spetsiotou blog Δάσκαλε … τον ήρωά μου!

Charles Dickens, Οι καμπάνες

Charles Dickens, 1812-1870

[…]«Αφήστε με να σας πω δυο λόγια για αυτούς», πρόσθεσε,  δείχνοντας την εργατιά που είχε γεμίσει τη σάλα, «κι όταν σμίξετε πάλι όλοι μαζί, ακούστε την πραγματική αλήθεια μια για πάντα».

«Μη μου πεις», είπε ο οικοδεσπότης, «πως σε έβαλαν αυτοί να μιλήσεις για λογαριασμό τους!»

«Καθόλου, σερ Τζόζεφ. Κανέναν δεν εκπροσωπώ. Αλλ’ αυτό δεν πάει να πει πως δεν είναι αλήθεια ό,τι λέω. Αφέντες μου, έχω ζήσει σ’ αυτό το μέρος πολλά χρόνια. Μπορείτε απ΄ αυτό το φράχτη να δείτε το καλύβι μου πέρα, από κει. Έχω δει τις κυρίες να το ζωγραφίζουν στα τετράδιά τους εκατό φορές. Φαίνεται ωραίο στις ζωγραφιές, μου ΄χουν πει, μα ο καιρός δεν φαίνεται στις ζωγραφιές και μπορεί να ΄ναι καλύτερο για να το ζωγραφίζεις παρά για να μένεις μέσα. Για να μην τα πολυλογώ! Εκεί πέρα έμενα. Η ψυχή μου το ξέρει πόσο δύσκολα, πόσο απάνθρωπα ζούσα εκεί μέσα. Μέρα τη μέρα, χρόνο το χρόνο, μπορείτε να κρίνετε και μόνοι σας».

Μιλούσε όπως είχε μιλήσει τη νύχτα εκείνη που τον βρήκε ο γερο-Τόμπυ στο δρόμο. Η φωνή του ήταν πιο βαθειά και πιο βραχνή κι είχε ένα τρέμουλο μέσα της, όπως και τότε, αλλά ούτε για μια στιγμή δεν υψώθηκε με πάθος, ξεπερνώντας τη χαμηλή θερμοκρασία των παγερών γεγονότων που ανιστορούσε.

«Είναι τόσο δύσκολα, όσο δεν φαντάζεστε, αφέντες μου, να μεγαλώνεις όπως πρέπει σ’ ένα τέτοιο μέρος. Το ότι μεγάλωσα κι έγινα άνθρωπος και όχι κτήνος, αυτό λέει κάτι, αν κρίνουμε πώς ήμουνα τότε. Όπως είμαι τώρα όμως, τίποτα πια δεν μπορείτε να πείτε ούτε να κάνετε για μένα. Έχω ξοφλήσει πια».

«Έτσι έζησα», είπε ο Φερν, αφού σώπασε για λίγο, πριν μιλήσει, «έρποντας! Ούτε κι εγώ δεν ξέρω πως! Ούτε και κανείς άλλος. Μα έζησα άσχημα. Χαρά δεν ήξερα τι θα πει ούτε μπορούσα να ισχυριστώ πως ήμουν κάτι άλλο απ’ ό,τι ήμουν. Εσείς όμως, άρχοντές μου-εσείς, αξιότιμοι άρχοντες, που παρακάθεστε στις δίκες- άμα δείτε έναν άνθρωπο με δυσαρέσκεια στο πρόσωπό του, γυρίζετε και λέτε ο ένας στον άλλον: Είναι ύποπτος. ΄Εχω τις αμφιβολίες μου>, λέτε, για τον Ουίλ Φέρν. Κοίτα φάτσα! Εγώ δεν λέω, άρχοντές μου, πως αυτό δεν είναι απόλυτα φυσικό, μα λέω πως έτσι είναι. Και από κείνη τη στιγμή, ό,τι κι αν κάνει ο Ουΐλ Φέρν, γυρίζει εναντίον του».

«Τώρα βλέπετε, άρχοντές μου», είπε ο Ουΐλ Φερν απλώνοντας τα χέρια του, ενώ μια κοκκινίλα πέρασε για μια στιγμή  από το κάτισχνο πρόσωπό του, «βλέπετε πως οι νόμοι σας έχουν φτιαχτεί για να μας παγιδεύουν και να μας κυνηγούν, άμα φτάνουμε στο σημείο αυτό. Δοκιμάζω να ζήσω αλλού; Και είμαι άστεγος; Στη φυλακή! Γυρνάω πάλι εδώ. Πηγαίνω στο δάσος σας να κόψω -ποιος δεν το κάνει;- κανa κλαδί; Στη φυλακή! Με βλέπει κάποιος επιστάτης σας μέρα μεσημέρι κοντά στο δικό μου περιβόλι μ’ ένα τουφέκι; Στη φυλακή! Θυμώνω, όπως είναι φυσικό, με κάποιον άνθρωπο; Του λέω καμιά κουβέντα πάνω στο θυμό μου, άμα βγαίνω πάλι έξω; Στη φυλακή! Κόβω μια βέργα; Στη φυλακή! Τρώω κάνα σάπιο μήλο ή γογγύλι; Στη φυλακή! Είκοσι μίλια μακριά. Και καθώς γυρίζω πίσω, κάνω να ζητιανέψω κατιτίς στο δρόμο; Στη φυλακή! Στο τέλος ο χωροφύλακας, ο φύλακας, οποιοσδήποτε με πιάνουν χωρίς να ‘χω κάνει τίποτα. Στη φυλακή, γιατί είναι αλήτης! Στη φυλακή, στο κλουβί, γιατί είναι το μόνο σπίτι που έχει».

«Τα λέω όλα τούτα για να υποστηρίξω τη δική μου υπόθεση!», φώναξε ο Φερν.»Ποιος μπορεί να μου ξαναδώσει τη λευτεριά μου, ποιος μπορεί να μου ξαναδώσει το καλό μου όνομα, ποιος μπορεί να μου ξαναδώσει την αθώα ανιψιά μου; Κανένας λόρδος, καμία λαίδη σ’ ολάκερη την Αγγλία. Μα, άρχοντές μου, άρχοντές μου, αρχίζοντας από μένα, κάνετε μια καλή αρχή για ένα δίκαιο σκοπό και για άλλους ανθρώπους σαν εμένα. Δώστε μας, για το Θεό, καλύτερα σπίτια, όταν ακόμα είμαστε στην κούνια μας! Δώστε μας καλύτερη τροφή, όταν δουλεύουμε για να κερδίσουμε τη ζωή μας! Δώστε μας ανθρωπινότερους νόμους να μας επαναφέρουν στο δρόμο το σωστό, όταν κάνουμε το κακό, και μη στήνετε μπροστά μας φυλακές, φυλακές, φυλακές, όπου και να στραφούμε! Δεν υπάρχει συγκατάβαση που μπορείτε να δείξετε στον εργάτη και αυτός να μην τη δεχτεί με όσο γίνεται μεγαλύτερη προθυμία και ευγνωμοσύνη, γιατί έχει υπομονετική, φιλήσυχη, πρόθυμη καρδιά. Μα πρέπει πρώτα να του ριζώσετε στην ψυχή το πνεύμα της δικαιοσύνης, γιατί, είτε είναι ναυάγιο και συμφορά όπως η αφεντιά μου είτε ένας απ’ αυτούς που στέκονται εδώ μέσα, αυτή τη στιγμή το πνεύμα του είναι μακριά από σας. Ξαναφέρτε το πίσω, άρχοντές μου, ξαναφέρτε το πίσω, προτού έρθει η μέρα που ακόμα κι η Αγία Γραφή θα αλλάξει μέσα στο ρημαγμένο του μυαλό και θα του φαίνονται τα λόγια της όπως καμιά φορά μου φαίνονται κι εμένα στη φυλακή: Δεν μπορώ να ‘ρθω εκεί που πας, δεν κατοικώ εκεί που κατοικείς, λαός μου δεν είναι ο λαός σου. Ούτε Θεός μου ο Θεός σου.[.]

1 Σχόλιο

Ένα Σχόλιο μέχρι τώρα ↓

Αφήστε μια απάντηση

Top