Η Θεολογία… στο σχολείο

Αγία Γραφή

animated-bible

Σελίδες

Αναζήτηση στο ιστολόγιο

Αναζήτηση

Επισκέπτες

Πρόσφατα κείμενα

Αρχείο

Ημερολόγιο δημοσιεύσεων

Οκτώβριος 2021
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μαΐ    
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Καιρός

Πρόσφατα σχόλια

Παρουσιάσεις στο Slideboom

ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ

Σύνδεσμοι

Χρήσιμα Ιστολόγια

Μεταστοιχεία

on line

Χάρτης Τρίπολης

Άρθρα σχετικά με 'Aπαντήσεις σε θεολογικές ερωτήσεις'

Τι συμβολίζουν τα ρούχα των μοναχών

Φως μοναχοίς άγγελοι. Φως δε πάντων ανθρώπων μοναδική Πολιτεία, είναι η ζωή κατά μίμηση των Αγγέλων, αυτή στήριξε και στηρίζει την Οικουμένη και ο άνθρωπος, ο χριστιανός που ενδύεται το Μέγα και Αγγελικό Σχήμα είναι άξιος πολλών επαίνων και μακαρισμών.
Όταν κάποιος, λοιπόν, προσέρχεται για να αφιερώσει τη ζωή του εξ όλης της ψυχής και της διανοίας του στο Νυμφίο Χριστό τότε χαίρεται και αγάλλεται ο ουρανός και πανηγυρίζει ο κόσμος των Αγγέλων γιατί ένας ακόμα άνθρωπος τάχθηκε να μιμηθεί τη ζωή τους.

Πατήστε εδώ για να διαβάσετε περισσότερα

Εγκαίνια Ναού

Η ακολουθία των εγκαινίων του Ιερού Ναού είναι σαφώς μία από τις πλέον λαμπρές… πολύπλοκες και μακροσκελείς ακολουθίες που απαντώνται στη λειτουργική ζωή της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Και αυτό έχει να κάνει με το γεγονός της καθιερώσεως και καθαγιάσεως του Ιερού χώρου μέσα στον οποίον θα τελείται εφ’ εξής η λατρεία, αφού ο ίδιος αυτός χώρος προσφέρεται στον Θεό για το λόγο αυτό.

Πατήστε εδώ για να διαβάσετε περισσότερα

Γιατί θυμιάζουμε;

Οι πιστοί όταν προσευχόμαστε, μαζί με το καντηλάκι που θα ανάψουμε, θυμιατίζουμε το χώρο και τα εικονίσματα. Αν, όμως, κάποιος μας ρωτήσει για ποιο…. λόγο θυμιατίζουμε, ξέρουμε να απαντήσουμε;

Πατήστε εδώ για να διαβάσετε περισσότερα

Τι είναι το Τριώδιο;

Τριώδιο ονομάζεται το Λειτουργικό Βιβλίο της Εκκλησίας μας, το οποίο περιλαμβάνει τους Ύμνους που ψέλνονται τις δέκα Κυριακές πριν από το Πάσχα, δηλαδή από την Κυριακή του Τελώνου και του Φαρισαίου μέχρι και το Μεγάλο Σάββατο πριν την Τελετή της Αναστάσεως.

Ονομάζεται έτσι διότι οι περισσότεροι Κανόνες του Όρθρου που συνήθως αποτελούνται από εννέα Ωδές, αυτή την περίοδο περιέχουν μόνο τρείς Ωδές.

Η περίοδος του Τριωδίου είναι ένα στάδιο «προετοιμασίας» για την νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και ξεκινά από την Κυριακή του «Τελώνου και Φαρισαίου» και τελειώνει την Μεγάλη Εβδομάδα.

Οι ονομασίες των Κυριακών του Τριωδίου:

Πατήστε εδώ για να διαβάσετε περισσότερα

Γιατί θυμιάζουν οι μοναχοί στις ακολουθίες;

Στην ακολουθία του Όρθρου ψάλεται ο Πολυέλαιος «Δούλοι Κύριον» έρρυθμα για να ταιριάζει η ψαλμωδία με την κίνηση του κατζίου,του θυμιατού με το οποίο θυμιάζουν οι μοναχοί που έχουν το διακόνημα του εκκλησιαστικού.

Πατήστε εδώ για να διαβάσετε περισσότερα

Η σημασία των ονείρων στην ορθόδοξη Εκκλησία

Έχουμε αναρωτηθεί ποτέ, πόσες χιλιάδες όνειρα βλέπει ο άνθρωπος καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του; Πόσες παραστάσεις, εικόνες, ήχους, τα οποία, ενώ βλέπουμε και ακούμε όσο είμαστε ξύπνιοι, τα ξαναβλέπουμε και ενώ κοιμόμαστε, αλλά πολλές φορές είτε με διαφορετικό περιεχόμενο είτε συνδυάζοντας  και άλλες στιγμές τις ζωής μας; Και όμως αυτές οι εικόνες, οι παραστάσεις, και γενικά τα όνειρα είναι και παραμένουν ακόμη και για την επιστήμη ένα μυστήριο!

Ορισμοί και θεωρίες σχετικά με τα όνειρα κατά καιρούς υπάρχουν πολλές. Από την αττική φιλοσοφία μέχρι και τις μέρες μας οι θεωρίες ποικίλουν, ανάλογα πάντα και με τις απαιτήσεις των καιρών.

Κατά την άποψη του Αριστοτέλη, η συνειδητή ανάκληση μιας μνήμης είναι η ανάμνηση. Η μνήμη λοιπόν έχει και αυτή την έδρα της στο κοινό αισθητήριο. Μια αλλοίωση στο κεντρικό όργανο, που προκαλείται από την πέψη, φέρνει τον ύπνο, ένα σβήσιμο της ζωικής ζέστας σ΄αυτό, τον θάνατο. Εσωτερικές κινήσεις στα αισθητήρια όργανα είτε και τέτοιες που προκαλούνται από εξωτερικές εντυπώσεις παράγουν τα όνειρα, που μπορούν γι’ αυτό σε ορισμένες περιστάσεις να είναι σημάδια επεισοδίου, που στο ξύπνο μας έμεινε απαρατήρητο. Όταν αυτό που αισθανόμαστε το εξετάσουμε από την άποψη του καλού ή του κακού, τότε γεννιέται ηδονή ή λύπη κι από αυτές μια όρεξη ή αποστροφή, με μια λέξη μια επιθυμία. Και οι καταστάσεις αυτές ξεκινούν από το κέντρο της αίσθησης.

 

Στην σημερινή επιστήμη ο όρος όνειρο σημαίνει την οπτασία κατά την διάρκεια του ύπνου χωρίς τη συμμετοχή της βούλησης, που οφείλεται σε μερική και αυτοματική λειτουργία του εγκεφάλου. Κατά την άποψη των ψυχιάτρων με το όνειρο ελευθερώνονται υπό μορφή συμβόλων διάφορες απωθημένες επιθυμίες και παραστάσεις. Οι εικόνες προβάλλονται με τέτοιο τρόπο, ώστε αυτός που ονειρεύεται νομίζει ότι οι πράξεις που εικονίζονται είναι πραγματικές. Η κατάταξη των εικόνων γίνεται χωρίς συνειδητό σκοπό και συνδέονται κατά τρόπο χαλαρό και συχνά χωρίς λογική σειρά.

Η ψυχολογία έχει χωρίσει τα όνειρα σε τέσσερις κύριες ομάδες, σύμφωνα με τις παραστάσεις που βλέπουμε. Έτσι υπάρχουν τα εικονικά όνειρα ( κατά τα οποία βλέπουμε διάφορες εικόνες τις οποίες τις είδαμε την ημέρα ή και τις προηγούμενες), τα κινητικά ( διάφορες κινήσεις, παραμιλητά, αναπηδήσεις ή ακόμη και υπνοβασίες, τα οποία προέρχονται έπειτα από μια κουραστική και εξαντλητική ημέρα), τα οργανικά ( σωματικά ερεθίσματα, ενυπνιάσεις, εφιάλτες, τα οποία συνήθως προέρχονται από υπερβολικό φαγητό) και τέλος τα ψυχικά όνειρα ( εντυπώσεις και επιθυμίες της ημέρας ή και προηγούμενης, τα οποία συνήθως τοποθετούνται στο ασυνείδητο και προβάλλονται στον ύπνο μας ως πραγματικότητα).

Η σύγχρονη ιατρική δίνει πολύ μεγάλη σημασία στο τι συμβαίνει κατά τη διάρκεια του ύπνου. Έχουν αναπτυχθεί μάλιστα εργαστήρια ύπνου όπου διεξάγονται εξειδικευμένες έρευνες σχετικές με τη φυσιολογία και παθολογία του ύπνου. Είναι σημαντικό να υπενθυμίσουμε ότι έχουν περιγραφεί μέχρι σήμερα τουλάχιστον 80 διαφορετικές παθήσεις και διαταραχές που αφορούν τον ύπνο. Έχει υπολογιστεί ότι τουλάχιστον 30% του πληθυσμού πάσχει από διαταραχές του ύπνου και οι συνέπειες των παθήσεων αυτών στη δημόσια υγεία και οικονομία είναι ανυπολόγιστες. Η πολυπνογραφία είναι μια από τις κυριότερες μεθόδους που χρησιμοποιούνται για τη μελέτη τού τι συμβαίνει κατά τη διάρκεια του ύπνου. Κατά τη μέθοδο αυτή καταγράφονται οι ηλεκτροφυσιολογικές δραστηριότητες του εγκεφάλου, των ματιών και άλλων μερών του σώματος κατά τη διάρκεια του ύπνου.

Πέρα όμως όλων των επεξηγήσεων και των ορισμών που προσπάθησαν πολλοί μέχρι και τις ημέρες μας να δώσουν, τα όνειρα είναι και παραμένουν ένα ανεξήγητο φαινόμενο, ένα μυστήριο. Πώς είναι δυνατόν κάτι που βλέπουμε στο όνειρό μας, ένα πρόσωπο, μια κατάσταση  έπειτα από αρκετές ημέρες να πραγματοποιείται; Ή πως είναι δυνατόν πρόσωπα αγαπημένα τα οποία έχουμε χάσει να τα βλέπουμε στον ύπνο μας σε κατάσταση χαράς ή λύπης; Υπάρχουν άραγε όνειρα τα οποία θεωρούνται ότι προέρχονται από τον Θεό ή τον διάβολο; Υπάρχουν άραγε όνειρα αποκαλυπτικά, όνειρα μετανοίας ή όνειρα που μας προβλέπουν το μέλλον; Σε όλα αυτά έρχεται τώρα πλέον να απαντήσει η εκκλησία, η οποία δεν έρχεται σε αντιπαράθεση με την επιστήμη, αλλ’ αντιθέτως συμβαδίζει μαζί της όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Η εκκλησία δεν έρχεται να ερμηνεύσει ούτε και να επεξηγήσει τα όνειρα, αντιθέτως να μας πει να μη δίνουμε καμία σημασία σε αυτά διότι σε ένα μεγάλο ποσοστό αυτά προέρχονται από δαιμονικές επιρροές.

 

Οι άγιοι Πατέρες της Εκκλησίας μας ασχολήθηκαν και με την περίπτωση των ονείρων. Γνώστες, από προσωπικές εμπειρίες, των μεθόδων και των τεχνασμάτων του διαβόλου, αλλά και της χάριτος του Θεού, διείδαν μέσα από την εκδήλωση των ονείρων αφ’ ενός τις προσβολές και επιθέσεις των δαιμονικών δυνάμεων, αφ’ ετέρου τις αποκαλύψεις των μυστηρίων του Θεού.

Αλλά ας δούμε πρώτα πώς ορίζουν και ερμηνεύουν οι Πατέρες τα όνειρα: Ο Μέγας Βασίλειος γράφει πως « η των ονείρων φύσις ασαφής και πλαγία και ου μικράς δεομένη της εκ του νου εντρεχείας»˙ δηλ. τα όνειρα είναι ως προς τη φύση τους ασαφή και διφορούμενα και ως προς την εκδήλωσή τους προέρχονται από την κίνηση και δραστηριότητα του νου, που αποτελεί το «ηγεμονικόν» μέρος της ψυχής.

Την ίδια σκέψη διατυπώνει και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος γράφοντας πως το όνειρο (ενύπνιο) είναι «η κίνησις του νοός εν ακινησία σώματος». Όταν δηλαδή το σώμα ακινητοποιείται κατά τη διάρκεια του ύπνου, ο νους διαρκώς κινείται. Η κίνηση αυτή του νου συνιστά το όνειρο. Βέβαια, η κίνηση (ενέργεια) αυτή δεν βρίσκεται στον κανονικό της ρυθμό, γιατί οι αισθήσεις και η βούληση έχουν αδρανοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό κατά την ώρα του ύπνου. Γι’ αυτό και οι εικόνες των ονείρων εμφανίζονται με αταξία και φέρονται με σύγχυση και ασάφεια.

Σύμφωνος προς τη διαπίστωση αυτή είναι και ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης, ο οποίος σημειώνει ότι τα όνειρα αποτελούν φανταστικές κινήσεις του νου του ανθρώπου που γίνονται κατά τη διάρκεια του ύπνου, όταν αδρανούν πλέον οι αισθήσεις και οι άλλες λειτουργίες του σώματός του. Τα όνειρα δημιουργούνται με τη φαντασία, η οποία αποτελεί, μετά την πτώση του ανθρώπου, φυσική δύναμη της ψυχής. Οι Πατέρες τοποθετούν το φανταστικό μέρος της ψυχής μεταξύ του νου και της αισθήσεως, εκεί όπου δημιουργούνται και αναπτύσσονται οι εμπαθείς εικόνες (τα είδωλα, ψεύτικες εικόνες των παθών).

Το μυστήριο των ονείρων φαίνεται να είχε απασχολήσει και την ζωή των ανθρώπων στην παλαιά διαθήκη. Στη Σοφία Σειράχ αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Κεναί ελπίδες και ψευδείς ασυνέτω ανδρί και ενύπνια άφρονας. Ως δρασσόμενος σκιάς και διώκων ανέμων, ούτως επέχων ενυπνίοις. Τούτο κατά τούτου όρασις ενυπνιών κατέναντι προσώπου ομοίωμα προσώπου…» (Σοφίας Σειράχ λδ΄)˙ δηλ. εκείνος που πιστεύει στα όνειρα ομοιάζει με αυτόν που κυνηγά τη σκιά του και προσπαθεί να την πιάσει. Οι δαίμονες της κενοδοξίας (κατά τον Α. Ι. της κλίμακος), εμφανίζονται στον ύπνο μας σαν προφήτες. Συμπεραίνουν, σαν πανούργοι που είναι, μερικά από τα μέλλοντα να συμβούν και μας τα προαναγγέλλουν. Και όταν αυτά πραγματοποιηθούν, εμείς μένουμε έκθαμβοι και υπερηφανευόμαστε ως τάχα προορατικοί. Σε όσους πιστεύουν στα όνειρα ο δαίμονας αυτός φάνηκε πολλές φορές σαν αληθινός προφήτης. Σε όσους όμως τον περιφρονούν πάντοτε αποδείχθηκε ψεύτης. Διότι, σαν πνευματική ύπαρξη που είναι, βλέπει όσα συμβαίνουν μέσα στην ατμόσφαιρα και μόλις αντιληφθεί ότι κάποιος πεθαίνει, τρέχει αμέσως σε εκείνους που είναι ευκολόπιστοι και τους το προλέγει με τα όνειρα. Τίποτε μελλοντικό δεν γνωρίζουν οι δαίμονες από προγνωστική άποψη. Το μόνο που μπορούν να κάνουν και να προβλέψουν είναι το τι σύμφωνα με την ζωή που κάνει ο άνθρωπος πρόκειται να του συμβεί, αλλά και αυτό όχι πάντοτε με επιτυχία. Ο διάβολος μπορεί να πλανέψει και να διαβάλει πολλούς ανθρώπους, άλλωστε αυτή είναι και η εργασία του.

Ας θυμηθούμε πόσους ασκητές δεν πήγε να πλανέψει στον ύπνο τους όταν αυτός ο μισόκαλος δεν μετασχηματίστηκε σε άγγελο φωτός. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα που μας αναφέρει το γεροντικό: «Ήταν ένας μοναχός και του φανερωνόταν στον ύπνο του συνεχώς άγγελοι και του προέλεγαν τι μέλλει γενέσθαι τη επαύριω, βλέποντας ο μοναχός ότι όλα αυτά που έβλεπε στο όνειρό του γινόταν πραγματικότητα ενθουσιάστηκε και νόμισε ότι είχε φτάσει σε μεγάλα πνευματικά ύψη. Μια μέρα λοιπόν του εμφανίζεται και πάλι στο όνειρό του άγγελος φωτός και του λέγει να πάει να πέσει στο πηγάδι και εξαιτίας της πνευματικότητάς του θα τον σηκώσουν άγγελοι και δεν θα πάθει τίποτα. Έτσι λοιπόν και έπραξε. Όταν όμως έπεσε στο πηγάδι δεν τον σήκωσαν άγγελοι, διότι στο όνειρό του αυτοί οι άγγελοι φωτός ήταν δαίμονες». Συμπερασματικά λοιπόν αυτός ο μοναχός έχασε και την ζωή του αλλά και την ψυχή του διότι πίστεψε στα όνειρα. Εάν λοιπόν αρχίζουμε να πιστεύουμε στους δαίμονες κοιμώμενοι, ύστερα θα εμπαιζόμαστε από αυτούς και ξύπνιοι. Εκείνος που πιστεύει στα όνειρα είναι εντελώς άσοφος και άπειρος, ενώ αυτός που δεν πιστεύει είναι πραγματικά σοφός και συνετός, κατά τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος.

Ποικίλουν τα παραδείγματα από την Π.Δ. έως και την Κ.Δ. στα οποία ο διάβολος εξαπάτησε τους ανθρώπους. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά την θυσία του Αβραάμ, κατά την οποία στην ιουδαϊκή γραμματεία και σύμφωνα με το βιβλίο των ιωβηλαίων, η θυσία του Ισαάκ δεν υποκινήθηκε από τον Θεό αλλά από «μαστεμά» (τον διάβολο), ο οποίος προσπάθησε να μειώσει τις αρετές του Αβραάμ ενώπιον του Θεού. Φανερώνεται λοιπόν ο διάβολος στο όνειρο του Αβραάμ και του λέγει να θυσιάσει τον μονογενή του υιό. Ο Αβραάμ υπάκουος εκτελεί την εντολή, αλλά ο Θεός παρεμβαίνει και σώζει τον Ισαάκ. Ο διάβολος όμως δεν σταματά εδώ, αλλά εμφανίζεται σε όνειρο της Σάρρας και της λέγει ψευδώς ότι ο Αβραάμ θυσίασε τον υιό τους, με αποτέλεσμα να πεθάνει η Σάρρα, σύμφωνα με την ταργκουμική γραμματεία του Ψευδο-Ιωνάθαν. Υπάρχουν όμως και ποικίλα όνειρα τα οποία προέρχονται από τον Θεό, όμως εδώ χρειάζεται αρκετή προσοχή.

 

Στην Καινή Διαθήκη υπάρχουν μερικά όνειρα, που προέρχονται από τον Θεό. Αυτά είναι τα όνειρα του δίκαιου Ιωσήφ. 1) Στον δίκαιο Ιωσήφ, όταν ήθελε λαθραία να απολύσει την Παρθένο Μαρία δια την εγκυμοσύνη, ο Άγγελος στο όνειρο του είπε: » Ιωσήφ, μη φοβηθείς να παραλάβεις για σύζυγο την Μαριάμ …» 2) «Άγγελος Κυρίου φαίνεται στο όνειρο του Ιωσήφ λέγοντας: Να σηκωθείς να παραλάβεις το παιδί και την Μητέρα Αυτού και φύγε στην Αίγυπτο». 3) Ο ευαγγελιστής Ματθαίος λέγει περί των Μάγων: «Και συμβουλευόμενοι στο όνειρο να μην ανακάμψουν προς τον Ηρώδη, δια άλλης οδού αναχώρησαν στην χώρα τους» ( Ματθ β,12). 4) Ο απόστολος Παύλος, όταν ήταν στην Τρωάδα της Μικράς Ασίας, είδε στον ύπνο του ένα Μακεδόνα, που τον παρακαλούσε να έλθει στην Ευρώπη. «Όραμα την νύκτα είδε ο Παύλος˙ άνδρας Μακεδόνας στάθηκε παρακαλώντας τον λέγοντας: Διάβου στην Μακεδονία να μας βοηθήσεις» (Πραξ. ιστ,9). 5) Την ώρα που ο Πιλάτος βασάνιζε με συνεχείς ανακρίσεις τον Ιησού, η γυναίκα του του είπε: «Μην πράξεις εσύ τίποτα σ’ Αυτόν το δίκαιο, γιατί πολλά έπαθα σήμερα στο όνειρο μου γι’ Αυτόν.» ( Ματθ κζ,19) Ποιος λοιπόν έπειτα από αυτά, που αναφέρουν η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη, μπορεί να αμφισβητήσει, ότι έχουμε όνειρα, τα οποία προέρχονται από τον Θεό ή τον διάβολο;

Εκτός όμως αυτών, υπάρχουν και όνειρα που ονομάζονται αποκαλυπτικά. Σύμφωνα με αυτά, μας φανερώνει ο Θεός διάφορες εικόνες που έχουν χαθεί ή ακόμη και σημεία ανεύρεσης λειψάνων. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά την αποκάλυψη που δέχτηκε η Οσία Πελαγία για την ανεύρεση της θαυματουργού εικόνας της Μεγαλόχαρης της Τήνου. Επίσης υπάρχουν και σήμερα αποκαλυπτικά σημεία ανεύρεσης λειψάνων, όπως την φανέρωση μιας μαυροφορεμένης στον ύπνο μιας γυναίκας αποκαλύπτοντάς της σημείο ταφής των δέκα μαρτύρων στη νήσο Κρήτη. Ακόμη όμως έχουμε και την παρουσία οσίων στο όνειρο γυναίκας σε συγκεκριμένο σημείο μιας μονής, και με τα έργα ανακαίνισης που πραγματοποιήθηκαν στην συγκεκριμένη μονή βρήκαν τα λείψανα εκείνου του οσίου που είχε εμφανιστεί στο όνειρο εκείνης της γυναίκας, στο συγκεκριμένο σημείο που είχε δει τον όσιο στον ύπνο της, ήταν τα ιερά λείψανα του Οσίου Ευμενίου στην Ιερά Μονή Παναγίας του Κουδουμά. Αυτά όμως τα όνειρα είναι ελάχιστα στη ζωή των χριστιανών, και πρέπει να γνωρίζουμε ότι ο Θεός εάν ακόμη και σε αυτά τα αποκαλυπτικά όνειρα εμείς δεν δώσουμε σημασία, ούτε θα αγανακτήσει ούτε και θα εξοργιστεί μαζί μας. Χρειάζεται επομένως μεγάλη ωριμότητα και διάκριση στα όνειρα και σε αυτά ακόμη που νομίζουμε ότι προέρχονται από τον ίδιο τον Θεό.

Πώς μπορούμε όμως να κάνουμε διάκριση καλού και κακού ονείρου; Είμαστε εμείς σε θέση να διακρίνουμε το καλό από το κακό όνειρό; Ή ακόμη είναι σε θέση οι «γεροντάδες» να μας ερμηνεύσουν τις βουλές του Θεού και να μας πουν αν ένα όνειρο είναι εκ Θεού ή εκ του πονηρού; Πράγματι αυτά είναι κρίσιμα και σπουδαία ερωτήματα στην πνευματική ζωή. Και αυτό διότι ο διάβολος βλέπουμε να πλανεί τους ασκητές τις ερήμου, πόσο μάλλον τους μοναχούς και τους πνευματικούς του κόσμου τούτου. Το μόνο που αρμόζει σε αυτές τις περιστάσεις είναι να μη δίνουμε καμία σημασία στα όνειρα και οι πνευματικοί πρέπει αυτό να το ξεκαθαρίσουν στους εξομολογουμένους τους. Ακόμη και αν ένα όνειρο είναι αποκαλυπτικό και προέρχεται από τον Θεό και δεν υπακούσουμε, δεν πρόκειται να εξοργιστεί ο Θεός ούτε να αμαρτήσουμε εμείς που δεν υπακούσαμε, διότι γνωρίζει ο Κύριος ότι αυτό το κάνουμε από φόβο της πανουργίας των δαιμόνων.

 

Υπάρχουν όμως και όνειρα – οράματα, τα οποία αν και είναι λίγα είναι αποκαλυπτικά της παρουσίας του Θεού. Μας προλέγουν τη μέλλουσα κρίση και την κόλαση. Ξυπνάμε έντρομοι. Σε αυτά πρέπει να δίνουμε σημασία διότι μας ανάγουν στην μετάνοια. Πέρα όμως αυτών η φιλοκαλία προσπαθεί να κάνει μια διάκριση των ονείρων. Έτσι χωρίζει αυτά που είναι από το Θεό και αυτά που προέρχονται από τον διάβολο. Αυτά που είναι εκ Θεού είναι ελάχιστα στη ζωή του ανθρώπου. Και τα αναγνωρίζουμε από την χαρμολύπη και από τα δάκρυα που μας φέρνουν όταν ξυπνήσουμε. Ενώ αυτά που είναι εκ του σατανά είναι πολυάριθμα καθώς δεν μας φέρνουν καμία συγκίνηση, κανένα δάκρυ και μας κάνουν να απορούμε και να προσπαθούμε να τα ερμηνεύσουμε. Με αυτά ο σατανάς έχει σκοπό να μας παραπλανήσει, να μας εξάψει τη φαντασία, να μας καλλιεργήσει μίση και έχθρες, να μας ρεζιλέψει, να μας κλονίσει την πίστη, να μας κάνει να περνούμε δυστυχισμένοι τις μέρες μας, να μας βυθίζει σε αμφιβολίες, να μας δημιουργεί ψευδαισθήσεις, να μας υποβάλλει να πιστεύουμε ότι επικοινωνούμε με τον Χριστό την Παναγία και πολλά άλλα. Με μόνο σκοπό να μας εξαπατά για να χάσουμε την αθάνατη ψυχή μας.

Συνελοντ’ ειπείν, η εκκλησία μας προτρέπει να μη δίνουμε καμία σημασία στα όνειρα, αν θέλουμε να είμαστε ασφαλείς. Αν δεν θέλουμε, τότε είμαστε έρμαιο της τύχης μας, και η ζημιά θα είναι ανεπανόρθωτη στην ψυχή μας.

Παπαθεοχάρης Μιχαήλ

     επί πτυχίω φοιτητής Θεολογίας

πηγή:http://www.apostoliki-diakonia.gr/gr_main/agiavarvara/periodiko/Teuxos6/oneira.htm

Διαβάστε ακόμη:

τη γνώμη του γέροντος Παϊσίου, εκτός των άλλων, για τα όνειρα.

Πρέπει να πιστεύουμε στα όνειρα;

την άποψη του αγίου Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ

Ποια ήταν η εξωτερική εμφάνιση του Ιησού;

Για τη μορφή και το παρουσιαστικό του Ιησού έγιναν πάμπολλες συνθέσεις και προτάσεις.
Μια από αυτές που επηρέασε πολύ την εξεικόνισή του στη Δύση, και όχι µόνο είναι του τάχα σύγχρονού του Ρωμαίου αξιωματούχου µε το όνομα Poplius Lentulus  (Αποδείχθηκε νόθος και θεωρείται έργο λόγιου χριστιανού των αρχών του 12ου αι., πριν το 1100· βλ. ΘΗΕ 12, στ. 212-3).
Μια απόπειρα σκιαγράφησης, αρχές του β′ μισού του 20ού αι., του Ethelbert Stauffer (υποθετική µε στηρίγματα στα τότε φυσιογνωμικά των κατοίκων της χώρας των Ισραηλιτών και σε απηχήσεις από λόγους του Χριστού) είναι η εξής:

*Φυλετικά, φυσιογνωμικά, γλωσσικά και πολιτιστικά γνήσιος Ισραηλίτης

*Ανάστημα µάλλον μέτριο

*Χρώμα δέρματος ανοιχτό καφέ (σιταρένιο)

*Χρώμα ματιών μαύρο ή καφέ

*Μαλλιά σκούρα, μακριά με χωρίστρα στη μέση, αλειμμένα με ελαφρύ λάδι (βλ. Λκ 7, 46. Μτ 6, 17)

*Γενειάδα και μουστάκι

*Φωνή χαρακτηριστική και γνώριμη, κατά περιστάσεις δυνατή (βλ. Λκ 4, 22. Ιω 7,37· 11, 43· 20, 16)

* Γλώσσα καθημερινή τα αραμαϊκά (διάλεκτος της συριακής με γαλιλαιϊκό τονισμό). Με τον Πιλάτο πρέπει να μίλησε ελληνιστικά. Με τους Ρωμαίους λεγεωνάριους συνεννοείτο στα λατινικά

*       Ντύσιμο: όχι εντυπωσιακό, όχι πολυτελές, όχι φτωχικό (βλ. Λκ 7, 25. Ιω 19, 23). Εσωτερικά:

-Χιτώνας μακρύς χωρίς μανίκια µε ζώνη στη μέση (βλ. Μκ 6, 8. Ιω 19, 23).

Εξωτερικά:

-Ιμάτιο (μακρύ πανωφόρι) με μανίκια (βλ. Λκ 8, 44). (Σημ. Ο χιτώνας που φορούσε πριν τη σταύρωση ήταν υφαντός από πάνω ως κάτω: Ιω 19, 23-24)

–       Κάλυμμα λευκό στο κεφάλι (δεμένο με κορδόνι και ριγμένο πίσω)

* Σανδάλια (βλ. Μκ 1, 7· 6, 9)

* Ραβδί για τις οδοιπορίες

* Μελετητής προσεχτικός και βαθύς της καθημερινής ζωής, καθώς και της φύσης όπως φαίνεται από τις παραβολές, ομιλίες και συζητήσεις του

(Σημ. Για τα παραπάνω βλ. Al. Läpple 3, Ι, 17-18)

 

Συνοπτικά. Εξωτερικά µάλλον δεν παρουσίαζε τίποτε το ασυνήθιστο και αξιοπερίεργο. Ήταν ένας κανονικός και φυσιολογικός άνθρωπος ως παιδί, έφηβος, νέος και άνδρας. Τα προσόντα του που εκδηλώθηκαν στον Ναό, όταν ήταν 12ετής (Λκ 2, 40 και 52· βλ. Ερµ. θεολ. 11), πρέπει να τον διέκριναν πάντοτε.

πηγή: http://www.free-ebooks.gr/gre/ebook/1310

Εξωγήινοι: φαντασία ή πραγματικότητα;

Υπάρχουν εξωγήινοι; Είναι δυνατή μια επίσκεψή τους στη γη; Απαντήσεις στο ενδιαφέρον άρθρο του κ. Κ.Γ. Παπαδημητρακοπούλου

Ο μεγάλος Αγιασμός και η χρήση του

Ο Μεγάλος Αγιασμός τελεῖται κάθε χρόνο τήν 5η καί 6η Ἰανου­α­ρίου. Πολλοί εἶναι αὐτοί οἱ ὁποῖοι ρωτοῦν ἄν ὁ Ἁγιασμός αὐτός πίνεται, χρησιμοποιεῖται γιά ραντισμό, φυλάσσεται στά σπίτια καί ἄν ἀντι­καθιστᾶ τή θεία Κοινωνία.

Τό κείμενο πού ἀκολουθεῖ, μεταγλωττισμένο στή νεοελληνική, ἀποτελεῖ «εἰδική γνωμοδότηση περί τοῦ θέματος τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ, δηλ. πῶς λαμβάνεται αὐτός παρά τῶν χριστιανῶν, ἐάν φυλάσσεται καί ἐάν ἀπ’ αὐτόν μεταλαμβάνουν» οἱ πιστοί, συν­τα­χθέν ὑπό τοῦ μακαριστοῦ Μητροπολίτου Πατρῶν κυροῦ Νικο­δή­μου. Ἀρχικῶς αὐτή δημοσιεύθηκε στά ΔΙΠΤΥΧΑ τοῦ ἔτους 1999 (σσ. οη΄-π΄), πρός ἐνημέρωση τῶν εὐλαβέστατων Ἐφημερίων καί πληρο­φόρη­ση τῶν πιστῶν.
1. Ὑπάρχει διαφορά ἀνάμεσα στό Μεγάλο Ἁγιασμό πού τελεῖται τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων καί ἐκεῖνον τῆς κύριας ἡμέρας τῆς ἑορτῆς;
Ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός πού τελεῖται τήν παραμονή τῶν Θεο­φανείων καί ἀνήμερα τῆς ἑορτῆς εἶναι ἀκριβῶς ὁ ἴδιος. Ἐσφαλ­μένα κάποιοι θεωροῦν ὅτι δῆθεν τελεῖται τήν παραμονή ὁ «μικρός Ἁγιασμός» καί τήν ἑπόμενη ὁ «Μέγας». Καί στίς δύο περιπτώσεις τελεῖται ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός.
Μικρός Ἁγιασμός τελεῖται τήν πρώτη μέρα κάθε μήνα, κα­θώς καί ἐκτάκτως ὅταν τό ζητοῦν οἱ χριστιανοί σέ διάφορες περι­στά­σεις (ἐγκαίνια οἰκιῶν, καταστημάτων καί ἱδρυμάτων, σέ θεμελίωση κτισμάτων κ.λπ.). Ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός τελεῖται μόνο δύο φορές τό χρόνο (τήν 5η καί 6η Ἰανου­α­ρίου) στό Ναό.
2. Ποῦ φυλάσσεται ὁ Μέγας Ἁγιασμός καί γιά ποιό λόγο;
Ὁ Μεγάλος Ἁγιασμός φυλάσσεται ὅλο τό χρόνο στό Ναό. Φυλάσσεται ὄχι ἄνευ λόγου. Καί ὁ λόγος δέν εἶναι ἄλλος, παρά γιά νά «μεταλαμβάνεται» ἀπό τούς πιστούς ὑπό ὁρισμένες συνθῆ­κες καί προϋποθέσεις. Συνηθισμένη εἶναι η περίπτωση πού ἀφορᾶ στούς διατελοῦντες ὑπό ἐπιτίμιο τοῦ Πνευματικοῦ, πού ἐμποδίζει τή συμμετοχή τους στη θεία Κοινωνία, γιά ὁρισμένο καιρό, καί εἴ­θισται νά δίδεται σέ αὐτούς, γιά εὐλογία καί παρηγοριά τους, Μέγας Ἁγιασμός. Κανένα κώλυμα δέν ὑφίσταται πρός τοῦτο, ἐφ’ ὅσον μάλιστα βρίσκονται «ἐν μετανοίᾳ καί ἐξομολογήσει».
Ἀπαραίτητα ὅμως πρέπει νά συνειδητοποιοῦν ὅτι ὁ Μέγας Ἁγιασμός δέν ὑποκαθιστᾶ οὔτε ἀντικαθιστᾶ τή θεία Κοινωνία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, γιά τήν ὁποία ὀφείλουν μέ τή μετάνοια νά προετοιμάζονται, γιά νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τά κωλύματα τῆς ἁμαρτίας, ὥστε νά ἀξιωθοῦν νά κοινωνήσουν τό ταχύτερο.
3. Μπορεῖ ὁ Μέγας Ἁγιασμός νά φυλάσσεται στό σπίτι καί νά πίνουν ἀπ’ αὐτόν σέ καιρό ἀσθένειας ἤ γιά ἀποτροπή βασκανίας καί κάθε σατανικῆς ἐνέργειας;
Ἡ ἀπάντηση εἶναι θετική. Παρέχεται ἀπ’ αὐτό τοῦτο τό ἱερό κείμενο τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ, πού προβλέπει «ἵνα πάντες οἱ ἀρυόμενοι καί μεταλαμβάνοντες ἔχοιεν αὐτό (τό ἡγιασμένον ὕδωρ…) πρός ἰατρείαν παθῶν, πρός ἁγιασμόν οἴκων, πρός πᾶσαν ὠφέλειαν ἐπιτήδειον», καί δή καί «δαίμοσιν ὀλέθριον, ταῖς ἐναντίαις δυνάμεσιν ἀπρόσιτον» (πρβλ. καί τή συναφή εὐχή σέ βασκανία· «φυγάδευσαν καί ἀπέλασαν πᾶσαν διαβολικήν ἐνέρ­γειαν, πᾶσαν σατανικήν ἔφοδον καί πᾶσαν ἐπιβουλήν… καί ὀφθαλ­μῶν βασκανίαν τῶν κακοποιῶν ἀνθρώπων»).
Ἀναντίρρητα χειραγωγεῖται μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ πιστός νά ἀποφεύγει ἄλλες διεξόδους («ξόρκια», μαγεῖες καί ἄλλες μεθοδεῖες τοῦ πονηροῦ), καί νά καταφεύγει στά ἔγκυρα «ἁγιάσματα» τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως εἶναι ὁ Μέγας Ἁγιασμός, ἀλλά καί ὁ «μικρός» λεγόμενος Ἁγιασμός, ὡς συνειδητό μέλος τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ταμειούχου τῆς θείας χάριτος, καί μέτοχος τῶν ἁγιαστικῶν της μέσων.
Προϋποτίθεται βέβαια ὅτι στίς οἰκίες ὅπου φυλάσσεται ὁ Μέγας Ἁγιασμός, καί τό καντήλι θά ἀνάβει καί θά καίει ἐπιμελῶς, καί ἡ εὐλάβεια θά ὑπάρχει στά μέλη τῆς οἰκογενείας, τούς συζύγους καί τά παιδιά, καί θά ἀποφεύγεται κάθε αἰτία πού ἀπο­διώχνει τή θεία χάρη (ὅπως βλασφημίες ἤ ἄλλες ἀσχημοσύνες).
4. Ποιά ἡ σχέση νηστείας καί Μεγάλου Ἁγιασμοῦ;
Ἡ ἱστορική ἀρχή τοῦ Μεγάλου Ἁγιασμοῦ εἶναι ἡ ἑξῆς: Στήν ἀρχαία Ἐκκλησία τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων -ὅπως τήν παρα­μονή τοῦ Πάσχα καί τῆς Πεντηκοστῆς- γινόταν ἡ βάπτιση τῶν Κατηχουμένων, δηλ. τῶν νέων χριστιανῶν. Τά μεσάνυχτα τελοῦ­νταν ὁ ἁγιασμός τοῦ ὕδατος γιά τήν τελετή τοῦ Βαπτίσματος· τότε εἰσήχθη ἡ συνήθεια -ὅπως μᾶς πληροφορεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος- οἱ χριστιανοί νά παίρνουν ἀπό τό ἁγιασμένο νε­ρό καί νά πίνουν ἤ νά τό μεταφέρουν στά σπίτια τους γιά εὐ­λογία καί νά τό διατηροῦν ὁλόκληρο τό χρόνο· «Διά τοῦτο καί ἐν μεσο­νυκτίῳ κατά τήν ἑορτήν ταύτην ἅπαντες ὑδρευσάμενοι, οἴκα­δε τά νάματα ἀποτίθενται, καί εἰς ἐνιαυτόν ὁλόκληρον φυλάττουσιν» (Λόγος εἰς τό ἅγιον βάπτισμα τοῦ Σωτῆρος· ΡG 49, 366).
Ἀργότερα ὅμως, σέ καιρούς λειτουργικῆς παρακμῆς, ἡ ἀκο­λουθία τοῦ Ἁγιασμοῦ ἀπομονώθηκε ἀπό αὐτή τοῦ Βαπτίσματος, παρόλο πού διατήρησε πολλά στοιχεῖα του. Παρέμεινε ἡ συνή­θεια ὥστε οἱ πιστοί νά παίρνουν ἀπό τό ἁγιασμένο νερό «πρός ἁγιασμόν οἴκων», ὅπως ἀναφέρει ἡ καθαγιαστική εὐχή τοῦ Με­γάλου Ἁγιασμοῦ.
Νωρίς ἐπίσης ἐπικράτησε ἡ συνήθεια τῆς νηστείας πρίν ἀπό τήν ἑορτή τῶν Θεοφανείων, γιά δύο λόγους: Πρῶτο, οἱ δύο μεγά­λες ἑορτές τῶν Χριστουγέννων καί τῶν Θεοφανείων στήν ἀρχαία Ἐκκλησία ἦταν ἑνωμένες σέ μία, αὐτή τῶν Θεοφανείων ἤ Ἐπι­φα­νείων, πού τελοῦταν τήν 6ηἸανουαρίου (συνήθεια πού διατη­ρεῖ­ται στήν Ἀρμενική Ἐκκλησία μέχρι σήμερα)· ὅμως ὁ ἅγιος Ἰωάν­νης ὁ Χρυσόστομος (4ος αἰ.) χώρισε τίς δύο γιορτές καί ὅρισε ἡ μέν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ νά γιορτάζεται τήν 25η Δεκεμβρίου, ἡ δέ Βάπτιση καί φανέρωση τῆς ἁγίας Τριάδας τήν 6η Ἰανουαρίου. Πρίν ἀπό κάθε Δεσποτική ἑορτή προηγοῦνταν νηστεία γιά τήν ψυχική καί σωματική κάθαρση τῶν πιστῶν. Ἄς θυμηθοῦμε πώς ἡ νηστεία ἔχει μέσα της τό στοιχεῖο τοῦ πένθους γιά τίς ἁμαρτίες. Ἔτσι ὅταν χώρισαν οἱ δύο ἑορτές, ἡ νηστεία πού προηγοῦνταν ἀκο­λούθησε τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων· γι’ αὐτό ἡ Ἐκκλησία ὅρισε νά νηστεύουμε μόνο τήν παραμονή τῶν Θεοφανείων σάν προετοι­μασία γιά τήν ἑορτή, καί ὄχι περισσότερες ἡμέρες, γιατί βρι­σκόμαστε σέ ἑορταστική περίοδο, τό ἅγιο Δωδεκαήμερο.
Καί δεύτερο· ἀρχαία συνήθεια ἦταν ἐπίσης αὐτοί πού θά βα­πτίζονταν νά νηστεύουν καί μαζί μέ αὐτούς οἱ Ἀνάδοχοι, οἱ συγ­γενεῖς, ἀλλά καί ἄλλοι χριστιανοί οἱ ὁποῖοι τηροῦσαν ἐθελοντικά νηστεία «ὑπέρ τῶν βαπτιζομένων». Δέν ἦταν λοιπόν δύσκολο στή συνείδηση τῶν χριστιανῶν νά συνδεθοῦν ἡ πόση τοῦ ἁγιασμοῦ καί ἡ νηστεία, χωρίς νά ὑπάρχει αἰτιώδης σχέση μεταξύ αὐτῶν.
Ἔτσι λοιπόν, μεταφέροντας τό ζήτημα στή σημερινή ἐποχή μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι οἱ τακτικῶς μεταλαμβάνοντες τῶν ἁγίων Μυστηρίων καί τηροῦντες τίς νηστεῖες τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως καί τῆς 5ης Ἰανουαρίου, εἶναι ἤδη ἕτοιμοι ὥστε νά πιοῦν ἀπό τό Μεγάλο Ἁγιασμό τῆς 5ης καί 6ης Ἰανουαρίου. Σέ ἄλλη περίπτωση, ἐνδείκνυται νά τελοῦν σχετική νηστεία, ὅπως ὁρίζει σ’ αὐτούς ὁ Πνευματικός τους.
Τέλος ὅσοι ἐκτάκτως πίνουν ἀπό τό Μεγάλο Ἁγιασμό πού φυλάσσουν στό σπίτι τους, σέ ὧρες ἀσθενειῶν καί κινδύνων κ.λπ., μετά ἤ ἄνευ νηστείας, ἄς μήν ὑστεροῦν στήν πνευματική νηστεία ἀπέχοντες «ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός τε καί πνεύματος, ἐπι­τελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ» (Β΄ Κορ. 7,1).
Πηγή: http://gerontes.wordpress.com/2012/01/05/%CE%BF-%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B7-%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85/

Η Ανάληψη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού

Διαβάστε δέκα απαντήσεις σε δέκα ερωτήσεις σχετικές με την Ανάληψη του Χριστού

Η Ιατρική και ο Θεάνθρωπος

Ακολουθούμε τον Χριστό από το Όρος των Ελαιών μέχρι το Σταυρό και με βάση τα Ευαγγέλια και την Ιατρική αναζητούμε τα ακριβή αίτια του θανάτου Του.

από τον Dr Στέφανο Καραγιαννόπουλο

Dr Στέφανος Καραγιαννόπονλος είναι καθηγητής Παθολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών)

ΑΓΩΝΙΑ ΣΤΟ ΟΡΟΣ ΤΩΝ ΕΛΑΙΩΝ

Όταν ο Ιησούς και οι Μαθητές Του ολοκλήρωσαν το δείπνο για το Πάσχα των Ιουδαίων-στον πάνω όροφο ενός σπιτιού της νοτιοδυτικής Ιερουσαλήμ- κατευθύνθηκαν προς το όρος των Ελαιών (γνωστό ως Γεθσημανή), βορειοανατολικά της πόλης. Εκεί -γνωρίζοντας προφανώς ότι η ώρα του θανάτου Του ήταν κοντά- υπέφερε από μεγάλη ψυχική αγωνία και ο ιδρώτας Του φάνηκε να παίρνει τη μορφή αίματος. Η αιμάτινη εφίδρωση (ιατρικά ονομάζεται αιματίδρωση ή αιμοΐδρωση) είναι ιδιαίτερα σπάνιο φαινόμενο και μπορεί να εκδηλωθεί σε άτομο που βρίσκεται υπό ισχυρή συναισθηματική ένταση. Η περιγραφή του συγκεκριμένου γεγονότος στις διάφορες ιστορικές πηγές επιβεβαιώνει την επιστημονική διάγνωση της αιματίδρωσης και αποκλείει παρόμοια ιατρικά φαινόμενα, όπως την «απεκκριτική χρωμίδρωση» (ιδρώτας με καφετιά ή κιτρινοπράσινη απόχρωση) ή το «στιγματισμό» (αίμα που στάζει από τις παλάμες των χεριών ή από κάποιο άλλο σημείο του σώματος). Έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι η αιματίδρωση ευθύνεται για την υπόταση. Πιο πιθανή, όμως, είναι η απώλεια αίματος του Ιησού τις ώρες εκείνες, αν και η χαμηλή θερμοκρασία στο δικαστήριο και τη φυλακή μπορεί να προκάλεσε κρυολόγημα, ρίγη και εξάντληση του οργανισμού με ταυτόχρονη πτώση της πίεσης.

ΤΡΕΙΣ ΑΙΤΙΕΣ ΘΑΝΑΤΟΥ

Υποστηρίζονται δύο απόψεις, που έχουν γίνει αιτία μεγάλης αντιπαράθεσης όσον αφορά στη φύση της πληγής που προκάλεσε η λόγχη του στρατιώτη στην πλευρά του Ιησού. Στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη αναφέρεται η πληγή του Ιησού από τη λόγχη. Και τονίζεται η ροή αίματος και νερού από αυτήν. Κάποιοι συγγραφείς υποστήριξαν ότι μάλλον επρόκειτο για ροή υγρών από τις κοιλότητες του πνεύμονα (διυδρωματική πλευρίτιδα) ή της κοιλιάς (ασκίτης). Ωστόσο, η ελληνική λέξη «πλευρά» που χρησιμοποιεί ο Ευαγγελιστής υποδηλώνει ότι η πληγή έγινε στο θώρακα και όχι στην κοιλιακή χώρα. Στην παράδοση απεικονίζεται η δεξιά πλευρά. Την άποψη αυτή ενισχύει και το γεγονός ότι η μεγάλη ροή αίματος είναι πιο πιθανή από τη διάτρηση του δεξιού καρδιακού κόλπου (που παρουσιάζει διαστολή και έχει λεπτό τοίχωμα) ή της αντίστοιχης δεξιάς καρδιακής κοιλίας. Οι αμφισβητήσεις της άποψης του Ευαγγελιστή Ιωάννη πηγάζουν από τη δυσχέρεια της Ιατρικής να εξηγήσει την ταυτόχρονη ροή αίματος και νερού από την πληγή. Μέρος του προβλήματος έγκειται στο γεγονός ότι πρώτα αναφέρεται η ροή αίματος. Όμως, πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι στον αρχαίο ελληνικό λόγο η σειρά των λέξεων επιλεγόταν ανάλογα με το πού χρειαζόταν να δοθεί έμφαση. Επομένως, φαίνεται πολύ πιθανό ο Ευαγγελιστής Ιωάννης να ήθελε να τονίσει την εμφάνιση του αίματος συγκριτικά με το νερό, γι’ αυτό και το αναφέρει πρώτο. Υπό το πρίσμα αυτό, το νερό πιθανότατα αποτελείτο από ορώδες πλευρικό και περικαρδιακό υγρό, ενώ το αίμα πρέπει να προήλθε από το δεξιό κόλπο της καρδιάς ή την αντίστοιχη δεξιά κοιλία ή ίσως από τον τραυματισμό ενός μεγάλου αγγείου.

Ο θάνατος του Ιησού 6-7 ώρες μετά τη Σταύρωσή Του ξάφνιασε ακόμη και τον Πόντιο Πιλάτο. Το γεγονός ότι ο Ιησούς αναστέναξε, έγειρε το κεφάλι Του και πέθανε υποδηλώνει την πιθανότητα εκδήλωσης ενός «διαφορετικού» θανατηφόρου συμβάντος. Μια αρκετά δημοφιλής άποψη είναι ότι πέθανε από ρήξη της καρδιάς. Στις καταστάσεις της σοβαρής και παρατεταμένης υπότασης, επικίνδυνης έλλειψης στο αίμα, ανεπάρκειας της αναπνοής και παθολογικών αλλοιώσεων της πηκτικότητας του αίματος, μπορεί να δημιουργηθούν θρόμβοι κοντά στις βαλβίδες της καρδιάς ή στους κόλπους της. Η ρήξη του τοιχώματος της καρδιάς στο σημείο που εκδηλώθηκε το έμφραγμα δεν είναι σπάνιο ιατρικό φαινόμενο. Παρ’ όλα αυτά, αρκετά πιθανή ως αιτία θανάτου φαίνεται να ήταν η καρδιαναπνευστική ανεπάρκεια, που προκλήθηκε από την ταλαιπωρία και αποδεικνύεται από την αδυναμία του Ιησού να μεταφέρει την οριζόντια δοκό του Σταυρού – γεγονός που σπάνια είχε αναφερθεί για άλλους μελλοθάνατους. Μία ακόμα πιθανότερη αιτία θανάτου -αποτέλεσμα και αυτή της προηγούμενης στρεσογόνου κατάστασης- είναι η καρδιακή αρρυθμία (καρδιακή κοιλιακή μαρμαρυγή).

Από τον τρόπο της περιγραφής φαίνεται πως ο Ιησούς ήταν «Νεκρός» πριν η λόγχη διατρυπήσει τη δεξιά πλευρά Του, αφού πριν από την ενέργεια αυτή του στρατιώτη είχε σταματήσει να μιλά και είχε γείρει το κεφάλι Του. Ενώ μετά από αυτήν δεν αναφέρεται κάποια αντίδραση του σώματός Του.

ΤΟ ΜΑΣΤΙΓΩΜΑ

Κάθε ρωμαϊκή εκτέλεση προϋποθέτει πάντα -ως διαδικασία έναρξης- το μαστίγωμα. Ο ρωμαϊκός αυτός «κανόνας δικαίου» δεν εφαρμοζόταν στις γυναίκες και στους Ρωμαίους  γερουσιαστές, εκτός αν είχαν καταδικαστεί για λιποταξία, οπότε το μαστίγωμα ήταν παραδειγματικό. Χρησιμοποιούσαν ένα κοντό μαστίγιο (το φραγγέλιο) με δερμάτινα λουριά διαφορετικού μήκους, στις   άκρες των οποίων υπήρχαν μικρές σιδερένιες  μπάλες ή αιχμηρά κόκαλα προβάτου. Καθώς χτυπούσαν συνεχώς την πλάτη του θύματος με δύναμη, οι σιδερένιες μπάλες προκαλούσαν βαθιά τραύματα. Έπειτα, οι πληγές επεκτείνονταν στους μυς της σπονδυλικής στήλης που βρίσκονται κάτω από το δέρμα προκαλώντας ρίγη και σπασμούς στους μυς της πλάτης που αιμορραγούσαν.

Οι πηγές μαρτυρούν πως ο Ιησούς μαστιγώθηκε με δριμύτητα. Δεν γνωρίζουμε αν τα χτυπήματα περιορίστηκαν στα 39, σύμφωνα με τον Εβραϊκό Νόμο. Οι Ρωμαίοι στρατιώτες, πάντως, φαίνεται πως διασκέδαζαν με την ιδέα ότι Αυτός ο εξασθενισμένος άνθρωπος είχε ισχυρισθεί πως ήταν «Βασιλιάς». Έτσι, άρχισαν να Τον χλευάζουν. Τον έφτυσαν, Τον χτύπησαν στο κεφάλι και έσκισαν το χιτώνα από την πλάτη Του, με αποτέλεσμα να είναι πιο βαθιές οι πληγές από το μαστίγωμα. Ο αβάσταχτος πόνος και η μεγάλη αιμορραγία ελάττωσαν την πίεση του Ιησού (υπόταση). Η αιματίδρωση είχε ήδη κάνει το δέρμα του ιδιαίτερα ευαίσθητο, ενώ η ψυχολογική πίεση σε συνδυασμό με την έλλειψη τροφής, νερού και ύπνου συνέβαλαν στην εξουδετέρωση του Ιησού πριν ακόμη ανέβει στο Σταυρό.

Ο Σταυρικός Θάνατος του Χριστού

Του Αρχιμανδρίτου π. Αχιλλίου Τσούτσουρα
Πρωτοσυγκέλλου της Iεράς Mητροπόλεώς Λαρίσης και Τυρνάβου

Ο Ιησούς Χριστός καταδικάστηκε σε σταυρικό θάνατο, στον οποίο καταδικάζονταν οι δούλοι κι όχι οι ελεύθεροι. Υπήρχαν δύο τρόποι σταυρώσεως.
Κατά τον ένα τρόπο, έπαιρναν ένα δοκάρι από κορμό δέντρου, το έμπηγαν στη γη όρθιο και σ’ αυτό κάρφωναν τον κατάδικο με τα δυο του τα χέρια σε ανάταση. Έτσι ο κατάδικος πέθαινε σ’ αυτή τη θέση μέσα σε λίγα λεπτά.
Αν κάποιον όμως ήθελαν να τον βασανίσουν περισσότερο, έβαζαν στο όρθιο δοκάρι κι ένα άλλο οριζόντιο και σχημάτιζαν το σχήμα του Σταυρού. Σ’ αυτό το σχήμα κρεμούσαν τον κατάδικο, δένοντάς του τα χέρια στο οριζόντιο δοκάρι και τα πόδια του στο κατακόρυφο, οπότε ο κατάδικος πέθαινε μετά από ημέρες από πείνα, δίψα και ηλίαση.
Όταν κάποιον ήθελαν να τον βασανίσουν πιο πολύ, τότε σ’ αυτό το σχήμα του σταυρού δεν τον έδεναν με σχοινιά, αλλά τον κάρφωναν.
Αυτός ο τρόπος σταυρώσεως με καρφιά και όχι με σχοινιά ήταν πιο τυραννικός, γιατί ο κατάδικος πέθαινε από ασφυξία και αιμορραγία. Να πώς πέθαινε: Καθώς κρεμόταν με τα χέρια σαν Υ, το στήθος του πιεζόταν από τις ωμοπλάτες, ώστε να μην μπορεί να το φουσκώσει και να αναπνεύσει καλά. Για να αναπνεύσει λοιπόν αναγκαζόταν να πατάει καλά στα πόδια του (που ήταν καρφωμένα) και να ανασηκώνεται όρθιος με τα γόνατα τεντωμένα, για να φέρει τα χέρια σε κανονική έκταση και να αναπνεύσει βαθιά. Έτσι, μια σηκωνόταν στα πόδια και ανέπνεε και μια έπεφτε από τον πόνο και κρεμόταν από τα χέρια. Από τον πόνο όμως και την αιμορραγία κι από τη διακοπτόμενη αναπνοή εξαντλείτο τόσο, ώστε δεν είχε τη δύναμη να ξαναορθωθεί, και τότε πέθαινε από ασφυξία.
Όταν ήθελαν τον σταυρωμένο να τον πεθάνουν γρήγορα, του έσπαζαν τα πόδια, ώστε να μην μπορεί ν’ ανασηκωθεί και να αναπνεύσει. Γι’ αυτό και ο Πιλάτος διέταξε να σπάσουν τα πόδια των τριών σταυρωμένων, για να τελειώνουν γρήγορα, διότι την άλλη μέρα ήταν Πάσχα και δεν έπρεπε να ζουν οι σταυρωμένοι. Ο Ιησούς όμως ήταν πολύ εξαντλημένος και πέθανε πολύ πριν από το κανονικό χρονικό όριο, μέσα σε τρεις ώρες (από τις 12 το μεσημέρι μέχρι τις 3). Γι’ αυτό και δεν του έσπασαν τα πόδια, ενώ των ληστών που αργούσαν να πεθάνουν, τα έσπασαν.
Όταν σταύρωναν κάποιον ήθελαν και να τον εμπαίζουν, γι’ αυτό και τον σταύρωναν σε δημόσιους δρόμους ή σε σταυροδρόμια ή κοντά σε πύλες της πόλης. Τον Ιησού με τους δυο ληστές τους σταύρωσαν κοντά σε μια πύλη, έξω από τα τείχη της πόλης, όπου περνούσαν πολλοί περαστικοί. Γι’ αυτό και οι Ιεροί Ευαγγελιστές λένε ότι «οι παραπορευόμενοι» (δηλ. οι περαστικοί) κορόιδευαν τον Εσταυρωμένο Ιησού.
Υπάρχει και σήμερα ακόμη συνήθεια, πριν καταδικάσουν κάποιον σε θάνατο, να του διαβάζουν την αιτία της καταδίκης του. Σε διάφορους τόπους τους κρεμούν απ’ το λαιμό μια πινακίδα όπου γράφεται η αιτία του θανάτου τους. Αυτή τη σημασία έχει και η πινακίδα που κάρφωσε ο Πιλάτος πάνω από το Σταυρό του Ιησού, με την επιγραφή «Ιησούς Ναζωραίος, Βασιλεύς των Ιουδαίων».
Με την επιγραφή αυτή σαν να ήθελαν να πουν: «Αυτός ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ είναι επαναστάτης, γιατί ενώ έχουμε Βασιλιά μας τον Καίσαρα, αυτός ανακήρυξε τον εαυτό του βασιλιά των Ιουδαίων και γι’ αυτό τον πιάσαμε και τον σταυρώσαμε».
Βλέπουμε λοιπόν πώς έχει το πάθος και ο φρικτός θάνατος του Κυρίου μας, του Νυμφίου των ψυχών μας. Αυτό το φρικτό σταυρικό θάνατο κι αυτό το πάθος οφείλουμε να οικειοποιηθούμε όλοι μας και να πούμε: για μένα, Χριστέ μου, υπέμεινες, για μένα μαστιγώθηκες, για μένα σταυρώθηκες.
Κι αφού το κίνητρό Σου ήταν η αγάπη και μόνο η αγάπη, εγώ ο ταπεινός Σου προσφέρω μια μόνο υπόσχεση: να βάλω φρένο στην αμαρτία, και μια που η αμαρτία μου Σε ανέβασε στο σταυρό, εγώ μισώ πια την αμαρτία και θέλω να ζήσω ως γνήσιος μαθητής Σου, σαν ένας ευγνώμων υιός Σου, λυτρωμένος και λουσμένος στο καθαρό αίμα του φρικτού και σταυρικού Σου τέλους, σεσωσμένος από το αίμα του σταυρού Σου που κυλά και ρέει ασταμάτητα εδώ και δύο χιλιετίες για τη δική μου σωτηρία, για το δικό μου αγιασμό.

Είναι » κουφή» και «βουβή» η 6η εβδομάδα των νηστειών;

Διαβάστε την πολύ κατατοπιστική ανάρτηση της συναδέλφου Έλενας Αθανασίου

Η σταύρωση του Χριστού – Μια ιατρική μαρτυρία

Διαβάστε την πολύ ενδιαφέρουσα ανάρτηση της συναδέλφου Έλενας Αθανασίου και ένα σχετικό βίντεο στο ιστολόγιο της Σταυρούλας Ζευγαρά.

Ο Θεός νοιάζεται για όλους μας

Διαβάστε ένα άρθρο για την αγάπη και το ενδιαφέρον του Θεού για μας

Η κατάργηση των παθών

Ο άγιος Ιωάννης  ο Δαμασκηνός μας δείχνει τον τρόπο να απαλλαγούμε από τα πάθη μας

Ο Μεγάλος Αγιασμός και η χρήση του

Διαβάστε ένα ενδιαφέρον άρθρο για τον Μεγάλο Αγιασμό και τη χρήση του από τους πιστούς.

Περί μετανοίας

Διαβάστε σχετικά με την Μετάνοια και την Εξομολόγηση εδώ

Αστρολογία… την εποχή της επιστήμης;

Διαβάστε μια εργασία για την αστρολογία και την αντίληψη της Εκκλησίας.

Αυτοκτονία και η θέση της Εκκλησίας

Διαβάστε σχετικά στο ομότιτλο βιβλίο του καθηγητή Σπυρίδωνος Κοντογιάννη

Η Θεία Λειτουργία ως το μυστήριο φανερώσεως της συναγμένης Εκκλησίας και η ευθύνη-στάση των λειτουργών -ποιμένων πριν και μετά από αυτήν

Διαβάστε την σχετική εισήγηση του Αρχιμανδρίτου π. Θεοκλήτου Αθανασοπούλου, Πρωτοσυγκελλεύοντος Ιεροκήρυκος της Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας, η οποία έγινε κατά τη 2η Ιερατική Σύναξη της Μητροπόλεως Δημητριάδος και Αλμυρού, στο Συνεδριακό Κέντρο Θεσσαλίας, στις 24/11/2011

Η Εικόνα της Γέννησης του Χριστού (ερμηνεία)

Διαβάστε μια ανάλυση της Ορθόδοξης εικόνας της Γέννησης και μια αναφορά στις διαφορές αγιογραφίας και θρησκευτικής ζωγραφικής

Η Εικόνα της Αναστάσεως



Κυκλοφοροὺν δύο εἰκόνες τῆς Ἀνάστασης τοῦ Κυρίου. Ἡ Βυζαντινὴ καὶ ἡ ἀναγεννησιακή, ποὺ εἶναι καὶ πολὺ διαδεδο­μένη. Ποιές εἶναι οἱ βασικὲς διαφορὲς τους;

Τὸ ὀρθόδοξο δόγμα, ὅπως διαγράφεται ἀπό τὴν ὑμνολο­γία τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν ἑρμηνευτικὴ διδασκαλία τῶν Πατέρων, γιὰ τὸ γεγονὸς τῆς Ἀνάστασης τοῦ Κυρίου, τὸ ἐκ­φράζει πλήρως ἡ Βυζαντινὴ εἰκόνα. Ἂς δοῦμε ὅμως καί τίς δύο εἰκόνες πιὸ ἀναλυτικά.

Κατ’ ἀρχὰς ἡ εἰκόνα ἡ ὀρθόδοξη τῆς Ἀνάστασης ποὺ ἐπιγράφεται «εἰς Ἅδου κάθοδος», συνδέει δύο γεγονότα. Τὸ ἕνα εἶναι ἱστορικὸ καὶ τὸ ἄλλο ἐσχατολογικό: Τὴν Ἀνάστα­ση τοῦ Χριστοῦ «ἐν χρόνῳ» καὶ τή δική μας ἀνάσταση, τὴν κοινὴ ἀνάσταση ὅλων μας, στὰ ἔσχατα.

Γιὰ τὴν ὀρθοδοξία ἡ στιγμὴ τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ παραμένει ἀνεικόνιστη. Στήν παραδοσιακὴ ἁγιογραφία ἡ πραγματικὴ στιγμὴ τῆς Ἀνάστασης οὐδέποτε ἀπεικονίστη­κε (Οὐσπένσκυ). Καὶ τὰ Εὐαγγέλια καὶ ἡ Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας σιγοῦν ὡς πρὸς τή στιγμή αὐτή. Σύμφωνα μὲ τὴν πίστη μας ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε «ἐσφραγισμένου τοῦ τάφου». Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου ἔγινε θεοπρεπῶς μὲ τρόπο ἀπρόσιτο γιὰ τὰ ἀνθρώπινα μάτια. Τὰ στοιχεῖα μὲ τὰ ὁποῖα εἰκονογραφεῖται ἡ «εἰς Ἅδου κάθοδος» εἶναι παρμένα ἀπό τίς συνθῆκες πού μᾶς περιγράφουν τὰ ἀπόκρυφα εὐαγγέλια.

Βέβαια τὸ θέμα τῆς «καθόδου τοῦ Χριστοῦ εἰς τὸν Ἅδη», τὸ βρίσκουμε νὰ ἀναφέρεται σποραδικὰ καὶ στήν Καινὴ καὶ στήν Παλαιὰ Διαθήκη. Ὑπάρχουν μαρτυρίες γιὰ τὸ θέμα

τῆς Ἀνάστασης στίς Πράξεις (2, 31-32) καὶ στίς ἐπιστολές τοῦ ἀπ. Πέτρου καὶ τοῦ ἀπ. Παύλου (Ἐφ. 4, 9-10 & Α’ Πέτρ. 3, 18-19). Στήν Παλαιὰ Διαθήκη δέ, γίνεται λόγος γιά τοὺς «καθημένους ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου», τοὺς ὁποίους θὰ ἐλευθερώσει ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀφοῦ θὰ «συντρίψῃ πύλας χαλκᾶς καὶ μοχλοὺς σιδηροῦς συνθλάσῃ» (Ψαλμ. 6, 10-16 & Ὠσ. 6, 2)

Γιὰ τὴν «εἰς Ἅδου κάθοδον» μιλοῦν ὁ Μελίτων Σάρδεων, ὁ Λουγδούνου Εἰρηναῖος, ὁ ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος, ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων, τὰ συριακὰ λειτουργικά κείμενα καὶ τὸ ἀπόκρυφο εὐαγγέλιο τοῦ Νικοδήμου. Ἐπίσης ἡ ἀκολουθία τοῦ Μ. Σαββάτου ζωντα­νεύει τὴν εἰκόνα τῆς κατάβασης τοῦ Χριστοῦ στόν Ἅδη καὶ μᾶς μιλάει γιά τὴν Ἀνάσταση:

«Σήμερον ὁ Ἅδης στένων βοᾶ·

συνέφερέ μοι,

εἰ τὸν ἐκ Μαρίας γεννηθέντα,

μὴ ὑπεδεξάμην

ἐλθὼν γάρ ἒπ’ ἐμέ,

τὸ κράτος μου ἔλυσε·

πύλας χαλκᾶς συνέτριψε·

ψυχὰς ἅς κατεῖχον τὸ πρὶν

Θεὸς ὤν ἀνέστησε.

Δόξα, Κύριε, τῷ Σταυρῷ Σου

καὶ τῇ Ἀναστάσει Σου».

(Στιχηρὸν Ἑσπερινοῦ Μ. Σαββάτου)

Περιγραφὴ τῆς εἰκόνας τῆς Ἀνάστασης (Καχριὲ τζαμί)

Στὸ κέντρο τῆς εἰκόνας δεσπόζει ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου, ὁ Χριστός. Φέρει ἀστραφτερὰ καὶ ἀκτινοβόλα ἐνδύματα καὶ περιβάλλεται ἀπό φωτεινὴ δόξα. Δόξα ὀνομάζεται τὸ φάσμα

τοῦ φωτὸς ποὺ περιβάλλει τὸν Χριστὸ καὶ συμβολίζει τὸ με­ταμορφωμένο σῶμα Του καὶ ταυτόχρονα τὸ ἀνέσπερο φῶς τοῦ μέλλοντα αἰώνα. Τὰ χέρια Του καὶ τὰ πόδια Του εἶναι σημαδεμένα μέ τίς οὐλὲς ἀπὸ τὰ καρφιὰ τῆς Σταύρωσης. Τὸ φωτοστέφανο πού περιβάλλει τή θεία Του κεφαλή, τὰ ἀκτινοβόλα Του ἱμάτια, ἡ θριαμβευτικὴ ὄψη τοῦ παναγίου Προ­σώπου Του ἐναρμονίζονται πλήρως μὲ τὰ νοήματα τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀνάστασης, ὅπως ἐκφράζονται στὸ νικητήριο ἀπολυτίκιο τῆς ἡμέρας:

«Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν

θανάτῳ θάνατον πατήσας»!

Καὶ πράγματι ὁ θάνατος παριστάνεται ἁλυσοδεμένος, κάτω ἀπό τίς ἀμπαρόπορτες τοῦ Ἅδη, ὅπου πατᾶ θριαμβευ­τὴς τοῦ θανάτου ὁ Κύριος. Ἀνάμεσα σὲ δύο ἀπότομους βρά­χους ἀνοίγει μιά σκοτεινή ἄβυσσος. Εἶναι τὰ «κατώτατα τῆς γῆς», στὰ ὁποία εἰσῆλθε ὁ Χριστὸς μας, γιά νὰ ἀνασύρει, ὡς λάφυρο νίκης, ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος ποὺ τὸ ἀντιπροσω-πεύουν στήν εἰκόνα τὰ πρόσωπα τοῦ Ἀδάμ καὶ τῆς Εὔας. Σὲ μερικὲς εἰκόνες τή διαλύση τοῦ κράτους τοῦ θανάτου τή συμ­βολίζουν οἱ σπασμένες ἁλυσίδες καὶ τὰ σκορπισμένα κλει­διὰ καὶ καρφιά.

Μὲ δυναμικὴ ζωντάνια καὶ θεοπρεπὴ συγκατάβαση ὁ Χριστὸς τραβᾶ τὰ παραλυμένα χέρια τοῦ Ἀδάμ καὶ τῆς Εὔας. Εἶναι σὰν νὰ θέλει νὰ ξεριζώσει ἀπό τὴν ἀνθρώπινη φύση τους -καὶ κατ’ ἐπέκταση ἀπό ὅλους τοὺς ἀνθρώπους- τὸ θάνατο πού εἰσέδραμε καὶ κατάπιε παγγενὴ τὸν Ἀδάμ.

Οἱ δὲ Προπάτορες, γνωρίζοντας πιὰ καλὰ Ποιός εἶναι ὁ Νι­κητὴς τοῦ θανάτου, ἐγκαταλείπονται στὰ χέρια τοῦ Χριστοῦ πού εἶναι ἡ Ζωὴ καὶ τὸ Φῶς τὸ ἀνέσπερο.

Μαζὶ μὲ τοὺς προπάτορες, Ἀδάμ καὶ Εὕα, ὁ Κύριος ἐλευ­θερώνει ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ θανάτου ὅλους τοὺς δικαίους πού περίμεναν τὴν ἔλευσή Του ὡς Λυτρωτῆ. Στὰ ἀριστερὰ τῆς εἰκόνας βλέπουμε τοὺς Ἁγίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅπως τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο, τὸ Δαυίδ, τὸ Σολομῶντα κ.ἄ. Εἶναι ἐκεῖνοι πού προετοίμασαν μὲ τὸ κήρυγμά τους τίς ψυ­χὲς ὅσων βρίσκονταν στόν Ἅδη, γιά νὰ δεχθοῦν τὸν Σωτήρα καὶ νὰ σωθοῦν.

«Καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι

ζωὴν χαρίσαμενος»!..

Ἀξιοσημείωτο εἶναι ὅτι σὲ πολλὲς παραστάσεις τῆς εἰς Ἅδου καθόδου (π.χ. στήν τοιχογραφία τῆς Μονῆς Στουντένιτσα τῆς Σερβίας -παρεκκλήσιο τῶν βασιλέων-), μαζὶ μὲ τοὺς δίκαιους τῆς Π. Διαθήκης, εἰκονίζονται καὶ οἱ Ἀπόστο­λοι τῆς Καινῆς Διαθήκης νὰ βγαίνουν ἀπὸ τὰ μνήματα, ἐνῶ ὅπως ξέρουμε ἦταν ζῶντες, πράγμα ποὺ φανερώνει τόν ἐσχατολογικὸ χαρακτήρα τῆς εἰκόνας τῆς Ἀνάστασης. Δη­λαδὴ ὅτι μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ τὰ ἔσχατα βιώνον­ται ἐδῶ, μέσα στήν ἱστορία, ὡς πρόγευση, «ὡς ἀρραβών» τῆς μέλλουσας ζωῆς καὶ Βασιλείας. «Ἡ εἰκόνα τῆς Ἀνάστασης, κάνοντας ἕνα ἅλμα ἀπό τὴν ἱστορία στὰ ἔσχατα, φωτίζει τὴν ὅλη οἰκονομία τῆς σωτηρίας ἐσχατολογικά. Συνδέει τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μὲ τὴν ἀνάσταση ὅλων μας στὰ ἔσχατα».

Ἀλλὰ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ δὲν ἀφορᾶ μόνο τὸ μέλ­λοντα αἰώνα, δὲν εἶναι ἡ ἀνάσταση μόνο θέμα ἐσχατολογικό. Διότι ἀφοῦ τὰ ἔσχατα βιώνονται ἐδῶ ὡς πρόγευση, ἡ ἀνάσταση μπορεῖ νὰ βιωθεῖ ἀνὰ πᾶσα στιγμή ἀπό τὸν ἄν­θρωπο, ὡς δυνατότητα ἀναστάσεώς του ἀπό τή νέκρα τῆς ἁμαρτίας καὶ ἀποκαταστάσεώς του στὸ κατὰ φύση. Διότι ἡ ζωὴ τῆς Βασιλείας τοῦ Μέλλοντα αἰώνα, δὲν εἶναι κάτι πού ἔρχεται, ἀλλά κάτι πού ἔχει ἤδη φτάσει: «Καὶ ἡ Ζωὴ ἐφανερώθη, καὶ ἑωράκαμεν καὶ μαρτυροῦμεν καὶ ἀπαγγέλλομεν «ὑμῖν τὴν ζωὴν τὴν αἰώνιον…» (Α’ Ἰωάν. 1, 2).

Ἀντίθετα, στήν ἀναγεννησιακὴ εἰκόνα, ἡ Ἀνάσταση ἀρχίζει μὲ τὴν ἔξοδο τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸν τάφο. Ὁ Χριστὸς κρατᾶ τὸ λάβαρο τῆς νίκης, μιά σημαία συνήθως κόκκινη. Οἱ στρατιῶτες πού φρουροῦσαν τὸν Χριστὸ ἢ κοιμούνται ἢ πέφτουν κάτω ἔντρομοι… Ἡ εἰκόνα τῆς Ἀνάστασης ἡ ἀνα­γεννησιακὴ παρουσιάζει περισσότερο τὸν Χριστὸ ὡς Ὑπε­ράνθρωπο πού ἔχει ὡς κύριο στοιχεῖο Του τὴν ἐπιβολὴ καὶ τὸ θαῦμα, ἐνῶ ἡ ὀρθόδοξη εἰκόνα παρουσιάζει τὸν Κύριο τῆς Δόξης ἀναστημένο, ὁ Ὁποῖος ἔχει προσλάβει ὅλη τὴν ἀν­θρώπινη φύση στὰ πρόσωπα τοῦ Ἀδάμ καὶ τῆς Εὔας. Πάνω στὸ θέμα αὐτὸ ἡ Μαρίνα Σκλήρη μᾶς ἀναφέρει: «Ἡ εἰκόνα τῆς Ἀναγεννήσεως ἐμπνέει τὴν ἰδέα τῆς πρόσκαιρης νίκης πάνω στὸ θάνατο κάποιου Ὑπερανθρώπου, ποὺ κάνοντας ἅλμα ψηλά, ἔξω ἀπὸ τὸν τάφο, τὸ πιθανότερο ποὺ θὰ συμ­βεῖ, εἶναι νὰ ξαναπέσει. Ἡ Ἀνάσταση εἶναι δικὸ του θέμα καὶ ἡ συμμετοχὴ τοῦ ἀνθρώπινου στοιχείου στή σύνθεση, στὰ πρόσωπα τῶν στρατιωτῶν, εἶναι ὅτι ἡ νίκη αὐτή τοὺς συντρίβει μὲ τὴν ἐπιβολή τοῦ θαύματος. Ἐνῶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μὲ τὴν ἀνάσταση τοῦ Ἀδάμ καὶ τῆς Εὔας. Στή μιά ἡ δύναμη καὶ τὸ θαῦμα, ὁ Ὑπεράνθρωπος, στήν ἄλλη ἡ ἐλεύθερη σχέση καὶ κοινωνία τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἁγίων Του (Ἀνάσταση Μονῆς Χώρας).

Δύο εἰκόνες ἀντίθετες. Μὲ διαφορετικὴ  ἀνθρωπολογία καὶ σωτηριολογία».

Ἀπό τό βιβλίο:Τί ξέρεις ἐσύ γιά τίς εἰκόνες; (Αἰσθητική -ἱστορική- θεολογική προσέγγιση (Ἐρωταποκρίσεις), ἐκδ. «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ» Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου, Καρέας 2000, σελ. 104-109

Η Εικόνα της Αγίας Τριάδας

Ὑπάρχουν δύο εἰκόνες τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἡ Φιλοξενία τοῦ Ἀβραάμ καὶ μιά ἄλλη λαϊκή, πού εἰκονίζει τὸν Πατέρα σὰν γέρο ἀσπρομάλλη, τὸν Υἱὸ μὲ ἕνα πελώριο σταυρὸ καὶ τὸ Εὐαγγέλιο ἀ­νοικτό, ἐνῶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μὲ μορφὴ περιστερᾶς αἰωρεῖται στὸ μέσον. Ποιά ἀπό τίς δύο εἶναι κατάλληλη γιὰ νὰ ἀπεικονίσει μὲ ὀρθόδοξο τρόπο τήν Ἁγία Τριάδα;

Ὁ Ἰωάννης Βράνος στὸ βιβλίο του «Θεωρία τῆς ἁγιο­γραφίας», ἀναφέρεται λεπτομερῶς στὸ θέμα αὐτὸ καὶ λέει τὰ ἑξῆς: Ἡ εἰκόνα πού ἐκφράζει καὶ ἐκπληρώνει ὅλους τοὺς δογματικοὺς ὅρους καὶ ἑρμηνεύει ζωγραφικὰ τὸ Τριαδικὸ δόγ­μα εἶναι ἡ Φιλοξενία τοῦ Ἀβραὰμ. Οἱ κύριοι ὅροι ποὺ ἑρμηνεύονται μὲ τὴν εἰκόνα αὐτή εἶναι τὸ «ὁμοούσιον», τὸ «ὁμόδοξον», τὸ «ὁμόχρονον». Ἐπίσης ἀπεικονίζε­ται μὲ θαυμαστὸ τρόπο ἡ Τριαδικότητα (οἱ τρεῖς ὑποστά­σεις) τῆς Οὐσίας καὶ ἡ Μοναδικότητα (τὸ ἑνιαῖο τῆς Οὐ­σίας) τῶν τριῶν ὑποστάσεων.

«Μέτοικος ὑπάρχων ὁ Ἀβραάμ

κατηξιώθη τυπικῶς ὑποδέξασθαι

ἑνικὸν μὲν Κύριον ἐν τρισὶν ὑποστάσεσιν

ὑπερούσιον, ἀνδρικαῖς δὲ μορφώσεσιν».

(Κανὼν Μεσονυκτικοῦ, ὠδὴ στ’).

Πατήστε εδώ για να διαβάσετε περισσότερα

Το Ἀγιο Φως

Διαβάστε μαρτυρίες για την ύπαρξη του Αγίου Φωτός (και από άραβες συγγραφείς) πατώντας εδώ

Το άγιο φως δεν είναι παραμύθι, αλλά πραγματικότητα

Διαβάστε ένα άρθρο σχετικό με το Άγιο Φως και  την Αφή του.

Δείτε επίσης ένα σχετικό video πατώντας εδώ

Πότε κάνουμε το σταυρό μας στις ακολουθίες, αλλά και γενικά όταν βρισκόμαστε μέσα στην Εκκλησία; Πότε ΔΕΝ κάνουμε τον σταυρό μας;


Κάνουμε το σταυρό μας:

1. Μόλις ανάψουμε το κερί μας.
2. Όταν μπαίνουμε στους Ιερούς Ναούς και όταν βγαίνουμε από αυτούς.
3. Στην αρχή κάθε ακολουθίας.
4. Σε κάθε Τριαδική εκφώνηση.
Δηλαδή κάθε φορά πού θα λέγεται ή θα ψάλλεται το: «Δόξα Πατρί και Υιώ και Αγίω Πνεύματι»,ή όταν ακούγεται το «… του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος…».
5. Σε κάθε εκφώνηση της Παναγίας:
«Της Παναγίας, αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου, Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας…» που υπάρχει στα Ειρηνικά, Πληρωτικά και Μικρές Συναπτές.
6. Στα Απολυτίκια ή Τροπάρια όταν και όπου ακούγεται το όνομα του Αγίου ή της Αγίας της ημέρας, του Ναού κλπ.
7. Στον Όρθρο, όταν ψάλλεται, επαναλαμβανόμενο, το Μεγαλυνάριο της Παναγίας: «Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ και ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ…». Το σταυρό μας είναι προτιμότερο να τον κάνουμε , όταν φθάνει η ψαλμωδία στο: «…την όντως Θεοτόκον …», για να τονίζεται η πίστη ότι εγέννησε Θεόν.
8. Στη Μικρή και Μεγάλη Είσοδο, όταν περνούν από μπροστά μας το Ευαγγέλιο και τα Τίμια Δώρα.
9. Στον Τρισάγιο ύμνο: «Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος, ελέησον ημάς».
10. Στο «Δεύτε προσκυνήσωμεν και προσπέσωμεν…» το όποιο επαναλαμβάνεται τρις. Μαζί με το σταυρό μας σ’ αυτήν την περίπτωση κάνουμε κάθε φορά και μία μικρή μετάνοια.
11. Πριν από το τέλος του Εσπερινού, όταν ο Ιερέας λέγει το «Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα, κατά τό ρήμα σου έν ειρήνη ότι είδον οί οφθαλμοί μου τό σωτήριόν σου…».
12. Στις απολύσεις των ακολουθιών (Εσπερινού, Όρθρου και λοιπών ακολουθιών),καθώς και στην απόλυση της Θείας Λειτουργίας.
13. Κάθε άλλη φορά, κατά τις διάφορες αιτήσεις του Ιερέα , έφ’ όσον αυτό αναπαύει ή ευχαριστεί τον πιστό.
14. Όταν προσκυνούμε τις άγιες Εικόνες ή άγια Λείψανα.
15. Πριν κοινωνήσουμε και μετά τη Θεία Κοινωνία.

ΔΕΝ κάνουμε το σταυρό μας:
1. Όταν μας θυμιάζει ο Ιερέας. Στις περιπτώσεις αυτές αντί Σταυρού, κάνουμε μια υπόκλιση της κεφαλής ευχαριστούντες τον Ιερέα για την τιμή πού μας κάνει: Μετά τις άγιες Εικόνες να θυμιάζει και εμάς, ως εικόνες του Θεού! Εάν καθόμαστε , πρέπει να σηκωνόμαστε.
2. Όταν στην αρχή του Όρθρου αναγινώσκεται ο Εξάψαλμος.
Το σταυρό μας μπορούμε να κάνουμε στην αρχή και στο τέλος του Εξάψαλμου. Σ’ όλη όμως τη διάρκεια αυτού, ακόμη και στο μέσον του, όταν λέγουμε τα «Δόξα… Και νυν… Αλληλούια…» ΔΕΝ κάνουμε το σταυρό μας, αλλά παρακολουθούμε «εν πάση σιωπή και κατανύξει» τον Αναγνώστη, ο όποιος «μετ’ ευλάβειας και φόβου Θεού», διαβάζει τον Εξάψαλμο. Διότι ό χρόνος αυτός τής αναγνώσεως προεικονίζει το χρόνο τής Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου, κατά τη διάρκεια του οποίου με φόβο και τρόμο θα αναμένουμε την τελική κρίση Του για εμάς. Και, όπως τότε, έτσι και τώρα θα πρέπει σιωπώντες, όρθιοι, ακίνητοι, χωρίς μετακινήσεις ή, προπαντός, χωρίς και τούς παραμικρούς θορύβους, να παρακολουθούμε την ανάγνωση αυτή. (Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στις εσπερινές ακολουθίες της Μεγάλης Εβδομάδας, οι οποίες είναι ό Όρθρος της επομένης. Διότι τότε, αφηρημένοι, μπαίνουμε στους Ναούς χωρίς να προσέχουμε, εάν εκείνη την ώρα διαβάζεται ο Εξάψαλμος. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις θα πρέπει να παραμένουμε ακίνητοι στην είσοδο του Κυρίως Ναού και μετά το πέρας της αναγνώσεως να μετακινούμαστε για να καταλάβουμε τη θέση μας).
3. Όταν φιλάμε το χέρι Ιερωμένου.
Η συνήθεια ορισμένων να κάνουν το σταυρό τους πριν φιλήσουν το χέρι του Επισκόπου ή Ιερέα ή οποιουδήποτε ρασοφόρου είναι λανθασμένη. Το σταυρό μας τον κάνουμε, όταν ασπαζόμαστε τις άγιες Εικόνες και όχι όταν ασπαζόμαστε το χέρι του Ιερωμένου. Όταν λοιπόν πρόκειται να επικοινωνήσουμε ή να συναντηθούμε με Ιερωμένο, μπορούμε να πούμε «Ευλόγησον, Δέσποτα ή Πάτερ» ή «Την ευχή σας, Σεβασμιώτατε ή Αγιε Καθηγούμενε ή Πάτερ και κάνοντας μία μικρή υπόκλιση της κεφαλής να ασπαστούμε το δεξί του χέρι, όποτε συνεχίζουμε το διάλογο μαζί του, όπως επιθυμεί ό καθένας. Το ίδιο κάνουμε και φεύγοντας από κοντά του. Λέμε, «Την ευχή σας ή Ευλογείτε, Πάτερ», κάνουμε μικρή υπόκλιση, προτείνοντας τις παλάμες μας σταυροειδώς, ασπαζόμαστε τη δεξιά του και φεύγουμε.
4. Όταν λαμβάνουμε το αντίδωρο από το χέρι του Ιερέα, το οποίο (χέρι) στη συνέχεια το ασπαζόμαστε.

του π. Γεωργίου Κουγιουμτζόγλου (από το :»Λατρευτικό Εγχειρίδιο» σελ. 168,171)

Πηγή: http://orthodox-answers.blogspot.com/2009/09/blog-post_24.html

Γιατί ο Χριστιανισμός είναι Εκκλησία και όχι Θρησκεία -Γιατί η Ορθοδοξία έχει την αλήθεια!

ΘΡΗΣΚΕΙΑ – ΕΚΚΛΗΣΙΑ

«Θρησκεία είναι η πίστη στην οποία καταλήγει ο άνθρωπος με τη βοήθεια της νόησης, της αίσθησης, της επιθυμίας, της πράξης, για την ύπαρξη υπερφυσικών προσωπικών ή απρόσωπων δυνάμεων, από τις οποίες αισθάνεται ότι εξαρτά-ται και τις οποίες επιδιώκει να εξευμενίσει». (Χέλμουτ Γκλάζεναπ)

Εκκλησία: δεν είναι αποτέλεσμα αναζήτησης του ανθρώπου, αλλά αποκαλύψεως του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού.

«Χριστιανισμός σημαίνει στο βάθος το τέλος κάθε θρησκείας». Είναι Εκκλησία.

Η θρησκεία
βασίζεται στη φύση, στον κόσμο. Αποτελεί μια κο-σμολογία, μια διερεύνηση και ένα λόγο για τον κόσμο, με στόχο να βρεθεί κάτι που να αιτιολογεί και συνάμα να δίνει απάντηση στα μεγάλα ερωτήματα της ζωής.
Η πίστη σε ένα ανώτερο Ον που δημιούργησε τον κόσμο ή που διέπει και επιβλέπει τον κόσμο δίνει μια πρώτη και σημαντική απάντηση στο ερώτημα της αρ-χής και της αιτίας των όντων. Το Ον αυτό μπαίνει σε μύθους, σε μια μυθική ιστορία που τονίζει την αέναη επανάληψη των γεγονότων μέσα στον κύκλο της ζωής και του θανάτου.

Η Εκκλησία
στηρίζεται στην ιστορία, σ’ ένα ιστορικό γεγονός, που είναι ο Χριστός. Βασίζεται στην ιστορία, όχι σαν παρελθόν, αλλά και σαν διαρκές παρόν και σαν μέλ-λον. «Η Εκκλησία», λέει ένας σύγχρονος θεολόγος, δεν είναι ούτε παραλλαγή της θρησκείας ούτε ανταγωνι-στής της. Δε στοχεύει στην αιώνια επανάληψη της φύσεως (όπως η θρησκεία), αλλά στην εσχατολογι-κή αναφορά της κτίσεως και του κτίσματος στον Κτίστη.

Η θρησκεία θέτει σαν κύριο στόχο της τη σωτηρία του ανθρώπου. Ο όρος σωτηρία ταυτίζεται τις περισσότερες φορές με τη «λύτρωση από μια άσχημη κατάσταση, στην οποία βρίσκεται ο άνθρωπος. Η «σωτηρία» έχει ένα θετικό κατ’ αρχήν χαρακτήρα. Σε πολλές θρησκείες είναι κάτι που αναφέρεται στο παρόν, είναι γήινο αγαθό: είναι ταυτόσημη με την ευτυ-χία, την ειρήνη, την ασφάλεια στη ζωή. Ωστόσο παραμένει και σαν ένα μελλοντικό αγαθό το οποίο αναμένεται σ’ έναν άλλο κόσμο.

Στόχος της Εκκλησίας είναι να οδηγήσει τον κόσμο κατά τέτοιο τρόπο που να πορεύεται με ελπίδα κι αγάπη για κα-θετί στο έσχατο σημείο της ιστορίας, όπου η ζωή του κόσμου θα λάβει εντελώς άλλη τροπή και θα συμπορεύεται με τον Θεό, όπως και πριν από την πτώση των πρωτοπλάστων.

Σωτηρία για την Εκκλησία είναι αυτό που δείχνει η ίδια λέξη στην πρωταρχική της σημασία: να παραμείνει ο άν-θρωπος σώος, να διασώσει την εικόνα του Θεού μέσα του και να δεχθεί το Χριστό στη ζωή του. Με άλλα λόγια, να μπο-ρέσει ο άνθρωπος να αποκτήσει ξανά τη χαμένη, εξαιτίας του εγωισμού του, σχέση με τον Θεό, τον κόσμο και τον ίδιο του τον εαυτό. Αυτό πραγματοποιείται μέσα από την αποδοχή του ιστορικού γεγονότος της ενσάρκωσης του Χριστού, του θανάτου και της Αναστάσεως Του, που καταργεί κάθε θάνατο και λύνει οριστικά το πρόβλημα του θανάτου στον κόσμο. Όλα αυτά βέβαια σε βάση ελεύθερης αποδοχής και ποτέ με εξαναγκασμό. Όσες φορές η Εκκλησία χρησιμοποίη-σε τον εξαναγκασμό, μεταβλήθηκε σε απλή θρησκεία.
Η πραγματική της κατάσταση είναι να αποτελεί χώρο ελευθερίας και αγάπης κατά το μέτρο της ζωής του Χριστού.

Παρ’ όλα αυτά η Εκκλησία έχει στοιχεία μιας θρησκείας (λατρεία, δόγμα, μοναχισμό, μυστική διάσταση, θεολογία κ.λπ.), αλλά δεν είναι θρησκεία. Είναι «εν τη θρησκεία», χωρίς να είναι «εκ της θρησκείας».
Την αίσθηση αυτή είχαν όλοι οι άγιοι της Εκκλησίας. Μάλιστα οι πρώτοι χριστιανοί κατηγορούνταν από τους ρωμαί-ους ως άθεοι, επειδή η λατρεία τους και ο τρόπος ζωής τους ξεπερνούσε τα όρια της ζωής των ανθρώπων που ανήκαν σε κάποια θρησκεία.

ΓΙΑΤΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΧΕΙ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

Ας δούμε μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, τα οποία την κάνουν να ξεχω-ρίζει από την υπόλοιπη Χριστιανοσύνη και δείχνουν ότι αποτελεί συνέχεια της Εκκλησίας που ίδρυσε ο Χριστός. Τα γνω-ρίσματα αυτά είναι:

Η Αποστολικότητα
Η Εκκλησία του Χριστού ιδρύθηκε με την εκλογή των δώδεκα Αποστόλων και ξαπλώθηκε με το κήρυγμά τους. Τους Αποστόλους τους διαδέχτηκαν με επίσημη εκλογή και εκκλησιαστική χειροτονία οι επίσκοποι και οι Πατέρες της Εκκλη-σίας, οι οποίοι συνεχίζουν το έργο των Αποστόλων αδιάκοπα μέχρι σήμερα. Η αδιάκοπη αυτή διαδοχή μας δίνει την εγ-γύηση ότι η Εκκλησία μας και σήμερα βαδίζει στο σωστό δρόμο και είναι Αποστολική.

Η ασκητικότητα και λιτότητα
Το ασκητικό στοιχείο είναι πολύ έντονο στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Ισχύει για όλους τους πιστούς, ανεξάρτητα από ηλικία, φύλο και εκκλησιαστικό χάρισμα ή αξίωμα. Συστηματικά την επιδιώκουν οι μοναχοί. Αποτελεί δοκιμασμένο τρόπο και δρόμο ζωής, που υποβοηθεί στο να αποκτήσει η ύπαρξη πληρότητα και βάθος. Μερικές μορφές της: προσευχή, λατρευτική και μυστηριακή ζωή, μελέτη του θελήματος του Θεού, αυτοεξέταση και εγκράτεια, ολιγάρκεια, ταπεινοσύνη και απλότητα, προπάντων έργα αγάπης κ.ά.π. Όσοι ζουν ασκητικά τηρούν σε όλα το μέτρο. Αποφεύγουν το υπερβολικό, το εξεζητημένο, το περιττό και επιζήμιο. Με πρότυπο τη ζωή του Χριστού αγωνίζονται να υπάρχει στη ζωή τους καθαρό-τητα, τάξη και συνέπεια. Αγρυπνούν για την ποιότητα ζωής, των άλλων και της δικής τους. Ιδιαίτερα ασκούνται για να μπορούν να διακονούν κατά το θέλημα του Θεού τους συνανθρώπους και τη ζωή γενικά. Και όλα αυτά επιδιώκονται και γίνονται συνειδητά και ελεύθερα.

Η εγκάρδια αδελφοσύνη
Στην Καινή Διαθήκη, αλλά και στη ζωή γενικά της Πρωτοχριστιανικής Εκκλησίας, υπάρχει έντονο το πνεύμα της α-δελφοσύνης που ένωνε τους πρώτους χριστιανούς. Έτρωγαν σε κοινά τραπέζια («αγάπες»), είχαν τα πάντα κοινά, προ-σφωνούνταν «αδελφοί» κ.τ.λ.
Ανάλογο πνεύμα επικρατεί και στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Το γεγονός ότι όλοι είμαστε παιδιά του ίδιου Πατέρα (Θε-ού) μας κάνει να αισθανόμαστε έντονα αυτή την αδελφοσύνη. Η Εκκλησία είναι η οικογένειά μας. Μέσα σ’ αυτή την οι-κογένεια είναι φυσικό να ζούμε και να αισθανόμαστε σαν αδελφοί. Η Εκκλησία είναι πάντοτε παρούσα σ’ όλες τις ιδιαί-τερες στιγμές της ζωής μας. Στη χαρά και στη λύπη μας. Η γέννηση, η βάπτιση, ο γάμος, οι αρρώστιες και ο θάνατος κά-νουν ιδιαίτερα αισθητό αυτό το πνεύμα της αδελφοσύνης. Αλλά και στις καθημερινές ασχολίες του, στα έργα του, ακόμα και στα παραστρατήματά του, ο Ορθόδοξος αισθάνεται ότι δεν είναι μόνος. Έχει αμέριστη τη συμπαράσταση και βοή-θεια της Εκκλησίας.
Όλα αυτά συνιστούν την Ορθόδοξη Εκκλησία ως κοινωνία αγάπης. Η ορθόδοξη ευσέβεια είναι συνώνυμη με την «εν Χριστώ» ζωή, με τη ζωή της απλής, της ταπεινής, της τρυφερής εκείνης αγάπης •για το Θεό, ο οποίος «δι’ ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν» έγινε άνθρωπος, έζησε σαν άνθρωπος ανάμεσα σ’ ανθρώπους, έπαθε, υπό-φερε, ταπεινώθηκε και πέθανε πάνω στο Σταυρό.

Η αφοσίωση στην παράδοση
Η παράδοση για την Εκκλησία αποτελεί τη συνέχεια της πνευματικής πορείας της και ζωής στον κόσμο. Η ορθόδοξη θεολογία δεν είναι ορθολογιστική και νομικίστικη, αλλά είναι θεολογία θεμελιωμένη πάνω στην πνευματική εμπειρία των πιστών.

Ο λατρευτικός της πλούτος
Εκείνο που κάνει την Ορθόδοξη Εκκλησία να ξεχωρίζει από τις άλλες Εκκλησίες κατά κάποιο τρόπο μοναδικό είναι η πλούσια λατρευτική ζωή της, H ορθόδοξη λατρεία διακρίνεται για το μυστηριακό, υμνολογικό και καλλιτεχνικό πλούτο της.
Με τις ακολουθίες των επτά Μυστηρίων και ιδιαίτερα της θείας Ευχαριστίας, και το αμέτρητο σε ποικιλία πλήθος των άλλων ιερών Ακολουθιών και μορφών της λατρείας της η Ορθόδοξη Εκκλησία αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους και όλες τις ανάγκες, τα έργα και τις αδυναμίες τους, προσπαθώντας να μεταμορφώσει, να «μεταστοιχειώσει» και να εξαγιάσει όλη τη ζωή των μελών της, θέτοντάς την κάτω από την πανσθενουργό πρόνοια και αγάπη του Θεού.

Το αίμα των Μαρτύρων της
Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι Εκκλησία Μαρτύρων. Ολόκληρη η ιστορία της είναι γραμμένη με το αίμα των Μαρτύρων της, γι’ αυτό και ο υμνογράφος την παρουσιάζει ως γυναίκα που το ένδυμά της, βαμμένο στο αίμα των Μαρτύρων της, φαντάζει «ως πορφύρα και βύσσος».

Το δημοκρατικό της πολίτευμα
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έγινε ποτέ διαχωρισμός ανάμεσα στα μέλη της, εκτός από την ιεραρχική της διάρθρω-ση που διακρίνει τον Κλήρο από το Λαό. Είναι, όπως είπαμε, μια οικογένεια, που δεν μπορεί να κάνει διαχωρισμό ανάμε-σα στα μέλη της. Ο τρόπος που διοικείται (το συνοδικό σύστημα) είναι δημοκρατικό. Κληρικοί και λαϊκοί κοινωνούν από το ίδιο ποτήριο το Σώμα και Αίμα του Χριστού. Οι κληρικοί της προέρχονται στο σύνολό τους από τις λαϊκές τάξεις. Αλλά και οι συνοδικές αποφάσεις της, που με τρόπο και διαδικασίες δημοκρατικές λαμβάνονται, εγκρίνονται τελικά και νομι-μοποιούνται μόνον εφόσον γίνουν αποδεκτές από το πλήρωμα της Εκκλησίας, δηλαδή από τον ορθόδοξο λαό.

Η εσχατολογική της βάση
Λέγοντας εσχατολογική βάση στην εκκλησιαστική γλώσσα εννοούμε τον ερχομό της Βασιλείας του Θεού, η οποία έρχεται όχι σαν αποτέλεσμα της ιστορικής εξέλιξης, αλλά σαν αποτέλεσμα εσωτερικής ανακαίνισης και μεταμόρφωσης του κόσμου. Και την Ορθόδοξη Εκκλησία τη χαρακτηρίζει η πίστη στη μεταμόρφωση του κόσμου μάλλον παρά στην εξέ-λιξή του.

[Αλεξ. Καριώτογλου-Αριστ. Κεσόπουλου-Παναγ. Παπαευαγγέλου-Γεωργ. Τσανανά, Χριστιανισμός και Θρησκεύμα-τα, Αθήνα 1990, εκδ. ΟΕΔΒ, σελ. 18-23 & 114-117]

Γιατί ανάβουμε τα κεριά στην Εκκλησία;

Όταν μπαίνουμε σ’ ένα Ναό όλοι μας ανάβουμε ένα ή περισσότερα κεριά. Αυτό αποτελεί πανάρχαια και ευλογημένη συνήθεια των πιστών. Γιατί όμως υπάρχει αυτή η συνήθεια και τι συμβολίζει το κερί;
Το κερί αποτελεί σύμβολο αφοσίωσης, ευσέβειας προς τον Θεό και σεβασμού προς τους αγίους Του. Χρησιμοποιείται και σε χαρμόσυνες περιστάσεις (γάμους, βαπτίσεις), αλλά και σε λυπηρά γεγονότα (κηδείες, μνημόσυνα) γιατί όπως καίγεται και λειώνει, συμβολίζει και την πνευματική χαρά, αλλά και την λύπη και την συντριβή.
Όπως το κερί, όταν ζεσταίνεται γίνεται μαλακό και εύπλαστο, έτσι και οι καρδιές μας, όταν μπαίνουμε στην Εκκλησία και παρακολουθούμε την Θεία Λειτουργία, θα έπρεπε να γίνονται τρυφερές και συμπονετικές. Ακόμη τα κεριά συμβολίζουν τις καρδιές των χριστιανών που, φωτισμένες από το φως του Χριστού και πυρπολημένες από την Φωτιά Του (Λουκ.12,49), αναλίσκονται στη δόξα του Θεού.
Αποτελεί, λοιπόν, προτύπωση της φωτεινής ζωής που πρέπει να ζουν οι πιστοί.
Σύμφωνα με τον άγιο Συμεών Θεσσαλονίκης συμβολίζει ακόμη:
Την καθαρότητα της ψυχής μας (αφού είναι κατασκευασμένο από καθαρό κερί μέλισσας)
Την πλαστικότητα της ψυχής μας (αφού πάνω του μπορούμε να χαράξουμε ότι θέλουμε)
Την Θεία Χάρη (αφού προέρχεται από τα άνθη που ευωδιάζουν)
Την θέωση στην οποία πρέπει να φτάσουμε (επειδή το κερί ανακατεύεται με τη φωτιά και της δίνει ζωή)
Το φως του Χριστού (αφού καίει και φωτίζει στο σκοτάδι)
Την αγάπη και την ειρήνη που πρέπει να χαρακτηρίζουν κάθε χριστιανό (αφού το κερί καίγεται-αναλώνεται όταν φωτίζει και παρηγορεί τον άνθρωπο με το φως του μέσα στο σκοτάδι)
Το κερί αποτελεί προσφορά μας στον Θεό κατά τη διάρκεια της θ. λατρείας.

Ανάβοντας ένα κερί κάνουμε ένα είδος ομολογίας και προσευχής: ομολογούμε πίστη στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, και αναπέμπομε προς την Αγία Τριάδα την ωδή της ευλαβείας μας. Ανάβουμε κερί και στην Παναγία και τους αγίους. Ομολογούμε την αγιότητά τους και την παρρησία που έχουν μπροστά στον Θεό και ζητάμε τις πρεσβείες τους.
Ο όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ άναβε πολλά αγνά κεριά, μικρά και μεγάλα, στο κελί του. Όταν τον ρώτησαν γιατί το κάνει, είπε ότι ανάβει αυτά τα κεριά, ένα για κάθε άνθρωπο που θα ήθελε να μνημονεύσει πάλι στην ακολουθία (και δεν είχε το χρόνο γιατί ήταν πάρα πολλά), ως θυσία στον Θεό υπέρ αυτών.
Με το κερί που ανάβουμε εκφράζουμε την πίστη μας στον Τριαδικό Θεό και ζητάμε την ενίσχυσή Του για τον καθημερινό μας πνευματικό αγώνα, καθώς και για την ενίσχυση των αγαπημένων μας προσώπων. Ιδίως όταν κινδυνεύουμε ή έχουμε ανάγκη από ιδιαίτερη βοήθεια.
Αλλά και για τους κεκοιμημένους αδελφούς μας ανάβουμε κερί, προσευχόμενοι ταυτόχρονα για την ανάπαυση της ψυχής τους.
Σύμφωνα με τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη ανάβουμε το κερί:
Για να δοξάσουμε τον Θεό που είναι το αληθινό και μοναδικό φως που φωτίζει κάθε άνθρωπο
Για να διαλύουμε το σκοτάδι και να παρηγορούμαστε μπροστά στο φόβο του σκοταδιού
Για να δείξουμε ότι έχουμε χαρά στην ψυχή μας
Για να τιμήσουμε τους αγίους και τους μάρτυρες της πίστεώς μας (με αυτό τον τρόπο μιμούμαστε τους αρχαίους χριστιανούς που άναβαν κεριά στους τάφους των μαρτύρων)
Για να συμβολίσουμε τα καλά μας έργα σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου:
«οὕτω λαμψάτω τό φῶς ὑμῶν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἴδωσιν ὑμῶν τά καλά ἔργα καί δοξάσωσι τόν Πατέρα ὑμῶν τόν ἐν τοῖς οὐρανοῖς».
Για να συγχωρηθούν οι αμαρτίες εκείνων που ανάβουν κερί και εκείνων υπέρ των οποίων το ανάβουν (σε πολλούς ναούς υπάρχουν ξεχωριστά μανουάλια όπου ανάβονται τα κεριά για τους ζωντανούς και τους κεκοιμημένους)
Τα κεριά, λέει ο Φίλιππος Σέρραρντ, -των οποίων το μελισσοκέρι, αποσταγμένο από το νέκταρ αναρίθμητων λουλουδιών, είναι η παρθένα ψυχή, το φως τους το πνεύμα που, θρεμμένο από την καθαρότερη ουσία της ψυχής, αγωνίζεται για τον ουρανό- ανάβονται, έτσι ώστε το μάτι να μπορεί να διεισδύει στα νοήματα που μιλούν μέσα από σχήματα και χρώματα. Όταν ανάβονται και σβήνονται, δεν αναλογιζόμαστε μόνο, αλλά μπορούμε να δούμε τη δημιουργία του φωτός και τον ερχομό του σκοταδιού και της αμαρτίας. … οι φλόγες των κεριών, που τρεμοσβήνουν σαν το πνεύμα που ζει σε κίνδυνο, απωθούν τα σκοτάδια…
Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος γράφει: «οι λαμπάδες που ανάβεις σου φανερώνουν το νοητό φως. Επειδή, όπως η εκκλησία λάμπει ολόκληρη από τις λαμπάδες, έτσι και ο οίκος της δικής σου ψυχής, πρέπει να λάμπει όλος νοητά…»

Τελικά ανάβοντας το κερί πρέπει να θυμόμαστε ότι πρέπει να ζούμε μέσα στο φως που πήραμε με τη βάπτισή μας (γι’ αυτό στη διάρκεια της βάπτισης κρατάμε αναμμένες λαμπάδες). Το φως αυτό είναι το πυρ της Πεντηκοστής, το φως του Αγ. Πνεύματος (ανανεώνεται κάθε φορά που συμμετέχουμε στη Θεία Λειτουργία, που προσευχόμαστε, κυρίως λαμβάνουμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού)
Να θυμόμαστε ότι το «φῶς τοῦ Χριστοῦ φαίνει πᾶσι»

ΒιβλιογραφΙα
1. ELIAS NICHOLAS REV., The Divine Liturgy explained, “Astir” Publishers, Athens 1979, p. 32
2. ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ, Η Παλαιά Διαθήκη στην Ορθόξοδον Εκκλησίαν, Αθήναι 2002, σελ.205,219
3. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ιερομόναχος, Η Θεία Λειτουργία (Σχόλια), Αθήνα 1987, εκδ. Δόμος, σελ. 177
4. ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ, τ.2, Απρ.’99, σελ. 103-104
5. ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ ΚΩΝ., Ο χριστιανικός Ναός και τα τελούμενα εν αυτώ, Αθήνα 1969, εκδ. Γρηγόρη, σελ. 151
6. ΜΗΝΙΑΤΗΣ ΗΛΙΑΣ, Κατήχηση και Λειτουργική, Αθήναι 1974, εκδ. Μ. Πεχλιβανίδης και ΣΙΑ, σελ.93
7. ΠΟΠΟΒΙΤΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ Αρχιμ., Οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ, Βίος, Θεσσαλονίκη 1991, εκδ. «Το Περιβόλι της Παναγιάς», σελ. 75
8. ΣΕΡΡΑΡΝΤ ΦΙΛΙΠΠΟΣ, Οι Πατέρες της ερήμου κι εμείς, στο περ. ΣΥΝΑΞΗ, τευχ.56, Οκτ.-Δεκ.’95, σελ.64
9. ΤΟΛΜΗ, Γιατί ανάβουμε καντήλι στο σπίτι, κερί στην εκκλησία, έκδ. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών
10. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, Απαντήσεις εις λειτουργικάς απορίας, Αθήνα 19914, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, σελ. 89,125

Συμβολισμός του Χριστιανικού – Βυζαντινού ναού

«Εἰ καί ἐξ ὑλῶν συγκείμενός ἐστιν, ἀλλ’ οὖν ὑπερκόσμιον ἔχει χάριν»
1. Ο χριστιανικός ναός είναι ένα ορατό σημείο – σύμβολο – εκείνου που δεν μπορούν να δουν τα ανθρώπινα μάτια. Η μυστική σημασία του ναού αποκαλύπτεται μόνο στούς «μεμυημένους», στους πιστούς.
2. Κάθε Χριστιανική εκκλησία αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο, μια «λίθινη αλληγορία» του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Χωρίς τη Θεία Ευχαριστία δεν νοείται χριστιανικός ναός, ο οποίος – κυρίως και κατεξοχήν – σ’ αυτήν οφείλει την ύπαρξή του.
3. Η Θεία Λειτουργία, που συνεχώς τελείται στο ναό, είναι μιά εικόνα- αντίτυπο της «ἐν οὐρανῷ» τελούμενης αγγελικής Λειτουργίας. Έτσι, ο χριστιανικός ναός θεωρείται – και έγινε με την πάροδο του χρόνου – το σύμβολο, το αντίτυπο και η επίγεια εικόνα του νοητού ουράνιου χώρου, στον οποίο -μπροστά στο Θρόνο του Θεού – τελείται η Θεία Λειτουργία από τους αγγέλους.
4. Στους βυζαντινούς χρόνους ο χριστιανικός ναός συμβολίζει ολόκληρο τον κόσμο. Σκεπή = ο ουρανός και δάπεδο = η γη. Ο χριστιανικός ναός δηλ. είναι ένας μικρόκοσμος και συμβολίζει τα ορατά και τα αόρατα. (Πρβλ. και τη Σκηνή του Μαρτυρίου στο Ναό των Ιεροσολύμων).
5. Το Ιερό Βήμα του χριστιανικού ναού συμβολίζει συνήθως τον ουρανό, ενώ ο κυρίως ναός τα γήινα, την «στρατευόμενη εκκλησία». Υπάρχει όμως και η τριαδική θεώρηση του χριστιανικού ναού, σύμφωνα με την οποία: (α) ο ναός πρέπει να έχει τρεις εισόδους (=Αγία Τριάδα). (β) ο πρόναος – νάρθηκας συμβολίζει τον εξωτερικό κόσμο, τη γη γενικά. (γ) o κυρίως ναός συμβολίζει τον «ορατόν» ουρανό και (δ) το Ιερό Βήμα συμβολίζει τα υπερουράνια, τον αόρατο πνευματικό κόσμο, τον Παράδεισο, όπου ο Θρόνος του Θεού. Αυτή η τριαδική θεώρηση και κυρίως η τριμερής διαίρεση του χριστιανικού ναού έχει τεράστια συμβολική σπουδαιότητα όχι μόνο για τους «μεμυημένους» πιστούς, αλλά και για την όλη εξέλιξη και διαμόρφωση της Χριστιανικής ναοδομίας γενικότερα.
6. Ο τρούλλος είναι το χαρακτηριστικότερο και το βασικότερο στοιχείο της Βυζαντινής ναοδομίας. Τονίζει, συμβολίζει και αισθητοποιεί – και μάλιστα κατά τον καλύτερο τρόπο – την σχέση με τον ουρανό και καθιστά το ναό σαν έναν κατ’ εξοχήν μυστηριακό χώρο. (Τα άστρα π.χ. του ουρανού συμβολίζονται με τα καντήλια και τους πολυελαίους των ναών κ.λπ.).
7. Ό άμβωνας συμβολίζει τον «Λίθον» του Τάφου του Χριστού, καθώς και την Αγία Τράπεζα. Από «τόν κυλισθέντα αὐτόν λίθον» (=άμβωνα) οι διάκονοι και οι ιερείς διαβάζουν και κηρύττουν το ιερό Ευαγγέλιο (=την Ανάσταση του Χριστού, το Λόγο του Θεού). Πάνω στη λίθινη Αγία Τράπεζα- που συμβολίζει τον Τάφο του Χριστού – τελείται η Θεία Ευχαριστία.
8. Οι κ ί ο ν ε ς και οι π ε σ σ ο ί, που βαστάζουν την οροφή του ναού, συμβολίζουν – κυρίως στους Βυζαντινούς χρόνους – τους Αποστόλους, τους Προφήτες, τους Αγίους, τους Μάρτυρες, τους Οσίους κ.λπ.
9. Εικονογράφηση. Τα ιερά πρόσωπα, σαν «καλοί στρατιώτες του Χριστού», εικονίζονται στα διάφορα μέρη του ναού. Στηρίξουν την Εκκλησία και ενισχύουν τους πιστούς. Τα εικονιζόμενα ιερά Πρόσωπα είναι «στῦλοι καί ἑδραιώματα» της Εκκλησίας και της Χριστιανικής Πίστεως.
10. Το εικονοστάσι – τέμπλο χωρίζει τον ανθρώπινο κόσμο (κυρίως ναός) από τον επουράνιο (ιερό Βήμα). Τα θωράκια του τέμπλου θεωρούνται σαν «αντίτυπα» των κάγκελων-πλακών του Τάφου του Χριστού. Ο συμβολισμός αυτός σχετίζεται και πάλι με την Αγία Τράπεζα, που είναι το κέντρο της Χριστιανικής Λατρείας.
Εκτός από τους βασικούς αυτούς συμβολισμούς, υπάρχουν και πολλοί άλλοι στα διάφορα συγγράμματα των Πατέρων της Εκκλησίας (π.χ. Μάξιμος Ομολογητής, Συμεών Νέος Θεολόγος, Γερμανός Α’ Κων/λεως κ.ά.). Γεγονός είναι ότι ο συμβολισμός προσέλαβε τεράστιες διαστάσεις: δεν επικρατεί μόνο στην παλαιοχριστιανική εποχή, αλλά και στη βυζαντινή και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Σύμφωνα, λοιπόν, με την ανέκαθεν επικρατούσα συμβολική διάσταση: ο Χριστιανικός ναός, αν και αποτελείται από διάφορα υλικά, εν τούτοις έχει μια υπερκόσμια χάρη.
Από τους πλούσιους αυτούς συμβολισμούς των διαφόρων μερών του Χριστιανικού ναού μπορεί να κατανοήσει κανείς την έντονη θρησκευτική ζωή των περασμένων γενεών. Είναι, λοιπόν, φανερή η θρησκευτική ζωή, η «ναοκεντρική» γενικά ατμόσφαιρα, στην οποία ζούσαν οι βυζαντινοί προγονοί μας.
(Αντουράκη Γ., Χριστιανική Αρχαιολογία, τ. Α΄, Αθήνα 1984, σελ. 109-110)