικό έδρανο εξολπλισμένο με διάφορα όργανα που βοηθούν στον χειρισμό ηλεκτρονικών συσκευών

σόλο :  (άκλιτο)η  εκτέλεση μουσικού έργου  από ένα μόνο άτομο

εγκαθιστώ :  (ρήμα) τοποθετώ κάτι σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο

πόστο: (ουσιαστικό) η θέση στην οποία είναι τοποθετημένος κάποιος