spetsiotou blog Δάσκαλε … τον ήρωά μου!

Οδυσσέας Ελύτης, 100 χρόνια από τη γέννησή του

Τρεις φορές η Άνοιξη

 Ο τίτλος παραπέμπει στο ποίημα του Ελύτη «Τρεις φορές η αλήθεια» της συλλογής Το Φωτόδεντρο και η δέκατη τέταρτη Ομορφιά, και αφορά σε τρία παραδείγματα, όπου τον πρώτο ρόλο έχει η  Άνοιξη.

Πρώτο παράδειγμα το IV ποίημα από την ενότητα «Μυρίσαι το Άριστον» της συλλογής, Ο μικρός ναυτίλος:

             ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ δεν τη  βρήκα τόσο στους αγρούς, ή, έστω,
             σ’ έναν Μποτιτσέλλι όσο σε μια μικρή Βαϊφόρο κόκκινη.
            Έτσι και μια μέρα,
            τη θάλασσα την ένιωσα κοιτάζοντας μια κεφαλή Διός.
            Όταν ανακαλύψουμε τις μυστικές σχέσεις των εννοιών και
            τις περπατήσουμε σε βάθος θα βγούμε σ’ ένα άλλου είδους
           ξέφωτο που είναι η Ποίηση. Και η Ποίηση πάντοτε είναι μία
            όπως ένας είναι και ο ουρανός.
            Το ζήτημα είναι από πού βλέπει κανείς τον ουρανό.
            Εγώ τον έχω δει από καταμεσίς της θάλασσας.

Το παραπάνω κείμενο, κατ’ αρχήν μας ξαφνιάζει γιατί, εν μέρει ακυρώνει τους αγρούς με την ανθοφορία τους ως δηλωτικό της Άνοιξης, καθώς και τον γνωστό πίνακα του Μποτιτσέλλι με την αλληγορία της Άνοιξης. Και αντί γι’ αυτά o ποιητής την βρήκε σε  μια μικρή Βαϊφόρο κόκκινη. Αυτό, εν πρώτοις, μοιάζει άσχετο.  

Παρόμοια, με το παράδειγμα της Άνοιξης, μας βεβαιώνει πως ένιωσε τη θάλασσα «κοιτάζοντας μια κεφαλή Διός».

Ο αναγνώστης εκπλήττεται γιατί, όταν ακούει «Άνοιξη» οδηγείται φυσιολογικά σ’ ένα ανθοστόλιστο τοπίο γεμάτο από φως κλπ. Και όταν ακούει για Μποτιτσέλλι, φυσιολογικά αναθυμάται το ωραίο γυναικείο μοντέλο της τέχνης του. Ο ποιητής όμως προτιμά την «μικρή κόκκινη Βαϊφόρο».

 Η «Βαϊφόρος» είναι εικόνα με το Χριστό «καθήμενον επί πώλου όνου». Βαϊφόρος είναι η Κυριακή των Βαΐων. Η φέρουσα φοινικκόκλαρα[1].  Είναι γιορτή με σημαιοστολισμούς και βάγια. Με δάφνες και κουμαριές και φοινικόκλαρα,  γιορτάζει η Ελλάδα στον Ήλιο τον ηλιάτορα[2]. «Βαϊφόρος» είναι η Κυριακή, πριν από το Πάσχα, κατά την οποία έγινε η πανηγυρική είσοδος του Ιησού στα Ιεροσόλυμα, οπότε ο δρόμος του στρώθηκε με βάγια-φοινικόκλαρα, αλλά  από την επομένη άρχισε η Μεγάλη Εβδομάδα με  τα Πάθη και το μαρτύριό του. Οπότε,  Άνοιξη σημαίνει πάθος και πάθη.  Η άνοιξη δεν είναι μια «αθώα» άνοιξη.

 Η δεύτερη πρόταση, μοιάζει και αυτή άσχετη  με την προηγούμενη:

 «Έτσι και μια μέρα», λέει,  «τη θάλασσα την ένιωσα κοιτάζοντας μια κεφαλή Διός». Εκείνο το «έτσι» μοιάζει αυθαίρετο, η νοηματική αλληλουχία έχει διακοπεί και ο συσχετισμός δεν προκύπτει άμεσα. Αν επρόκειτο για μια κεφαλή Ποσειδώνα, τότε τα πράγματα θα ήταν ίσως προφανή και εύκολα·  του Δία όμως;

Η δεύτερη στροφή, ή παράγραφος, του παραπάνω κειμένου, μας  εξηγεί ότι οι «έννοιες» έχουν «μυστικές σχέσεις», που πρέπει να «τις περπατήσουμε σε βάθος» και έτσι να «βγούμε σ’ ένα άλλου είδους ξέφωτο που είναι η Ποίηση». Άρα η ποίηση είναι το ζητούμενο και πίσω από την άνοιξη και πίσω από τη θάλασσα. Προσπαθώντας πάντα να καταλάβουμε τι θέλει να πει ο ποιητής, με αφορμή τα αισθητά μεταβαλλόμενα, φτάνουμε στα σταθερά αναλλοίωτα του Πλάτωνα, στα οποία  ανήκει και η Ποίηση με κεφαλαίο το εναρκτήριο γράμμα «Π».

Και συνεχίζει:  «η Ποίηση πάντοτε είναι μία, όπως ένας είναι και ο ουρανός» και καταλήγει «Το ζήτημα είναι από πού βλέπει κανείς τον ουρανό». Επειδή το κείμενο το γράφει ποιητής και όχι αστρονόμος, θα περιμέναμε να λέει «Το ζήτημα είναι από πού βλέπει κανείς την Ποίηση». Με τον τρόπο που διατύπωσε όμως οι δύο έννοιες, «ουρανός» και «Ποίηση» ταυτίστηκαν. Κι καταλήγει: «Εγώ τον έχω δει από καταμεσίς της θάλασσας». Εκείνο, το προτασσόμενο «Εγώ», καθώς και όλη η πρωτοπρόσωπη και εμφατική διατύπωση του στίχου, έχουν να κάνουν με τη θέση του ποιητή, σε σχέση με τον κόσμο, γενικά, και τον κόσμο της Ποίησης, ειδικά.  Άρα και την Ποίηση από εκεί την έχει δει, «από καταμεσίς της θάλασσας», οπότε, προκύπτει μια πορεία από τον κόσμο των υλικών, στον κόσμο των ιδεών, από τα συγκεκριμένα στα αφηρημένα,, από το εδώ στο εκεί, από τα κάτω προς τα πάνω, από το νυν στο αιέν.

Στο Άξιον Εστί  μας πληροφορεί ότι έχει τον άξονα του ήλιου μέσα του[3]. Με διάμεσο τον ποιητή οι δύο κόσμοι, πάνω και κάτω, ουρανός και θάλασσας, βρίσκονται σε συνεχή επικοινωνία και αλληλουχία.

Πέρα από τη γνωστή ήδη ταύτιση της Ποίησης με τη θάλασσα, προκύπτει και η ταύτιση με τον ουρανό και, πλαγίως, μια τρίτη  με την  κεφαλή του Διός. Και γιατί κεφαλή Διός; Γιατί είναι ο μέγιστος των θεών; γιατί συμβολίζει την  πραγμάτωση κάθε σκέψης; την απόλυτη εξουσία; τον θεό των θεών και των ανθρώπων; το θεό της δύναμης, του έρωτα και της γονιμοποίησης, της πολυμορφίας, της παντοδυναμίας και των μεταμορφώσεων; Τότε, αυτός που μεταμορφώνει και μεταμορφώνεται είναι και ο καταλληλότερος  για να εκφράσει και τη μεταμορφωτική  δύναμη της θάλασσας και της Ποίησης.

Στα Ελεγεία της Οξώπετρας[4] ο Ελύτης λέει ότι ο Δίας «είναι «τζιτζίκι» και «πάει από ’να / Σ’ άλλον Γαλαξία τα καλοκαίρια του». Δεν θα μπορούσε ίσως να εκφραστεί πιο παραστατικά ο ακατάλυτος  ρυθμός    της ζωής και η συνέχειά της. Στο κέντρο του σύμπαντος κόσμου, ουρανού και θάλασσας. Αλλά οι«μυστικές σχέσεις»  ακόμα δεν έχουν αναδυθεί.

Παράδειγμα  δεύτερο

«Πρέπει να ξέρεις ν’ αρπάξεις τη θάλασσα από τη μυρωδιά για να σου δώσει το καράβι και το καράβι να σου δώσει τη Γοργόνα κι η Γοργόνα τον Μεγαλέξαντρο και όλα τα πάθη του Ελληνισμού»[5].

Στην προκειμένη περίπτωση για να φτάσουμε στα πάθη του Ελληνισμού χρειάστηκε μόνο η όσφρηση. Οι απρόσμενες εικόνες που  ξεπετάχτηκαν πίσω της άφησαν να πλανιέται στον αέρα μια αίσθηση ιστορικής μοίρας και πάθους, πραγματικότητας και παραμυθιού, τα πάθη του Ελληνισμού.  Αυτή λοιπόν η θάλασσα δεν είναι μια αθώα θάλασσα.

Στο πρώτο κείμενο η κίνηση ήταν από τους αγρούς στον  Μποτιστέλλι κι έπειτα στη Βαϊφόρο δηλαδή από τη  φύση στην    τέχνη κι έπειτα στη θρησκεία ή από      τη θάλασσα στην  Ποίηση κι έπειτα στον ουρανό.

Στο δεύτερο κείμενο ήταν από τη θάλασσα στο καράβι κι έπειτα στη Γοργόνα –Μεγαλέξανδρο –πάθη Ελληνισμού. Σαν να φαίνεται μια αναλογία, όπου αγροί και θάλασσα αντιστοιχούν, έργα τέχνης –Μποτιτσέλι και καράβι επίσης, Βαϊφόρος (Χριστός Πάθη, Σταύρωση, Ανάσταση) και Γοργόνα, Μεγαλέξανδρος, Πάθη του Ελληνισμού, αντιστοιχούν, επίσης.

Γιατί όμως η Βαϊφόρος προηγείται του  Μποτιτσέλλι; Πιθανόν επειδή  η Άνοιξη του Μποτιτσέλλι είναι μια ψυχρή, αδιάφορη[6], ανιαρή, όμορφη, κλασική Άνοιξη. Ο Ελύτης δεν συμπαθεί τη δυτική τέχνη. Η «μικρή», «κόκκινη» «Βαϊφόρος» όμως, χωρίς να την βλέπουμε και χωρίς να μας την περιγράφει, είναι γεμάτη από το πάθος του Ιησού, ο οποίος, επίσης, χωρίς να φαίνεται, εννοείται. Κι επειδή «Η Ποίηση από τη φύση της δεν αρκείται ποτέ στη μία όψη των πραγμάτων», η εποχή της Άνοιξης δεν είναι μια εποχή  των αγρών αλλά μια εποχή των παθών που περνάει μέσα από τη Σταύρωση και ολοκληρώνεται με την Ανάσταση.

Η θάλασσα με τη σειρά της και με όλες τις μεταμορφώσεις της  –αγριεμένη, ήρεμη, αφρισμένη, γαλάζια, πράσινη, ενήλικη και Κόρη – , είναι αιώνια, όπως και ο ουρανός και ο Δίας,  ταυτίζεται με την Ποίηση και η Ποίηση αρχίζει από  «κει που την τελευταία λέξη δεν την έχει ο θάνατος»[7]. Με αυτή τη διατύπωση ο Ελύτης  εξοστράκισε το θάνατο.                                         

Παράδειγμα τρίτο

Το πρώτο ποίημα της συλλογής Εκ του πλησίον, έχει ένα πλούσιο διακειμενικά τίτλο:

 «ΤΩΝ ΘΕΣΠΕΣΙΩΝ ΟΜΗΡΟΣ ΚΙ ΑΣ ΠΕΝΟΜΑΙ
 ΓΛΥΚΙΑ Η ΖΩΗ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΕΜΟΚΥΚΛΙΣΤΟΣ».

 Γραμμένοι οι στίχοι με κεφαλαία δεν μας λένε αν πρόκειται για τον  Όμηρο τον ποιητή ή για τον αιχμάλωτο. Όπως και να ’χει  όμως ο Ελύτης συμμετέχει στα Θεσπέσια σαν τον Όμηρο, και ταυτόχρονα είναι αιχμάλωτός τους.

 Με το σολωμικό δάνειο, δεύτερο μέρος του τίτλου, «Γλυκιά η ζωή και (αντί «ο θάνατος μαυρίλα») «ο θεός ανεμοκύκλιστος», πάλι εξοστρακίζεται  ο θάνατος. Στο τέλος όμως το μεταμορφώνει σε: 

ΤΩΝ ΘΕΣΠΕΣΙΩΝ ΟΜΗΡΟΣ ΚΙ ΑΣ ΠΕΝΟΜΑΙ
ΓΛΥΚΙΑ Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΠΑΤΡΟΣ ΑΓΝΩΣΤΟΥ
                                                  Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

 Τώρα ο θάνατος είναι μόνος και  απομονωμένος άκρη- άκρη στο στίχο, οπότε ναι μεν υπάρχει, αλλά ως παραπαίδι, αγνώστου πατρός, εκτός γάμου γεννηθέν. Δεν καταχωρίζεται πλάι στη «γλυκιά ζωή».

 Τέλος: 1. Άνοιξη γεμάτη πάθος – Σταύρωση-θάνατος- Ανάσταση 2. θάλασσα γεμάτη πάθη 3.  Ποίηση σαν τη θάλασσα που δεν επιτρέπει στο θάνατο  την  τελευταία λέξη αλλά την τελευταία θέση

 Είναι δύσκολα αυτά για να τα κατανοήσουμε; Ο ποιητής μας ειδοποιεί ότι:

         «Παρά λίγα σκαλοπάτια οι κουτοί των αισθήσεων θα μπορούσαν  να γεννήσουν σαν μικρό αγοράκι μιαν ολόκληρη Άνοιξη»[8].

  Ομολογεί τη δυσκολία:

 Αυτά που γράφω δεν «γίνονται» ούτε «παίζονται». Αλλά
Υπάρχουν στο ους του Διός εάν όχι στ’ αζήτητα[9].

 Ωστόσο

Όσοι λευκοφόροι εννοήτωσαν
                        και
Όσοι του Διός υιοί ακολουθήτωσαν[10].

Δεν υπάρχουν σχόλια

Δεν υπάρχουν σχόλια μέχρι τώρα ↓

Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμη.

Αφήστε μια απάντηση

Top