spetsiotou blog Δάσκαλε … τον ήρωά μου!

Ο όρκος του πεθαμένου, Ζ. Παπαντωνίου

Ζαχαρίας Παπαντωνίου(1877-1940): Γεννήθηκε στο Καρπενήσι το Φεβρουάριο του 1877 και πέθανε στην Αθήνα το απόγευμα της 1ης Φεβρουαρίου 1940, (από συγκοπή καρδιάς μέσα σε τραμ, πηγαίνοντας σε συνεδρίαση της Ακαδημίας Αθηνών). Περνάει τα πρώτα χρόνια της ζωής του στη Γρανίτσα, όπου υπηρετούσε ως δάσκαλος ο πατέρας του Λάμπρος. Σκίτσο που απεικονίζει το Ζαχαρία ΠαπαντωνίουΤελειώνει το γυμνάσιο στο Καρπενήσι και το 1890 γράφεται στην Ιατρική Σχολή Αθηνών, την οποία δεν τελείωσε ποτέ. Παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής, που ήταν το μεγάλο του πάθος και αφοσιώθηκε από νωρίς στη δημοσιογραφία, ως πολιτικός αρθρογράφος, χρονογράφος και συγγραφέας τεχνοκριτικών άρθρων. («Ακρόπολις», «Εφημερίδα των Συζητήσεων», «Σκρίπ», «Χρόνος», «Εμπρός», «Παναθήναια», «Νουμάς«, «Καλλιτέχνης», «Νέα Ζωή», «Νέα Εστία», «Ελεύθερο Βήμα» κλπ., είναι τα έντυπα που φιλοξένησαν γραπτά του). Μετέβη στο Παρίσι ως ανταποκριτής της εφημερίδας «Εμπρός», στην οποία δημοσίευσε τα «Παρισινά γράμματα», τα οποία προκάλεσαν μεγάλη αίσθηση στο αναγνωστικό κοινό και κυκλοφόρησαν, μετά τον θάνατο του, συγκεντρωμένα σε έναν τόμο, ως «φιλολογικά χρονογραφήματα». Επιστρέφοντας από την Ευρώπη, ο Παπαντωνίου συνέχισε να εργάζεται επί τρία χρόνια στην ίδια εφημερίδα. Το 1912 έως το 1918 γίνεται Νομάρχης στη Ζάκυνθο, στην Καλαμάτα και άλλες πόλεις από την κυβέρνηση Βενιζέλου και το 1919 διορίζεται διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης, όπου παρέμεινε 20 χρόνια. Την ίδια χρονιά εξέδωσε το βιβλίο «Ψηλά βουνά», το οποίο έως σήμερα παραμένει μοναδικό έργο στην ελληνική σχολική λογοτεχνία. Το 1923 έλαβε το Αριστείον των Γραμμάτων και Τεχνών και το 1938, δυο χρόνια πριν από τον θάνατο του, γίνεται ακαδημαϊκός στην έδρα της Λογοτεχνίας, όπου εκφωνεί τον εισιτήριο λόγο του για τον Δομίνικο Θεοτοκόπουλο στη δημοτική γλώσσα. Τον χαρακτήρισαν «πρίγκιπα του νεοελληνικού λόγου» και μπορούμε να πούμε ότι με τον Παπαντωνίου ξεκινάει ουσιαστικά η ευρυτανική λογοτεχνική δημιουργία προβάλλοντας τον τόπο μας. «Όπου κι αν πήγαινε, ήταν σαν να φύσαγε λίγος αέρας από το Βελούχι, αφού διατηρούσε ρωμαλέα μέσα του την ψυχή του επαρχιώτη». Τραγούδησε με πάθος τη Ρούμελη και την Ευρυτανία και αποτύπωσε στο χαρτί τους καημούς των συμπατριωτών του και για να τους τιμήσει μεταποίησε τη «Γρηά βαβάμ» του Ζαν Ρισπέν στην ιδιωματική τους γλώσσα. Υπηρέτησε όλα τα είδη του λόγου. Ιδιαίτερη ήταν η επίδοση του στο δοκίμιο και την κριτική. Ο Παπαντωνίου έκανε την πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα με σατιρικούς στίχους, τους οποίους είχε γράψει όταν ακόμη ήταν μαθητής και είχαν δημοσι­ευτεί στο βραχύβιο, σατιρικό περιοδικό «Αι Μηχανοραφίαι» των Ν. Κουντουριώτη και Ι. Δεληκατερίνη. Τα έργα του που εκδόθηκαν σε βιβλία είναι: «Πολεμικά τραγούδια» (1897), «Τα ψηλά βουνά» (1918 – Αναγνωστικό βιβλίο του κράτους προς χρήση των Δημοτικών Σχολείων), «Χελιδόνια» (1920 – παιδικά ποιήματα, που μελοποίησε ο Γεώργιος Λαμπελέτ), «Πεζοί ρυθμοί» (1923 – πεζά ποιήματα), «Διηγήματα» (1927), «Όρκος του πεθαμένου» (1929), «Νεοελληνικά Αναγνώσματα» (1931 – για την Α΄ τάξη των Γυμνασίων), «Θεία Δώρα» (1932) και «Άγιον Όρος» (1934). Μετά το θάνατο του εκδίδονται τα «Παρισινά Γράμματα», που είχαν δημοσιευθεί στην εφημερίδα «Εμπρός» (1908-1910), διάφορα αισθητικά μελετήματα, κριτικά άρθρα, σύντομες μελέτες και χρονογραφήματα με το γενικό τίτλο «Σχεδιάσματα», ταξιδιωτικές εντυπώσεις με τον τίτλο «Ταξίδια» και κριτικές σε θέματα λογοτεχνίας και καλών τεχνών με το γενικό τίτλο «Κριτικά». Μεγάλο μέρος του έργου του παραμένει ανέκδοτο. Η απλότητα και η λιτότητα της ορεινής ζωής και οι γοητευτικές διακυμάνσεις των ευρυτανικών βουνών, σμίλεψαν μια γόνιμη φαντασία, δυνάμωσαν τις πλούσιες καταβολές και πλάτυναν τις διαστάσεις της πνευματικής του προσφοράς. Συνάμα τον κράτησαν παντοτινό νοσταλγό της πρωτινής ζωής. Έγραψε, επίσης το θεατρικό έργο «Ο όρκος του πεθαμένου» (1929), θεατρική διασκευή του δημοτικού «Τραγουδιού του νεκρού αδελφού».

Δεν υπάρχουν σχόλια

Δεν υπάρχουν σχόλια μέχρι τώρα ↓

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμη.

Αφήστε μια απάντηση

Top