sntoumanis's blog

Αναδημοσίευση άρθρων για την εκπαίδευση

Αρχεία για Φεβρουάριος, 2014


Με ελλειμματική προσοχή το 20% των αγοριών

Από www.kathimerini.gr

ALAN SCHWARZ / THE NEW YORK TIMES

Ο εννιάχρονος Τζέρι ήταν απορροφημένος με το ηλεκτρονικό του παιχνίδι, ενώ ο πατέρας του προσπαθούσε να εξηγήσει στον παιδίατρο ότι το παιδί είχε αδυναμία συγκέντρωσης. Το παιδί τριγύριζε στο ιατρείο, αγνοώντας τις ερωτήσεις του γιατρού. Για λίγο κάθισε στην καρέκλα και άξαφνα πετάχτηκε ουρλιάζοντας: «Στοπ. Ποιο νομίζετε ότι είναι το πρόβλημα εδώ;».

Στην πραγματικότητα το εννιάχρονο αγόρι υποδυόταν ο δρ Πίτερ Γένσεν, ένας από τους διαπρεπέστερους παιδοψυχιάτρους των ΗΠΑ, ο οποίος περιοδεύει σε όλη τη χώρα διδάσκοντας σε παιδιάτρους και άλλους επαγγελματίες υγείας πώς να αξιολογούν τα ψυχικά προβλήματα των παιδιών και ιδιαίτερα τη διαταραχή υπερκινητικότητας και ελλειμματικής προσοχής.

Ενα στα επτά παιδιά στις ΗΠΑ (το 20% του συνόλου των αγοριών) διαγιγνώσκεται με τη διαταραχή πριν κλείσει τα 18 χρόνια, σύμφωνα με τα στοιχεία των Κέντρων Ελέγχου Νοσημάτων και Πρόληψης.

Η ανησυχία για τη διαχείριση της νόσου έχει γεννήσει ερωτήματα για τη διαγνωστική ικανότητα των παιδιάτρων και τη δυνατότητά τους να συνταγογραφήσουν φάρμακα όπως το Adderall και το Concerta, που έχουν αρκετούς κινδύνους.

Εξαιτίας της έλλειψης παιδοψυχιάτρων, το βάρος της διάγνωσης επωμίζονται οι παιδίατροι και οι γενικοί γιατροί, που συνήθως δεν έχουν ιδιαίτερη εκπαίδευση επί του θέματος. Αυτό ακριβώς το πρόβλημα προσπαθεί να αντιμετωπίσει ο δρ Γένσεν με τους συνεργάτες του.

Η εκδήλωση στη Νέα Υόρκη, στην οποία συμμετείχε ο δρ Γένσεν, δεν εστιάστηκε μόνο στη διαταραχή υπερκινητικότητας και ελλειμματικής προσοχής. Αντιθέτως, ο τίτλος της εκδήλωσης ήταν «Μην κάνεις “απλά” κάτι», υπόμνηση στους γιατρούς να μην υποκύψουν στη διάθεση της συνταγογράφησης και να αφιερώσουν περισσότερο χρόνο στη διάγνωση του προβλήματος. Το σεμινάριο οργάνωσε το Ινστιτούτο Προώθησης Παιδικής Υγείας.

Πιο φειδωλοί

Αν και το πρόγραμμα δεν αποθαρρύνει τους γιατρούς από το να διαγιγνώσκουν τη διαταραχή και να συνταγογραφούν φάρμακα –αφού αν ο ασθενής μείνει χωρίς θεραπεία, θα αντιμετωπίσει πολλά προβλήματα στον ακαδημαϊκό και κοινωνικό στίβο–, όσοι το παρακολούθησαν υποστηρίζουν ότι είναι πιο φειδωλοί.

Η δρ Νίνα Χιούμπερμαν, παιδίατρος στο Μπρονξ, παραδέχεται ότι το πρόγραμμα επέτρεψε στους γιατρούς να περιθάλπουν άτομα με περιορισμένη πρόσβαση στις δομές παροχής ιατρικής φροντίδας. Τώρα η δρ Χιούμπερμαν δεν αναγκάζεται να στέλνει τις οικογένειες σε ειδικούς με τον κίνδυνο να μην τους επισκεφθούν ποτέ λόγω κόστους, απόστασης ή του στίγματος της νόσου.

Ωστόσο, η επίδραση που έχει το πρόγραμμα του Ινστιτούτου είναι περιορισμένη. Σε κάθε εκπαιδευτικό κύκλο συμμετέχουν 40 γιατροί. Είναι, λοιπόν, δύσκολο να επηρεάσουν τον χειρισμό 400.000 παιδιών που διαγιγνώσκονται με τη διαταραχή κάθε χρόνο.

Μητρικής γλώσσης εγκώμιον

Από το www.tovima.gr
Η Διεθνής Ημέρα για τη μητρική γλώσσα που θα εορτασθεί σε λίγες μέρες δίνει ευκαιρία για μερικές σκέψεις πάνω σ’ αυτό το καίριο θέμα. Κάθε άνθρωπος όπου γης διαθέτει ένα κοινό γνώρισμα: μαθαίνει εξ απαλών ονύχων τη μητρική του γλώσσα. Πρόκειται για ένα προνόμιο τού ανθρώπινου είδους που συμβαδίζει και ανατροφοδοτείται από το έτερο μεγάλο χάρισμα τού ανθρώπου, τον νου. Νόηση και μητρική γλώσσα ξεχωρίζουν τον άνθρωπο και μέσα από τη συγκρότηση κοινωνιών τού εξασφαλίζουν «ποιότητα ζωής». Αυτό το διπλό χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι, άλλωστε, αυτό που τον διαφοροποιεί ποιοτικά από όλα τα λοιπά έμβια όντα. Γιατί με τη μητρική του γλώσσα ο άνθρωπος μπορεί να εκφράσει τον κόσμο, αφού πρώτα τον συλλάβει με τον νου του. Το υπαρξιακό τρίπτυχο όντα τού κόσμου, έννοιες τού νου (με τις οποίες υπάρχουν για μας τα όντα) και σημασίες / λέξεις τής μητρικής γλώσσας (με τις οποίες δηλώνονται οι έννοιες) περιλαμβάνει ως αναπόσπαστο συστατικό τη γλώσσα.

Μιλώντας για γλώσσα αναφερόμαστε πρωτίστως στη μητρική γλώσσα που είναι κτήμα όλων. Αυτό δε που διακρίνει τη μητρική γλώσσα από οποιαδήποτε άλλη, από μία ή περισσότερες ξένες γλώσσες που μαθαίνει κανείς, είναι ότι μόνο τη μητρική γλώσσα κατακτά εις βάθος, τόσο σε λογικό επίπεδο (γραμματική και συντακτική δομή – λεξιλόγιο) όσο και σε βιωματικό (συνθήκες πραγματικής χρήσης στη χώρα όπου ομιλείται μια γλώσσα). Γι’ αυτό οι γλωσσολόγοι επιφυλάσσουν για τη μητρική γλώσσα τον όρο κατάκτηση (acquisition), ενώ για τη γνώση μιας ξένης γλώσσας χρησιμοποιούν σκόπιμα έναν πιο «ήπιο» όρο, τον όρο (εκ) μάθηση (learning). Κατακτάς μόνο τη μητρική σου γλώσσα, ενώ κάθε άλλη απλώς την μαθαίνεις, περισσότερο ή λιγότερο καλά.

Αυτό που πρέπει να τονιστεί και που κατεξοχήν διακρίνει τη μητρική από μια ξένη γλώσσα είναι ότι για κάθε φυσικό
ομιλητή η γνώση τής μητρικής γλώσσας δεν είναι ένα απλό εργαλείο συνεννόησης («εργαλειακή αντίληψη»), αλλά είναι κύριο συστατικό τής ταυτότητάς του, είναι ο πολιτισμός του μέσα από το ιστορικό εννοιολογικό φορτίο των λέξεων που χρησιμοποιεί, είναι η ψυχοσύνθεσή του και η νοοτροπία τού λαού του, είναι ο τρόπος που βλέπει και εκφράζει τον κόσμο του, είναι η σκέψη του, είναι η πατρίδα του. Είναι δηλ. όλα τα στοιχεία που συνιστούν την «αξιακή αντίληψη» τής γλώσσας, μια έννοια που υπερβαίνει κάθε απλή χρηστική αντίληψη.

Ο αξιακός αυτός χαρακτήρας τής γλώσσας κάνει ώστε κάθε γλώσσα να είναι ένα ιδιαίτερο πολιτιστικό μέγεθος. Κάθε μητρική γλώσσα, ως διαχρονική έκφραση ενός ολόκληρου λαού, συνιστά αυταξία. Οι δε πολλές χιλιάδες γλώσσες τού κόσμου συνιστούν ένα σύνολο διαφορετικής σύλληψης, οργάνωσης και έκφρασης τού κόσμου, ένα σύνολο ισότιμων αλλά διαφορετικών εν πολλοίς γλωσσών που όλες μαζί συνθέτουν την οικολογία τής γλώσσας. Και είναι αυτή η διαφορετικότητα, η γλωσσική πολυμορφία που αποτελεί αναπαλλοτρίωτη γλωσσική περιουσία των λαών, την πιο πολύτιμη κληρονομιά, η οποία αξίζει τον σεβασμό μας. Οσο φυσική είναι η γλωσσική διαφοροποίηση (ακόμη και μεταξύ των ατόμων που μιλούν την ίδια γλώσσα) άλλο τόσο «αφύσικη» είναι κάθε τεχνητή «κοινή γλώσσα» (Εσπεράντο, Βολαπύκ κ.ά.) που φιλοδοξεί ουτοπικά να υποκαταστήσει τις φυσικές γλώσσες. Η «ύβρις» μιας δήθεν ενιαίας γλώσσας για όλα τα έθνη τού κόσμου, δηλ. μιας απόλυτα παγκοσμιοποιημένης γλώσσας, είναι μια άλλη έκφανση τής ανθρώπινης αλαζονείας, ανάλογη με εκείνη που προκάλεσε τη Βαβέλ, «τη σύγχυση γλωσσών». Η έννοια μιας «ενιαίας γλώσσας» για όλους ούτε υπήρξε ποτέ ούτε μπορεί να υπάρξει, γιατί θα προσκρούει πάντα σε μια αδήριτη γλωσσική πραγματικότητα, στην εγγενή διαφοροποίηση τής γλώσσας που διαμορφώνουν πάντα διαφορετικοί λαοί, με διαφορετικό πολιτισμό, ιστορία και νοοτροπία. Το μόνο που μπορεί να υπάρξει – και έχει υπάρξει κατά καιρούς – είναι μια ευρύτερης χρήσεως δεύτερη γλώσσα, μια ξένη δηλ. γλώσσα που χρησιμοποιείται ως lingua franca, γλώσσα επικοινωνίας για πρακτικές ανάγκες συνεννόησης, η οποία συχνά χαρακτηρίζεται υπεργενικευτικά και ως «κοινή γλώσσα».

Συνήθως θεωρούμε ως δεδομένη και συγκριτικά πιο εύκολη τη γνώση τής μητρικής γλώσσας από εκείνη μιας ξένης γλώσσας. Η άποψη αυτή ισχύει με την έννοια ότι μια σημαντική παράμετρος τής γλώσσας, το γλωσσικό περιβάλλον (οικογένεια, σχολείο, κοινωνία, ΜΜΕ κ.ά.), που παίζει καθοριστικό ρόλο στη γνώση τής γλώσσας, συνοδεύει κατά φυσικό τρόπο μόνο τη μητρική γλώσσα. Ετσι, δεν είναι τυχαίο που φυσικοί ομιλητές χαρακτηρίζονται μόνο οι ομιλητές τής μητρικής γλώσσας. Ωστόσο, θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι, αν ζήσει κανείς επί μακρόν στη χώρα όπου ομιλείται μια γλώσσα και ασχοληθεί συστηματικά με τη μάθησή της, τότε αποκτά μια βιωματική γνώση τής μη μητρικής γλώσσας που μπορεί να εγγίσει τα όρια τής κατάκτησης.

Τέλος, ακόμη και προκειμένου για τη μητρική γλώσσα δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι σε όλη τη ζωή μας, από την ώρα που γεννιόμαστε μέχρι βαθέος γήρατος, διατελούμε μονίμως «μαθητές» τής μητρικής μας γλώσσας, η δε κατάκτησή της σ’ ένα απαιτητικό επίπεδο είναι πάντα «έργο ζωής».

Ο κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής της Γλωσσολογίας, τ. πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Για ένα ισορροπημένο σύστημα Παιδείας

Το υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα της χώρας δημιουργεί καταρτισμένους απόφοιτους Λυκείου με επαρκείς γνώσεις στα Μαθηματικά, τη Χημεία, τη Φυσική κ.ά., που διαπρέπουν είτε στη χώρα μας είτε στο εξωτερικό.
Μας ικανοποιεί όμως αυτό το σύστημα; Κτίζει ολοκληρωμένες προσωπικότητες; Μάλλον όχι!
Ποιο είναι ζητούμενο σε ένα σύστημα Παιδείας και ειδικά της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας; Είναι απλώς η επίτευξη μιας ισορροπίας ανάμεσα στη μόρφωση και την ανάπτυξη δεξιοτήτων.
Μόρφωση σημαίνει ότι το τρίπτυχο Ελληνική Ιστορία, Πολιτισμός, Γλώσσα, μοναδικό στον πλανήτη, εντάσσεται στο εκπαιδευτικό σύστημα των σχολείων μας. Κατά δεύτερο λόγο, μόρφωση σημαίνει γνώση του παγκόσμιου περιβάλλοντος στο οποίο ζούμε και κινούμαστε.
Ως προς το πρώτο σκέλος, μόρφωση σημαίνει ότι μαθαίνουμε τα όσα είπαν ο Αριστοτέλης, ο Πλάτωνας, ο Ηράκλειτος και τόσοι άλλοι άγνωστοι σε εμάς. Το υφιστάμενο εκπαιδευτικό σύστημα δεν μερίμνησε έτσι ώστε να έχουμε μια έστω επιδερμική γνώση του πολιτισμού μας. Αυτή θα συμπληρώνεται από μια βαθιά γνώση της Ιστορίας και της γλώσσας μας. Ιστορία δεν σημαίνει μόνο περιγραφή των πολέμων! Είναι όμως και η γνώση αυτής της ίδιας της τέχνης του πολέμου. Ποιος γνωρίζει άραγε για τη στρατηγική του Μεγάλου Αλεξάνδρου;
Ως προς το δεύτερο σκέλος (δηλαδή το παγκόσμιο περιβάλλον), μόρφωση σημαίνει γνώση των σημαδιακών εκείνων στιγμών της παγκόσμιας Ιστορίας και ιδίως της σύγχρονης. Ποιος τελειόφοιτος Λυκείου γνωρίζει πώς έφτασε η Ευρώπη εδώ που βρίσκεται, ποιος γνωρίζει τι είναι ο Μαντέλα και το επαίσχυντο απαρτχάιντ; Ποιος γνωρίζει, επίσης, πώς κτίσθηκαν οι ΗΠΑ, τι ήταν η Σοβιετική Ενωση, ποιος ήταν ο Μάο Τσε Τουνγκ, τι έγινε στο Βιετνάμ, στην Παλαιστίνη και τόσα άλλα;
Είμαστε Ελληνες και ταυτόχρονα πολίτες του κόσμου.
Πρόταση που αφορά στο δεύτερο σκέλος. Δημιουργία ενός βιβλίου με τις κύριες στιγμές της ελληνικής και παγκόσμιας Ιστορίας, που θα διδάσκεται σε όλες τις κατευθύνσεις του Λυκείου (ενδεχομένως στις δύο τελευταίες τάξεις) και θα είναι βιβλίο ύλης για όλες τις σχολές ΑΕΙ – ΤΕΙ κατά τις εισαγωγικές εξετάσεις.
Ως προς την ανάπτυξη των δεξιοτήτων ειδικότερα, που αποβλέπουν επίσης στην ολοκλήρωση της προσωπικότητάς μας, θα ήταν σκόπιμο να αρχίσει να εφαρμόζεται από το Δημοτικό ένα εικονικό σύστημα επαγγελματικού προσανατολισμού, που θα αποσκοπεί στη δημιουργία και εμπέδωση της επαγγελματικής συνείδησης, στην εξοικείωση με την αγορά και τον επιχειρηματικό κίνδυνο.
Κράτος χωρίς ισχυρό και ισορροπημένο εκπαιδευτικό σύστημα είναι καταδικασμένο να παραμένει στην αφάνεια. Οι δαπάνες για την Παιδεία είναι επένδυση. Στη Γερμανία τού σήμερα, παρά την πολιτική λιτότητας οι δαπάνες για την Παιδεία αυξήθηκαν. Παρ’ όλα αυτά, για όλα τα παραπάνω που προτάθηκαν δεν χρειάζονται απαραίτητα πολλά χρήματα. Απαιτείται όμως επαναπροσανατολισμός της γνώσης που διδάσκεται, διαδικασία που απαιτεί διαφορετικά βιβλία, με κόστος όμοιο αυτών που ήδη έχουμε. Και όλα αυτά κλείνουν με την αλλαγή της κουλτούρας, ως προς τον τρόπο διδασκαλίας.
*Παρουσίαση που έγινε στο 1ο Πανελλήνιο Συνέδριο με θέμα τον «Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία», στη Βουλή, τον Δεκέμβριο του 2013, υπό την αιγίδα του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Κυβέλη Μάρδα
φοιτήτρια, Διοίκηση Επιχειρήσεων, ΤΕΙ Θεσσαλονίκης. Ιδρυτικό μέλος της Ενωσης Οικονομολόγων Συναφών Επιστημόνων και Επιχειρηματιών (ΕΟΣΕΕ)
e-mail kivelimarda@hotmail.com


Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων