Πάθη και αρετές στη διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά

Υπάρχουν πολλές αιτίες για τις οποίες πρέπει να πενθεί ο πιστός.

 Όπως οι μαθητές του Κυρίου λυπούνταν για τη στέρηση «του όντος αγαθού και διδασκάλου Χριστού» έτσι και σε μας που δοκιμάζουμε την ίδια στέρηση και απουσία του Χριστού από τη ζωή μας, πρέπει να ενυπάρχει και να καλλιεργείται η ίδια λύπη (Ομιλία 29, PG 151, 376A).

Yπάρχει όμως και άλλη αιτία για πένθος είναι η έκπτωση από το χώρο της απάθειας του παραδείσου στο χώρο του πόνου και των παθών. Είναι τόση η οδύνη αυτής της πτώσεως, γιατί κρύβει όλο το δράμα της απομακρύνσεως από το Θεό, τη στέρηση της πρόσωπο με πρόσωπο συνομιλίας με Εκείνον, της αιδίου ζωής και της συνδοξολογίας με τους αγγέλους. «Ποιος είναι αυτός που έχει συνειδητοποιήσει τη στέρηση όλων αυτών και δεν πενθεί;» Ρωτάει ο ιερός Πατέρας. Και προτρέπει συχνά όλους τους πιστούς που «ζούν εν ειδήσει της τοιάυτης στερήσεως», να πενθήσουν και να αποπλύνουν με το κατά Θεόν πένθος «τους εξ αμαρτίας μολυσμούς» (Ομιλία 29PG 151, 367Α).

Η έξοδος του ανθρώπου από τη δουλεία των παθών και η επιστροφή του από τη νοσηρή, «παρά φύση» κατάσταση της αμαρτίας στην περιοχή της «ελευθερίας της δόξης των τέκνων του Θεού» πραγματοποιείται με τη μετάνοια. Στην Αγία Γραφή και στα συγγράμματα των Πατέρων ή μετάνοια αναφέρεται ως η σταθερότερη εγγύηση για ανόρθωση από την πτώση και κάθαρση από τα πάθη, όπως επίσης και ως αφετηρία ασφαλής στην πορεία του ανθρώπου προς τη θέωση.

Ο μοναχισμός, ως κατεξοχήν ζωή ασκήσεως είναι μια διαρκής μαρτυρία μετάνοιας και πένθους. Στη συνείδηση του Παλαμά η άσκηση δε νοείται ως πορεία εναντίον του σώματος  ή της φύσης , αλλά ως αποδέσμευση του σώματος και της φύσεως από την αμαρτία, που μετέτρεψε τις κατά φύσιν ενέργειες της ψυχής του ανθρώπου σε παρά φύση.

Από: Κεσελόπουλος, Ανέστης, (1982), Πάθη και Αρετές, Εκδ. Δόμος, Αθήνα