Άρθρα: Καταγγελίες

 

250px-Lytras_nikiforos_antigone_polynices

 

Ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Κοζάνης εκφράζει την ανησυχία του για την αναστάτωση που προέκυψε ύστερα από τις προτάσεις του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής σχετικά με την κατάργηση της διδασκαλίας της «Αντιγόνης» του Σοφοκλή στη Β΄ Λυκείου. Μετά την κατάργηση της διδασκαλίας στη Γ΄ Λυκείου του «Επιτάφιου Λόγου του Περικλή», ενός ύμνου προς τη Δημοκρατία, ύστερα από τη μείωση των ωρών διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών στο Γυμνάσιο και τον εξοβελισμό τους από τις εξετάσεις στο τέλος της χρονιάς, ήρθε κι η σειρά της «Αντιγόνης».

Το υπουργείο Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων προχώρησε σε διάψευση των σχετικών δημοσιευμάτων για την κατάργηση της «Αντιγόνης». Ωστόσο, η συνεχιζόμενη τάση υποβάθμισης των Αρχαίων Ελληνικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση προκαλεί προβληματισμό όχι μόνο στους φιλολόγους, αλλά και σε όλους τους σκεπτόμενους πολίτες. Το ζήτημα δεν είναι στενά συντεχνιακό ούτε εξαντλείται στη μείωση κάποιων ωρών διδασκαλίας από το ωράριο των φιλολόγων. Το διακύβευμα είναι ευρύτερο· αφορά τον προσανατολισμό που δίνουμε στην παιδεία μας σε μια δύσκολη περίοδο, την ώρα που η βαθιά πληγωμένη ελληνική κοινωνία αποζητά κάποιο όραμα.

Κατανοούμε ότι κάτω από το βάρος μιας πρωτόγνωρης οικονομικής κρίσης οι περιττές δαπάνες πρέπει να μειωθούν στον δημόσιο τομέα. Επίσης, αντιλαμβανόμαστε ότι η εποχή μας προτάσσει τις τεχνολογικές δεξιότητες στα πλαίσια της τυπικής εκπαίδευσης. Παρόλα αυτά, η ανθρωπιστική παιδεία δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να υποβαθμιστεί κάτω από την πίεση μιας στεγνά διαχειριστικής και τεχνοκρατικής λογικής. Έχουμε ανάγκη να εμφυσήσουμε στα παιδιά μας αξίες, όπως η ηρωική εμμονή της Αντιγόνης στο δίκιο, η αντίστασή της στο άδικο της εξουσίας και η δύναμη του έρωτα που υψώνεται ως η δημιουργική δύναμη του ανθρώπου απέναντι στο μίσος και τη μισαλλοδοξία. Έχουμε ανάγκη αυτές τις αξίες, για να αποφύγουμε τον σκοταδισμό, τη βαρβαρότητα, την κάθε μορφής υποδούλωση στους άλλους και στα ταπεινά μας ένστικτα. Έχουμε ανάγκη την ουσιαστική συνομιλία με τις ιδέες και τις αξίες των αρχαίων ελληνικών κειμένων μέσα από την αναβάθμιση της διδασκαλίας τους στα ελληνικά σχολεία. Άλλωστε, η κρίση που βιώνουμε είναι πρωτίστως πολιτισμική και δευτερευόντως οικονομική.

Ως Έλληνες διαθέτουμε το προνόμιο σε σχέση με άλλους λαούς να επικοινωνούμε αμεσότερα με ορισμένα από τα αριστουργήματα της παγκόσμιας τέχνης και του πολιτισμού, όπως είναι η «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Ας μην σπαταλήσουμε αυτό το μοναδικό μορφωτικό και πολιτισμικό κεφάλαιο που φέρει ο ελληνικός λαός, προκειμένου να εξοικονομηθούν κάποιες ώρες διδασκαλίας. Θεωρούμε ότι το ελάχιστο οικονομικό όφελος, που πιθανότατα θα προκύψει, δεν αντισταθμίζει τον πνευματικό ακρωτηριασμό που θα υποστούν οι επόμενες γενιές. Τα παιδιά μας και η ελληνική κοινωνία αξίζουν κάτι παραπάνω. Επομένως, κάθε σκέψη ή προσπάθεια αποψίλωσης της εκπαίδευσης από τα διαχρονικά μηνύματα των αρχαίων ελληνικών κειμένων θα μας βρίσκει αντίθετους ως φιλολόγους, ως γονείς, ως δημοκρατικούς πολίτες και ως κληρονόμους μιας αδιάλειπτης ελληνικής παράδοσης αιώνων.

 

                                                Για το ΔΣ

     Η Πρόεδρος                                                                Ο Γραμματέας

 

Δρ Δέσποινα Παπαδοπούλου                                   Γεώργιος Δελιόπουλος

 

Ιούλ 16
05
Κάτω από (Καταγγελίες) από στις 05-07-2016 και με ετικέτα

Κοζάνη 29-6-2016

Προς τον Υπουργό Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων

Κοινοποίηση: 1)Προς την Περιφερειακή Δ/νση Α/θμιας –Β/θμιας Εκπαίδευσης

2) Διεύθυνση Β/θμιας Εκπαίδευσης Ν. Κοζάνης

Κύριε Υπουργέ,

Μετά την ανακοίνωση των νέων μέτρων που θα ισχύσουν από το Σεπτέμβρη στα σχολεία (μείωση ωρολογίου προγράμματος στα Γυμνάσια, αλλαγές και  άνοιγμα των αναθέσεων) με έκπληξη διαπιστώσαμε τη μείωση των ωρών των Αρχαίων στην Α’, Β’ και Γ’ Γυμνασίου που ήρθε να προστεθεί στις διαδοχικές μειώσεις των ωρών των φιλολογικών μαθημάτων στο Γυμνάσιο και το Λύκειο στη διάρκεια των τριών τελευταίων ετών.

Στα χρόνια αυτά είδαμε τον εξοβελισμό των Λατινικών από τη Β’ Λυκείου,  τη μείωση των ωρών της Ιστορίας στη Γ’ Γυμνασίου και της Νεοελληνικής γλώσσας στην Α’ Γυμνασίου το 2014, την εξαφάνιση ωρών Ιστορίας στα ΕΠΑΛ, ωρών Λογοτεχνίας στη Γ’ Λυκείου και την κατάργηση του Επιταφίου στη Γ’ Λυκείου το 2015.

Μετά τις αλλεπάλληλες αφαιρέσεις, η προσθήκη μιας ώρας Νεοελληνικής Γλώσσας μόνο στην Α’ Γυμνασίου αποτελεί τουλάχιστον ειρωνεία, καθώς κανείς δεν αντιλαμβάνεται γιατί η αύξηση των ωρών διδασκαλίας της Nέας Eλληνικής περιορίζεται μόνο στους μαθητές της Α’ Γυμνασίου και γιατί η μείωση των ωρών της Αρχαίας Ελληνικής δεν εξισορροπείται με ενίσχυση της Νέας Ελληνικής Γλώσσας και στις άλλες δύο τάξεις του γυμνασίου.

Θεωρούμε πως η σημασία της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας είναι αυτονόητη και επηρεάζει όλα τα διδακτικά αντικείμενα.  Η καλλιέργεια της γλωσσικής ικανότητας απαιτεί βεβαίως σχολικό χρόνο κατά τον οποίο ο μαθητής ανατροφοδοτείται από τον εκπαιδευτικό και τους συμμαθητές του.  Πρόκειται για μια διαδικασία μάθησης που η εμπειρία μας έχει αποδείξει ότι δεν τελεσφορεί στο ασφυκτικό χρονικό πλαίσιο που προτείνεται.

Η ποιότητα στην εκπαίδευση δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς την ουσιαστική κατάκτηση της μητρικής γλώσσας, όπως έχει αποδειχτεί από πλήθος έρευνες. Εάν πρωτεύων στόχος της Πολιτείας μας είναι να ενισχύσει το ανθρώπινο κεφάλαιο και τους δημοκρατικούς θεσμούς, οφείλει να στοχεύσει στη διεύρυνση και ενδυνάμωση όλων των φιλολογικών μαθημάτων.  Συνεπώς, ο σχεδιασμός της εκπαιδευτικής πολιτικής δεν μπορεί να αγνοεί τις σύγχρονες προσεγγίσεις στη γλωσσική εκπαίδευση.

Αυτό που πραγματικά θα περιμέναμε από μία προοδευτική κυβέρνηση είναι οι αξίες του ελληνικού πολιτισμού αλλά και τα ευρύτερα πολιτιστικά αγαθά να κατανοηθούν και να γίνουν κτήμα των νεότερων, βελτιώνοντας πρωτίστως το γλωσσικό επίπεδο της μητρικής γλώσσας των μαθητών και μαθητριών, δηλαδή της νεοελληνικής. Η αυθαίρετη μείωση των φιλολογικών ωρών, χωρίς καμία μελέτη παρά μόνο με οικονομικά κριτήρια, η αναγγελία αιφνιδίων και αντιπαιδαγωγικών ρυθμίσεων  από το Υπουργείο Παιδείας χωρίς παιδαγωγικά και επιστημονικά κριτήρια και χωρίς καμία γνωμοδότηση  από το επιστημονικό όργανο του  Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής δείχνουν ότι το Υπουργείο Παιδείας αντιμετωπίζει σοβαρά επιστημονικά ζητήματα  μάλλον επιπόλαια, δίχως να κάνει προσπάθεια για σοβαρό δημόσιο διάλογο και πολιτική ουσίας.

Επιπλέον, εκφράζουμε την εντονότατη αντίθεσή μας στην απόφαση για επαναφορά της τρίτης ανάθεσης, διότι οδηγεί στην υποβάθμιση όλων των γνωστικών αντικειμένων. Η συγκεκριμένη απόφαση αντιμετωπίζει τα μαθήματα όχι ως ανεξάρτητους επιστημονικούς κλάδους με ιδιαίτερη διδακτική μεθοδολογία, αλλά ως δευτερεύοντα διδακτικά αντικείμενα η διδασκαλία των οποίων περιορίζεται στην απλή αναπαραγωγή στείρων γνώσεων. Θεωρούμε αντιεπιστημονική  και αντιπαιδαγωγική την απόφαση αυτή, η οποία θυσιάζει τη διδακτική προσφορά των μαθημάτων από καταρτισμένους επιστήμονες στη μηχανιστική λογική της κάλυψης κενών και της τυπικής διεκπεραίωσης του ωρολογίου προγράμματος.

Οι τελευταίες αποφάσεις του Υπουργείου δυστυχώς συμπυκνώνουν την απαξία που δείχνει η ελληνική πολιτεία στη γνώση και στους επιστήμονες που η ίδια εκπαιδεύει, αλλά και στο σύστημα που έχει ορίσει για την πρόσληψη των εκπαιδευτικών στη δημόσια εκπαίδευση.

Εκφράζουμε την έντονη αντίθεσή μας και σας καλούμε να επαναπροσδιορίσετε τις  αλλαγές στο ωρολόγιο πρόγραμμα του Γυμνασίου, με γνώμονα τις πραγματικές ανάγκες των μαθητών και να δώσετε σε όλα τα φιλολογικά μαθήματα τη θέση που τους αρμόζει στο ελληνικό δημόσιο σχολείο.

ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ Γ΄ ΛΥΚΕΙΟΥ

Με οργή και οδυνηρή έκπληξη η Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων (ΠΕΦ) πληροφορήθηκε την αιφνιδιαστική και χωρίς να έχει προηγηθεί καμιά ενημέρωση -όπως θα περίμενε κανείς από τη νέα Κυβέρνηση- προταθείσα από τον Αναπληρωτή Υπουργό Παιδείας Τάσο Κουράκη, μείωση, κατά μία ώρα, του μαθήματος της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και τη διάθεσή της  στο μάθημα της Κοινωνιολογίας (Ιστορία των Κοινωνικών Επιστημών), με την απαράδεκτη δικαιολογία ότι οι μαθητές της Γ’ Λυκείου πρέπει να αποκτήσουν κριτική συνείδηση επί των καίριων κοινωνικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουμε σήμερα.

Η Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων δηλώνει ότι το μάθημα της Λογοτεχνίας είναι ο κατεξοχήν αγωγός κοινωνικής συνείδησης, καίριου και πολυποίκιλου προβληματισμού για τα ανθρώπινα· επιπρόσθετα, διαμαρτύρεται εντονότατα για το ότι δεν υπήρξε από πλευράς Υπουργείου καμιά επικοινωνία με την επιστημονική μας Ένωση, πριν από την πρωτοφανή αυτή απόφαση, παρότι είχαμε διατυπώσει σχετικό αίτημα, ενώ, αντίθετα, δεν συνέβη το ίδιο με την  Ένωση Κοινωνιολόγων.

Η συγκεκριμένη πρόταση του Αναπληρωτή Υπουργού Παιδείας επιφέρει δεύτερο ισχυρότατο πλήγμα στο μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, μετά τον σχεδιασμό της εξαίρεσής του από την εξέταση των υποψηφίων για τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, παρά την προηγηθείσα αντίθετη απόφαση του Υπουργείου Παιδείας.

Όλες οι προοδευτικές εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, στην Ελλάδα και διεθνώς, έδιναν και δίνουν εξέχοντα ρόλο στο μάθημα της Λογοτεχνίας,  αναγνωρίζοντας τον σημαντικότατο μορφωτικό του ρόλο. Είναι, άλλωστε, γνωστό ότι η Λογοτεχνία άρρηκτα συνυφασμένη με τη διδασκαλία της μητρικής μας γλώσσας, έχει κατά βάση εθνικό και πολιτιστικό χαρακτήρα και συνδέεται αμεσότατα με την ιδιαιτερότητα της πολιτισμικής μας παράδοσης. Η ανάδειξη της πολυσημίας του λογοτεχνικού λόγου συμβάλλει καθοριστικά στην ανάπτυξη της γραπτής και προφορικής επικοινωνίας, όπως, εξάλλου, συμβαίνει με τα Προγράμματα Σπουδών σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες.

Η Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων απαιτεί να σταματήσει η, επ’ ωφελία άλλων γνωστικών αντικειμένων και ερήμην της επιστημονικής κοινότητας, αλόγιστη λεηλασία των φιλολογικών ωρών, η οποία κλονίζει βάναυσα τα θεμέλια  της ανθρωπιστικής παιδείας.

Για το Διοικητικό Συμβούλιο

O Πρόεδρος                    Η Γενική Γραμματέας

Αναστάσιος Στέφος        Γεωργία Χαριτίδου

 

Με ιδιαίτερη ανησυχία η Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων πληροφορήθηκε πως συζητείται το ενδεχόμενο να δίδεται ως αντικείμενο πρώτης ανάθεσης  το μάθημα της Ιστορίας σε καθηγητές άλλων  ειδικοτήτων (ξενόγλωσσους, θεολόγους, κοινωνιολόγους κ.ά.).

Η ΠΕΦ εκφράζει την εντονότατη αντίθεσή της στην υλοποίηση του σχεδιασμού αυτού,  ο οποίος θα οδηγήσει σε περαιτέρω υποβάθμιση το πολύπαθο μάθημα της Ιστορίας.

Πρέπει επιτέλους η πολιτεία να παύσει  να αντιμετωπίζει το μάθημα της Ιστορίας με τη λογική της κάλυψης κενών και της τυπικής διεκπεραίωσης του ωρολογίου προγράμματος. Οφείλει δε να αντιληφθεί πως η πραγματική  δημοκρατική διαπαιδαγώγηση των αυριανών πολιτών στηρίζεται εν πολλοίς στη διαμόρφωση μιας ουσιαστικής ιστορικής συνείδησης.

Σε μια εποχή κατά την οποία τα φαινόμενα τυφλής βίας και μισαλλοδοξίας ολοένα πληθύνονται, είναι αδιανόητο να υποβαθμίζεται ένα μείζονος μορφωτικής και διαπαιδαγωγικής αξίας μάθημα, όπως η Ιστορία,  με την ευκαιριακή ανάθεση της διδασκαλίας του σε καθηγητές άλλων ειδικοτήτων,  οι οποίοι δεν διαθέτουν την επιστημονική επάρκεια για να ανταποκριθούν στις υψηλές απαιτήσεις του. Είναι χαρακτηριστικό ότι καθηγητές ξενογλώσσων ειδικοτήτων δεν έχουν διδαχθεί την Ιστορία σε προπτυχιακό επίπεδο. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως στον διαγωνισμό του ΑΣΕΠ,  από όλες τις άλλες ειδικότητες   μόνον οι υποψήφιοι για διορισμό φιλόλογοι εξετάζονται στο μάθημα της Ιστορίας. Πώς είναι δυνατόν λοιπόν να τους αφαιρείται η δυνατότητα διδασκαλίας ενός αντικειμένου που θεωρείται προαπαιτούμενο του διορισμού τους στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και να ανατίθεται σε άλλες ειδικότητες οι οποίες δεν έχουν τύχει ούτε της στοιχειώδους προπτυχιακής κατάρτισης στο μάθημα;

Η ΠΕΦ ζητεί να αρθεί αμέσως η υποβάθμιση του μαθήματος και να αποκατασταθεί η βαρύτατα πληγείσα τα τελευταία χρόνια αξία του, με την αύξηση των ωρών διδασκαλίας του (και μάλιστα στην Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση στην οποία το μάθημα είναι εξαιρετικά υποβαθμισμένο) και  με την αποκλειστική ανάθεση της διδασκαλίας της Ιστορίας σε φιλολόγους, οι οποίοι εξ άλλου  μπορούν να  αξιοποιούν  την ιστορική  γνώση αναδεικνύοντας  την ιστορική διάσταση και στα άλλα διδακτικά αντικείμενα (Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία, Νέα Ελληνική Γλώσσα και Λογοτεχνία, Φιλοσοφία) και μετατρέποντας έτσι σε καθημερινή πράξη  το αρχαίο ρητό ὄλβιος ὅστις τῆς ἱστορίης ἔσχε μάθησιν.

Ζητούμε από τα ιστορικά τμήματα των Φιλοσοφικών Σχολών να υπερασπισθούν την ιστορική επιστήμη και γνώση συντασσόμενοι στον αγώνα για την υπεράσπιση του μαθήματος με τους μαχόμενους φιλολόγους της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.

 

ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΠΕΦ

Τον τελευταίο καιρό η παιδεία μας ταλανίζεται από διαδοχικές εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, ενώ η δημόσια εκπαίδευση, ιδιαίτερα η δευτεροβάθμια, βομβαρδίζεται με νόμους και Π.Δ., τα οποία πλήττουν κατακτημένα εργασιακά δικαιώματα και υποβαθμίζουν τη διδακτική διαδικασία και το περιεχόμενο της γνώσης.

Οτιδήποτε έχει κατακτηθεί με τους αγώνες και διατηρούσε μέχρι σήμερα κάποια ισορροπία σε μιαν ανταγωνιστική κοινωνία, η οποία βιώνει τις δυσμενέστερες οικονομικές συνθήκες των τελευταίων ετών, έχει σχεδόν εξαφανιστεί, με αποτέλεσμα τη συσσώρευση, πολλαπλών προβλημάτων που αφήνουν την παιδεία  έκθετη και εντελώς ανοχύρωτη στον κυκλώνα της κρίσης. Τα προβλήματα αυτά είναι: συγχωνεύσεις δημόσιων σχολείων, κατάργηση σχολικών μονάδων, συμπτύξεις τμημάτων, ακόμη και στις κατευθύνσεις, αναστολή επ΄αόριστον διεξαγωγής του διαγωνισμού του Α.Σ.Ε.Π., με αποτέλεσμα χιλιάδες φιλόλογοι – και όχι μόνο – να αναμένουν ματαίως να διορισθούν, αύξηση κατά δύο ώρες εβδομαδιαίως του ωραρίου διδασκαλίας των καθηγητών, παρακώλυση πρόσληψης αναπληρωτών για την κάλυψη των διδακτικών κενών.

Οι φιλόλογοι  αλλά και όλοι οι εκπαιδευτικοί,  καλούνται να εργασθούν, υπό αντίξοες συνθήκες και με περικοπή μεγάλου μέρους των αποδοχών τους, βιώνοντας, ιδιαίτερα οι νεοδιόριστοι, τους πλέον επαχθείς όρους διαβίωσης.

Επιπρόσθετα, οι ήδη διορισμένοι και κατέχοντες οργανική θέση εκπαιδευτικοί βρίσκονται υπό τη δαμόκλεια σπάθη της μετάθεσης ή ακόμη και της απόλυσης, που συνδέονται με την πολυσυζητημένη αξιολόγηση,  η οποία φαίνεται ότι δεν αποσκοπεί στη βελτίωση του εκπαιδευτικού, αφού ελλείπει παντελώς κάθε είδους επιμόρφωση, αλλά, αντίθετα, συνδέεται, απλώς με τη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη. Εξάλλου, η εφαρμογή της αξιολόγησης στην εκπαίδευση πρέπει ασφαλώς να συνδυαστεί με ορισμένες προϋποθέσεις, και όχι να αποτελεί μια στείρα διεκπεραιωτική διαδικασία. Άλλωστε, οι λεγόμενες καινοτομίες του Νέου Σχολείου, όπως ερευνητική μέθοδος (project), ομαδοσυνεργατική διδασκαλία, ποικίλες διαθεματικές δράσεις, πιλοτικά προγράμματα κ.ά., παράλληλα με την αξιολόγηση, δεν μπορούν, κατά γενική ομολογία, να λειτουργήσουν αποτελεσματικά, χωρίς την απαιτούμενη θεωρητική, μεθοδολογική και επιστημολογική βάση.

Η Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων (Π.Ε.Φ.) παρακολουθεί με αγωνία και έκδηλη ανησυχία τα τεκμαινόμενα, που προκαλούν, ως είναι φυσικό, τις εύλογες αντιδράσεις των Τοπικών Συνδέσμων Φιλολόγων και του φιλολογικού κόσμου, στο σύνολό του.

Μείζον θέμα ηθικής τάξης, νομιμότητας και επαγγελματικής κατοχύρωσης των δικαιωμάτων των φιλολόγων προέκυψε πρόσφατα με την υλοποίηση των προγραμμάτων επιμόρφωσης, κατά την τέταρτη επιμορφωτική περίοδο, β΄ επιπέδου της πράξης, «Επιμόρφωση των εκπαιδευτικών για την αξιοποίηση και εφαρμογή των ΤΠΕ στη διδακτική πράξη». Σύμφωνα με σχετική απόφαση του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής δόθηκε αδιακρίτως το δικαίωμα, σε ποσόστωση 20%, σε καθηγητές άλλων ειδικοτήτων (θεολόγων, ξένων γλωσσών, νομικών), που διδάσκουν μάθημα β΄ ανάθεσης, δηλ. στην περίπτωσή μας Ιστορία, να επιμορφωθούν μαζί με τους φιλολόγους. Το μάθημα της Ιστορίας συνεχίζει, έτσι, την οδό της απαξίωσης, υπαγόμενο στη διάθεση άλλων ειδικοτήτων και αποτελώντας εύκολη λύση για τη συμπλήρωση του ωραρίου τους.

Η ΠΕΦ διαφωνεί και διαμαρτύρεται για όλες αυτές τις ρυθμίσεις και προτίθεται να αγωνισθεί σθεναρά, με τους λοιπούς φορείς της εκπαιδευτικής κοινότητας, για την αναβάθμιση του εκπαιδευτικού και ιδιαίτερα του φιλολόγου.

Το Δ.Σ. της Π.Ε.Φ.

 

Ο ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΝΑΠΛΗΡΩΤΩΝ ΦΙΛΟΛΟΓΩΝ (ΠΑΣΑΦ) έχει στείλει επιστολή στην Υπουργό Παιδείας σχετικά με το θέμα του παραγκωνισμού του κλάδου των Φιλολόγων και της υποβάθμισης των μαθημάτων που διδάσκονται από αυτούς δίνοντας τα μαθήματα σε άλλους κλάδους.Το θέμα σχετίζεται άμεσα με τις δημοσιεύσεις περί μείωσης των αναπληρωτών και αντικατάστασής τους με άλλες ειδικότητες που έχουν την ιδιότητα του μονίμου υπαλλήλου προκειμένου να μη θιγούν.

Δημοσιεύουμε την επιστολή, όπως μας κοινοποιήθηκε από την ΠΕΦ για ενημέρωσή σας.

Από το περιοδικό «Νέα Παιδεία» πήραμε το παρακάτω έγγραφο και σας το κοινοποιούμε για ενημέρωση:

ΝΕΑ ΚΡΟΥΣΜΑΤΑ ΥΠΟΒΑΘΜΙΣΗΣ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Η Επιστημονική Επιτροπή του περιοδικού ΝΕΑ ΠΑΙΔΕΙΑ με έκπληξη διαπίστωσε ότι, μετά  την ανυπαρξία αλλαγών στο μάθημα της Ιστορίας στο «ΝΕΟ» ΛΥΚΕΙΟ, παρατηρείται το τελευταίο διάστημα μια σειρά ενεργειών του Υπουργείου Παιδείας, με τις οποίες υποβαθμίζεται ακόμα περισσότερο το μάθημα της Ιστορίας, πλέον και στο Γυμνάσιο.

Πιο συγκεκριμένα διαπιστώνεται ότι:

  1. Στην πιλοτική εφαρμογή των νέων προγραμμάτων σπουδών του Δημοτικού και του Γυμνασίου δεν υπάρχει το νέο πρόγραμμα σπουδών της Ιστορίας στην υποχρεωτική εκπαίδευση. Το νέο πρόγραμμα γνωρίζουμε ότι συντάχθηκε τον Απρίλιο του 2011 από επιστημονική ομάδα που συγκρότησε το ίδιο το Υπουργείο Παιδείας, χωρίς όμως να δημοσιοποιήσει ποτέ τα κριτήρια επιλογής των προσώπων που την αποτέλεσαν.
  2. Αντίθετα, εφαρμόζεται πιλοτικά σε γυμνάσια της χώρας ένα πρόγραμμα σπουδών για την Τοπική Ιστορία αποσπασμένο εντελώς από τη διδασκαλία του υπόλοιπου μαθήματος της Ιστορίας (από το οποίο αφαιρείται μία διδακτική ώρα στη Γ’ Γυμνασίου) και ενταγμένο σε μια νέα, πρωτοφανούς παιδαγωγικής σύλληψης Ζώνη, τη «Ζώνη Βιωματικών Δράσεων», που, όπως δηλώνει και η ονομασία της, μόνο ως διδακτική μέθοδος μπορεί να θεωρηθεί και όχι ως αυτόνομο μάθημα. Στο πλαίσιο αυτό, μπορεί να διδάσκει την Τοπική Ιστορία οποιοσδήποτε εκπαιδευτικός, ανεξάρτητα από τις σπουδές του στην Ιστορία!

Οι παραπάνω εξελίξεις θέτουν μια σειρά ερωτημάτων, τα οποία απαιτούν άμεση απάντηση:

  1. Ποιο θεσμικό όργανο του Υπουργείου Παιδείας αποφάσισε να απορρίψει το νέο πρόγραμμα σπουδών της Ιστορίας για την υποχρεωτική εκπαίδευση πριν την πιλοτική του εφαρμογή και με ποια επιστημονική επιχειρηματολογία;
  2. Ποιο επιστημονικό όργανο του Υπουργείου Παιδείας πρότεινε την ένταξη της Τοπικής Ιστορίας στη «Ζώνη Βιωματικών Δράσεων» και με ποια επιχειρηματολογία εισηγήθηκε την ανάθεση της διδασκαλίας της σε όλες τις ειδικότητες;

Με βάση τα παραπάνω ερωτήματα καλούμε:

  1. Το Υπουργείο Παιδείας να δημοσιοποιήσει το απορριφθέν πρόγραμμα σπουδών της Ιστορίας στην υποχρεωτική εκπαίδευση καθώς και την εισήγηση του αρμόδιου θεσμικού οργάνου που πρότεινε την απόρριψή του πριν την πιλοτική εφαρμογή του στις σχολικές μονάδες.
  2. Την Επιστημονική Ομάδα σύνταξης του νέου προγράμματος σπουδών της Ιστορίας στην υποχρεωτική εκπαίδευση να δημοσιοποιήσει το έργο της, καθώς και την τοποθέτησή της  για την αντιμετώπισή του μέχρι σήμερα.
  3. Τα Τμήματα Ιστορίας των ΑΕΙ, από τους προέδρους των οποίων ζητήθηκε η γνώμη για το νέο πρόγραμμα σπουδών Ιστορίας, και τις επιστημονικές ενώσεις των εκπαιδευτικών να διατυπώσουν τη θέση τους για τη συνεχιζόμενη υποβάθμιση του μαθήματος της Ιστορίας στην εκπαίδευση.

Συμπερασματικά, η ΝΕΑ ΠΑΙΔΕΙΑ ως επιστημονικό περιοδικό θεωρεί το ζήτημα αυτό μείζον από επιστημονική, παιδαγωγική και κυρίως πολιτική άποψη, και γι’ αυτό θα το παρακολουθήσει συστηματικά.

Σε περίπτωση συνέχισης του κλίματος σιωπής και απόκρυψης, θα δημοσιοποιήσει τα σχετικά κείμενα που έχει στη διάθεσή της.

Για την Επιστημονική Επιτροπή της ΝΕΑΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

Κώστας Αγγελάκος

Διευθυντής ΝΕΑΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ

Επίκουρος Καθηγητής

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων εκφράζει την
έντονη διαμαρτυρία του, γιατί, το νέο Πρόγραμμα Σπουδών για την Α΄ τάξη Γενικού
Λυκείου, που πρόσφατα δημοσιεύθηκε (ΦΕΚ 1562/27-6-2011, τ.Β΄), επιφέρει ριζικές
αλλαγές στον τρόπο διδασκαλίας της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας και Γραμματείας,
χωρίς να είχε προηγηθεί κανένας ουσιαστικός διάλογος, στο πλαίσιο της
εκπαιδευτικής κοινότητας, και χωρίς τη γνωμοδότηση του Παιδαγωγικού
Ινστιτούτου – όπως ρητά αναφέρεται στο ίδιο το ΦΕΚ.
Συγκεκριμένα, η Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων διαφωνεί:
 με την ένταξη του μαθήματος της Α.Ε. Γλώσσας και Γραμματείας στο ενιαίο
μάθημα Ελληνική Γλώσσα, με τρεις κλάδους.
 με τη μείωση κατά μία ώρα της διδασκαλίας της, παρά τις αντίθετες
δηλώσεις και διαβεβαιώσεις του κ. Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου
Παιδείας κ.Κουλαϊδή, προς τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, στη
συνάντησή τους τον περασμένο Μάιο.
 όσον αφορά τη διδασκαλία των Αρχαίων Ελλήνων Ιστοριογράφων
(Ξενοφώντα και Θουκυδίδη), με έκπληξη και απορία διαπιστώνουμε ότι
καταργείται παντελώς η μετάφραση του αρχαίου κειμένου τόσο στη φάση
της ανάλυσης  – ερμηνείας όσο και στην αντίστοιχη της αξιολόγησης.
Δεδομένου ότι η μετάφραση αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της ερμηνείας
και της καθολικής κατανόησης του έργου, που επιτυγχάνεται με την
ανάλυση της δομής του λόγου (με τη γραμματικοσυντακτική και λεξιλογική
προσέγγιση) και τη συσχέτιση μορφής και περιεχομένου, και ως ενέργεια
εμπερικλείει κορυφαία μορφωτική αξία, η κατάργησή της θα πλήξει
καταλυτικά την ουσία της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών και θα
υποβαθμίσει τη σημασία της, ενώ παράλληλα θα αποτρέψει τους μαθητές
από τη σπουδαία άσκηση της  σύγκρισης του αρχαίου με το νέο ελληνικό
λόγο, πράγμα που συνεχώς επισημαίνεται στο Πρόγραμμα Σπουδών.
 Τις ίδιες απόψεις, άλλωστε, υποστηρίζει και ο κορυφαίος φιλόλογος Ι.Θ.
Κακριδής, ο οποίος με έμφαση αναφέρεται στο Πρόγραμμα Σπουδών, και ο
οποίος, στη μελέτη του  Το μεταφραστικό πρόβλημα, αναφέρει ότι η
μετάφραση δίνει τη δυνατότητα στους μαθητές να γνωρίσουν βαθύτερα τη
γλώσσα τους, να την προσεγγίσουν δυναμικά και να ανακαλύψουν ποιες
αξίες κλείνει με τη μορφή αυτή.
Θεωρούμε ότι η υιοθέτηση πρακτικών, αποφασιστικής σημασίας για την
πορεία και το αποτέλεσμα της διδασκαλίας, πρέπει να είναι επακόλουθο
πειραματικής εφαρμογής και, στη συνέχεια, να θεσμοθετείται η γενίκευσή τους.
Κατόπιν τούτων, επιβάλλεται, ως επιτακτική ανάγκη, η άμεση αναθεώρηση
της συγκεκριμένης διάταξης, η οποία θα επιφέρει, και μεγάλη αναταραχή στο
φιλολογικό κόσμο· ήδη έχει εγείρει τις εντονότατες διαμαρτυρίες των μάχιμων
εκπαιδευτικών, οι οποίοι γνωρίζουν καλύτερα παντός άλλου το ατελέσφορο μιας
τέτοιας προσέγγισης του αρχαίου ελληνικού λόγου.
Η Πανελλήνια Ένωση Φιλολόγων τονίζει, για μιαν ακόμη φορά, τη μη
ικανοποίηση του αιτήματός της για συμμετοχή στη σύνταξη του Προγράμματος
Σπουδών· επιπρόσθετα, επιφυλάσσεται να επανέλθει, με λεπτομερή καταγραφή
των θέσεων και απόψεών της, για τα μαθήματα Νέας Ελληνικής Γλώσσας και Νέας
Ελληνικής Λογοτεχνίας της Α΄ Λυκείου καθώς και για τα φιλολογικά μαθήματα του
Προγράμματος Σπουδών του Γυμνασίου.
Για του Διοικητικό Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος                                                                Η Γενική Γραμματέας
Αναστάσιος Αγγ. Στέφος                                    Γεωργία Χαριτίδου

O Σύνδεσμος Φιλολόγων Ν. Κοζάνης με έκπληξη πληροφορήθηκε τις τελευταίες μέρες τη δήλωση της Υφυπουργού Παιδείας, σε ραδιοφωνικό σταθμό, ότι οι καθηγητές των ξένων γλωσσών θα διδάσκουν τώρα και Λογοτεχνία, για να συμπληρώνουν ωράριο και να μη χάσουν την οργανική τους θέση.

Πρόκειται, όπως είναι φανερό, για μια αλλοπρόσαλλη προσπάθεια της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου να αμβλύνει τις εντυπώσεις από τις έντονες διαμαρτυρίες και τις οξύτατες αντιδράσεις που προκάλεσε σε εκπαιδευτικούς, γονείς και μαθητές η πρόσφατη υπουργική απόφαση για την αφαίρεση της διδασκαλίας της δεύτερης ξένης γλώσσας από το σχολείο. Αντί να ζητήσει συγγνώμη η υφυπουργός και να αποσύρει την απαράδεκτη υπουργική απόφαση, προσπαθεί να αποπροσανατολίσει τους εκπαιδευτικούς των ξένων γλωσσών «πετώντας τους ένα κομμάτι» ωρών διδασκαλίας άλλου μαθήματος.

Η αντιπαιδαγωγική και αντιεπιστημονική αυτή στάση επαναλαμβάνεται μετά από πέντε χρόνια, όταν η τότε πολιτική ηγεσία του υπουργείου, μείωσε τις ώρες της Γαλλικής γλώσσας, δίνοντας στους καθηγητές των Γαλλικών ως «αντάλλαγμα» τη δυνατότητα διδασκαλίας του μαθήματος της Ιστορίας στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο. Αυτή την απόφαση την υπερασπίστηκαν πολλοί (άτομα και φορείς) είτε στο όνομα της συναδελφικής αλληλεγγύης είτε με το επιχείρημα ότι και οι απόφοιτοι των ξένων γλωσσών είναι επαρκείς επιστημονικά για να διδάξουν Ιστορία. Έτσι καταλήξαμε στο τραγελαφικό γεγονός να διδάσκεται η Ιστορία από οποιονδήποτε εκτός από αυτόν που τη σπούδασε.

Την ίδια λογική εξυπηρετεί πολύ περισσότερο σήμερα η πολιτική ηγεσία του υπουργείου, η οποία ακολουθώντας ανάλογη τακτική ισχυρίζεται ότι άνετα οι εκπαιδευτικοί ξένων γλωσσών μπορούν να διδάξουν και το μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, εφόσον έχουν διδαχθεί την αντίστοιχη γαλλική ή γερμανική, ισοπεδώνοντας με αυτό τον τρόπο την επιστημονική επάρκεια της κάθε ειδικότητας. Σε λίγο, το μόνο που δε θα επιτρέπεται στους καθηγητές ξένων γλωσσών είναι να διδάσκουν το αντικείμενο το οποίο έχουν σπουδάσει και για το οποίο προσλήφθηκαν στην εκπαίδευση!

Με την τακτική αυτή η πολιτική ηγεσία του υπουργείου επιδιώκει να εξαφανίσει τους διορισμούς καθηγητών ξένων γλωσσών, καθώς και να μεταφέρει το κλίμα αντιπαράθεσης και ανταγωνισμού στους κόλπους των εκπαιδευτικών διαφορετικών ειδικοτήτων στρέφοντάς τους τον έναν εναντίον του άλλου. Ο στόχος είναι προφανής: να ξεφύγουν, μέσα από το προπέτασμα καπνού, οι πραγματικά υπεύθυνοι για την κατάσταση στην εκπαίδευση, αλλά κυρίως να διασπαστεί η εκπαιδευτική κοινότητα και να γίνει έτσι αδύναμη να αντιμετωπίσει το νέο εργασιακό μεσαίωνα που της ετοιμάζουν.

Αν συνδέσουμε μάλιστα το γεγονός αυτό με τη σταδιακή καθιέρωση της δεύτερης ειδικότητας που θεσπίστηκε πρόσφατα, τότε προβλέπουμε μια πλήρη ανατροπή στο εργασιακό πλαίσιο, ειδικότερα στις οργανικές θέσεις και στις αναθέσεις μαθημάτων.

Οι εκπαιδευτικοί σήμερα βρίσκονται μπροστά σε μια «επιχείρηση» συνολικής αλλαγής του τοπίου στη δημόσια εκπαίδευση. Το Υπουργείο Παιδείας, σιγά και σταθερά, προετοιμάζει το έδαφος για την δημιουργία εκπαιδευτικών χωρίς ωράριο, έτσι ώστε αμέσως μετά να νομιμοποιήσει στην κοινή γνώμη τα σχέδιά του για μετακινήσεις, μετατάξεις και απολύσεις, καθώς η πρόσφατη ρύθμιση για τις ξένες γλώσσες οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια, αμέσως μετά τη μεταβατική φάση, σε απώλεια οργανικών θέσεων, σε μετακίνηση εκπαιδευτικών από νομό σε νομό, σε διάθεση, σε μετάταξη και βεβαίως σε απόλυση. Γίνεται φανερό ότι αυτά τα σχέδια αφορούν κάθε εκπαιδευτικό, κάθε γονιό και κάθε μαθητή, γιατί πρόκειται για συντριπτικό χτύπημα στη δημόσια εκπαίδευση, στο περιεχόμενο και τις κατευθύνσεις της.

  • Καταγγέλλουμε αυτό το σκοτεινό μέλλον που «υφαίνει» το Υπουργείο Παιδείας για τη δημόσια εκπαίδευση και τους εκπαιδευτικούς με την ευκαιρία της οικονομικής κρίσης.
  • Καταγγέλλουμε την κατάργηση της διδασκαλίας της επιλεγόμενης δεύτερης ξένης γλώσσας, και τη στέρηση από τα παιδιά μας της δυνατότητας να διδάσκονται και μια δεύτερη ξένη γλώσσα στο δημόσιο σχολείο, πράγμα που δεν ισχύει σε καμιά άλλη Ευρωπαϊκή χώρα.
  • Καταγγέλλουμε την πολιτική ηγεσία του ΥΠΠΔΒΜΘ για την υποβάθμιση της εκπαίδευσης του λαού μας, για τον επιχειρούμενο ηθικό εξευτελισμό  της εκπαιδευτικής κοινότητας και την προσπάθεια καλλιέργειας κλίματος «διαίρει και βασίλευε» μεταξύ των εκπαιδευτικών.
  • Καταγγέλλουμε την απαξίωση της εκπαίδευσης των μαθητών μας στο «νέο» σχολείο, όπου επιτρέπεται ένας εκπαιδευτικός να διδάσκει κάτι το οποίο δεν έχει σπουδάσει.
  • Καταγγέλλουμε την ανευθυνότητα με την οποία το ΥΠΠΔΒΜΘ, ενώ από τη μια διακηρύττει τη δημιουργία του καινοτόμου ψηφιακού σχολείου, από την άλλη ρίχνει στον Καιάδα χρόνια ατέλειωτα σκληρής μελέτης και προσπάθειας για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, μεταπτυχιακά, μετεκπαιδεύσεις, επιμορφώσεις, παιδαγωγικές συναντήσεις με το σχολικό σύμβουλο, ειδικά σεμινάρια, που κάνουμε για να φανούμε πιο χρήσιμοι στους μαθητές μας. Άχρηστα όλα αυτά σήμερα, που απαξιώνεται η εκπαίδευση των παιδιών μας, αφού με πρόσχημα  την κάλυψη του υποχρεωτικού ωραρίου των συναδέλφων, θα επιτρέπεται κυριολεκτικά στον καθένα να διδάσκει οτιδήποτε.

Αναβάθμιση του Δημόσιου σχολείου δε σημαίνει συρρίκνωση των επιλογών του μαθητή, αλλά  υποχρέωση του κράτους να εξασφαλίσει σε όλα τα παιδιά, µέσω της δηµόσιας εκπαίδευσης, τα εφόδια που είναι απαραίτητα για επαρκή ξενόγλωσση εκπαίδευση και όχι να εξαναγκάζει την ελληνική οικογένεια να τα αναζητά και να τα ακριβοπληρώνει σε ιδιωτικά φροντιστήρια.

Απαιτούμε άμεσα το Υπουργείο να αποσύρει την εγκύκλιο που υποβαθμίζει την ξενόγλωσση εκπαίδευση στο δημόσιο σχολείο και ουσιαστικά καταργεί οργανικές θέσεις συναδέλφων και να εγκαταλείψει κάθε ιδέα για «μπάλωμα» του ωραρίου των εκπαιδευτικών ξένων γλωσσών με μαθήματα άλλων ειδικοτήτων.
Θεωρούμε ότι η εκµάθηση δύο ξένων γλωσσών µέσα στο δηµόσιο σχολείο με ελεύθερη επιλογή, σε συνδυασµό µε κρατική πιστοποίηση της αποκτηθείσας γνώσης, είναι το ελάχιστο που θα πρέπει να εξασφαλίζεται στους µελλοντικούς πολίτες της Ενωµένης Ευρώπης, όλων των κοινωνικών στρωµάτων.

Σύνδεσμος Φιλολόγων Ν. Κοζάνης

Δημοσιευμένο από terracomputerata

history_matters.jpgΤο μάθημα της Ιστορίας στα σχολεία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης διδάσκεται παραδοσιακά από καθηγητές φιλολόγους. Οι πτυχιούχοι του τμήματος Ιστορίας-Αρχαιολογίας είναι αυτονόητα οι αρτιότεροι γνώστες της ελληνικής ιστορίας, και επομένως οι ικανότεροι να τη διδάσκουν. Αλλά και οι πτυχιούχοι των άλλων τμημάτων, της Φιλολογίας και της Φιλοσοφίας-Παιδαγωγικής, ακόμα και αν δεν έχουν διδαχθεί συστηματικά ιστορία κατά τη διάρκεια των σπουδών τους, είναι σίγουρα πιο υποψιασμένοι σε θέματα αρχαιογνωσίας και έχουν συνολική εποπτεία της ελληνικής ιστορίας όλων των περιόδων.

Τα τελευταία χρόνια αυξάνεται συνεχώς η πρακτική να ανατίθεται ως «δεύτερη ανάθεση» η διδασκαλία της ιστορίας σε καθηγητές άλλων ειδικοτήτων, κυρίως των ξένων γλωσσών. Με αφορμή το ότι συνήθως οι καθηγητές ξένων γλωσσών δεν συμπληρώνουν το κανονικό τους ωράριο με τη διδασκαλία των δικών τους μαθημάτων, καλούνται να ασχολούνται με τη γραμματειακή υποστήριξη της σχολικής τους μονάδας, ή τους ανατίθεται το μάθημα της Ιστορίας. Οι ίδιοι οι ξενόγλωσσοι καθηγητές δυσανασχετούν με αυτήν την κατάσταση, και συχνά δηλώνουν την απροθυμία και την αδυναμία τους να ανταποκριθούν στις γνωστικές απαιτήσεις του μαθήματος.

Ο λόγος που προτιμάται αυτή η πρακτική δεν έχει καμία σχέση με την ιστορική γνώση των καθηγητών που επιλέγονται ή δεν επιλέγονται, ούτε και με την ικανότητα διδασκαλίας, παρά προτιμάται μόνο για να καλυφθούν ανάγκες οργάνωσης του ωρολογίου προγράμματος των σχολείων. Είναι δηλαδή προφανές ότι φταίει, από την πλευρά του Υπουργείου Παιδείας, ο κακός προγραμματισμός προσλήψεων, διορισμών και τοποθετήσεων των καθηγητών στα σχολεία. Συχνά υπηρετούν στο ίδιο σχολείο υπεράριθμοι ξενόγλωσσοι καθηγητές, οι οποίοι πρέπει κάπως να συμπληρώσουν το ωράριό τους. Εκτός από αυτό, ο περιορισμός των δαπανών για την Παιδεία, στο πλαίσιο του ευρύτερου «συμμαζέματος» των δημοσιονομικών, ενόψει μνημονίου, έχει ως αποτέλεσμα να γίνονται λιγότερες προσλήψεις φιλολόγων, εφόσον υποτίθεται ότι μπορούν κάποιες ώρες τους να ανατεθούν σε άλλες ειδικότητες. Αυτό όμως έχει ολέθριες συνέπειες για την Παιδεία γενικά.

Το μάθημα της Ιστορίας είναι ίσως το σπουδαιότερο από τα σχολικά μαθήματα. Η ιστορική γνώση φέρνει την ιστορική μνήμη, και η ιστορική μνήμη είναι προϋπόθεση για την ανάπτυξη εθνικής συνείδησης, κοινωνικής ταυτότητας και πολιτικής ενεργοποίησης των μαθητών. Γι’ αυτό τον λόγο είναι εξαιρετικά επικίνδυνο να επαφίεται η ιστορική γνώση των μαθητών μας στη διδασκαλία του μαθήματος από καθηγητές που δεν μπορούν και κυρίως δεν θέλουν να έχουν αυτή την πολύ μεγάλη ευθύνη. Ο χαρακτηρισμός «δεύτερη» για την ανάθεση του μαθήματος της Ιστορίας είναι δυστυχώς ποιοτικός. Καθιστά το μάθημα της Ιστορίας δευτερεύον, απαξιώνει και προσβάλλει τους φιλολόγους, και φέρνει σε δεινή και άβολη θέση τους καθηγητές των άλλων ειδικοτήτων, που καλούνται να διδάξουν ένα μάθημα που δεν γνωρίζουν.

Με αυτό το σκεπτικό, εναντιωνόμαστε στην εξάπλωση του φαινομένου αυτού και ζητάμε από όλους τους αρμόδιους φορείς και τα στελέχη της εκπαίδευσης να μεριμνήσουν για να σταματήσει αμέσως.

Από το Δ.Σ. του Συνδέσμου Φιλολόγων Δωδεκανήσου