ΠΟΝΤΙΑΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ

2ο ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΧΡΥΣΟΥΠΟΛΗΣ
ΠΟΝΤΙΑΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ

ΛΥΡΑΡΗΔΕΣ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΕΣ

ΛΥΡΑΡΗΔΕΣ

 


Λυράρης στο «πάρσιμο της νύφης» (1906)

 

Οργανοπαίχτες της λύρας. Αναρίθμητο είναι το πλήθος των λυράρηδων του Πόντου. Μερικοί απ’ αυτούς, κορυφαίοι καλλιτέχνες της λύρας, προσέφεραν στην ποντιακή μουσική πολύτιμες υπηρεσίες. Ελάχιστοι διατηρήθηκαν στη μνήμη του ποντιακού λαού, όπως ο Αντώντς από την Κρώμνη, ο Κωφόγλης από τη Ματσούκα, ο Σαμάλογλης από τα Μεσαρέας κ.ά. Το μέγα πλήθος των εξαίρετων λυράρηδων πέρασε στην ανωνυμία.

Οι λυράρηδες του Πόντου, συνήθως και καλοί τραγουδιστές, ήταν ευαίσθητοι δέκτες των ανθρώπινων συγκινήσεων, των συναισθηματικών μηνυμάτων των ανθρώπων. Ήταν ακόμα οι βασικοί παράγοντες για τη δημιουργία του ποντιακού τραγουδιού.

Σε κάθε γάμο και διασκέδαση, σε κάθε πανηγύρι, ο λυράρης πρωτοστατούσε στη δημιουργία της χαρμόσυνης ατμόσφαιρας. Η επιτυχία κάθε γλεντιού πάνω στους δικούς του ώμους έπεφτε. Οι διασκεδαστές απαιτούσαν από το λυράρη πολλά. Ζητούσαν απ’ αυτόν να παίζει και να τραγουδά αδιάκοπα. Έπρεπε λοιπόν ο λυράρης μαζί με το ταλέντο του να διαθέτει και μεγάλη αντοχή. Το επόμενο τραγούδι περιγράφει την παρουσία του λυράρη και τραγουδιστή στα πλαίσια του γάμου:

Εγώ έμ’ π’ ετραγώδεσα

εφτά νύχτας κι ημέρας

ση Δεσποινίτσας τη χαράν,

ση Κωνσταντή τον γάμον.

Εφτά ημέρας σο ποδάρ’

και ξάι πουθέν ‘κι εκάτσα,

εφτά ημέρας σο χορόν

κι ομμάτα απάν ‘κι έγκα.

Έπαιξα κι ετραγώδεσα,

το στόμα μ’ ξάι ‘κι εστάθεν,

έναν τραγώδ’ δύο φοράς

κανείς ‘κι έκ’σεν να λέγω.

Σα τραγωδίας, σο χορόν

κανείς ‘κι παραβγαίν’ με,

τη κόρ’ς το γλυκοτέρεμαν

έκαψεν την καρδία μ’.

 

(Εγώ ‘μαι που τραγούδησα

εφτά νύχτες και μέρες

στης Δεσποινούλας τη χαρά,

στου Κωνσταντή το γάμο.

Και πουθενά δεν κάθισα,

στο πόδι εφτά μέρες,

εφτά ημέρες στο χορό,

χωρίς να κλείσω μάτι.

Έπαιξα κι ετραγούδησα

κι αναπνοή δεν πήρα,

σ’ ένα τραγούδι δυο φορές

κανείς δε μ’ έχει ακούσει.

Και στα τραγούδια, στο χορό,

κανένας δε με φτάνει,

μόν’ η ματιά της κοπελιάς

έκαψε την καρδιά μου.)

 

Οι λυράρηδες μισούν το θάνατο. Επιχειρούν να τον καταργήσουν συναισθηματικά. Θέλουν να κατεβούν στον Άδη, για να ελευθερώσουν όλους τους νεκρούς.

 

Και με το κεμεντζόπο μου

σον Άδ’ θα κατηβαίνω,

εκεί παραπονέματα,

έναν βράδον ‘κι μένω!

 

(Τη λύρα μου εγώ παίζοντας

στον Άδη κατεβαίνω,

μα.. εκεί παράπονα πολλά,

ούτε ένα βράδυ μένω!)

 

Ο Πόντιος λυράρης θυμίζει τον Ορφέα, που κατέβηκε στον Άδη, για να απελευθερώσει την αγαπημένη του Ευρυδίκη, χωρίς ωστόσο να το κατορθώσει.

Οι λυράρηδες του Πόντου έχουν πολλές καλλιτεχνικές υποχρεώσεις. Οφείλουν να ικανοποιήσουν και τις επιθυμίες μελλοθανάτων, οι οποίοι, λίγο πριν από το θάνατό τους ή και νωρίτερα ακόμη, εκφράζουν τον πόθο να παίξει ο λυράρης, που οι ίδιοι καθορίζουν, στο μνήμα πριν από την ταφή τους. Ο πόθος τους αυτός εκπληρώνεται στο ακέραιο.

Παραθέτουμε εδώ τα ονόματα των πιο γνωστών ταλαντούχων λυράρηδων, διακρίνοντάς τους από απόψεως ηλικίας σε πέντε ομάδες.

 

Πρώτη ομάδα

1) Σταύρης Πετρίδης, από το χωριό Φαντάκ της Τραπεζούντας

2) Σαββέλης Γιακουστίδης, από την Ίμερα

3) Παναγιώτης Κτενίδης, ο Πάντζον ο Κοιλαδέτες

4) Ηλίας Λαζαρίδης, από το Αλήσοφι Καρς

5) Παύλος Στεφανίδης, από τη Μούζενα

6) Ιωάννης Τσορτανίδης (Τσορτανίκας), από τη Σάντα

7) Νικόλαος Προκοπίδης, από την Άτρα της Αργυρούπολης

8) Γερίκας Χρυσοστομίδης, από τη Μούζενα

9) Αγαθοκλής Σελαλίδης, από την Ορντού

10) Χρήστος Σημαιοφορίδης (ο Μαϊραχτάρτς), από την Κρώμνη

11) Αποστολίκας Αθανασιάδης, από τη Ματσούκα

12) Ιωάννης Μαχαιρόπουλος (ο Χαντζάρτς), από τη Μούζενα

13) Σάββας Ιωσηφίδης, από το Ατάπαζαρ

14) Δήμος Ουσταμπασίδης (Δήμον ο Βελβελές), από την Κρώμνη

15) Δημήτριος Αμοιρίδης (Αμοιρόγλης), από την Τραπεζούντα

16) Παύλος Μουρατίδης, από το Κιουλεπέρτ του Αρταχάν

17) Παύλος Ιωαννίδης, από το Καρς

18) Ιωάννης Παναγιωτίδης (ο Βρίγκον), από το Λυκάστ’ Αργυρούπολης

19) Ιωάννης Αδαμίδης, από την Άτρα Αργυρούπολης

20) Ευστάθιος Γουλτίδης, από το Παντζαρότ’ του Καρς

21) Νικόλαος Χαλυβόπουλος, από τη Ματσούκα

22) Ιωάννης Αθανασιάδης (ο Καλομύτς), από την Τραπεζούντα

23) Θεόδωρος Καραγιαννίδης (ο Πάτσον) από την Κιόλα του Καρς

24) Παναγιώτης Κυριαζής (ο Ξυμύτς), από την Κρώμνη.

25) Στυλιανός Καρολίδης (ο Τσαλπούρτς), από το Γιαλαγούτσαμ Καρς

26) Ναθαναήλ Παπακοσμίδης (ο Χατζήκας), από την Κρώμνη

27) Κωνσταντίνος Τσαλικίδης (ο Τσαλίκτς), από την Κούτουλα της Ματσούκας

28) Ανδρέας Κουγιουμτζίδης, από το Κιουλεπέρτ Αρταχάν

29) Βασίλειος Κουσίδης, από το Αγουρζενόν Ματσούκας

30) Λάζαρος Νικολαΐδης, από το Αζάτ Καρς

31) Κωνσταντίνος Ελευθεριάδης, από τη Ρωσία

32) Χρήστος Χονδρόπουλος, από τη Ρωσία

33) Τριαντάφυλλος Χριστοδουλίδης, από την Αργυρούπολη

34) Δημήτριος Σιαμίδης (ο Σαμάλογλης), από τα Μεσαρέας Τραπεζούντας

35) Λάζαρος Σελαλίδης, από την Ορντού

36) Σπύρος Τανιμανίδης, από την Ίμερα

37) Θεόδωρος Χειμωνίδης, από τη Σάντα

38) Μιλτιάδης Μπαλτατζής, από την Ίμερα

39) Γεώργιος Αδαμίδης, από την Κιόλα του Καρς

40) Γερίκας Μαυρόπουλος (ο Γάραλης), από την Κρώμνη

41) Νίκος Παπαβραμίδης, από την Κρώμνη

42) Κωνσταντίνος Κηρυκόπουλος (Βαϊζόγλης), από το Καπίκιοϊ Ματσούκας

43) Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης, από τα Πλάτανα

44) Θεόδωρος Ιωαννίδης (ο Τότον), από το Τσαπίκ του Καρς

45) Χαράλαμπος Παταρίδης (ο Πάταρον), από την Άνω Ματσούκα

46) Πορφύριος Πορφυριάδης (ο Πύλον), από τη Βαρενού

47) Γιάννης Παζίδης από την Κιόλα του Καρς

 

Δεύτερη ομάδα

Περιλαμβάνει η ομάδα αυτή λυράρηδες που γεννήθηκαν άλλοι στον Πόντο και άλλοι στην Ελλάδα, στο χρονικό διάστημα 1910-1930. Αντάξιοι συνεχιστές άξιων λειτουργών της ποντιακής μούσας, στο χώρο της Ελλάδας.

 

1) Γώγος Πετρίδης, Τραπεζούντα- Καλαμαριά

 

 

 


Στα δεξιά της φωτογραφίας ο Γώγος Πετρίδης με τη λύρα του

«Πατριάρχης» της ποντιακής λύρας θεωρείται ο Γώγος Πετρίδης (1917-1984). Η αναγνώρισή του από το σύνολο της ποντιακής μουσικής κοινότητας οφείλεται στο γεγονός ότι είναι ο πρώτος που επινόησε νέες τεχνικές παιξίματος. Η διαφορά του Πετρίδη σε σχέση με τους άλλους λυράρηδες, της γενιάς του και όχι μόνο, ήταν ότι κατάφερε να ενσωματώσει στην ποντιακή μουσική ιδέες από άλλα όργανα όπως το κλαρίνο, το βιολί και το μπουζούκι, χωρίς ωστόσο να αλλοιώσει τον παραδοσιακό ήχο.

2) Χρήστος Αϊβαζίδης (ο Αϊβάης), Αργαλί Τραπεζούντας-Κολχικό Λαγκαδά

3) Στύλλος Ταρατσίδης, Κουνάκαλ’ Άνω Ματσούκας-Βέροια

4) Κλεάνθης Κουσίδης, Ρωσία-Κιλκίς

5) Μήτας Ταυρίδης, Ρωσία-Λαγκαδάς

6) Ευθύμιος Τριανταφυλλίδης, Κιόλα Καρς- Κιλκίς

7) Ιωάννης Γιακουστίδης, Ίμερα-Καλαμαριά

8) Σαμψών Καράϊλανίδης, Άγιος Παντελεήμων Κιλκίς

9) Στάθης Αμαραντίδης (Σουμούλτς), Άνω Ματσούκα-Καπνοχώρι Κοζάνης

10) Ηλίας Μαυρόπουλος, Καλλιθέα Αθηνών

11) Αλέκος Αλβερατσίδης, Άγιος Αντώνιος Κιλκίς

12) Παντελίκας Σεβαστίδης, Νέα Σάντα Κιλκίς

13) Στάθης Βενιαμίδης, Ροδοχώρι Νάουσας

14) Αλέκος Ακριβόπουλος, Παλατίτσια Βέροιας

15) Ηλίας Σεβαστόπουλος, Γέιτσα Καρς-Μελβούρνη Αυστραλίας

16) Ανέστης Αϊβαζίδης, Κολχικό Λαγκαδά

17) Κωστίκας Κωνσταντινίδης, Ρωσία-Θεσσαλονίκη

18) Αναστάσιος Λαζαρίδης, Αλήσοφι Καρς-Μαυροπηγή Πτολεμαΐδας

19) Παναγιώτης Παπακοσμίδης, Καλαμαριά

20) Ισαάκ Χρυσανθόπουλος, Πολυδέντρι Λαγκαδά

21) Κωνσταντίνος Ποτσίδης, Πολύμυλο Κοζάνης

22) Κόλλιας Κρουκλίδης, Κουμπάν Ρωσίας-Πολύκαστρο Κιλκίς

23) Γιάννης Μωυσίδης, Πολυδέντρι Λαγκαδά

24) Ανέστης Αθανασιάδης, Κιλκίς

25) Κωνσταντίνος Κυριαζής, Ξηρόβρυση Κιλκίς

26) Βασίλειος Παπαδόπουλος, Ρωσία-Λαγκαδάς

27) Σωκράτης Παυλίδης, Τέρπυλλος Κιλκίς

28) Κωνσταντίνος Παγκοζίδης, Κοιλάδ’ Τραπεζούντας-Γερακαρού Λαγκαδά

29) Κωνσταντίνος Τιτόπουλος, Γερακαρού Λαγκαδά

30) Ηλίας Κεμεντζετσίδης, Κρύα Βρύση Γιαννιτσών

31) Στάθης Πορφυρίδης, Ξηρόβρυση Κιλκίς

32) Γεώργιος Αμβροσιάδης, Πανόραμα Θεσσαλονίκης

33) Δημήτριος Παπαδόπουλος, Καρς-Πτολεμαΐδα

34) Παύλος Τορνικίδης, Μαυρολεύκη Δράμας

35) Χαράλαμπος Πατουλίδης, Άγουρσα Ματσούκας, Περιθώρι Δράμας

36) Γεώργιος Φωκάς, Χέρσο Κιλκίς

 

Τρίτη ομάδα

Οι λυράρηδες αυτής της ομάδας γεννήθηκαν μετά το 1930. Οι περισσότεροι από αυτούς γαλουχήθηκαν με την ποντιακή παράδοση μέσα στο οικογενειακό τους περιβάλλον.

 

1) Γιωργούλης Κουγιουμτζίδης, Κρύα Βρύση Γιαννιτσών

2) Γιωργούλης Κουσίδης, Μαυροράχη Λαγκαδά

3) Παναγιώτης Ασλανίδης, Καλαμαριά

4) Γιώργος Αμαραντίδης (Σουμουλίκας), Καπνοχώρι Κοζάνης

5) Νίκος Τσαλικίδης, Μαυροράχη Λαγκαδά

6) Νίκος Ιωαννίδης, Αμμοχώρι Φλώρινας

7) Τάκης Ιωαννίδης, Φλώρινα

8) Ζωή Καραγιαννίδου, Τριάδι Σερρών

9) Κωστίκας Τσακαλίδης, Σκαλοτή Δράμας (αείμνηστος)

10) Γιάννης Βλασταρίδης (Τσανάκαλης), Καλαμαριά

11) Χρήστος Καρυπίδης, Αρσένι Σκύδρας

12) Χρήστος Χρυσανθόπουλος, Κ. Γραμματικό Έδεσσας

13) Πολυχρόνης Αϊβαζίδης, Κολχικό Λαγκαδά

14) Γεώργιος Τουλγαρίδης, Γιαννιτσά

15) Φιλάρετος Μαυρόπουλος, Επισκοπή Νάουσας

16) Τάσος Αθανασιάδης, Κατωχώρι Καβάλας

17) Δαμίκος Ιωσηφίδης, Καλαμαριά

18) Κωστάκης Πετρίδης, Καλαμαριά

19) Ανέστης Μωυσίδης, Πολυδέντρι Λαγκαδά

20) Ανδρέας Κουγιουμτζίδης, Νεάπολη Θεσσαλονίκης

21) Δημήτριος Κουγιουμτζίδης, Νέα Ζωή Έδεσσας

22) Αρχιμήδης Γεωργιάδης, Γεωργιανοί Βέροιας.

 

Τέταρτη ομάδα

Οι λυράρηδες αυτής της ομάδας γεννήθηκαν μετά το 1950.

 

1) Θόδωρος Βεριώτης (Ελευθερίου), Βέροια

2) Μιχάλης Καλιοντζίδης, Διπόταμος, Καβάλα

3) Αντρέας Κιουμτζίδης, Συκιές Θεσσαλονίκης

4) Ανέστης Μωυσής, Πολυδέντρι Λαγκαδά

5) Αντώνης Παπαδόπουλος, Αμφίπολη Σερρών

6) Κωστάκης Πετρίδης, Καλαμαριά Θεσσαλονίκης

7) Σάββας Πετρίδης, Καλαμαριά Θεσσαλονίκης

8) Σταύρης Πετρίδης (μικρός), Αμερική

9) Κώστας Σιαμίδης, Τούμπα Θεσ/νίκης

 

Πέμπτη ομάδα

Οι λυράρηδες αυτής της ομάδας γεννήθηκαν μετά το 1970.

1) Γιώργος Ατματζίδης, Λαύριο Αθηνών

2) Λάζος Ιωαννίδης, Λευκώνα Σερρών

3) Δημήτρης Καρασαββίδης, Αχαρνές Αθηνών

4) Φίλιππος Κεσαπίδης, Σταυρούπολη Θεσ/νίκης

5) Μπάμπης Κεμανατζίδης, Δάφνη Γιαννιτσών

6) Παναγιώτης Κογκαλίδης, Μηλοπόταμος Δράμας

7) Θόδωρος Κοτίδης, Πολίχνη Θεσσαλονίκης

8) Φάνης Κουρουκλίδης, Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης

9) Ματθαίος (Μακούλης) Τσαχουρίδης, Βέροια

10) Νίκος Μιχαηλίδης, Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης

11) Δημήτρης Πιπερίδης, Νέα Σάντα Κιλκίς

12) Γιώργος Πουλαντζακλής, Πολίχνη Θεσσαλονίκης

13) Στέλιος Χαλκίδης, Ηλιούπολη Θεσσαλονίκης

 

 

Στάθης Ι. Ευσταθιάδης

Πηγή: Η πληθώρα των στοιχείων προέρχεται από το πολύτομο έργο ‘’Εγκυκλοπαίδεια του Ποντιακού Ελληνισμού’’, των εκδόσεων Μαλλιάρης Παιδεία.

http://www.e-istoria.com/po32.html

http://www.pontos-news.gr/

 

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΟΝΤΙΩΝ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΩΝ-ΛΥΡΑΡΗΔΩΝ

 

Αδάμ Αποστολίδης ( ο συμπολίτης μας )

Tη βιογραφία του Αδάμ Αποστολίδη θα τη βρείτε στη σελίδα Τοπική Ποντιακή Ιστορία 3 και στο άρθρο με τη συνέντευξη του.

 

 

Παυλίδης Θεόδωρος

Γεννήθηκε στο Γιαννακοχώρι της Νάουσας στις 10 Νοεμβρίου 1957 και ήταν ο πρωτότοκος της οικογένειας, υπάρχουν και δύο μικρότερα αδέλφια, ο Βασίλης και ο Λάμπης. Μετά από ένα χρόνο η οικογένεια μετοίκησε στην πόλη της Νάουσας και το 1959 εγκαταστάθηκε μόνιμα στο Αρσένι της Σκύδρας, απ’ όπου καταγόταν η μητέρα του.

Τόση ήταν η αγάπη του για το ποντιακό τραγούδι που  παρακολουθούσε μαζί με τα αδέλφια του τις, τότε, ραδιοφωνικές εκπομπές «Ποντιακοί Αντίλαλλοι» και την εκπομπή του Στάθη Ευσταθιάδη. Μάλιστα ζήτησε από τον πατέρα του να του αγοράσει μια λύρα κι από μόνος του σιγά σιγά με πολύ υπομονή μάθαινε. Το τραγούδι, όμως, το είχε από τότε στην καρδιά του. Κάποια Χριστούγεννα, θυμάται ο αδελφός του Λάμπης «ο πατέρας μας έφερε δώρο ένα κασετόφωνο της εποχής κι ο Θόδωρος συνεχώς τραγουδούσε παραδοσιακά τραγούδια, ηχογραφώντας τη φωνή του, ώσπου να τα ερμηνεύσει άψογα». Από τότε ήθελε ότι ερμηνεύει να το αποδίδει τέλεια. Το βάπτισμα, όμως, του τραγουδιστή το πήρε στο πλευρό του συγχωριανού του Χρήστου Καρυπίδη. Υπομονετικά καθόταν δίπλα του, μετά το σχολείο ώρες ατελείωτες και τραγουδούσε. Έτσι όταν ήταν έτοιμος συνόδευε τον Χρ. Καρυπίδη σε εκδηλώσεις. Σε ένα πανηγύρι στο Κορδελιό Θεσσαλονίκης έτυχε να τον ακούσει ο γνωστός τότε λυράρης και τραγουδιστής Νίκος Ιωαννίδης, μια συνάντηση καθοριστική για την καριέρα του Θόδωρου.

Το 1982 παντρεύτηκε την εκλεκτή της καρδιάς του Αναστασία Παυλίδου κι απέκτησαν δύο γιους τον Λεωνίδα και τον Στάθη.

Καλλιτεχνική Σταδιοδρομία

Σπουδαστής και παράλληλα τραγουδούσε κρυφά από τους δικούς του, σ’ επαγγελματικό επίπεδο γεγονός που το πιστοποιεί η ύπαρξη του πρώτου του δίσκου σε ηλικία 16 ετών με τον λυράρη Αρχιμήδη Γεωργιάδη με τίτλο «Ο Πόντος Περιμένει» (στην εταιρεία ΠΑΝΙΒΑΡ) και παράλληλα τραγουδούσε και για λίγο διάστημα στην Αθήνα. Κατόπιν συνέχιζε να εμφανίζεται σε ποντιακά κέντρα της επαρχίας, όπως στο «Πασακιόσκι» και στο «Κορτσόπον» στη Βέροια κι αργότερα στο κέντρο «Σεβνταλής» στο Ριζό Σκύδρας. Το 1976 ο Νίκος Ιωαννίδης έψαχνε για συνεργάτη τραγουδιστή στο γνωστό κέντρο διασκεδάσεως της εποχής «Κομπαρσίτα». Στο μυαλό του ήρθε αμέσως το νεαρό αγόρι από το Αρσένι με την χαρακτηριστική φωνή. Πήγε στο χωριό, τον αναζήτησε, και, μάλιστα, λέει «ο Θόδωρος με την οικογένειά του ΄μαζευαν ροδάκινα», του έκανε την πρόταση να συνεργαστούν. Έτσι ο Θόδωρος από τα μαγαζιά της επαρχίας κατέβαινε, ως επαγγελματίας τραγουδιστής στη Θεσσαλονίκη και μάλιστα στο πλευρό ενός πολύ γνωστού λυράρη. Το όνειρο άρχιζε να γίνεται πραγματικότητα. Τραγούδησε στην «Κομπαρσίτα» και σύντομα στο κέντρο «Ακροπόλ» στο Δερβένι, όπου γνωρίστηκε με τον Παυλάκη τον Δραμινό, γνωριμία που αποτέλεσε την αρχή μιας πολύ πετυχημένης και μακρόχρονης συνεργασίας, με καρπούς τους δίσκους «Τα Σεβδαλιδικα» Νο1 και Νο2.

Συνεργάστηκε με τους κορυφαίους της εποχής Σοφία Παπαδοπούλου, Παναγιώτη Ασλανίδη και αργότερα με τον Ανέστη Μωϋσή, τον Γιάννη Τσανάκαλη, τον Κώστα Σιώπη. Από τον 1992 μέχρι το 1995 συνεργάστηκε με τον μουσικό Μπάμπη Κεμανετζίδη, από το 1993 μέχρι το 2002 με τον λυράρη Στέλιο Χαλκίδη, ενώ από τις 3 Οκτωβρίου 2003 θα εμφανιζόταν στο κέντρο ΜΙΘΡΙΟ με τον Φάνη Κουρουκλίδη (ο οποίος ήταν και ο πρώτος από τους συνεργάτες του που ειδοποιήθηκε αμέσως μετά το τραγικό ατύχημα). Καθοριστική, όμως, στην καριέρα του υπήρξε το 1990 η γνωριμία και κατόπιν μακρόχρονη συνεργασία με τον στιχουργό Νάκο Ευσταθιάδη. Γνωρίστηκαν στα γυρίσματα της βιντεοταινίας «Σεβνταλήδες» κι από τότε οι στίχοι του Ν. Ευσταθιάδη πήραν σάρκα και οστά από την ερμηνεία του Θόδωρου Παυλίδη και το εσώψυχο του Θόδωρου Παυλίδη εξωτερικευόταν ερμηνεύοντας τους στίχους του Ν. Ευσταθιάδη. Ένα από τα αγαπημένα του τραγούδια ήταν το «Νυχτοπούλ», γιατί αγαπούσε το ελεύθερο πέταγμα των πουλιών και ιδιαίτερα αυτής της νύχτας, που υποχρέωση τους είναι να την παρηγορούν με το κελάηδημά τους. Τελευταία τους συνεργασία ήταν η μουσικοθεατρική παράσταση «Έναν καιρόν κι έναν ζαμάν», που ανέβηκε από τους συλλόγους Ποντίων Νεαπόλεως και Ποντιακή Εστία το 2000. Ο ξαφνικός θάνατος του άφησε εν τω μέσω συνεργασία που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί δισκογραφικά.

 

Το όνομά του έχει γραφτεί με χρυσά γράμματα στη σύγχρονη ποντιακή ιστορία.

 

Νικολαϊδης Στάθης

O Στάθης Νικολαϊδης γεννήθηκε στο χωριό Ιλιτς, Καζακστάν (σημερινό Τουρκιστάν) στις 04 Αυγούστου, 1958. Οι ρίζες από τον Πόντο έρχονται από τον πατέρα του Ιωάννη (Κουνάκα, Ματσούκα) και την μητέρα του Ανθούλα (Ριζαίων). Ο Στάθης Νικολαϊδης και η σύζηγος του Σοφία έχουν τρία παιδιά: την Ανθούλα, την Πελαγία, και την Γεσθημανή.

Οι παππούδες του κατέφυγαν από τον Πόντο το 1917 στον Καύκασο. Ο Στάλιν εκτόπισε το 1937 τους Ελληνες από το Σοχούμ στην Τασκένδη. Ο Γιάννης και η Ανθούλα Νικολαϊδη πήρανε τα παιδιά τους Γεώργιο, Χαράλαμπο, Ευστάθιο και Θεοδώρα και εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα, στο Περιστέρι, το 1966. Το 1972 χτύσανε σπίτι στην προσφυγική συνοικία Ασπρόπυργος, η οποία συνοικία είχε τότε 20 σπίτια.

Καλλιτεχνική Σταδιοδρομία

Ο πατέρας του Στάθη έπαιζε λύρα ερασιτεχνικά σε βαπτίσια και γάμους.

Μια βραδιά το 1976 στο ποντιακό κέντρο ΚΟΡΤΣΟΠΟΝ στην Καλλιθέα ο Στάθης τραγούδησε δύο τραγούδια με την συνοδεία του «Πατριάρχη» της λύρας Γώγο Πετρίδη. Μίλησε με τον αφεντικό του κέντρου Γρηγόρη Τσαγγατίδη και αρχίζει και τραγουδάει στο κέντρο, ως που να πάει φαντάρος. Το 1988 κάνει ένα μεγάλο καλλιτεχνικό βήμα και συνοδεύει τον Γιώργο Αμαραντίδη στην Μακεδονία, στην Βέρροια. Από τότε συνεχώς βρίσκεται στην Μακεδονία.

Το 1989 με τους Δημήτρη Καρασαββίδη και Θεόδωρο Βερροιώτη στην Πατρίδα Βερροίας. Το 1991 στην Θεσσαλονίκη με τον Παναγιώτη Ασλανίδη στους Αργονάυτες. Το 1993 με τον Θεόδωρο Βερροιώτη στο Αρίων Θεσσαλονίκης. Το 1994 με τον αείμνηστο Χρήστο Χρυσανθόπουλο στο Μίθριο Θεσσαλονίκης. Το 1998 με τον Γιώργο Ατματσίδη στην Αυλαία Θεσσαλονίκης. Από το 1999-2002 με τον Γιώργο Ατματσίδη στο Μίθριο Θεσσαλονίκης.

Μετά από μια συζήτηση με τον στιχουργό Λευτέρη Χαψιάδη ο οποίος λέει στον Στάθη «Σε θέλει ο Στέλιος Καζαντζίδης» πηγαίνει μαζί με τον Θεόδωρο Βερροιώτη στην Αθήνα. Ο Καζαντζίδης ήθελε να ερμηνέψει μερικά τραγούδια που είπε ο Στάθης μαζί με τον Βερροιώτη από την δισκογραφική τους δουλειά «Οδοιπορικό Στον Πόντο», τραγούδια του Νάκη Ευσταθιάδη και Θανάση Τσολερίδη. Λέει χαρακτηρηστικά ο Καζαντζίδης, «Θέλω να τραγουδήσω (ποντιακά τραγούδια) για το στοιχείο μας». Κατόπιν ο δίσκος-συνεργασία με το Χρύσανθο «Τ’ Αηδόνια του Πόντου» γίνεται χρυσός σε πωλήσεις, «Μάθανε τι είναι ο Πόντος». Την επόμενη χρονιά (1994) γίνεται η συνεργασία «Συναπάντεμαν», και μετά (1995) «Πατρίδα μ’ αραεύω ‘σεν», στις οποίες έχει ο ελληνικός λαός την ευκαιρία να απολάυσει δύο μεγάλες ποντιακές φωνές, του Στέλιου Καζαντζίδη και του Στάθη Νικολαϊδη. Η παρουσία του Χρήστου Χρυσανθόπουλου σημαντική και ιστορική. Η σχέση των κκ. Καζαντζίδη και Νικολαϊδη δεν ήτανε μόνο επαγγελματική. Το 1994 ο Στέλιος Καζαντζίδης βαπτίζει το μικρότερο από τρία κορίτσια του Στάθη και της δίνει το όνομα της μητέρας του, Γεσθημανή.

Δισκογραφία

Η δισκογραφία του αρχίζει με «Οι Κεμεντζετζίδες» με τον Γιάννη Τσανάκαλη το 1978 το οποίο γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Ερχονται άλλες ηχογραφήσεις: Το Αηδόνι του Πόντου , Αναστενάρια, Από τον Πόντο στην Αθήνα.

 

Σταύρος Σαββίδης

Ο Σταύρος Σαββίδης γεννήθηκε στη ΡΑΧΗ ΒΕΡΟΙΑΣ, από μουσική οικογένεια. Οι γονείς του, παιδιά προσφύγων από τα χωριά της ΣΑΝΤΑΣ του ΠΟΝΤΟΥ, του μεταφέρουν από μικρή ηλικία τον καημό και το μεράκι μέσα από τα τραγούδια της καταγωγής τους. Μεγαλώνει με παραδοσιακά Ποντιακά Τραγούδια και τα σιγοψιθυρίζει από παιδί.

Από 16 χρονών αρχίζει να τραγουδάει φιλικά σε παρέες και αργότερα, επαγγελματικά πλέον, σε διάφορα μαγαζιά της επαρχίας, τις περισσότερες φορές μαζί με τον πατέρα του, τον γνωστό λυράρη ΜΑΝΤΗ. Εκείνη την εποχή πολλοί ήταν εκείνοι που ξεχώρισαν την φωνή του Σταύρου Σαββίδη, ενώ ο ίδιος δεν αποχωρίστηκε ποτέ από το ΠΟΝΤΙΑΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ, όπου μέσα από αυτό έβγαιναν οι πίκρες και οι χαρές της γενιάς του. Σ’ αυτά τα χρόνια κάνει και τα πρώτα του βήματα στο εξωτερικό.

Το 1981 έως και το 1983 υπηρετεί στον στρατό, όπου από όσα μέρη περνάει συνεχίζει το ΠΟΝΤΙΑΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ, ειδικά στην ΚΥΠΡΟ, για ένα χρόνο, στη ΛΕΣΧΗ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ.

Μετά την απόλυσή του από το στρατό τον Αύγουστο του 1983 δίνει εξετάσεις στην ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ και αφού πετυχαίνει, διορίζεται και υπηρετεί σε αυτήν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας, χωρίς όμως να σταματήσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του και στο ΠΟΝΤΙΑΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ, το οποίο μαζί με την ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ λατρεύει υπερβολικά! Υπηρετεί λοιπόν μέχρι και το 2007 όπου και τελειώνει ευμενώς τη θητεία του στην ΕΛ.ΑΣ.

Είναι παντρεμένος, έχει δύο αγόρια, τον ΜΑΝΤΗ και τον ΕΛΕΥΘΕΡΙΟ. Όσον αφορά την ασχολία του από τον Ιούνιο του 2007 και μετά, δεν είναι άλλη από τη ΜΕΓΑΛΗ ΤΟΥ ΑΓΑΠΗ: Το Ποντιακό Τραγούδι και το κέντρο διασκέδασης ΑΚΡΙΤΑΣ ΠΑΛΛΑΣ, του οποίου είναι ιδιοκτήτης από το 1997 και βρίσκεται στην ΠΑΤΡΙΔΑ ΒΕΡΟΙΑΣ.

Το 1992 ανοίγει ο δρόμος για τη δισκογραφία με το δίσκο “ΤΑ ΣΑΝΤΕΤΚΑ”, έναν συμμετοχικό δίσκο του Σταύρου Σαββίδη με τον πατέρα του ΜΑΝΤΗ και τον Στάθη Νικολαϊδη. Από τότε η πορεία του Σταύρου στον καλλιτεχνικό χώρο καταξιώνεται και η καλλιτεχνική του ταυτότητα καθιερώνεται.

Το 1994 κυκλοφορεί ο δεύτερος, προσωπικός αυτή τη φορά, δίσκος του, που φέρει το γενικό τίτλο “ΑΣΤΡΟΝ ΕΙΣΑΙ ΚΑΙ ΦΩΤΑΕΙΣ”, με δώδεκα καινούργια και παραδοσιακά τραγούδια, σε μουσική του ΜΠΑΜΠΗ ΚΕΜΑΝΑΝΤΖΙΔΗ και με λυράρη τον ΣΤΕΛΙΟ ΧΑΛΚΙΔΗ.

Το 1996 κυκλοφορεί ο τρίτος δίσκος του με τίτλο “ΣΑΝΤΕΤΚΑ Νο 2”, με παραδοσιακά τραγούδια από την περιοχή της ΣΑΝΤΑΣ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ. Τον συνοδεύει στη λύρα και στο τραγούδι ο πατέρας του ΜΑΝΤΗΣ ΣΑΒΒΙΔΗΣ.

Το 1997 κυκλοφορεί ο τέταρτος δίσκος του, με τον λυράρη ΘΟΔΩΡΟ ΒΕΡΟΙΩΤΗ. Είναι μια ζωντανή ηχογράφηση είκοσι τραγουδιών, με όλο το συγκρότημα του Σταύρου Σαββίδη, που περιλαμβάνει παλιές γνωστές επιτυχίες καταξιωμένων ποντίων καλλιτεχνών, παραδοσιακά και τραγούδια του ίδιου.

Τα Χριστούγεννα του 1998 κυκλοφορεί ο πέμπτος δίσκος του Σταύρου με τίτλο “ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΑ ΣΤΟΝ ΑΚΡΙΤΑ”. Πρόκειται για άλλη μια ζωντανή ηχογράφηση μέσα από το κέντρο του “ΑΚΡΙΤΑΣ ΠΑΛΛΑΣ”, στη Πατρίδα Βέροιας. Περιλαμβάνονται 28 τραγούδια όπου λύρα παίζουν ο πατέρας του ΜΑΝΤΗΣ και ο ταλαντούχος ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΙΑΠΑΝΙΔΗΣ, μαζί με το συγκρότημα του κέντρου.

Τα Χριστύγεννα του 1999, ένα χρόνο μετά, κυκλοφορεί μια νέα συμμετοχική δουλειά της εταιρείας VASIPAP με τίτλο “30 ΧΡΟΝΙΑ VASIPAP – 25 ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΣΛΑΝΙΔΗΣ”. Ο δίσκος αυτός έγινε προς τιμήν και των δύο και περιλαμβάνει πολλούς Πόντιους τραγουδιστές, ανάμεσα στους οποίους είναι και ο Σταύρος Σαββίδης που ερμηνεύει τέσσερα παραδοσιακά τραγούδια της περιοχής της Σάντας του Πόντου. Λυράρης του δίσκου είναι ο Παναγιώτης Ασλανίδης.

Το 2000 επανερχόμενος ο Σταύρος δισκογραφικά, κυκλοφορεί μια νέα ζωντανή ηχογράφηση μέσα από το μαγαζί του με τίτλο “ΑΚΡΙΤΑΣ PALACE 2000” με την συμμετοχή του καταξιωμένου λυράρη ΘΟΔΩΡΟΥ ΒΕΡΟΙΩΤΗ και του ΓΙΑΝΝΗ ΣΑΝΙΔΗ, ο οποίος κάνει τα πρώτα του βήματα στη δισκογραφία.

Το 2001 τελειώνοντας τον κύκλο των ζωντανών ηχογραφήσεων, κυκλοφορεί η δισκογραφική δουλειά του με τίτλο “ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΚΡΙΤΑ ΜΕ ΑΓΑΠΗ”. Περιλαμβάνονται 32 τραγούδια με λυράρη τον ΓΙΑΝΝΗ ΣΙΑΝΙΔΗ και το συγκρότημα του “ΑΚΡΙΤΑ”

Τον Ιανουάριο του 2002 έρχεται σε κυκλοφορία μια νέα δισκογραφική δουλειά με τίτλο “ Η ΕΓΑΠ’ ΠΑΤΡΙΔΑΝ ΚΙ ΕΣ’ ”, σε στίχο του ΒΑΣΙΛΗ ΜΩΥΣΙΑΔΗ και μουσική του μεγάλου “ΜΑΕΣΤΡΟΥ” ΜΠΑΜΠΗ ΚΕΜΑΝΑΝΤΖΙΔΗ. Στη λύρα τον συνοδεύουν ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΙΑΠΑΝΙΔΗΣ, ο ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΕΜΑΝΑΝΤΖΙΔΗΣ και ο νέος χαρισματικός λυράρης ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ από τη Βέροια.

Το 2003 και το 2004 ο Σταύρος κάνει δύο φιλικές συμμετοχές σε δύο πολύ καλές δισκογραφίες. Η πρώτη είναι στο cd του ΒΑΓΓΕΛΗ ΙΝΤΖΕΒΙΔΗ “ΤΟ ΑΣΑΛΓΟΝ”, με λυράρη τον ΦΑΝΗ ΚΟΥΡΟΥΚΛΙΔΗ, τραγουδώντας τρία τραγούδια του ΝΑΚΟΥ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗ. Η δεύτερη είναι σε μια νέα παραγωγή της εταιρείας VASIPAP με τίτλο “ΧΑΡΑΝΤΑΣ ΣΤΕΦΑΝΩΜΑΤΑ”, με το μεγάλο μαέστρο ΚΩΣΤΑ ΣΙΩΠΗ και στιχουργό το ΝΑΚΟ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗ. Σ’ αυτό το cd έχουν καταγραφεί τραγούδια του ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΓΑΜΟΥ και ερμηνεύουν μεγάλοι Πόντιοι καλλιτέχνες. Στα δύο τραγούδια που τραγουδάει ο Σταύρος Σαββίδης λυράρης είναι ο ΦΑΝΗΣ ΚΟΥΡΟΥΚΛΙΔΗΣ και κλαρίνο παίζει ο ΚΩΣΤΑΣ ΣΙΩΠΗΣ.

Τον Ιούνιο του 2005 επανέρχεται με μια νέα ζωντανή ηχογράφηση, πρωτότυπη για την εποχή της, με την ενορχήστρωση του ΚΩΣΤΑ ΣΙΩΠΗ και τίτλο “ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΑΒΒΙΔΗΣ LIVE” . Χρησιμοποιούνται 20 ΝΕΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ σε στίχο του ΒΑΣΙΛΗ ΜΩΥΣΙΑΔΗ και μουσική του ΚΩΣΤΑ ΣΙΩΠΗ, σε αντίθεση των άλλων ζωντανών ηχογραφήσεων όπου χρησιμοποιούνται παλιές επιτυχίες.

Το Φεβρουάριο του 2007 κυκλοφορεί μια νέα δουλειά με τίτλο “2007 ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΓΛΕΝΤΙΑ ΣΤΟΝ ΑΚΡΙΤΑ”. Περιλαμβάνει 28 παλιές Ποντιακές Επιτυχίες με λυράρη τον ΑΝΔΡΕΑ ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟ.

Το 2008 κυκλοφορεί το ΝΕΟ CD του ΣΤΑΥΡΟΥ με τίτλο “ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΑΒΒΙΔΗΣ ΜΕΛΛΕΣΙΔ’ ΜΕΛΛΕΣΙΔΟΠΟΝ”. Περιλαμβάνει 14 καινούργιες επιτυχίες σε στίχο του ΝΑΚΟΥ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗ και μουσική των ΑΝΔΡΕΑ ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ, ΦΑΝΗ ΚΟΥΡΟΥΚΛΙΔΗ, του νεαρού ΜΑΝΤΗ ΣΑΒΒΙΔΗ και του ΜΕΓΑΛΟΥ ΛΑΪΚΟΥ ΣΥΝΘΕΤΗ ΣΗΦΗ ΣΑΡΑΣΙΔΗ. Στη λύρα τον συνοδεύουν οι: ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, ο ΦΑΝΗΣ ΚΟΥΡΟΥΚΛΙΔΗΣ και ο ΜΠΑΜΠΗΣ ΚΕΜΑΝΑΝΤΖΙΔΗΣ. Στο κλαρίνο συνοδεύεται από τον ΚΩΣΤΑ ΣΙΩΠΗ και τον ΜΠΑΜΠΗ ΚΕΜΑΝΑΝΤΖΙΔΗ.

Ο Σταύρος Σαββίδης έχει δημιουργήσει από το 1995 ένα μεγάλο συναυλιακό σχήμα ποντιακής μουσικής που φέρει το όνομα “ΤΗΣ ΡΩΜΑΝΙΑΣ ΜΕΛΩΔΟΙ” και συμμετέχει σε πολλές ΠΟΝΤΙΑΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ.

 

 

Ιορδανίδης Μπάμπης

Γεννήθηκε στο Μόναχο τον Οκτώβριο του 1966, μιας και οι γονείς του ο Γιώργος και η Σοφία ήταν μετανάστες στη Γερμανία. Η καταγωγή των παππούδων του είναι από το χωριό Λιβάδια της περιοχής Γαλίαινας του Πόντου.

Σε μικρή ηλικία ξεκίνησε να τραγουδά και πολύ γρήγορα βρέθηκε ανάμεσα στα μεγάλα ονόματα του ποντιακού καλλιτεχνικού χώρου. Τα παιδικά του χρόνια τα έζησε στη Βέροια, όπου εκεί μυήθηκε στην ποντιακή μουσική παράδοση. Ο θείος του Στάθης Γαβρίδης έπαιζε λύρα και τον είχε κοντά του για να τραγουδάει.

Καλλιτεχνική Σταδιοδρομία

Η πρώτη του εμφάνιση σε κέντρο έγινε σε ηλικία μόλις εννιά χρονών στο Πρωτοχώρι της Κοζάνης, όπου σε ένα χορό, που τον πήγε ο θείος του ο Θεόδωρος Ταρνανίδης, ερμήνευσε ένα τραγούδι έχοντας τη συνοδεία της λύρας του Χρήστου Τσενεκίδη. Εκεί πραγματικά ο κόσμος τον αποθέωσε. Ακολουθεί η συνεργασία του με το λυράρη Γιάννη Σοφιανίδη από τα Αλωνάκια Κοζάνης, και εμφανίζεται σε κοινωνικές εκδηλώσεις.

Το μεγάλο άλμα έγινε το 1977, όπου εμφανίζεται στο κέντρο «Ξενιτέας» στην Πτολεμαϊδα, έχοντας δίπλα του το λυράρη Γιώργο Δημητριάδη. Από εκεί αρχίζει ουσιαστικά η μεγάλη του πορεία στο επαγγελματικό ποντιακό τραγούδι. Εκεί γνωρίζεται με το Γεργούλη Κουγιουμτζίδη και την επόμενη χρονιά εμφανίζεται μαζί του στον «Ξεριζωμό» στην Πατρίδα Ημαθίας. Εκείνη την εποχή στην ευρύτερη περιοχή της Βέροιας βρισκόταν το επίκεντρο της ποντιακής διασκέδασης. Στον «Ξεριζωμό» έμεινε δύο χρόνια, όπου κοντά στον Γεργούλη Κουγιουμτζίδη έμαθε πολλά πράγματα που αργότερα τον βοήθησαν στην εξέλιξη της καρριέρας του.

Κατόπιν επιστρέφει στην Πτολεμαϊδα, όπου μένει για έξι συνεχόμενα χρόνια στο ποντιακό κέντρο » Ο Πόντος».

Το 1988 πηγαίνει στο «Φάρο» στη Βέροια και την επόμενη χρονιά βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, όπου μαζί με τον Ανέστη Μωυσή εμφανίζονται στη «Λεμόνα». Την επόμενη χρονιά στο πρόγραμμα του κέντρου προστέθηκε και ο Κώστας Καραπαναγιωτίδης.

Ακολουθεί η κάθοδος του στην Αθήνα, όπου εμφανίζεται στην «Τρυγώνα» έχοντας λυράρη τον Μπάμπη Κεμανετζίδη και μένει για δύο χρόνια.

Επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη στο κέντρο «Αρίων» στο Κορδελιό, και την επόμενη χρονιά βρίσκεται στην «Κοσμοκίνηση».

Ακολουθεί μία χρονιά στην «Τρυγώνα» της Αθήνας και στη συνέχεια εμφανίζεται για τέσσερα συνεχόμενα χρόνια στη «Λεμόνα». Φυσικά εκτός από τις εμφανίσεις του σε όλη την Ελλάδα ο Μπάμπης Ιορδανίδης ταξίδεψε σε όλον τον κόσμο όπου υπάρχουν Πόντιοι και βρέθηκε αρκετές φορές κοντά τους.

Δισκογραφία

Στο χώρο της δισκογραφίας έκανε την πρώτη του εμφάνιση το 1991 με το δίσκο «Το μοναχοπαίδ». Ακουλούθησαν «Το παρχαρόπουλο», το «Ψάχνοντας τον Πόντο», «Το Βράδον», το «Ποντιακή νύχτα στην Αθήνα», όπου ήταν μια ζωντανή ηχογράφηση.

 

Καραπαναγιωτίδης Κώστας

Γεννήθηκε στο Κλείτος Κοζάνης. Είναι ενας τραγουδιστής που υπηρετεί το παραδοσιακό τραγούδι του Πόντου. Επίσης είναι στιχουργός και συνθέτης και προέρχεται από μουσική οικογένεια. Εκτός από το τραγούδι ασχολήθηκε με το χορό, το θέατρο, την διεύθυνση των 2 χορωδιών της Ε.Λ. Βέροιας και της Ε.Λ. Κοζάνης, την λαογραφία, ως και αμέτρητες ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές.

Δισκογραφία

ΑΗΤΕΝΤΣ ΕΠΑΡΑΠΕΤΑΝΕΝ – Γιωργούλης Κουγιουμτζίδης

ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ – Γιωργούλης Κουγιουμτζίδης

ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ Νο2 – Γιωργούλης Κουγιουμτζίδης

ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ Νο3 – Γ. Κουγιουμτζίδης, Γιάννης-Γιωργάκης Καραπαναγιωτίδης

ΤΑ ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΤΩΝ ΚΟΣΜΙΔΗ-ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗ – Παναγιώτης Κοσμίδης

ΤΑ ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΕΣΙΔΗ – Γιώργος Κεσίδης (συμμετέχει σε 2 τραγούδια)

ΧΘΕΣ ΣΗΜΕΡΑ ΠΑΝΤΑ -Γώγος Πετρίδης

ΛΥΡΑΡΗΔΕΣ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΕΣ – «Απ’ αδά και πέραν θέλω» με τον Γώγο Πετρίδη

ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ Νο8 – Δημήτρης Κουγιουμτζίδης

ΤΑ ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΤΩΝ ΙΑΚΩΒΙΔΗ-ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗ – Μίτκας Ιακωβίδης

ΑΓΑΠΩ ΤΑ ΕΜΟΡΦΑ – Δημήτρης Κουγιουμτζίδης-Λάμπης Σιαμίδης-Μιχάλης Καλιοντζίδης

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΕΤΡΑΝΥΝΕΣ – Μάκης Ερημίτης- Θεόδωρος Βερριώτης

ΕΥΞΕΙΝΟΣ ΛΕΣΧΗ ΚΟΖΑΝΗΣ (διπλός) χορωδία συλλόγου

ΕΥΞΕΙΝΟΣ ΛΕΣΧΗ ΒΕΡΟΙΑΣ (διπλός) χορωδία συλλόγου

ΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟΝ ΤΟ ΣΠΙΤ’ Ν’ ΕΜΟΥΝ

ΤΑ ΠΡΑΣΙΝΑ ΤΑ ΓΑΛΑΝΑ ΤΟ ΜΑΤΙΑΣ

ΤΑ ΠΟΝΤΙΑΚΑ ΤΟΥ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΙΔΗ-ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗ (αφιέρωμα στο ποντιακό γεροκομείο)

ΕΛΑ ΠΟΥΛΙΜ ΑΦΟΙ ΚΕΜΑΝΕΤΖΙΔΗ

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ – Ανδρέας Κουγιουμτζίδης

ΚΑΛΟΣ ΕΡΘΕΤΕ ΑΔΕΛΦΙΑ – Γιωργούλης – Ανδρέας Κουγιουμτζίδης

ΝΑΪΛΗ ΠΟΥ ΚΙ ΕΒΡΕΘΕΝ! – Νίκος Ιωαννίδης (διπλός)

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΝΤΟ- Γιώργος Δημητριάδης – Ανδρέας Κουγιουμτζίδης (διπλός) 1989

ΧΑΛΚΙΝΟ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ φιλική συμμετοχή

ΥΜΝΩ Ματθαίος Τσαχουρίδης Χαράλαμπος Κεμανετζίδης live

 

Ορφανίδης Γιώργος

Ο Γιώργος Ορφανίδης γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Δράμα από Πόντιους γονείς. Ο πατέρας του ,Κώστας,από τα Κομνηνά Ξάνθης, κατάγεται από την Τραπεζούντα ενώ η μητέρα του, Δήμητρα από την Αργυρούπολη Δράμας, κατάγεται από την Αργυρούπολη του Πόντου. Είναι παντρεμένος και πατέρας δυο κοριτσιών.

Καλλιτεχνική Σταδιοδρομία

Ξεκίνησε να ασχολείται με το τραγούδι το 1990 με εμφανίσεις σε διάφορες τοπικές εκδηλώσεις της Δράμας και κατόπιν έρχονται οι πρώτες εμφανίσεις σε ποντιακό κέντρο, στο Χορτοκόπι Καβάλας. Αργότερα ξεκινάει τη συνεργασία του με το ποντιακό κέντρο «Λεμόνα» της Δράμας η οποία διαρκεί έξι χρόνια και σημειώνει τεράστια επιτυχία. Κατα τη διάρκειά της συνεργάζεται με πολλούς Πόντιους καλλιτέχνες.

Η μεγάλη επιτυχία που σημειώνουν οι εμφανίσεις του, τον «αναγκάζουν» να αφήσει την ιδιαίτερη πατρίδα του και να συνεχίσει για δυο χειμερινές σαιζόν στο ποντιακό κέντρο «Τρυγώνα» της Αθήνας. Επιστρέφει στη Δράμα και εμφανίζεται στο ποντιακό κέντρο «Μινόρε» της Δράμας.

Δισκογραφία

Εχει ηχογραφήσει έξι προσωπικούς δισκους μεταξι των οποίων και δύο ζωντανές ηχογραφήσεις.

 

Θεοδωρίδης Χρύσανθος

Γεννήθηκε το 1934 στην Οινόη Κοζάνης από γονείς Πόντιους που κατάγονταν από το χωριό Περιζκιατζιτ Κάρς Καυκάσου. Μετά το δημοτικό, που τελείωσε στην Οινόη, πήγε δύο χρόνια στο Βαλταδώριο γυμνάσιο Κοζάνης και με την έκρηξη του Εμφυλίου Πολέμου έρχεται με την οικογένεια στον Πειραιά στο συνοικισμό Δραπετσώνας. Μεταγράφεται στο Α’ Πρότυπο Γυμνάσιο Πειραιώς, που τώρα ονομάζεται Ιωνίδειος Πρότυπος Σχολή. Απεφοίτησε τo 1954. Σ’ ένα χρόνο, το 1955 πήγε στρατίωτης και απολύθηκε το 1957.

Καλλιτεχνική Σταδιοδρομία

Με το ποντιακό τραγούδι ασχολήθηκε από το 1951, από μαθητής Γυμνασίου. Τραγουδούσε στους ραδιοφωνικούς σταθμούς Αθηνών με τα συγκροτήματα του Ν. Παπαβραμίδη και Ν. Σπανίδη από το 1951-1958. Συνεργάστηκε με όλα σχεδόν τα Ποντιακά Σωματεία της Αθήνας, σε κάθε λογής εκδηλώσεις. Το 1959 πηγαίνει στη Θεσσαλονίκη, όπου μένει συνεχώς μέχρι το 1975. Εκεί συνεργάζεται με τον αείμνηστο Βετεράνο και ανεπανάληπτο λυράρη ΓΩΓΟ (ο Χρύσανθος τον αποκαλούσε Πατριάρχη της Λύρας). Ο Χρύσανθος μαζί με τον Γώγο για πρώτη φορά εισάγει Ποντιακή μουσική σε κέντρα διασκέδασης ξεκινώντας από την Καλαμαριά και την Πολίχνη. Γίνεται μέλος Ποντιακών Σωματείων όπως της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης και του Φάρου Ποντίων, τραγουδώντας στους ραδιοφωνικούς σταθμούς Θεσσαλονίκης. Ηταν 13 χρόνια συνεργάτης του λαογράφου κ. Στάθη Ευσταθιάδη σε ραδιοφωνικές εκπομπές και σε Ποντιακές θεατρικές παραστάσεις που δίνονταν σε όλη τη Βόρειο Ελλάδα.

Η Ενωση Ποντίων Πολίχνης, στην κορυφαία εκδήλωση της, στις 5 Νοεμβρίου 1993, στο κοσμικό κέντρο ΜΙΘΡΙΟ, αποφάσισε να τον τιμήσει με ΧΡΥΣΟ ΜΕΤΑΛΙΟ και ΤΙΜΗΤΙΚΟ ΔΙΠΛΩΜΑ, σε αναγνώριση της μεγάλης του προσφοράς στο ΠΟΝΤΙΑΚΟ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ και στην ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ. Εκτός από τον αείμνηστο ΓΩΓΟ (Πετρίδη) με τον οποίο συνεργάστηκε πάνω από 18 χρόνια, είχε κατά καιρούς ως συνεργάτες τους λυράρηδες : Γεωργούλη Κουγιουμτζίδη, Δημήτρη Κουγιουμτζίδη, Γιωργούλη Κουσίδη, Παναγιώτη Ασλανίδη, Νίκο Ιωαννίδη, τον αείμνηστο Κωστίκα Τσακαλίδη, Μιχάλη Καλιοντζίδη, Χρήστο Χρυσανθόπουλο, τον γιο του ΓΩΓΟΥ, τον Κωστάκη Πετρίδη, τον γιο του Γεωργούλη, Ανδρέα Κουγιουμτζίδη, Χρήστο Τσενεκίδη, Θεόδωρο Βερροιώτη και Δημήτρη Πιπερίδη.

Ο ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ παράλληλα με το Ποντιακό τραγούδι από το 1973 συνεργάζεται με το μουσικοσυνθέτη Χριστόδουλο Χάλαρη στο Ελληνικό έντεχνο τραγούδι. Το 1975 εμφανίζεται σε μπουάτ της Αθήνας (Αποσπερίδα) με τον Ν. Ξυλούρη, την Μ. Κωχ και τον συνθέτη Χ. Χάλαρη τραγουδώντας Ποντιακά τραγούδια και τραγούδια του Χάλαρη. Το 1976 συμμετέχει σε συναυλίες με τον συνθέτη Χ. Χάλαρη και τον Ν. Ξυλούρη σε όλη την Ελλάδα. Το 1979-80 συμμετέχει σε συναυλίες στον Λυκαβητό του Χ. Χάλαρη και με τα έργα ΠΕΡΣΕΣ, ΡΩΜΑΝΟΣ Ο ΜΕΛΩΔΟΣ και άλλα. Το 1980 έλαβε μέρος μαζί με τον συνθέτη στο φέστιβαλ της Γαλλίας και σε τρεις άλλες πόλεις της Ν. Γαλλίας με έργα του συνθέτη και ποντιακά τραγούδια. Το 1981 πηγαίνει στη ΛΙΛ της Γαλλίας για μια συναυλία της πανεπιστημιακής σχολής. Το Φεβρουάριο του 1983 σε συναυλίες στην Δ. Γερμανία (Βόννη-Ντίσελντορφ) και Γενεύη Ελβετίας. Επίσης τον Μαίο του 1983 στην Μασσαλία της Γαλλίας ερμηνεύει το έργο του συνθέτη Χ. Χάλαρη ΠΑΘΗ ΑΠΟΚΡΥΦΑ σε ποιητική απόδοση Γ. Κακουλίδη. Το 1964 στην Δ. Γερμανία, το 1971 Αμερική, Καναδά , το 1972 Δ. Γερμανία, το 1974 σε όλη την Αυστραλία, το 1979 Σουηδία, το 1980-83 Γαλλία, Δ. Γερμανία, Ελβετία τον Οκτώβριο-Νοέμβριο. Τον Σεπτέμβριο-Δεκέμβριο 1984 Καναδά-Αμερική, τον Μάρτιο 1985 Δ. Γερμανία, τον Οκτώβριο-Νοέμβριο1985 Δ. Γερμανία (Φρανκφούρτη-Αμβούργο-Δ.Βερολίνο), ΜΑΛΜΕ Σουηδίας, 1988 Γερμανία, 1990 Καναδά, Αμερική, 1991-92 Γερμανία. Εμφανίστηκε σε τηλεοπτικές εκπομπές με ποντιακά τραγούδια και έργα του συνθέτη Χ. Χάλαρη.

Δισκογραφία

Το 1954 κάνει τον πρώτο του δίσκο 78 στροφών. Απο το 1960 και μετά έχει κάνει: 30 ποντιακούς δίσκους 45 στροφών, δέκα ποντιακούς δίσκους 33 στροφών, 1 δίσκο 45 στροφών του Χ.Χάλαρη-Ν.Γκάτσου. Συμμετείχε στον δίσκο του Χ.Χάλαρη ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ με τους Ν.Ξυλούρη-Δ.Γαλάνη. Ερμήνευσε τραγούδια σε 4 μεγάλους δίσκους ΔΡΟΣΟΥΛΙΤΕΣ Χ. Χάλαρη-Ν.Γκάτσου, ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Χ. Χάλαρη-Γ.Κακουλίδη και Θ. Αγγελόπουλος, ΠΑΘΗ ΑΠΟΚΡΥΦΑ Χ. Χάλαρη και Γ. Κακουλίδη, ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ Χ. Χάλαρη-Γ. Λογοθέτη.

Πέθανε το βράδυ της Τετάρτης 30 Μαρτίου 2005 σε ηλικία 71 ετών. Ο Χρύσανθος Θεοδωρίδης απεβίωσε στις 20:00 στο Νοσοκομείο Παπαγεωργίου της Θεσσαλονίκης, όπου είχε μεταφερθεί μετά από καρδιακή ανακοπή συνεπεία εμφράγματος του μυοκαρδίου.

Υπηρέτησε με πάθος το ποντιακό τραγούδι ως στιχουργός και τραγουδιστής και αφοσιώθηκε σ’ αυτό σε όλη του τη ζωή.

Αναγνωρίστηκε και αγαπήθηκε από το κοινό των Ποντίων. Έγινε το ίνδαλμα πολλών νέων καλλιτεχνών που παρακινούμενοι από τον ίδιο υπηρετούν σήμερα με επιτυχία την ποντιακή μουσική λαϊκή παράδοση ακολουθώντας το παράδειγμά του.

 

Τσανάκαλης Ιωάννης

Γεννήθηκε στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης το 1931. Ήταν πιστώς ερμηνευτής των παραδοσιακών μας τραγουδιών του αξέχαστου Πόντου.

Θα τον θυμόμαστε με το τραγούδι του που θα τραγουδιέται πάντα και αιώνια, Η ΜΑΝΑ ΕΝ ΚΡΥΟΝ ΝΕΡΟΝ ΚΑΙ ΣΟ ΠΟΤΗΡ ΚΙ’ ΕΜΠΑΙΝ.

Πέθανε στις 18 Απριλίου 2001.

 

Χρήστος Ακριτίδης

Ο Χρήστος Ακριτίδης γεννήθηκε το 1962 στο Μεσόβουνο της Πτολεμαϊδας. Κατάγεται από μουσική οικογένεια. Ο πατέρας του ο Μήτσον Ακριτίδης παίζει λύρα και τραγουδάει και ο θείος του παίζει κλαρίνο. Αν και κατάγεται από μουσική οικογένεια το μουσικό ερέθισμα το πήρε σε ηλικία επτά χρονών από έναν παππού τον Λάμπον με το ντεφ από τα Κομνηνά που τον είδε να παίζει σε έναν γάμο με τον πατέρα του και τον θείο του. Την άλλη μέρα κατασκεύασε ένα ντέφι και άρχισε να παιδεύετε! Σε ηλικία 12 χρονών άρχισε να μαθαίνει ακκορντεόν και δειλά-δειλά με την προτροπή του πατέρα του να τραγουδάει. Στα 16 του αρχίζει να πηγαίνει στους γάμους και τα πανηγύρια της περιοχής του με το συγκρότημα του πατέρα του και του θείου του παίζοντας συνθεσαϊζερ και τραγουδώντας.

Τον Οκτώβριο του 1981 κατατάσσετε στο πολεμικό ναυτικό και τον Ιανουάριο του 1982 γνωρίζεται με τον Μιχάλη Καλιοντζίδη όπου αρχίζει μια συνεργασία δύο χρόνων στο ποντιακό κέντρο «Φάρος» των Αθηνών όπου το πρόγραμμα ηγούνται δυο καλλιτέχνες με βαριά παρακαταθήκη, ο καπετάνιος του ποντιακού τραγουδιού Χρύσανθος, και ο Γιώργος Αμαραντίδης. Το Πάσχα του 1994 κάνει το πρώτο του ταξίδι στο εξωτερικό σε μια περιοδεία με τον Χρύσανθο και τον Χρήστο Τσενεκίδη σε αρκετές πόλεις της Γερμανίας. Μέχρι το 1989 παίζει συνθεσάιζερ και τραγουδάει σε αρκετά ποντιακά μαγαζιά και αρκετές συνεργασίες με τελευταία και πάλι στο Φάρο των Αθηνών με τους Γιώργο Δημητριάδη και Θεόδωρο Βεροιώτη.

Από το 1990 αρχίζει μια νέα σταδιοδρομία μόνο με το τραγούδι στους χόρους που ήδη γνωρίζει, ξεκινώντας από το ποντιακό κέντρο «Ο Πόντος» στην Πτολεμαϊδα. Εμφανίζεται σε αρκετές εκδηλώσεις των Ποντιακών συλλόγων του εξωτερικού (Γερμανία, Αμερική, Σουηδία).

Αυτό που θα του μείνει αξέχαστο είναι η συμμετοχή του στο Πανευρωπαϊκό Φεστιβάλ Ποντιακών Σωματείων του 2002 στο Λούντβισχάφεν της Γερμανίας όπου είδε να ξεχύνονται μέσα σε ένα κλειστό στάδιο 1.200 χορευτές με την ποντιακή στολή και ο κάθε σύλλογος να έχει το λυράρη του και το νταουλτζή του. Τον συγκίνησε το γεγονός ότι χιλιάδες χιλιόμετρα μακρυά από τον τόπο του αντιμετώπησε τέτοια ζωντάνια.

Οι καλές του συνεργασίες και η πείρα των τόσων χρόνων τον έχουν διδάξει να ξεχωρίζει το καλό ποντιακό τραγούδι. Το συνθεσάιζερ τον βοήθησε να έχει μια καλήτερη αντίληψη των μουσικών θεμάτων. Την αρχική ενασχόληση με το τραγούδι την οφείλει στην παρότρυνση του πατέρα του. Θαυμάζει και τρέφει απεριόριστο σεβασμό στον καπετάνιο του Ποντιακού τραγουδιού ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ.

 

Τάκης Αλαματίδης

Η διαδρομή μακρινή. Χάνεται στα βάθη των αιώνων! Από τη στεριά την ελληνική, στα νησιά, στην παραλία της Μικρασίας, στη Σινώπη, της Τραπεζούντα, την Αργυρούπολη (Κιμισχανά) από εκεί στο Καρς και τα χωριά «τη …Κιόλας». διαρκείς ξεριζωμοί και μεταναστεύσεις. Ορόσημο ο μεγάλος ξεριζωμός του 1920-1922.

Τότε που ο ….Πυλολώρς εδιέταξεν, γοσέψτεν τ’ αραπάδες, ες κι έρχουντανε οι Τουρκάντ να σπάζνε τη νυφάδες. Επιστροφή στην μητροπολιτική Ελλάδα. Αγώνες με νύχια και με δόντια για επιβίωση και προσαρμογή στα νέα δεδόμενα. Η ψυχή και ο νούς διαδρομές της καρδιάς και του λογισμού. Η μισή προς την ανατολή, στις αλησμόνητες πατρίδες, και η άλλη μισή ταυτόχρονα, στο νέο τόπο. Πρόσφυγες στη μητέρα πατρίδα των προγόνων τους, στην Ελλάδα.

Στην Ελλάδα που δεν τους χωρούσε όλους. Ενας ακόμα ξεριζωμός, μια ακόμη προσφυγιά στα «πολιτισμένα» μέρη. Γερμανία, Σουηδία, Ελβετία…Αλλαξαν πολλά στο μεταξύ σ’ αυτόν τον κόσμο…Μέσα σ’ όλα αυτά άλλαξαν και αρκετές από τις αξίες και τα ιδανικά των ανθρώπων του πλανήτη. Αλλαξαν και οι έννοιες των λέξεων. Σε μερικές περιπτώσεις άλλαξαν κι αυτές τις ίδιες τις λέξεις. Είσαι λάθος, θα μου πουν! Η ξενητειά της Γερμανίας, της Αυστραλίας, της Σουηδίας, είναι μια απλή μετανάστευση, που την επιλέγει ο καθείς, χωρίς να του επιβάλλεται…Ναι! Λες και για ταξίδι αναψυχής και ξεκούρασης έφυγαν για τα κάτεργα και τις υπόγειες στοές οι…μετανάστες.

Παρ’ όλα αυτά, οι απόγονοι των ακριτών του Πόντου ούτε που το διανοήθηκαν ποτέ να σπάσουν την αλυσίδα της ιστορίας, της παράδοσης των αιώνων. Μετέφεραν, κρατώντας σφιχτά στα φυλοκάρδια, στην ψυχή, στα χέρια και στις βαλίτσες τους, τη νοσταλγία, την ιστορία, τις παραδόσεις, τη μουσική, τα τραγούδια και τη διάλεκτο. Για διασφάλιση όλων αυτών, μέσα στη βαλίτσα τους, έκρυβαν και μια λύρα. Τρεις χιλιάδες χρόνια παράδοση, καταγραμμένη πάνω σε τρεις χορδές.

Απειρες οι αποδείξεις για τα παραπάνω. απειρες οι μικρές ιστορίες της κάθε προσφυγικής οικογένειας. Ετσι που όλες μαζί, συνθέτουν το πάζλ που απεικονίζει ανάγλυφα και περίτρανα ότι αυτή η ράτσα η ελληνική δεν «απογαλακτίζεται» εύκολα.

Μια τέτοια μικρή ιστορία είναι κι αυτή της προγονικής καταγωγής του Τάκη Αλαματίδη.

Τον συναντήσαμε στη Δράμα, σ’ ένα ταξίδι αστραπή που έκανε από τη Γερμανία για τις ανάγκες της δισκογράφησης της τρίτης δουλειάς του που μάλιστα έγινε με τη συνεργασία του Νίκου και Πάνου Γεωργιάδη.

Πολλές φορές το έχω πει από το ραδιόφωνο και το έχω γράψει. Ο καλλιτέχνης και δεί ο της παραδοσιακής μας μουσικής, πρέπει να κρίνεται (επιβάλλεται να κρίνεται) όχι μόνο από την φωνή του, αλλά στον ίδιο και από το χαρακτήρα και τη συμπεριφωρά του. Και γιατί, βέβαια είναι δημόσιο πρόσωπο και ψυχαγωγεί (αγωγή ψυχής), αλλά και γιατί υπηρετεί (παράλληλα με το επάγγελμα που κάνει) την διατήρηση, διάδοση, προβολή, μιας παράδοσης αιώνων που την κατέγραψαν στο διάβα τους, εκατομμύρια ανθρώπων της ράτσας του.

Ο Τάκης Αλαματίδης και από φωνή, και από κατατομή, αλλά και από χαρακτήρα και συμπεριφορά είναι αντάξιος όλων αυτών των προδιαγραφών που τίθενται.

-Γεννήθηκα το 1958 στη Μεγάλη Στέρνα του Κιλκίς, μας λέει και συνεχίζει: Σίγουρα θα αναρωτιέσαι για την προγονική μου καταγωγή!

-Οχι μόνο εγώ, αλλά φαντάζομαι και οι αναγνώστες.

-Οι γονείς μου κατάγονται από τα χωριά του Κιόλας του Καρς. Και για να ακριβολογώ, ο πατέρας μου ήρθε προσφυγόπουλο το 1920 από το Κιασάρ του Καρς, ενώ η μητέρα μου γεννήθηκε εδώ στη Μεγάλη Στέρνα, έχωντας προγονική καταγωγή το χωριό Βερκενίς της περιοχής Κιόλα του Καρς.

Κοινή προγονική καταγωγή ερωτούντος και συντευξιαζόμενου. Είναι αλήθεια ότι αυτό πρώτη φορά μου συμβαίνει και βεβαίως, γιατί να το κρύψω, με ενθουσιάζει και με κάνει να νοιώθω πολύ πιο οίκεια και ζεστά!

-Αντε στην υγειά μας…αντιτείνεται ο Τάκης και …τσουγκρίζουμε τα ποτήρια.

-Ο Καρσλής λοιπόν, χορεύοντας Τας, κρατώντας στο άλλο χέρι το μικρόφωνο και τραγουδά για όλο τον Πόντο…το μακρύν τη Ματσούκας, το Διπάτ τη Τραπεζούντας, τη Κρώμνης, τη Κιμισχανάς…

-Ναι…εκστασιάζομαι σε κάθε τέτοια υπέροχη, επουράνια θα έλεγα, μελωδία και ρυθμό, κάθε φορά που τραγουδώ! Δεν ξεχωρίζω λιγότερο ή περισσότερο τη μουσική των προγόνων μου. Αλλωστε δεν θεωρώ τον εαυτό μου ψυχρό επαγγελματία καλλιτέχνη. Δεν μπορώ να νοιώσω έτσι. Για να το θέσω πιο απλά. Μη με ρωτήσεις αν είμαι τραγουδιστής με την επαγγελματική έννοια που έχει προσλάβει ο όρος σήμερα. Θα σου πω ότι είμαι διασκεδαστής. Τραγουδώ πρώτα για να διασκεδάσω εγώ και μαζί μου οι άλλοι.

Το νοιώθω πραγματικά φίλοι αναγνώστες ότι ο Τάκης Αλαματίδης την ώρα που τα λέει όλα αυτά δεν κάνει θέατρο…Ετσι αισθάνεται. Κι αυτό γιατί, πολλές φορές λειτουργεί αυθόρμητα, θέτοντας στο περιθώριο κάποια άλλα στοιχεία, που ένας επαγγελματίας θα πρόσεχε ίσως, πριν από όλα τ’ άλλα. Αλλά…είπαμε…ο λαϊκός καλλιτέχνης δεν πρέπει μόνο να είναι, αλλά και να φαίνεται ή και…το αντίστροφο βέβαια.

-Ξενητεμένο αηδόνι, λοιπόν ο Τάκης Αλαματίδης, εργάζεται και τραγουδά συγχρόνως στη Γερμανία. Θα ήθελα να μας πεις δυο λόγια.

-Κατ’ αρχήν φίλε Μάκη, αποδέχονται βεβαίως το … ξενητεμένο. Οσο για το αηδόνι..αυτό είναι θέμα κόσμου να κρίνει και να προσδιορίζει … σε καμία περίπτωση πάντως εγώ δεν αποδέχομαι αυτόν τον όρο. Στη Γερμανία εργάζομαι εδώ και 11 χρόνια στο Shorntorf στην περιοχή της Στουτγκάρδης.

Τραγουδώ εδώ και 20 χρόνια , «επαγγελματικά» αν και για μένα δεν είναι σωστός ο όρος. Ενώ θα πρέπει να πω, ότι πέραν όλων των άλλων, οφείλω πολλά και στη σύζηγό μου την Μερόπη Κοτανίδου (πατρικό) για τη στήριξη και ανοχή της, η οποία κατάγεται από το Χωρύγι του Κιλκίς, με προγονική καταγωγή και αυτή ένα από τα χωριά «τη Κιόλας» του Καρς, το χωριό Ντορτ Κιλησέ. Είμαι παντρεμμένος εδώ και δεκατέσσερα χρόνια και έχω δύο παιδιά. Τον Νίκο 14 χρόνων και την Κική 11 χρόνων.

-Να έρθουμε τώρα στις δισκογραφικές δουλειές . Η …πριν και από αυτές πες μας ποιοι ήταν αυτοί που σε βοήθησαν να κάνεις το πρώτο άλμα.

-Ναι…οφείλω να πω και παράλληλα να ευχαριστήσω τον Σάββα Λαζαρίδη, με τον οποίο γνωρίστηκα στη Γερμανία το 1995 όπου έγινε και ο πρώτος δίσκος. Τόσο ο Σάββας, όσο και ο πατέρας του ο Πέτρος ήταν για μένα πολύτιμοι φίλοι, δάσκαλοι, βοηθοί.

Στη συνέχεια, το 1997 στον ποντιακό σύλλογο Shorntorf στην περιοχή της Στουτγκάρδης, γνώρισα τον νεαρό λυράρη Μπάμπη Κοχλιαρίδη. Στο σύλλογο αυτό έμελε να γίνω μέλος και μάλιστα το 1998 να ενταχθούν και τα παιδιά μου εκεί και να μάθουν τους λεβέντικους ποντιακούς μας χορούς. Γνωρίζοντας τον Μπάμπη Κοχλιαρίδη διέκρινα ότι ο νεαρός διέθετε σπουδαίο ταλέντο, εξαίρετο χαρακτήρα και έτσι συνεργάστηκα μαζί του. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν να οργώσουμε στην κυριολεξία ολόκληρη τη Γερμανία, όπου υπάρχει ελληνικό στοιχείο, για τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Ιδιαίτερα όμως μου έχει μείνει ανεξίτηλα χαραγμένο στο μυαλό το ταξίδι μας το 1999 στη Σουηδία. Περάσαμε τέσσερις αξέχαστες μέρες, νοιώθοντας ότι μάλλον δεν βρισκόμαστε στη Σουηδία, αλλά στην Ελλάδα.

Αποκορύφωμα αυτής της συνεργασίας ήταν η δισκγραφική μας δουλειά το 1998 με τον τίτλο «ΚΙΛΚΙΣ ΝΤΟ ΟΝΟΜΑΝ ΓΛΥΚΙΝ». Με τον Μπάμπη τον Κοχλιαρίδη συνεχίζουμε τη συνεργασία και σήμερα, παίζοντας σε εκδηλώσεις -βραδιές συλλόγων, αλλά και κοινωνικές (γάμους κλπ).

Θα μου επιτρέψεις Μάκη, γιατί το θεωρώ υποχρέωση – αλλά και τιμή μου, να αναφέρω ότι το 1999, συγκεκριμένα τον Φεβρουάριο του ’99 μου δόθηκε η ευκαιρία να τραγουδήσω με τον μεγάλο κατ’ εμέ λυράρη (από τους νέους) Παναγιώτη Κογκαλίδη. Αυτό έγινε στη Γερμανία, στα πλαίσια της γιορτής και των εκδηλώσεων του συλλόγου μας για τα 10 χρόνια από την ίδρυσή του.

-Μάλιστα! Αντε στην υγειά του Παναγιώτη, λοιπόν που είναι και δικός μου πολύ καλός φίλος, (του αντιτείνω εγώ) και τσουγκρίζουμε για δεύτερη φορά. Πάμε τώρα στη τελευταία σου δισκογραφική δουλειά.

-Ναι…είναι υπό εκκόλαψη και θα κυκλοφορήσει σύντομα (Ηταν Φεβρουάριος 2001).

Η δισκογραφική αυτή δουλειά πιστεύω πως θα γίνει ευχάριστα αποδεκτή από το κοινό, γιατί είναι πραγματικά καλή δουλειά, παραδοσιακής βάσης. Και θα ‘λεγα και μια κατάθεση ψυχής. Θα πρέπει να αναφέρω όμως ότι αφορμή και αιτία στάθηκε ο Νίκος (Κόλιας) Γεωργιάδης από την Αργυρούπολη της Δράμας, τον οποίο γνώρισα το καλοκαίρι που μας πέρασε. Βέβαια τον πατέρα του Νίκου τον πρεσβύτερο Πάνο Γεωργιάδη (γιατί υπάρχει και ο εγγονός Πάνος), τον είχα γνωρίσει πριν 10 χρόνια στη Γερμανία όπου και εργαζόταν. Ετσι λοιπόν η συνάντησή μας με τον Νίκο (Κόλια) επέφερε πολύ σύντομα και τη συνεργασία στην 3η μου κατά σειρά δισκογραφική δουλειά, με τον γυιό του, τον νεότερο δηλαδή Πάνο Γεωργιάδη που παίζει λύρα. Ευχαριστώ και τον πατέρα και τον γυιό. Τον πατέρα Κόλια γιατί μου εμπιστεύτηκε τα ομολογουμένως πολύ όμορφα τραγούδια του. Τον δε Πάνο για την καταπληκτική απόδοση στη λύρα, αλλά και στη συνοδεία στο τραγούδι σε ορισμένα δίστιχα.

Πιστεύω πως ο Πάνος έχει μέλλον, όπως και πολλοί νέοι λυράρηδες. Εχει τον αέρα, την τρομερή άνεση του παταριού, όπως λέμε, εμείς οι καλλιτέχνες και επίσης το στοιχείο εκείνο που σου δημιουργεί την αίσθηση ότι, παρ’ όλο που θα παίξεις για πρώτη φορά μαζί του, είναι σαν να συνεργάζεσαι χρόνια ολόκληρα.

-Αλήθεια, Τάκη, μου είπες λίγο πριν ότι τραγουδάς εδώ και 20 χρόνια. Ομως πιστεύω να θυμάσαι το πρώτο σου βάπτισμα απέναντι στο κοινό. Είναι σίγουρα ένα μεταίχμιο…μια δοκιμασία.. που ή την εγκρίνει ο ίδιος σου ο εαυτός ή αυτοαπορρίπτεσαι.

-(Γελάει). Ναι έτσι ακριβώς είναι. Ααα! Θυμάμαι ήμουν 22 χρονών τότε . Σε Γάμο, με λυράρη του Τάσο τον Κεμανίδη. Από τότε … ίσα με τώρα τραγούδησα… (σκέφτεται λίγο).. και που δεν τραγούδησα…Τι μουχαμπέτια, τι γλέντια, τι βραδιές. Και βέβαια ήταν αρκετές οι φορές που είχα την τύχη να με συνοδεύσουν και πολλοί καταξιωμένοι καλλιτέχνες. Ενδεικτικά και μόνον αναφέρω – χωρίς παρεξήγηση – τον γυιό του Γώγου, Κωστάκη Πετρίδη, τον Παναγιώτη Ασλανίδη, τον Νίκο Ιωαννίδη, τον Γιάννη Τσανάκαλη, τον Παυλάκη Δραμινό, Γιωργούλη Σασκαλίδη, Λάμπη Τιλκερίδη (τρομερό λυράρη), τον Δημήτρη Πιπερίδη, και πολλούς άλλους…αα! και βεβαίως ως Καρσλής τραγούδησα και με τον Μίτκα Ιακωβίδη στο κλαρίνο και τον αείμνηστο Γιωργούλη Παπαδόπουλο.

Τις στιγμές που καταγράφονταν αυτή η συνέντευξη, ο τελευταίος (τρίτος) δίσκος του Τάκη Αλαματίδη βρισκόταν στη διαδικασία της επεξεργασίας για κυκλοφορία. Σήμερα, τη στιγμή που διαβάζετε αυτές τις γραμμές, έχει κυκλοφορήσει με τον γενικό τίτλο: «Ο ΠΟΝΤΟΝ ΑΣΟ ΝΟΥΜ ΚΙ ΕΒΓΑΙΝ». Και τολμώ να πω φίλοι αναγνώστες ότι αξίζει να ακουστεί σε κάθε ποντιακό σπίτι και να κοσμεί την δισκογραφική σας «βιβλιοθήκη».

Ο Τάκης Αλαματίδης είναι ένας Καλλιτέχνης που συνδυάζει περίφημα δύναμη και συναίσθημα στη φωνή. Ανθρωπιά και αγάπη προς την παράδοση στην ψυχή. Δεν χωράει δε καμιά αμφιβολία ότι ο γενικός τίτλος της τελευταίας του δισκογραφικής δουλειάς τον εκπροσωπεί από κάθε άποψη. Γιατί πράγματι όσοι τον γνώρισαν από κοντά θα το πιστοποιήσουν, αλλά και θα σιγοτραγουδήσουν μαζί του:

Ο ΠΟΝΤΟΝ ΑΣΟ ΝΟΥΜ ΚΙ ΕΒΓΑΙΝ…

 

Παναγιώτης Ασλανίδης

Ο Παναγιώτης Ασλανίδης Κρωμναίος στην καταγωγή, γεννήθηκε το 1947 στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης σε οίκημα (φτιαγμένο από ξύλα και αμιαντόπλακες) που είχαν εγκαταλείψει οι Γερμανοί κατακτητές. Στα δεκατρία του χρόνια άρχισε να παίζει λύρα κοντά στον Πατριάρχη της λύρας Γώγο Πετρίδη και στον επίσης μεγάλο δημιουργό έντεχνης ποντιακής μουσικής τον Γιάννη Βλασταρίδη, τον γνωστό Τσανάκαλη. Εχοντας από την φύση του ένα εκρηκτικό ταμπεραμέντο στην λύρα και στον χορό ο Παναγιώτης Ασλανίδης και μαθητεύοντας κοντά σε τέτοιους δασκάλους, έδωσε στην λύρα ένα ρυθμικό παλμό εντονότερο από οποιονδήποτε άλλον λυράρη που παίζει χορευτικά κομμάτια.

Κάποτε ρώτησε τον Γώγο, ακούγοντας τον στην ποντιακή εκπομπή της Ευξείνου Λέσχης που μεταδίδονταν κάθε Τετάρτη από τον ραδιοσταθμό των Ενόπλων:

* «Πατριάρχη εκείνο το τικ που έπαιξες, ένα μέρος του δεν μπόρεσα να συγκροτήσω. Σε παρακαλώ, παίξ΄το λίγο.»

Ο Γώγος με την βαριά του φωνή του απάντησε:

* «Δεν ξέρω ποιο ήταν . Ηταν φαντασία της στιγμής. Εσύ πήρες τις βάσεις που έπρεπε, να κάνεις τώρα το δικό σου το στυλ.»

Αυτό έκανε και ο Παναγιώτης, έπαιξε την λύρα, με όσες καταβολές του έμειναν από την ανθρώπινα αξεπέραστη δεξιοτεχνία του Ορφέα της Λύρας Γώγου και τα στοιχεία που του επέβαλλε η ορμητική του φύση και δημιουργεί την δική του προσωπικότητα. Παίζει δε μάλιστα και αυτός αυτοσχεδιάζοντας πάντα. Απέκτησε δε και τους μιμητές του.

Από το 1965 παίζει στην λαογραφική εκπομπή της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης ως συνεργάτης του Γώγου, Δάμωνα Ιωσηφίδη, Χαράλαμπου Εφραιμίδη, Φίκου Καλλιφατίδη, Τάκη Σαχινίδη κ.α. Δημόσια εμφανίζεται για πρώτη φορά το 1967 στο κέντρο του Μελανίδη στην Νεάπολη Θεσσαλονίκης συνοδεύοντας τον Χρύσανθο Θεοδωρίδη. Η πρώτη του ηχογράφηση ήταν και τότε στην εταιρεία VASIPAP – το 1974 – με τον τίτλο Ποντιακοί Αντίλαλοι Νο1 όπου συνόδεψε τον Παυλάκη Δραμινό, την Γιώτα Παπαδοπούλου και τον Τάκη Παπαδόπουλο. Η συνέχεια δεν ήταν μικρή. Αφ’ ενός συνέχισε τις εκπομπές της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης μαζί με τον πρωτοπόρο Νίκο Σωματαρίδη. Ηχογράφησε συνολικά δεκα LP και δέκα CD. Ο Πάντσον όπως και ο ίδιος τραγουδά τον εαυτό του, σαγήνεψε την ποντιακή νεολαία με το ρυθμικό του παίξιμο και έφερε πολλούς νέους κοντά στο παραδοσιακό τρόπο διασκέδασης, όπως αυτός διαμορφώθηκε ως προϊόν μαζικής κατανάλωσης στη σύγχρονη εποχή.

Ο Παναγιώτης Ασλανίδης συνεχίζει πανάξια, ως μέλος της τρίτης γενιάς την παράδοση την παράδοση της μεγαλύτερης Σχολής λύρας, της Σχολής της Καλαμαριάς.

 

Γιώργος Ατματσίδης

Ο Γιώργος Ατματσίδης γεννήθηκε στο Λαύριο στις 15 Σεπτεμβρίου, 1975. Οι γωνείς του κατάγωνται απο το Ορντού και ήρθανε στην Ελλάδα απο την πρώην Σοβιετική Ενωση. Είναι ο μικρότερος από 6 αδέλφια. Ξεκίνησε να παίζει λύρα από ηλικία 6 χρονών παίρνωντας ερεθύσματα από τα δύο του αδέλφια και τον πατέρα του που έπαιζαν λύρα. Εντελώς αυτοδίδακτος, ο Γιώργος στα 12 του χρόνια αρχήζει και εμφανίζεται σε κοινωνικές εκδηλώσεις. Σε ηλικία 13 χρονών αρχήζει επίσης να παίζει πλήκτρα. Σε ηλικία 16 χρονών αρχίζει η καλλιτεχνική του καριέρα εμφανίζωντας στα κέντρα ΤΡΥΓΩΝΑ και ΛΕΜΟΝΑ για 5 χρόνια, κοντά σε πολλούς καλλιτέχνες όπως τους Γιώργο Δημητριάδη, Γιώργο Νικολαϊδη και Κώστα Θεοδοσιάδη.

Η συνεργασία του με τον ΣΤΑΘΗ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ αρχίζει το 1998. Μετά από μερικές εμφανίσεις μαζί, το Σεπτέμβριο αρχίζουν μία σαιζόν στο κέντρο ΑΥΛΑΙΑ. Από το 1999 εμφανίζεται στο κέντρο ΜΙΘΡΙΟ Θεσσαλονίκης με τον Στάθη Νικολαϊδη. Εκτός από τις εμφανίσεις στο κέντρο περιοδεύει όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό. Είναι παντρεμένος με την Δέσποινα και έχουν ένα χαριτομένο κοριτσάκι.

 

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ – DISCOGRAPHY

Τριαντάφυλλα σην στράτας θα γωμώνω – Γιώργος Δημητριάδης (1993)

I will fill your road with roses – Giorgos Dimitriadis (1993)

Ποντιακα Τραγούδια – Σπύρος Κωνσταντινίδης (1994)

Songs of Pontos – Spyros Konstantinidis

Ποντιακά Τραγούδια – Θεόφιλος Σεχίδης (1995)

Songs of Pontos – Theofilos Sehidis (1995)

συμμετοχή σε λαϊκη ορχήστρα με τον Δημήτρη Τόλιο (1995)

performance on popular songs by Dimitris Tolios (1995)

Αέρτς – Γιώργος Δημητριάδης (1995)

Saint George – Giorgos Dimitriadis (1995)

Πόντος Καύκασος Ελλάδα – Γιάννης Κοπαλάς (1996)

Pontos Caucasus Greece – Giannis Kopalas (1996)

Απόψ’ είδα ‘σεν σ’όραμα μ’ – Κώστας Καζαντζίδης (1997)

Last night I saw you in my dreams – Kostas Kazantzidis (1997)

Πατρίδα μ’ αραεύω ‘σεν – Στέλιος Καζαντζίδης, στο τραγούδι «Ο Φίλος» (1997)

My homeland, I yearn for you – Stelios Kazantzidis, on the song «O Filos» (1997)

Ποντιακή Ραψωδία – μουσική Μάκη Ερημίτη (1997)

Pontian Rhapsody – composer Makis Erimitis (1997)

Ποντιακά Τραγούδια – Ξένια Γεωργιάδου (1998)

Pontiaka Tragoudia – Xenia Georgiadou (1998)

Μιθριδάτης του Πόντου – μουσική Θανάση Τσολερίδη (1998)

Mithridates of Pontos – composer Thanasis Tsoleridis (1998)

Ο Μετοικόν – Στάθης Νικολαϊδης, μουσική Κ. Σιώπη (2000)

Immigrant – Stathis Nikolaidis, composer K. Siopis (2000)

Κιβωτός – Στάθης Νικολαϊδης, μουσική Χ. Κεμανετζίδη (2001)

Kivotos (Ark) – Stathis Nikolaidis, composer H. Kemanetzidis (2001)

Ζωντανή Ηχογράφηση στο Κέντρο «Ειρήνη» Αθήνα – Δημήτρης Καρασαββίδης (2002)

Live from Club «Irini» Athens – Dimitris Karasavvidis (2002)

Κεμανετζίδης – Ατματσίδης- Ανατολή και Δύση (2003)

Kemanetzidis – Atmatsidis – East and West (2003)

Ας’ σην ψυ μ’ εβγαίν λαλίαν – Γιώργος Δημητριάδης- Ζωντανή ηχογράφηση (2003)

From my soul comes a voice – Giorgos Dimitriadis – Live recording (2003)

Τη Ψης το Καρακίδ – Στάθης Νικολαϊδης (2003)

The keys of the soul – Stathis Nikolaidis (2003)

 

Στέλιος Χαλκίδης

Γεννήθηκε στα Λευκόγεια Δράμας από γονείς Πόντιους το 1973.Τα πρώτα ακούσματα που είχε ήταν από τον προπάππο του.Ξεκίνησε να παίζει λύρα στα 12 του με δάσκαλο τον Αλέκο Κουριανίδη.Η αιτία που ο Στέλιος Χαλκίδης ασχολήθηκε με την ποντιακή μουσική και παράδοση ήταν η μητέρα του Κυριακή Χαλκίδου.Λατρεύει την μουσική της πατρίδας του,θέλει μέχρι τα βαθεία γεράματά του να διαδίδει την παράδοση του Πόντου τραγουδώντας και παίζοντας λύρα.

 

Γιώργος Πετρίδης (Γώγος)

Γεννήθηκε στην Τραπεζούντα την πατρίδα που δεν έλαχε να γνωρίσει ο ίδιος. Οταν ο Βασίλης Τσιτσάνης υπηρετούσε την στρατιωτική του θητεία στο τάγμα τηλεγραφητών στην Καλαμαριά και τα βράδυα έπαιζε μπουζούκι στο κέντρο «Καλαμάκι» στο Καραμπουρνάκι εκεί γνωρίστηκε με τον Γώγο, ο οποίος ήταν λάτρης του μπουζουκιού που έπαιζε επίσης και ο ίδιος. Και έδωσε το μπουζούκι του στον Τσιτσάνη και είχανε παίξει μαζί στο ίδιο κέντρο. Αλλά οι γονείς του του απαγόρευσαν να επιδοθεί στο όργανο αυτό και αυτός ακολούθησε μόνο την λύρα.

Κάποτε ο Γώγος έπαιζε σε έναν γάμο στα Γιαννιτσά. Και τότε ήρθαν κάποιοι που δεν τον είδαν ποτέ, και είπαν: «Για ας τερούμε ατός πα άμον εμάς άνθρωπος εν και παίζ αϊκον κεμεντζέν!»

Κάποτε ο Γώγος εμφανιζόταν με τον Χρύσανθο στο κέντρο «Η Μπουάτ του Νίκου». Τότε έτυχε να περάσει για δουλειές καλλιτεχνικές από την Θεσσαλονίκη ο Γιώργος Μανισαλής ο μουσικοσυνθέτης. Πέρασε απ’ το κέντρο, και αφού παρακολούθησε όλο το πρόγραμμα τότε είπε: «Δυό πρακτικοί (μουσικοί) με εντυπωσίασαν στη ζωή μου μέχρι τώρα. Ενας Γάλλος που έπαιζε βιολί, και αυτός ο λυράρης ο Γώγος! »

Ο Γώγος επίσης συνεργάστηκε και με τον Χρήστο Νικολόπουλο όταν αυτός έκανε τα πρώτα του καλλιτεχνικά βήματα σε γάμους και άλλες εκδηλώσεις. Εκανε συναυλίες με τους Χάρρυ Κλυνν, Λιζέττα Νικολάου, και Κωστίκα Τσακαλίδη στην Αθήνα. Επίσης έλαβε και μέρος στην ελληνική ταινία Ματωμένη Γη με τους ηθοποιούς Λαυρέντη Διανέλλο, Ανέστη Βλάχο και Καίτη Θεοχάρη.

1980 συνεργασία σε δίσκο με τον Κ. Καραπαναγιωτίδη ΧΘΕΣ ΣΗΜΕΡΑ ΠΑΝΤΑ.

Ο Ποντιακός λαός τον άκουσε και τον τίμησε, αναγορεύοντας τον σε ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ της ποντιακής λύρας και του ποντιακού μας τραγουδιού.

Ο Γώγος άφησε πίσω του βαριά κληρονομιά και μουσική παρακαταθήκη, για όλους τους καλλιτέχνες μας, που θα θελήσουν να πλησιάσουν, η να μιμηθούν το έργο του.

 

Αλέξης Παρχαρίδης

Ο Αλέξης Παρχαρίδης γεννήθηκε το 1971 στην Κοζάνη από γονείς Ποντίους, οι οποίοι κατάγονταν από το Καπήκιοϊ της Τραπεζούντας.

Το 1989 εισήχθη στη σχολή Αυτοματισμών των ΤΕΙ Θεσσαλονίκης.

Κατά τη διάρκεια των σπουδών του διετέλεσε πρόεδρος του Συλλόγου Ποντίων Φοιτητών – Σπουδαστών Θεσσαλονίκης . Την ίδια περίοδο ύστερα από παρότρυνση του αείμνηστου Χρύσανθου Θεοδωρίδη, άρχισε να ασχολείται επαγγελματικά με το παραδοσιακό ποντιακό τραγούδι.

Ηχογράφησε έξι προσωπικούς δίσκους με παραδοσιακά τραγούδια του Πόντου, ενώ το 1998 έκανε τα πρώτα του βήματα στο χώρο του έντεχνου ελληνικού τραγουδιού , συμμετέχοντας στο δίσκο «Υάκινθος» του Μάνου Αχαλινωτόπουλου. Από τότε συμμετείχε σε σημαντικές ελληνικές και διεθνείς διοργανώσεις.

 

Μιχάλης Καλιοντζίδης

Ο Μιχάλης Καλιοντζίδης, γνωστός ως ένας από τους καλύτερους Πόντιους λυράρηδες στην Ελλάδα, έχει αφιερωθεί στην διατήρηση και διάδοση των παραδοσιακών μουσικών οργάνων του Πόντου. Γεννήθηκε στο Διπόταμο Καβάλας στην Ανατολική Μακεδονία από γονείς Ποντίων προσφύγων. Ο πατέρας του Χρήστος που ήταν ψάλτης ήρθε στο Διπόταμο το 1922. Ο Μιχάλης σπούδασε μουσική στο Ευγενίδειο Ωδείο στην Αθήνα και είναι αυτοδίδακτος στην ποντιακή λύρα, παίζοντας επαγγελματικά από το 1978. Εχει δόσει παραστάσεις ποντιακής παραδοσιακής μουσικής σε διάφορα θέατρα της Ελλάδας (Ηρώδου Αττικού, Μέγαρο Μουσικής, Λυκαβηττός) και στο εξωτερικό (Ευρώπη, Αυστραλία, ΗΠΑ και Καναδά) και συνεργάστηκε με τους Χριστόδουλο Χάλαρη, Δόμνα Σαμίου, Χρόνη Αηδονίδη, Γιώργο Νταλάρα, Μαρίζα Κωχ, Θάνο Μικρούτσικο, Πέτρο Γαϊτάνο, τον περίφημο συνθέτη Βαγγέλη, ως και τους περισσότερους καλλιτέχνες ποντιακής μουσικής. Εχει συνθέση μουσική για ποντιακά θέατρα και εκδηλώσεις, και σύνθεσε επεισοδιακή μουσική για την Αλκηστις του Ευριπίδη στο Mozarteum στο Σαλζμπούργο της Αυστρίας.

 

Θεοδοσιάδης Κώστας

Γεννήθηκε το 1958 σ’ ένα ακριτικό χωριό της Δράμας, την Πρασινάδα. Η καταγωγή του από τον Πόντο είναι από το χωριό Λειβάδια Γαλλίενας (περιοχή Ματσόυκας). Στην Πρασινάδα, όπου και μεγάλωσε, βιώνει τα ποντιακά ήθη και έθιμα , με τρόπο αυθεντικό. Στα δεκαέξι του παίρνει την λύρα στο χέρι και μαθαίνει να παίζει και να τραγουδά αυτοδίδακτα. Στην εικοσαετή επαγγελματική του καριέρα δουλεύει σε πολλά ποντιακά κέντρα των πόλεων Δράμα, Ξάνθη, Καβάλα, Θεσσαλονίκη, Αθήνα και στις περιοχές Κοζάνης και Καστοριάς. Συμμετέχει σε πολλές εκδηλώσεις και στο εξωτερικό.

 

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΝΤΙΑΚΑ (1983) με την Σοφία Παπαδοπούλου

ΚΩΣΤΑΣ ΘΕΟΔΟΣΙΑΔΗΣ (1986)

ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑ Νο1 (1995)

ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑ Νο2 (1998)

ΖΩΝΤΑΝΗ ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗ (1999) με τον Παναγιώτη Κογκαλίδη

25 ΧΡΟΝΙΑ ΑΣΛΑΝΙΔΗΣ (1999) με συμμετοχή 15 τραγουδιστές

ΠΟΝΤΙΑΚΟ ΑΝΤΑΜΩΜΑ (1999) με τους Γιάννη Καλπατσινίδη-Αλέξη Παρχαρίδη-Γιάννη Πολυχρονίδη

ΧΟΡΟΙ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ (2000)

ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΑ ΣΤΟ ΚΟΡΤΣΟΠΟΝ (2000) με τον Δημήτρη Καρασαββίδη

ΤΗ ΨΗΣ ΙΜ ΤΡΑΩΔΙΑΣ

 

Δημήτρης Καρασαββίδης

Γεννήθηκε στη Σοβιετική Ενωση το 1972. Ηρθε στην Ελλάδα το 1979. Σε ηλικία 7 χρονών άρχισε να μαθαίνει λύρα και παραδοσιακούς ποντιακούς χορούς. Επαγγελματικά ξεκίνησε σε ηλικία 16 χρονών στο κέντρο Κορτσόπον στην Αθήνα. Αργότερα δούλεψε και σε άλλα ποντιακά κέντρα και διάφορες εκδηλώσεις εντός και εκτός Ελλάδος. Συνεργάστηκε με πολλούς κορυφαίους πόντιους καλλιτέχνες.

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΝΤΙΑΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

ΑΡΩΘΥΜΩ ΚΑΙ ΤΡΑΩΔΩ

ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ ΠΟΝΤΙΑΚΟΥ ΧΟΡΟΥ (Ν. Ζουρνατζίδη) –

ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΑ ΣΤΟ «ΚΟΡΤΣΟΠΟΝ» με τον Κώστα Θεοδοσιάδη

ΤΟΥΛΟΥΜΙ ΚΑΪΤΕΔΕΣ με τους Στάθη Νικολαϊδη-Γιάννη Καλπατσινίδη-Κώστα Ζώη

Ζωντανή Ηχογράφηση στο Κέντρο «Ειρήνη» Αθήνα – Δημήτρης Καρασαββίδης

 

Ματθαίος Τσαχουρίδης

Ο Ματθαίος Τσαχουρίδης γεννήθηκε στη Βέροια. Σε ηλικία 9 ετών, ο μικρός τοτε Μακούλης, όπως πολλοί τον αποκαλούν και σήμερα, ξεκίνησε να παίζει την ποντιακή λύρα την οποία έμαθε από τον παππού του, γνωστό λυράρη της περιοχής. Απο τότε μέχρι και σήμερα, η ποντιακή λύρα είναι το μουσικό όργανο με το οποίο ο Ματθαίος εκφράζει τη βαθειά του αφοσίωση, αγάπη και σεβασμό σε αυτό που υπηρετεί.

Η δεξιοτεχνία του και ο τρόπος με τον οποίο ο Ματθαίος αποδίδει και εκφράζει τη μουσική παράδοση των Ελλήνων του Πόντου, αλλά και τις δικές του μουσικές απόψεις μέσα από το παίξιμο της λύρας του, δεν άργησαν να αναγνωριστούν.

Σε ηλικία 12 ετών, κάνει την πρώτη του δισκογραφική δουλειά και ακολουθούν άλλες πέντε. Τον Μάιο του 1996 κερδίζει το πρώτο Πανελλήνιο βραβείο παραδοσιακής μουσικής, σε διαγωνισμό που διοργάνωσε το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Αμέσως μετά, η Ιερά Μητρόπολις Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας, παραχωρεί στον Ματθαίο υποτροφία για σπουδές στο εξωτερικό.

Στο Λονδίνο, όπου βρίσκεται ακόμη και σήμερα, ο Ματθαίος είναι πτυχιούχος Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Goldsmiths του Λονδίνου, έχει στο ενεργητικό του μεταπτυχιακό – Masters στην Εθνομουσικολογία και αυτήν την περίοδο είναι υποψήφιος Διδάκτωρ του Μουσικού Τμήματος του Πανεπιστημίου, υπό την εποπτεία του Άγγλου εθνομουσικολόγου Professor John Baily. Το θέμα της διατριβής του είναι «Η Ποντιακή Λύρα στη σύγχρονη Ελλάδα».

Τον Ιανουάριο του 2005, ο Ματθαίος κερδίζει το Πρώτο Βραβείο του Ιδρύματος Τεχνών Βρετανίας, ως ο καλύτερος ερμηνευτής παραδοσιακού οργάνου στο Ηνωμένο Βασίλειο. Έχει συμμετάσχει με την ποντιακή λύρα στα φεστιβάλ παγκόσμιας μουσικής WOMAD (Αγγλία 2001 και 2005) και WOMEX (Ολλανδία 2002), στην Όπερα του Παλέρμο στη Σικελία για την UNESCO (Ιταλία 002) και στο Royal Albert Hall του Λονδίνου σε ένα φιλανθρωπικό κονσέρτο για τα παιδιά του Αφγανιστάν (Αγγλία 2002). Έχει εκτελέσει διάφορες συνθέσεις και έργα με την ποντιακή λύρα για το ραδιόφωνο του BBC και το 2004 ερμηνεύει με τη λύρα του το μουσικό Ολυμπιακό θέμα της τηλεόρασης του BBC για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, συνοδευόμενος από την Συμφωνική Ορχήστρα της Πράγας. Τον Αύγουστο του 2004 συνεργάζεται με τον Πέρση λυράρη Αρντεσίρ Καμκάρ στην Τεχεράνη. Αποκορύφωση στη μέχρι τώρα συναυλιακή του πορεία, αποτελεί η εμφάνισή του στο Ηρώδειο για την έναρξη του φεστιβάλ Αθηνών 2005. Εκεί ερμηνεύει με την ποντιακή λύρα συνθέσεις του Μίμη Πλέσσα υπό τη διεύθυνσή του και τη συνοδεία της Ορχήστρας Συγχρονης Μουσικής της ΕΡΤ. Ο Ματθαίος εκτός από ποντιακή λύρα παίζει και άλλα έγχορδα μουσικά όργανα όπως βιολί, λαούτο, ούτι, μπουζούκι, κιθάρα, Ιρανική λύρα, Αφγανικό ρεμπάπ, καθώς επίσης και την Αφγανική και Ουζμπέκικη λύρα.

 

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

Ο ΠΟΝΤΟΣ ΖΕΙ ΚΑΙ ΕΠΙΒΙΩΝΕΙ με τον Στάθη Νικολαϊδη (1991)

ΑΔΕΣΜΕΥΤΕΣ ΕΛΠΙΔΕΣ με τους Γιώτη Γαβριηλίδη και Κώστα Τσαχουρίδη (1993)

ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ με τον Γιώτη Γαβριηλίδη

ΥΜΝΩ με τον Κώστα Καραπαναγιωτίδη

Στο τραγούδι «Έτσι νομίζει» από το CD: «ΣΤΟΝ ΕΒΔΟΜΟ ΟΥΡΑΝΟ» με τον Λευτέρη Πανταζή (Τραγούδι Νο. 2).

ABDULLAH CHHADEH AND NARA with Abdullah Chhadeh from Syria on the qanun, Bernard O’ Neill from Ireland on the Double Bass, the Zahawy Brothers from Iran – Kurdestan on percussion and Natacha Atlas on vocals and Matthaios Tsahourides on the Pontic lyra. (2002 ABYC Records, www.abdullahchhadeh.com)

THE LIGHT GARDEN trilogy with the composer Dr. Sadie Harrison, The Tate Contempory Music Ensemble, Peter Sheppard Skaerved on the violin, Dr. John Baily on the Afghan rubab, Veronica Doubleday on Afghan vocals, Ustad Asif Mahmood on tabla and Matthaios Tsahourides on the Pontic lyra. (2003 Metier Records, www.metierrecords.co.uk).

Στο τραγούδι «Απόγευμα στο δέντρο» από το CD: «ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΕΝΟΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗ» με τον Αλκίνοο Ιωαννίδη (Τραγούδι Νο. 2).

ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΝΤΟ ΣΤΗΝ ΠΕΡΣΙΑ με τους Αρντεσίρ Καμκάρ στην Ιρανική λύρα και τον Χουσεϊν Ζαχάγουι στα κρουστά (2003)

 

Φάνης Κουρουκλίδης

Ο Φάνης Κουρουκλίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, στις 20-10-1976. Οι γονείς του Άγγελος και Αλεξάνδρα κατάγονται από τον Ασκό Σοχού Θεσσαλονίκης, ενώ η ποντιακή καταγωγή του είναι από την Ορντού και τη Σάντα.

Ο Φάνης ξεκίνησε τη λύρα στα 6 του χρόνια, ενώ στα 12 ήταν επαγγελματίας λυράρης.

Εκτός από εκτελεστής (λυράρης) είναι και καταξιωμένος συνθέτης με 17 δίσκους στο ενεργητικό του και 10 ακόμη συμμετοχές, με όλους τους μεγάλους τραγουδιστές, στιχουργούς και μουσικούς.

Έχει παίξει με τα μεγαλύτερα χορευτικά συγκροτήματα της Ελλάδας, σε εκδηλώσεις και φεστιβάλ, σε όλο τον κόσμο.

Ξεκίνησε από το σύλλογο ποντίων Καλλιθέας Συκεών.

Στη συνέχεια έκανε το μεγάλο άλμα στην ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΗ ΣΤΕΓΗ ΠΟΝΤΙΩΝ Β.ΕΛΛΑΔΟΣ, όπου βρέθηκε ανάμεσα στους σημαντικότερους ανθρώπους της ποντιακής μουσικής και χορού, καθώς ήταν για χρόνια ο λυράρης της «στέγης».

Οι συνάδελφοί του στην Καλλιτεχνική Στέγη, όπως ο Παναγιώτης Ασλανίδης, ο Γιάννης Πολυχρονίδης, κ.α. γίνονται και μετέπειτα συνεργάτες του.

Ο Φάνης Κουρουκλίδης, είναι πάντοτε ευγνώμων, στο μεγάλο δάσκαλο Παναγιώτη Ασλανίδη, όπως και δεκάδες, ίσως και εκατοντάδες άλλοι νεώτεροι λυράρηδες.

Η συνέχεια βρίσκει το Φάνη στο σύλλογο ΕΝΩΣΗ ΠΟΝΤΙΩΝ ΠΟΛΙΧΝΗΣ με τον Γιάννη Πιλαλίδη και από και πέρα συνεργάζεται με πολλούς συλλόγους, όπως την ένωση Λευκοτοπιτών, τους Αργοναύτες Κομνηνούς, το σύλλογο Λακκώματος Χαλκιδικής, Πετραλώνων, το σύλλογο Αλέξανδρος Υψηλάντης Ηλιούπολης, τους Ακρίτες Σταυρούπολης, τους Κρωμναίους Καλαμαριάς κ.α.

 

Ιωαννίδης Γιώργος

Γεννήθηκε το 1979 στο Λευκώνα Σερρών. Η καταγωγή του είναι από την περιοχή Καρς, το χωριό Γαράκλισε. Ο αδελφός του παππόυ του Παύλος Ιωαννίδης ήταν γνωστός λυράρης και τραγουδοποιός, στην περιοχή Καρς. Με το τραγούδι ασχολείται επαγγελματικά από το 1998. Σπουδάζει ευρωπαϊκή και βυζαντινή μουσική. Μαζί με τον αδελφό του Λάζο, παρόλο το νεαρό της ηλικίας του αποτελούν γνήσιους εκφραστές της Ποντιακής Μούσας.

Ιωαννίδης Λάζος

Γεννήθηκε το 1974 στο Λευκώνα Σερρών. Η καταγωγή του είναι από την περιοχή Καρς, το χωριό Γαράκλισε. Ο αδελφός του παππόυ του Παύλος Ιωαννίδης ήταν γνωστός λυράρης και τραγουδοποιός, στην περιοχή Καρς. Ασχολείται με τη λύρα από δεκαπέντε χρονών. Είναι κάτοχος πτυχίων Αρμονίας, Αντίστιξης και Ενορχήστρωσης. Διδάσκει στο Μουσικό Γυμνάσιο Σερρών. Εργάζεται σε ποντιακά κέντρα πάντα με τη συνοδεία του αδελφού του, Γιώργου στο τραγούδι.

 

Κοτίδης Θόδωρος

Η ποντιακή νεολαία έχει αποδείξει ότι διαθέτει ικανά και δραστήρια μέλη , τα οποία γνωρίζουν πολύ καλά από που προέρχονται και τι δυνατότητες έχουν. Η μικρή τους παρουσία στα ποντιακά δρώμενα έχει δείξει ό,τι στο μέλλον μπορούμε να περιμένουμε πάρα πολλά από αυτούς. Ενας ανήσυχος νέος που ζυμώθηκε μέσα στους ποντιακούς συλλόγους είναι και ο Θόδωρος Κοτίδης. Είναι γιος του Λεωνίδα και της Ανθούλας Κοτίδη και έχει μία αδελφή της Θεοπίστη Κοτίδου. Γεννήθηκε στις 19 Φεβρουαρίου 1969 στο Λεβεντοχώρι του Κιλκίς όπου και έζησε τα είκοσι πρώτα χρόνια της ζωής του. Η καταγωγή των παππούδων του είναι από την Τσάλκα και τη Χαραπά. Οι παππούδες του πριν πάνε στην Τσάλκα κατοικούσαν στην περιοχή του Καρς και πιο παλιά στην περιοχή της Αργυρούπολης. Σήμερα ζει στη Θεσσαλονίκη και είναι παντρεμένος με την Αγγελική Παμπουκίδου.

Σε ηλικία 8 ετών, ενώ ζει στο Λεβεντοχώρι, εντάσσεται στο χορευτικό τμήμα του συλλόγου «Αργοναύτες» στο Κιλκίς. Οταν είναι 10 χρονών ο πατέρας του, του αγοράζει την πρώτη του λύρα. Ξεκινάει μόνος του να παίζει λύρα και σιγά-σιγά γνωρίζει τα μυστικά της.

Ο αείμνηστος Ανέστης Αθανασιάδης είναι αυτός που τον βάζει για τα καλά μέσα στην ποντιακή μουσική. Η βοήθειά του ήταν καταλυτική και μετά από λίγα χρόνια , σε ηλικία 16 ετών, αρχίζει να παίζει σε διάφορους γάμους, βαφτίσεις, και κάθε είδους κοινωνική εκδήλωση.

Μετά από ένα χρόνο παίζει λύρα στο κοσμικό κέντρο «Δειλινά» του Κιλκίς και αργότερα εμφανίζεται στο κέντρο «Πανόραμα» του Κιλκίς.

Στη στρατιωτική του θητεία, μετά από μία δωδεκάμηνη παραμονή στην Εβρο, υπηρετεί στην προεδρική φρουρά, όπου είναι λυράρης και χορευτής στο ποντιακό τμήμα. Με το ποντιακό χορευτικό τμήμα της προεδρικής φρουράς πηγαίνει δύο φορές στην Αμερική σε φεστιβάλ χορών.

Αφού τελειώνει τη στρατιωτική του θητεία μένει στην Αθήνα. Μπαίνει στο χορευτικό τμήμα του συλλόγου «Αργοναύτες-Κομνηνοί» της Καλλιθέας και με τη βοήθεια του Χρήστου Θεοδωρίδη δίνει πολλές απαντήσεις στα ερωτηματικά που τον βασανίζουν σχετικά με το θέμα της ποντιακής ιδέας.

Στα δέκα χρόνια της παραμονής του στην Αθήνα συνεργάστηκε με το σύλλογο του Χαϊδαρίου και με διάφορους άλλους συλλόγους για μικρά χρονικά διαστήματα, αλλά πάντα βρίσκεται μέσα στα ποντιακά στέκια της Αθήνας. Επίσης παρακολουθεί μαθήματα λύρας στη σχολή εκμάθησης του Μιχάλη Καλιοντζίδη και αργότερα πηγαίνει κοντά στο Γιώργο Αμαραντίδη για να κατανοήσει καλύτερα τους σκοπούς της Ματσούκας.

Το 1998 έρχεται στη Θεσααλονίκη, όπου γνωρίζεται με τη Αγγελική Παμπουκίδου και τον Σεπτέμβριο του 2000 την νυμφεύεται κάνοντας έναν ανεπανάληπτο ποντιακό παραδοσιακό γάμο, τον οποίο ο «Εύξεινος Πόντος» παρουσίασε.

Με τον ερχομό του στη Θεσσαλονίκη εντάσσεται στην Ενωση Ποντίων Πολίχνης ως λυράρης και λιγότερο ως νταουλτζής.

Μεγάλος σταθμός στην επαγγελματική του καρριέρα ως λυράρης στάθηκε η εμφάνισή του στην σαιζόν 2000-2001 στον «ΜΙΘΡΙΟ», όπου μαζί με τον Γιώργο Σιαμλίδη στο τραγούδι καταφέρνουν να καταξιωθούν στη συνείδηση των Ποντίων ως ένα νέο δίδυμο που υπόσχεται πολλά.

Αυτό είχε ως συνέπεια όλο το καλοκαίρι που μας πέρασε να δεχθούν πάρα πολλές προσκλήσεις από διάφορους συλλόγους και να εμφανιστούν σε διάφορα μέρη της Βόρειας Ελλάδας.

Ο Θόδωρος Κοτίδης επισκέφθηκε τα γραφεία του «Ευξείνου Πόντου» και μας μίλησε για τις εμπειρίες του και για τα σχέδια του για το μέλλον.

-Θόδωρε, μετά από μια πετυχημένη σαιζόν στο «ΜΙΘΡΙΟ», πάλι ο κόσμος θα σε απολαύσει στο «ΜΙΘΡΙΟ».

-Μαζί με το Γιώργο Σιαμλίδη θα είμαστε πάλι στο «ΜΙΘΡΙΟ». Κοντά στο Στάθη Νικολαϊδη και Γιώργο Ατματζίδη και φέτος θα έχουμε τον Γιώργο Δημητριάδη στο τραγούδι με το Φίλιππο Κεσαπίδη στη λύρα.

-Πόσο σημαντικό ήταν για σένα που τα πρώτα ουσιαστικά επαγγελματικά σου βήματα τα έκανε στο «ΜΙΘΡΙΟ»;

-Σίγουρα το «ΜΙΘΡΙΟ» είναι ένας χώρος που σου δημιουργεί μεγάλες ευθύνες. Ο κόσμος είναι απαιτητικός αλλά σου δίνεται η ευκαιρία να δείξεις αυτό που μπορείς να δώσεις. Πιστεύω ήταν μια καλή ευκαιρία να δείξω τις δυνατότητες μου και νομίζω ότι μέχρι στιγμής κάτι κατάφερα να πετύχω.

-Στην αρχή της καριέρας σου εσύ και πάρα πολλοί λυράρηδες δεν είχατε την βοήθεια δασκάλου για να μάθετε καλύτερα και σίγουρα γρηγορότερα τα μυστικά της λύρας. Πόσο βοηθάνε τα σημερινά παιδιά οι σχολές λύρας που έχουν δημιουργηθεί;

-Είναι πολύ καλό να βγαίνουνε νέοι λυράρηδες από τις σχολές λύρας, αλλά να μην σταματούν εκεί. Δηλαδή να μη σταματούνε σ’ αυτό που θα τους δείξει ο δάσκαλος, το οποίο είναι σωστό και αξιόλογο, δεν το συζητάμε, αλλά ας ψαχτούν και από μόνοι τουε.

Ας ψαχτούν προς τα «πίσω» όσο μπορούν, δηλαδή βρίσκοντας παλιές μελωδίες μελετώντας παλιούς λυράρηδες, αποκτώντας το δικό τους προσωπικό ύφος. Είναι δύσκολα γιατί δεν έχουν βιώματα από τους παλιούς, αλλά νομίζω ότι βρισκόμαστε σε μια καλή φάση και πιστεύω ότι μπορούν να αρχίσουν να ψάχνουν όσο γίνεται και οι καινούργιοι λυράρηδες.

-Πόσο οφελεί κάποιον καλλιτέχνη και ειδικά νέο καλλιτέχνη να περάσει από τα μεγάλα ποντιακά μαγαζιά;

-Αναμφισβήτητα τα μεγάλα μαγάζια είναι μια καλή διαφήμιση κατά κάποιον τρόπο και κατά δεύτερο λόγο σου δίνονται ευκαιρίες και ανοίγουν πόρτες τις οποίες μπορείς να τις διαβείς ή και μπορείς να μην τις διαβείς.

Από εκεί και πέρα η ανησυχία η δικιά μου και του Γιώργου Σιαμλίδη μας βοήθησε αρκετά να προχωρήσουμε καθώς επίσης και η ανταπόκριση του κόσμου. Βλέπουμε σήμερα ότι μεγάλη μάζα της νεολαίας ασχολείται με την ποντιακή παράδοση και είναι ευκολότερο ο νεολαίος να πλησιάσει τον νεολαίο. Και μάλιστα όταν ένας νεολαίος βλέπει κάποιον νέο να βρίσκεται στο πατάρι μέσα από τον πλησίασμα του νέου καλλιτέχνη μπαίνει μέσα στην παράδοση. Ισως και αυτός ήταν ένας ακόμη σημαντικός λόγος να γίνουμε πιο αγαπητοί στον κόσμο.

-Σύμφωνα με τα λεγόμενά σου οι νέοι καλλιτέχνες έχουν ευκολότερο δρόμο για να πετύχουν;

Σαφώς. Η νεολαία είναι αυτή που θα καθιερώσει κάποιες καταστάσεις. Σιγά-σιγά βλέπουμε ότι πολλοί νέοι βρίσκονται στα διοικητικά συμβούλια των συλλόγων. Αυτό είναι καλό για τους νέους καλλιτέχνες γιατί οι νέοι πιο εύκολα μπορούν να τους προσεγγίσουν.

-Φέτος το καλοκαίρι θα παρατήρησες ότι στους πάρα πολλούς χορούς που έγιναν η συμμετοχή της νεολαίας ήταν κάτι παραπάνω απο εντυπωσιακή. Που οφείλεται κατά τη γνώμη σου;

Αυτό ξέρεις ότι θα μπορούσαμε να το συζητάμε πάρα πολλές ώρες. Απλά θα ήθελα να πω αυτό που ξέρει όλος ο κόσμος ότι ο παραδοσιακός τρόπος διασκέδασης είναι και ο πιο υγειής. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι υπάρχουν και άλλοι τρόποι διασκέδαση, αλλά κακά τα ψέματα όταν έχεις έστω και λίγο το γονίδιο της παράδοσης μέσα σου αμέσως γίνεσαι και εσύ ένα με αυτό. Επίσης θα ήθελα να πω ότι σ’ αυτό έπαιξαν ρόλο και οι νέοι καλλιτέχνες που βρέθηκαν στο πατάρι αλλά και το ότι έχει αναβιώσει το παλιό καλό πανηγύρι.

-εχεις περάσει μέσα από πολλούς συλλόγους. Πόσο βοηθάνε οι σύλλογοι στην διατήρηση της ποντιακής παράδοσης;

-Γενικά στις μεγαλουπόλεις οι συλλόγοι είναι αυτολι που κρατάνε όλο αυτό το πράγμα που λέμε παράδοση. Είτε με τους χορούς, είτε με τα τμήματα λύρας, είτε με τις θεατρικές ομάδες που διατηρούν. Αυτά στις μεγαλουπόλεις και αυτό το έζησα όσο χρονικό διάστημα έμεινα στην Αθήνα. Στην επαρχία τα πράγματα είναι διαφορετικά. Υπάρχει το βίωμα, θα ακούσεις τη λύρα, το κλαρίνο, θα δεις τους παππούδες να χορεύουν.

Και θα ήθελα να πω και κάτι στους νέους. Οταν εντάσσονται μέσα σε έναν σύλλογο μπορούν πολύ εύκολα να ταξιδέψουν και να γνωρίσουν περισσότερους πολιτισμούς και να έρθουν σε επαφή με διαφορετικές κοινωνίες.

Μέσα από τα ταξίδια αυτά κατορθώνουν οι σύλλογοι και δείχνουν την ποντιακή πολιτιστική μας παράδοση και στους υπόλοιπους λαούς.

-Εκανες έναν παραδοσιακό ποντιακό γάμο και στην εκκλησία πήγες εσύ, η νύφη αλλά και πολλοί φίλοι σας ντυμένοι με τις παραδοσιακές στολές. Πες μας δύο λόγια.

-Καταρχάς θέλω να πω ότι ήταν ένα όνειρο παιδικών χρόνων. Οφείλω να ευχαριστήσω θερμά τη σύζηγό μου Αγγελική Παμπουκίδου, γιατί όπως γνωρίζουμε η γυναίκα φοράει μια φορά νυφικό στη ζωή της, αυτή αποφάσισε να φορέσει ζουπούνα, ήταν συγκινητικό. Θέλαμε να δείξουμε ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι για να διατηρήσουμε την παράδοση.

Σε αυτή μας την απόφαση βρέθηκαν κοντά μας και πάνω από 100 φίλοι που ήταν και αυτοί ντυμένοι με παραδοσιακές ποντιακές στολές. Το δίδαγμα ήταν ότι και άλλα παιδιά θέλουν να παντρευτούν με τον ίδιο τρόπο.

-Πέρασες μια σαιζόν στο «ΜΙΘΡΙΟ» συνεργαζόμενος με μια μεγάλη ορχήστρα. Πόσο σημαντικό είναι ο λυράρης να συνοδεύεται από άλλα μουσικά όργανα;

-Πρώτα απ’ όλα να πω ότι όταν ο λυράρης φεύγει από το φυσικό της περιβάλλον που είναι το τραπέζι και μπαίνει σε μηχανήματα για να ακουστεί, από εκεί και πέρα έχουμε χάσει αυτήν την ιδιομορφία και χροιά της λύρας.

Είναι επιλογή μας να βάλουμε τη λύρα μόνο με ένα νταούλι ή με μια ολόκληρη ορχήστρα. Εγώ πιστεύω ότι όλα χρειάζονται. Είναι καλή αυτή η ποικιλία. Είναι θέμα του καθενός να επιλέξει τι θέλει να ακούσει.

-Πέρυσι είδαμε στο «ΜΙΘΡΙΟ» να βρίσκονται τρεις λυράρηδες και να συνεργάζονται μεταξύ τους. Καταρχήν είναι δύσκολο αυτό και δεύτερον άρεσε στον κόσμο;\

-Οχι δεν είναι δύσκολο. Απλά ήθελε κάποια συννενόηση μεταξύ μας και από εκεί και πέρα υπήρχε και αυτοσχεδιασμός που πολλές φορές το κάναμε.

Μπορεί μερικές φορές να μη μας βγαίναν κάποια πράγματα αλλά ήταν πιο αποδεκτό στον κόσμο. Αυτό φάνηκε το καλοκαίρι που βρεθήκαμε σε διάφορους χορούς όπου ο κόσμος ζητούσε να παρουσιάσουμε αυτό που κάναμε στο «ΜΙΘΡΙΟ», δηλαδή να βγαίνουμε όλοι μαζί στο πατάρι.

-Πόσο σε βοήθησε η το αντίθετο σε επηρρέασε αρνητικά, που στο ξεκίνημα της ουσιαστικής σου επαγγελματικής καριέρας βρέθηκες δίπλα σε έναν πολύ μεγάλο καλλιτέχνη και εννοώ το Στάθη το Νικολαϊδη;

-Η παρουσία του Στάθη ήταν καταλυτική σε μένα. Σίγουρα ο πρώτος καιρός ήταν δύσκολος γιατί ένοιωθα δέος. Ενοιωθα αμήχανα. Στη συνέχεια εμένα και τους υπόλοιπους νέους καλλιτέχνες μας συμπαραστάθηκε και μας βοήθησε σε ότι χρειαστήκαμε.

Μπορώ να πω ότι φέτος το καλοκαίρι αρκετές φορές με δική του πρόταση εμφανιστήκαμε σε αρκετούς χορούς, δίπλα του, συμπληρώνοντας το καλλιτεχνικό πρόγραμμα.

Με αυτόν το τρόπο ήμασταν ένα πιο οργανωμένο γκρουπ, όπως γίνεται και στις συναυλίες, με σωστά ηχητικά μηχανήματα και βγάζαμε ένα πιο ολοκληρωμένο πρόγραμμα που έγινε τρομερά αποδεκτό από τον κόσμο.

Είναι αυτό που λέγαμε μεγάλη ορχήστρα, οργανωμένη, με εναλλαγή προγραμμάτων αλλά πάντα σε ποντιακή βάση.

-Τι περιμένει ο κόσμος από εσένα και τους υπόλοιπους που και φέτος θα βρίσκεστε στο «ΜΙΘΡΙΟ»;

-Και φέτος στο «ΜΙΘΡΙΟ» εκτός από το Στάθη το Νικολαϊδη και το Γιώργο το Δημητριάδη οι υπόλοιποι είμαστε νεαροί καλλιτέχνες. Αυτό οφείλεται στον ιδιοκτήτη του «ΜΙΘΡΙΟ» τον Παύλο τον Μανουσαρίδη.

Πρώτα απ’ όλα ο Παύλος ο Μανουσαρίδης έχει τρομερή αδυναμία στο να βλέπει καινούρια παιδιά να βγαίνουν και να καταξιώνονται μέσα από το «ΜΙΘΡΙΟ». Νομίζω ότι όλες του οι επιλογές μέχρι τώρα ήταν αξιόπιστες και πιστεύω ότι θα είναι και στο μέλλον.

Εμείς οι καλλιτέχνες που θα είμαστε στο «ΜΙΘΡΙΟ» θα δώσουμε ότι καλύτερο μπορούμε αφενός για να διατηρήσουμε τη φήμη του μαγαζιού και αφετέρου να καταξιωθούμε περισσότερο στη συνείδηση του κόσμου.

 

Πολυχρονίδης Γιάννης

Γεννήθηκε το 1967 στα Αλώνια της Πιερίας. Η καταγωγή του είναι από τη Σαμαρούσκα του νομού Τραπεζούντας. Ασχολείται από έξι ετών με το χορό και το θέατρο. Παίζει αυθεντικό ποντιακό νταούλι και είναι κατασκευαστής των οργάνων του.

 

Γιώργος Αμαραντίδης (Σιμούλτς)

Οταν παίζει τη λύρα είναι σαν να διηγείται την Ιστορία του Πόντου. Ανήκει στην τρίτη γενιά προσφύγων, παλεύει όμως να παραμείνει παραδοσιακός — επειδή «εξέλιξη σημαίνει και αλλοίωση»…

Η φωνή του Πόντου είναι, έτσι και αλλιώς, μία από τις πιο μυστικές, από τις πιο κλεισμένες στον εαυτό τους φωνές της ελληνικής παράδοσης. Κάτι η ιδιαίτερη γλώσσα της, κάτι οι ιδιόμορφοι ρυθμοί της, κάτι οι λογείς παρεξηγήσεις που συνόδευσαν την διάσοσή της, η ποντιακή μουσική παράδοση έχει περιοριστεί σχεδόν αποκλειστικά σε όσους έχουν βιωματική σχέση μαζί της λόγω καταγωγής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τον πιό σημαντικό, ίσως, ρόλο στην πληρέστερη δυνατή καταγραφή του πλούτου αυτής της παράδοσης έχει η τρίτη γενιά μετά της εγκατάσταση των πληθυσμών του Πόντου στην κυρίως Ελλάδα. Από τους επιφανέστερους μουσικούς – εκπροσώπους αυτής της γενιάς είναι ο Γιώργος Αμαραντίδης.

Γεννήθηκε το 1944, σε ένα χωριό της Κοζάνης, το Καπνοχώρι. Μέχρι τα 30 του, ζει στην αγροτική κοινωνία που έχουν οργανώσει εκεί οι Πόντιοι πρόσφυγες. Από 12 χρόνων, μαθητεύοντας κυρίως κοντά στον πατέρα του, ερασιτέχνη μουσικό, αρχίζει να παίζει κεμεντζέ (ποντιακή λύρα) σε παρέες, σε γάμους και σε πανηγύρια. Το 1973, δέχεται την πρόταση της Δόρας Στράτου να κατέβει στην Αθήνα για να παίξει λύρα συμμετέχοντας στις παραστάσεις του συγκροτήματος Ελληνικών Λαϊκών Χορών. Εναν χρόνο αργότερα, ηχογραφεί τον πρώτο μεγάλο δίσκο του με παραδοσιακά τραγούδια του Πόντου. Θα ακολουθήσουν πολλοί ακόμη προσωπικοί δίσκοι αλλά και κάποιες συνεργασίες με την Δόμνα Σαμίου. Η συζήτηση μαζί του έγινε στο σπίτι του, στον δεύτερο όροφο μιας πολυκατοικίας στην Καλλιθέα.

Πως μεταδίδεται σε ένα παιδί που μεγαλώνει λίγο μετά τον πόλεμο — και λίγο πριν συμπληρωθούν 30 χρόνια απο την προσφυγιά — η ποντιακή καταγωγή του;

Γ.Α. : Επειδή τότες δεν υπήρχε τηλεόραση, που κάθεσαι σήμερα και παρακολουθάς ό,τι λέει, έπρεπε κάποιος να μιλάει, να υπάρχει αντίλογος…Τον χειμώνα, λοιπόν, είχαμε τα «παρακάθια» όπως τα λέγαμε εμείς. Μαζευόμασταν, δηλαδή, σε σπίτια, 10-15 άτομα, οικογένειες, αντρόγυνα με παιδιά. Ητανε τότε ακόμη πρόσφατα τα γεγονότα, ζούσαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες. Ρεύμα δεν υπήρχε, βάζαμε στη μέση τη λάμπα και όλο γι’ αυτά συζητούσαν. Τι τραβήξανε, πως φτάσανε μέχρι εδώ, πόσους χάσανε στους δρόμους…Εμείς όλα αυτά τα ακούγαμε σαν παραμύθι αλλά από τις πολλές επαναλήψεις κάποια στιγμή φτάναμε να νομίζουμε ότι κάπου εκεί ήμασταν κι εμείς.

Ποιά είναι η ιδιαίτερη καταγωγή σας;

Γ.Α. : Από την Τραπεζούντα. Ο πατέρας μου γεννήθηκε στον δρόμο, στον ερχομό…Τους Αρμένιους τους σφάξανε εν ψυχρώ. Τους Πόντιους τους στέλνανε εξορία μέσα στον χειμώνα, τους παίρνανε τα ρούχα και από το κρύο και τις κακουχίες πεθαίνανε. Γενοκτονία με διαφορετικό τρόπο, δηλαδή. Ο παππούς μου — έλεγαν — είχε φύγει στην Ρωσία — ήταν πολλοί που πηγαίνανε εκεί κατά διαστήματα και δούλευαν. Οταν γύρισε, μαζευτήκανε σε ένα φυσικό σπήλαιο. Μπήκανε μέσα τα γυναικόπαιδα και οι άντρες πιάσανε την είσοδο. Κάποια στιγμή, ο αξιωματικός των Τούρκων ζήτησε να μιλήσει με κάποιον υπεύθηνο. Ως απόδειξη της συμφωνίας για την ανταλλαγή πληθυσμών — για να βγούνε οι δικοί μας και να μην πολεμάνε άδικα — τους έφεραν μια εφημερίδα ελληνική. Υστερα, τους μαζέψανε όλους μαζί, τους κατεβάσανε στην παραλία και τους βάλανε στα πλοία. Ηρθανε στην Αθήνα και από εκεί διοχετεύθηκαν σε διάφορα μέρη, από τα Γιάννενα μέχρι την Κρήτη.

Στη δεκαετία του ’50, όσο ήσασταν ακόμη παιδί, υπήρχαν άλλα ακούσματα στο χωριό εκτός από τη μουσική του Πόντου;

Γ.Α. : Ακούγαμε ακόμη, τότε, τους λυράρηδες που είχαν έρθει από τον Πόντο. Βέβαια, δεν ήταν επαγγελματίες…Ο πατέρας μου έπαιζε λύρα, ο θείος μου τραγουδούσε. Δεν υπήρχε ραδιόφωνο στο χωριό για να ακούσουμε άλλες μουσικές. Μόνο γύρω στο 1955 ήρθε ένα ράδιο στο καφενείο και ήτανε αυτό το μέγα γεγονός. Μαζεύονταν, λοιπόν, όλοι εκεί για να ακούσουν τις ειδήσεις.

Ποντιακά από δίσκους πότε πρωτοακούσατε;

Γ.Α. : Υπήρχαν μερικοί που είχανε γραμμοφωνήσει στις παλιές τις πλάκες : Ο Νίκος Παπαβραμίδης, ο Σταύρης Πετρίδης από τη Θεσσαλονίκη — ο πατέρας του Γώγου, ο Μπαϊραχτάρης από τα Σούρμενα…Τους ακούγαμε μετά το 1955, στο γραμμόφωνο που υπήρχε στο καφενείο του χωριού. Μαζί ακούγαμε και το Μια μελαχρινή, κούκλα ζωντανή και τραγούδια σμυρνέικα. Η ποντιακή δισκογραφία όμως άρχισε βασικά μετά το ’60. Τότε ξεκίνησε να ηχογραφεί ο Χρύσανθος, με τον Γώγο, με τον Κουγιουμτζίδη, και σιγά σιγά οι υπόλοιποι.

Φεύγετε για πρώτη φορά από το χωριό με αμορμή τη λύρα;

Γ.Α. : Οταν ήρθε το στρατιωτικό, δεν πήρα τη λύρα μαζί μου. Παρουσιάζομαι τότε στα Τρίκαλα και είναι οι μέρες που έχει γεννήσει ο βασιλιάς τον Παύλο. Μας ρωτάνε, λοιπόν, πόσοι ξέρουμε όργανα για να γλεντήσουμε στο στρατόπεδο. Από τα μεγάφωνα ακούω ότι ψάχνουν κάποιον που να παίζει ποντιακή λύρα. Με φωνάξανε και πήγα. «Γιατί δεν έφερες τη λύρα;» με ρώτησαν. «Δεν τόλμησα.» «Θα πάρεις άδεια να πας να την φέρεις.» Απολύθηκα, γύρισα στο χωριό και συνέχισα την ίδια δουλειά : αγρότης. Εως ότου κάποιος από την Κοζάνη που με ήξερε μίλησε για μένα στη Δόρα Στράτου. Εκείνη έψαχνε λυράρη. Με παίρνει, λοιπόν, τηλέφωνο και μου λέει: «Έχω ένα θέατρο στην Αθήνα και θέλω…» Εγώ ούτε τη Δόρα Στράτου ήξερα μέχρι τότε ούτε τίποτα για όλη αυτή την ιστορία. Προβληματίστηκα. Ηταν και μέσα στο καλοκαίρι και η δουλειά του χωραφιού δεν παίρνει αναβολή.

Δεν το θεωρήσατε μια καλή ευκαιρία για να φύγετε από το χωριό; Αυτό ήταν τότε ομολογουμένως το όνειρο των περισσοτέρων…

Γ.Α. : Οχι. Εμένα μου άρεσε η δουλειά στα χωράφια. Εκεί είχα μάθει και εκεί μου άρεσε. Και τώρα, ακόμη, στο χωριό θέλω να ζήσω, αλλά οι υποχρεώσεις με κρατάνε εδώ. Ηρθα παρ’ όλα αυτά στην Αθήνα — ήμουν 27 χρονώ — γνώρισα τη Δόρα Στράτου, γνώρισα και κάτι άλλα παιδιά, Πόντιους, που χόρευαν εκεί. Με άκουσε, της άρεσα και θέλησε να με κρατήσει.

Οπότε μετακομίζετε στην Αθήνα…

Γ.Α. : Οχι. Πηγαινο-ερχόμουνα. Ταξίδευα τέσσερις φορές τον μήνα. Τη βδομάδα που έβαζε κρητικά στην παράσταση δεν έβαζε ποντιακά γιατί μοιάζουνε. Ετσι, εγώ την μια βδομάδα ήμουν στο χωριό και την άλλη στην Αθήνα. Αυτό για τρία χρόνια. Στο τέλος της πρώτης σεζόν, σκεφτόμουν να σταματήσω. Ετυχε, όμως, τότε, να γίνει ένα ταξίδι στις Ινδίες με όλο το γκρουπ. Ιανουάριος του 1974. Ενας λόγος που κάθησα ήταν αυτός. Ηταν μια καλή εμπειρία εκείνες οι περιοδείες και εγώ έμεινα κατενθουσιασμένος γιατί ήταν η πρώτη φορά που έβγαινα στο εξωτερικό. Την επόμενη χρονιά που η Δόρα Στράτου μου ζήτησε να ξανακατεβώ, εγώ της απάντησα : «Ναι, αλλά θέλω να με προωθήσετε για δίσκο προσωπικό, δικό μου…» Τηλεφώνησε, λοιπόν, και με σύστησε στη Μιούζικ Μποξ. Ετσι έκανα τον πρώτο μου δίσκο. Μέχρι που έκλεισε η εταιρεία και έφυγα, έκανα άλλους έξι δίσκους.

Πόσα χρόνια παίξατε στη Δόρα Στράτου;

Γ.Α. : Εννιά. Οταν πια ήταν στα τελευταία της, έφυγα. Δεν θέλησα να συνεργαστώ άλλο. Επεσαν τα κοράκια πάνω της και αρχίσανε άλλα πράγματα. Ποιός θα πάρει τη θέση της, ποιός θα πάρει το τάδε πόστο..Εκείνη, λόγω της ηλικίας της, είχε πάθει κάτι σαν αμνησία — δεν γνώριζε καλά καλά τους συνεργάτες της και δεν είχε πιά κρίση. Εβλεπα να καρφώνει ο ένας τον άλλον και εκείνη να διώχνει κόσμο. Εγώ έφυγα μόνος μου.

Η ΛΥΡΑ ΩΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

Πως νιώθει ένας άνθρωπος που έμαθε τη λύρα σε παρέες, σε γλέντια, σε γάμους και ξαφνικά βγαίνει να την παρουσιάσει σαν «νούμερο» μιας παράστασης σε ένα θέατρο; Εχω την εντύπωση ότι, μέχρι τότε, το τραγούδι, η μουσική, είχε για εσάς άλλο νόημα…

Γ.Α. : Οταν παίζω λύρα σε τέτοιους χώρους, νομίζω ότι λέω την Ιστορία του Πόντου — αυτήν που δεν έχουν τα βιβλία. Υπάρχουν μόνο δύο γραμμούλες για τόσες χιλιάδες χρόνια, τόσες θυσίες και μία γενοκτονία. Η Εξοδος του Μεσολογγίου που μάθαμε στα σχολεία έχει γίνει και εκεί, ο χορός του Ζαλόγγου έχει χορευτεί και από τις Πόντιες. Βέβαια, και εδώ και εκεί οι Τούρκοι τα κάνανε. Μόνο που αυτά εδώ είναι γραμμένα και τα δικά μας άγραφα. Και όταν λέμε Πόντος, σήμερα, μιλάμε για έναν λαό κοντά τρία εκατομμύρια στην Ελλάδα — αν βάλουμε και τη διασπορά, μπορεί νά ‘μαστε και πέντε. Δεν δικαιούμεθα, λοιπόν, λίγη Ιστορία; Οι περισσότεροι αυτό που ξέρουνε για τους Πόντιους είναι τα ανέκδοτα. Ετσι, λοιπόν, κι εγώ, όταν τραγουδάω για τον άγνωστο στρατιώτη του «Αητένς επαραπέτανεν» ή για «Του ηλ’ το κάστρο», τραγουδάω την Ιστορία μου. Γιατί, αλλιώς, έρχεται σιγά σιγά η εξέλιξη που είναι και η αλλοίωση.

Φαντάζομαι ότι αυτές τις σκέψεις δεν τις κάνατε από νέος…

Γ.Α. : Είχα από τότε την αίσθηση ότι είμαι Πόντιος αλλά δεν ήξερα πόσο σοβαρά είναι τα πράγματα. Συνεργαζόμενος με την Δόρα Στράτου, από τα λόγια της κατάλαβα ότι αυτή η δουλειά είναι πάρα πολύ σοβαρή, δεν είναι μόνο γλέντι, τραγούδι και χορός.

Το ποντιακό κέντρο διασκέδασης υπήρξε η αναγκαία λύση προκειμένου να συνεχίσετε την καριέρα σας στην Αθήνα όταν πια αποχωρήσατε από τη Στράτου;

Γ.Α. : Την εποχή που ξεκίνησα, γύρω στο 1975, είχαν πάρει την απάνω βόλτα τα νεοποντιακά και δεν με προτιμούσαν ούτε στα κέντρα ούτε στις εκδηλώσεις. Ελεγαν «αυτός είναι μονότονος». Δεν βαριέσαι…Με την πάροδο του χρόνου, δικαιώθηκα. Αργότερα, εγώ ήμουν που είχα δουλειές ενώ αυτοί δεν είχαν. Ο λαός ξέρει να διαλέγει. Μπορεί να ενθουσιάζεται στην αρχή αλλά καταλήγει εκεί που πρέπει. Είναι το καλύτερο φίλτρο. Αμα περάσεις από μέσα, καθάρισες. Γύρω στο 1978, δούλευα για ένα διάστημα συγχρόνως στο θέατρο και στο μαγαζί με τα ποντιακά. Είχα παντρευτεί στο μεταξύ αλλά την οικογένεια δεν την είχα φέρει από το χωριό. Το μαγαζί ήτανε δυό μέρες την εβδομάδα — και τώρα έτσι είναι. Μπορούσα, λοιπόν, να πηγαίνο-έρχομαι και στο χωριό. Τους έφερα όταν έκλεισα — μία και μόνο φορά– στα «Δειλινά», με τον Χάρρυ Κλυνν, τον Μανώλη Μητσιά, τη Λιζέττα Νικολάου και την Αννα Βίσση. Παρουσιάζαμε εκεί τον πυρρίχιο και η Λιζέττα έλεγε ποντιακά.

Πόσα είναι τα ποντιακά μαγαζιά σήμερα;

Γ.Α. : Εδώ, στην Αθήνα, είναι δύο. Φτάσανε, κάποια στιγμή, μέχρι τέσσερα αλλά,…Στη Θεσσαλονίκη, πάλι, είχε δέκα αλλά και εκεί έμειναν μόνο τρία. Εχουν κλείσει γενικά όλα τα κέντρα τα παραδοσιακά, όχι μόνον τα ποντιακά.

Είναι, άραγε, επειδή οι μνήμες λιγοστεύουν και οι άνθρωποι που έχουν μια βιωματική σχέση με αυτά τα πράγματα δεν αποτελούν πλέον εν ενεργεία κοινό;

Γ.Α. : Δεν το πιστεύω αυτό. Εγώ βλέπω τους νέους…Στη σειρά τη δική μου, μπορεί να υπήρχαν το πολύ 50 λυράρηδες σε όλη την Ελλάδα ενώ σήμερα υπάρχουν πάνω από 200. Αρα, δεν λιγόστεψαν αυτοί που ενδιαφέρονται για τέτοια πράγματα. Βγαίνω στη Μακεδονία και συναντάω παιδιά 20 χρονών που παίζουν πολύ καλή λύρα. Εγώ ο ίδιος έχω πάνω από 40 μαθητές σε συνεργασία με διάφορους συλλόγους. Οι σύλλογοι εδώ είναι πάνω από 30. Κάθε πόλη έχει και τον σύλλογό της. Γύρω στους 30 έχουμε και στην Γερμανία. Επομένως, τα κέντρα χαλάσαν γιατί…ήθελαν τα ίδια να χαλάσουν. Σιγά σιγά βάλανε και στα ποντιακά τις σαμπάνιες και τα λουλούδια και άρχισαν να μιμούνται το στυλ γλεντιού του λαϊκού τραγουδιού. Βάλανε και λαϊκές τραγουδίστριες…Μπορεί στην αρχή αυτό να άρεσε, μετά όμως οι Πόντιοι, αυτοί που θέλανε τη λύρα, άρχισαν να φεύγουν.

Με τα σύγχρονα ποντιακά πως τα πήγατε;

Γ.Α. : Το πιο δύσκολο πράγμα για έναν παραδοσιακό μουσικό είναι να…μείνει παραδοσιακός. Ισως αν δεν συνεργαζόμουν με την Δόρα Στράτου και τη Δόμνα Σαμίου — με την οποία συνεργάζομαι μέχρι σήμερα– να έφτιαχνα και εγώ τέτοια, «σύγχρωνα» κομμάτια. Ωστόσο, η συνεργασία μου μαζί τους, οι συζητήσεις που κάναμε, με σταμάτησαν. Μου έδωσαν να καταλάβω ότι είναι σαν να γράφεις ψεύτικη Ιστορία : Ακούς μια μουσική τούρκικη, βουλγάρικη, σλάβικη, την παντρεύεις με ποντιακά λόγια και την σερβίρεις δισκογραφικά σαν ποντιακό. Ο πειρασμός υπάρχει. Εγώ, όμως, στους δίσκους ήμουν πάντα αυστηρός με τον εαυτό μου. Εχω γύρω στους 16 δίσκους με παραδοσιακά ποντιακά τραγούδια και όργανα : λύρα, νταούλι, αγγείον (τσαμπούνα), φλογέρα — κάποτε και ζουρνά. Στα κέντρα, βέβαια, είναι αλλιώς. Οταν ένα τραγούδι που δεν είναι παραδοσιακό κυκλοφορεί, ο λαός το ακούει, του αρέσει και μετά έρθει ο άλλος και σου κάνει παραγγελιά, είσαι υποχρεωμένος να το παίξεις. Στα κέντρα, λοιπόν, παίξαμε όλα αυτά τα τραγούδια. Τώρα, το αν είναι καλό η όχι που γίνανε, θα το δείξει το μέλλον. Μπορεί κάποια από αυτά να μείνουνε και αργότερα να γίνουν παράδοση.

Η ποντιακή παράδοση πιστεύετε ότι έχει καταγραφεί ολόκληρη στη δισκογραφία; Προσωπικά, γνωρίζω λίγα πράγματα και ακόμη λιγότερα είναι στη διάθεση ενός μέσου ακροατή.

Γ.Α. : Χαθήκανε πολλά. Θαφτήκανε μαζί με τους ανθρώπους. Τότε, το ’22, όταν ήρθανε οι Πόντιοι, δεν υπήρχαν άνθρωποι να πάνε να τους βρουν και να καταγράψουνε την μουσική τους. Αλλωστε, και οι ίδιοι είχαν άλλες έννοιες. Αργότερα, οι περισσότεροι είχαν πια πεθάνει. Δεν υπάρχει, λοιπόν, καταγραφή. Αυτές οι ανώνυμες φωνές που τις έχω στα αφτιά μου δεν υπάρχουνε–ούτε και θα βγει κάποιος νεότερος, γιατί ούτε εγώ ο ίδιος που τις άκουσα δεν έχω αυτό το χρώμα, το καθαρό ποντιακό. Ο μεγαλύτερος λυράρης που πέρασε από την ιστορία μας — τουλάχιστον από αυτούς που γνώρισα εγώ — είναι ο Γώγος (Πετρίδης). Ανέβασε πολύ τη λύρα. Αυτόν ακούσαμε οι υπόλοιποι…Ολοι τον μιμηθήκαμε. Προσπαθήσαμε να παίξουμε πάνω στον τρόπο του. Εβαλε τη λύρα σε μια θέση σωστή γιατί οι παλαιότεροι παίζανε λίγο στην τύχη. Ο Γώγος δεν ήξερε μουσική, ήτανε χάρισμα αυτό που είχε και έτσι τά ‘βαλε όλα σε μια σειρά. Πρέπει νά ‘χει 15 χρόνια που πέθανε, 72 χρονώ. Ξέρεις τι γίνεται με τον δίσκο μέχρι και σήμερα; Ο μόνος τρόπος που μαθαίνουμε αν πάει η όχι καλά είναι αν μας ζητήσει η εταιρεία να κάνουμε και άλλον. Ηχογραφώντας έναν δίσκο, το μόνο κέρδος που έχεις είναι ότι κάνεις «όνομα» . Από χρηματικής πλευράς, δεν αξίζει τον κόπο. Εγώ έχω 16 δίσκους που για να τους κάνω μου το ζήτησαν κάποιες εταιρίες. Και τί έβγαλα; Πάω κάθε έξι μήνες και παίρνω 100, το πολύ 200.000. Κι ύστερα, μόλις περάσουν δυο χρόνια από την κυκλοφορία του δίσκου, τελειώνει και αυτό….

Αλήθεια, πως σας φάνηκε η απόδοση ποντιακών τραγουδιών από τον Στέλιο Καζαντζίδη;

Γ.Α. : Εμένα μου άρεσε που ο Καζαντζίδης είπε ποντιακά. Από κει και πέρα, για να γίνει χρυσός ο δίσκος πάει να πει ότι και ο λαός καλά το πήρε…

Δεν είπε, βέβαια, μόνο παραδοσιακά ποντιακά, ούτε χρησιμοποίησε παραδοσιακές ποντιακές ορχήστρες.

Γ.Α. : Ετσι άρεσε στον Καζαντζίδη, έτσι θέλησε να το κάνει. Εγω ήμουνα στο στούντιο, με καλέσανε να βοηθήσω. Δεν δέχτηκα, όμως, να παίξω με αυτά τα όργανα. Είπα τη γνώμη μου για το πως πρέπει να γίνει ο δίσκος–παραδοσιακός με παραδοσιακά όργανα– αλλά ο ίδιος ο Καζαντζίδης, ίσως επειδή το αφτί του είναι συνηθισμένο στην ορχήστρα, είπε, «όχι, εγώ θέλω να το κάνω έτσι…» Ητανε και ο Χρύσανθος σε εκείνην την δουλειά, ο οποίος επίσης του έλεγε να τα κάνουμε παραδοσιακά– ούτε εκείνον άκουσε. Εμένα, βέβαια, μου αρέσανε και έτσι όπως τα έκανε.

Τελικά, σήμερα, μπορεί κανείς να ζήσει καλά παίζοντας λύρα;

Γ.Α. : Εγώ έζησα. Δεν έκανα θαύματα, στο νοίκι κάθομαι, αλλά οπωσδήποτε μια οικογένεια τα φέρνει άνετα βόλτα. Είναι και πόσες δουλειές θα σου βγούνε…Αμα δεν είσαι σε κέντρο, περιμένεις να χτυπήσει το τηλέφωνο να βγει δουλειά. Αμα έχεις όνομα ισχυρό, επιβιώνεις. Αμα δεν έχεις, όμως, δεν μπορείς να ζήσεις. Και για μένα ακόμη μπορεί νά ‘ρθει μήνας νά ‘χει πολλή δουλειά, μπορεί νά ‘ρθει και να μην έχει…

Πέρα από την ενασχόληση σας μαζί της για επαγγελματικούς λόγους, διασκεδάζετε με τη λύρα;

Γ.Α. : Στο τραπέζι, όταν βρεθούνε πέντε-δέκα καλοί μερακλήδες, κάνουν όλοι το κέφι τους, μαζί και ο λυράρης. Εκεί δεν είναι πλέον επάγγελμα. Πίνουμε και γλεντάμε.

Σας συμβαίνει συχνά αυτό;

Γ.Α. : Πολλές φορές. Περισσότερο επάνω, στο χωριό, λιγότερο στην Αθήνα. Εδώ είναι και το διαμέρισμα, ενοχλείς τον διπλανό. Εμείς, άμα κάτσουμε να πιούμε, να παίξουμε λύρα και να τραγουδήσουμε, θα μας πάρει το πρωί. Εδώ, όμως, μπορεί να μας πάρει και το …..εκατό που θα φωνάξει ο άλλος. Ενώ στο χωριό, όσο θέλεις φώναξε…

Εκεί, στο χωριό, εξακολουθεί το «παρακάθι» ;

Γ.Α. : Κάπως έτσι. Αμα αρχίζει να παίζει η λύρα, την κλείνουμε την τηλεόραση. Τελείωσε. Γλεντάμε και πίνουμε. Λέει ο ένας το ένα στιχάκι, λέει ο άλλος το άλλο. Μου αρέσει πολύ αυτό το γλέντι. Οχι ότι έχω τίποτα με την τηλεόραση, έτσι; Χρειάζεται και αυτή, τελευταία όμως μας έχει πάρει τα μυαλά.

Καμιά φορά, αναρωτιέμαι μήπως η αναγωγή της παραδοσιακής μουσικής σε «διατηρητέο μνημείο», σε αντικείμενο μελέτης συλλόγων, μουσείων κλπ. μέτρησε, εν τέλει, αρνητικά στην καθημερινή της χρήση ως μέσου έκφρασης και ψυχαγωγίας των ανθρώπων…

Γ.Α. : Πάντα μια εξέλιξη έχει τα θετικά της και τα αρνητικά της. Είναι αναπόφευκτα όλα αυτά…Πρέπει επιτέλους όλοι μας να ξεκινήσουμε, έστω και τώρα, να δουλεύουμε πιο σοβαρά πάνω στην παράδοση της Ελλάδας. Και «πιο σοβαρά» σημαίνει να μπει μέσα στα σχολεία. Στο κάτω κάτω, δεν πειράζει να μάθει και πέντε χορούς το παιδί. Γυμναστική είναι και αυτό…Να μην περιμένουμε όλα «από στόμα σε στόμα». Κάνει, βέβαια, τη δουλειά της και αυτή η μέθοδος– και την κάνει καλά, αιώνες τώρα. Ο λαός τα κρατάει όσο μπορεί όλα αυτά. Κατά τα άλλα, όμως, εκεί που το κράτος θά ‘πρεπε να συντηρεί τους ανθρώπους οι οποίοι ζωντανεύουν το δημοτικό τραγούδι, μοιάζει να κάνει ό,τι μπορεί να τους φιμώσει. Τι να πω, ρε παιδί μου; Οτι είναι σκοπιμότητα; Να σας πω, για παράδειγμα, κάτι που συμβαίνει τελευταία με αυτό που λένε ότι κάθε επάγγελμα έχει ένα τεκμήριο στην εφορία; Με βάση αυτό, λοιπόν, ένας δημοτικός τραγουδιστής εξομοιώνεται με έναν λαϊκό. Και έρχεται η εφορία και ζητάει, ας πούμε, 4.000.000 από έναν άνθρωπο που έχει χρόνια να δουλέψει σε μαγαζί. Και είναι αρκετοί αυτοί…Για μια εκδήλωση κάπου στην Ελλάδα, εγώ δεν μπορώ να ζητήσω πάνω από 100.000. Βάλε εισητήρια, διαμονή…Και θα σου τύχει μια τέτοια εκδήλωση τη βδομάδα; Αν ζητήσω παραπάνω, την άλλη φορά δεν θα με πάρουν. Εχουμε παραδείγματα μεγάλων τραγουδιστών που ζήτησαν παραπάνω και σταμάτησε το τηλέφωνό τους να χτυπά για χρόνια. Ποιος να τους τα δώσει; Και από που να τα βγάλει ;

Γιώτης Γαβριηλίδης

Γεννήθηκε στο Κολχικό (Παλάφσιαν) Λαγκαδάς το 1960. Ο πατέρας του είναι Θρακιώτης στην καταγωγή και έπαιζε αγγείο. Η μητέρα του κατάγεται από την Τραπεζούντα. Τα παιδικα του χρόνια ήταν μαζί με παρέες των παλαιών καλών λυράρηδων και τραγουδιστών, όπως Χρήστος Αϊβαζίδης.

 

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΟΝΤΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ (1987)

συνεργάτες : Γιωργούλης Κουγιουμτζίδης, Θοδωράκης

ΖΩΝΤΑΝΗ ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗ (1988)

συνεργάτες: Ανδρέας Κουγιουμτζίδης, Θανάσης Καρατζάς

ΠΑΡΘΕΝ Η ΡΩΜΑΝΙΑ (1989)

συνεργάτες : Ανδρέας Κουγιουμτζίδης, Ελλη Συμεωνίδου, Κώστας Γρηγοριάδης, Γιώτα Παπαδοπούλου, Γιώργος Βασβάνης, Γιωργάκης (κιθάρα), Ρούλης Παπαδόπουλος

ΑΡΑΕΥΩΣΕ ΠΑΤΕΡΑ (1990)

συνεργάτες: Ανέστης Αθανασιάδης, Κώστας Αθανασιάδης, Δημήτρης Κούκος, Πέτρος Φουντουκίδης, Νίκος Ιωακειμίδης

ΠΟΝΙΑ ΚΑΙ ΣΕΒΔΑΔΕΣ (1992)

συνεργάτες: Ανέστης Αθανασιάδης, Κώστας Αθανασιάδης, Π. Τσιλιγκιρίδης, Γ. Παπαγιαννίδης, Γιώργος Σπυριδόπουλος

ΑΔΕΣΜΕΥΤΕΣ ΕΛΠΙΔΕΣ (1993)

συνεργάτες: Μακούλης Τσαχουρίδης, Τάκης Παπαδόπουλος, Γεώργιος Τάντζης, Χρήστος Αγγελίτσης, Κωστάκης Τσαχουρίδης, Λίζα Παπαδοπούλου

ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ

συνεργάτες: Μακούλης Τσαχουρίδης, Κώστας Παναγιωτίδης

ΑΝΤΑΜΩΜΑΝ (1999)

συνεργάτες: Παναγιώτης Ασλανίδης, Γιάννης Πολυχρονίδης

25 ΧΡΟΝΙΑ ΑΣΛΑΝΙΔΗΣ, 30 ΧΡΟΝΙΑ VASIPAP (1999)

συνεργάστηκαν : Παναγιώτης Ασλανίδης, Στάθης Νικολαϊδης, Σοφία Νικολαϊδου, Ανθούλα Νικολαϊδου, Χρήστος Παπαδόπουλος, Πόλιος Παπαγιαννίδης, Θεόδωρος Παυλίδης, Χρήστος Παπαδόπουλος, Μπάμπης Ιορδανίδης, Γιώργος Νικολαϊδης, Γιώτα Παπαδοπούλου, Γιώργος Σοφιανίδης, Κώστας Θεοδοσιάδης, Σταύρος Σαββίδης, Νίκος Σαμπακίδης

ΕΝΑΝ ΒΡΑΔΟΝ ΜΑΕΜΕΝΟΝ – ΖΩΝΤΑΝΗ ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗ (2000)

συνεργάτες: Γιώργος Λελεκίδης, Κωστάκης Τσαβδαρίδης, Θεόδωρος Ευσταθιάδης, Γιώργος Βασβάνης, Α. Σιδηρόπουλος

ΣΗΝ ΑΝΑΤΟΛΗΝ (2001)

συνεργάστηκαν: Θεόδωρος Παυλίδης, Γιώτης Γαβριήλιδης, Ντίνα Τσολερίδου, Παναγιώτης Ασλανίδης, Στέλιος Χαλκίδης, Νάκος Ευσταθιάδης.

ΟΝΕΡΤΑ ΚΑΙ ΜΟΥΡΑΤΕ (2002)

συνεργάστηκαν: Γιώτης Κογκαλίδης, Στέλιος Δαβίδης, Γιώργος Βασβάνης, Γιάννης Πολυχρονίδης, ζεύγος Μιχαηλίδη, Γιάννης Κοσμίδης.

ΖΩΝΤΑΝΗ ΗΧΟΓΡΑΦΗΣΗ (2003)

συνεργάστηκαν: Κώστας Παναγιωτίδης, Θεόφιλος Σεχίδης, Γιώτης Ευθυμιάδης, Παύλος Ευθυμιάδης.

ΕΤΟΝ ΕΝΑΝ ΝΥΧΤΟΠΟΥΛ – ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΘΟΔΩΡΟ ΠΑΥΛΙΔΗ (2003)

συνεργάστηκαν: Μπάμπης Κεμανετζίδης, Νάκος Ευσταθιάδης, Γιώργος Ιωαννίδης, Στέλιος Χαλκίδης, Κώστας Θεοδοσιάδης, Στάθης Νικολαϊδης, Λάμπης Παυλίδης, Αννέτα Μαρμαρινού, Γιώργος Σιαμλίδης, Αλέξης Παρχαρίδης, Δημήτρης Καρασαββίδης, Μπάμπης Ιορδανίδης, Ανλεστης Μωυσής, Στάθης Παυλίδης, Θόδωρος Παυλίδης.

 

 

Γιωργούλης Λαφαζανίδης

Ο Γιωργούλης Λαφαζανίδης γεννήθηκε το 1931 στο χωριό Διπόταμο, Καβάλας. Οι γονείς του ήταν πρόσφυγες που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις γενέτειρές τους, Ματσούκα και Δανίαχα, στην Τραπεζούντα του Πόντου. Σε μικρή ηλικία άρχισε να παίζει λύρα, να τραγουδάει ποντιακά τραγούδια της περιοχής του, και να παίζει σε ποντιακό θέατρο. Παντρεύτηκε το 1955 και μετά από δυο χρόνια μετανάστευσε στο Τορόντο με την οικογένεια του, επιστρέφοντας πίσω στην Ελλάδα το 1973. Αφού γύρισε στην Ελλάδα τον προκάλεσε ο πατριώτης του Μιχάλης Καλιοντζίδης, ήδη ένας φτασμένος λυράρης, να τον συνοδέψει για να ξαναζωντάνεψουν μαζί την κουλτούρα και την μουσική παράδοση των προγώνων τους. Το 1986 συνεργάστηκαν μαζί φτιάχνοντας την πρώτη δισκογραφική τους δουλειά, Τα Αυθεντικά του Πόντου. Λόγω στην τεράστια επιτυχία αυτού του δίσκου, συνέχισαν Τα Αυθεντικά του Πόντου #2, 3, και 4 (Το #5 είναι εις εξέλιξη). Από τότε είναι ο σολίστας στην ορχήστρα και χορωδία του Μιχάλη Καλιοντζίδη σε όλες τις εμφανίσεις τους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, και μαθαίνει τα παραδοσιακά τραγούδια του Πόντου σε νέους τραγουδιστές και οργανοπαίχτες.

 

Αντώνης Νικηφορίδης

Ο Αντώνης Νικηφορίδης γεννήθηκε στο Ντόρτμουντ ( Γερμανία ) αλλά μεγάλωσε και ενηλικιώθηκε στο χωριό Μυλοπόταμος του νομού Δράμας. Η καταγωγή του από τον Πόντο είναι από την περιοχή της Γαλίαινας (Τραπεζούντα).

Αρχίζει να ασχολείται με την λύρα σε μικρή ηλικία και συγκεκριμένα στα οκτώ του χρόνια, ενώ κάνει δειλά δειλά τις πρώτες του εμφανίσεις σε διαφορες εκδηλώσεις στην περιοχή της Δράμας σε ηλικία μόλις δώδεκα ετών. Μετέπειτα, δεκαεννιά ετών, ξαναγυρίζει στην Γερμανία για τις σπουδές του στο Οικονομικό πανεπιστήμιο του Ντόρτμουντ και παράλληλα εμφανίζεται σε εκδηλώσεις συνοδεύοντας καταξιωμένους Πόντιους καλλιτέχνες. Σε αυτό το διάστημα γνωρίζεται με τον Γιώργο Ορφανίδη και αρχίζει η συνεργασία τους, η οποία διατηρείται μεχρι σήμερα.

Εχει μαθητεύσει κοντά σε γνωστούς λυράρηδες, όπως ο αείμνηστος Παύλος Τορνικίδης (λυράρης πρώτης γενιάς ), ο Πόλυς Παυλίδης, ο Γιώργος Τσακαλίδης (ξάδερφος του αείμνηστου Κωστίκα Τσακαλίδη ) και ο όχι πολυ γνωστός αλλά καταξιωμένος Λάμπης Τιλκερίδης.

Συμμετέχει ενεργά στα ποντιακά δρώμενα της περιοχής του Ντόρτμουντ και ευρύτερα, ως γραμματέας του ποντιακού συλλόγου Ντόρτμουντ ενώ διατηρεί και τμήμα εκμάθησης ποντιακής λύρας στους χώρους του συλλόγου.

Εχει συνοδεύσει τον Γιώργο Ορφανίδη σε πολλές εμφανίσεις ανά την Ελλάδα και στο εξωτερικό καθώς επίσης και σε δισκογραφικές δουλειές.

 

Χρήστος Παρχαρίδης

Ο Χρήστος Παρχαρίδης του Ευσταθίου και της Ζωής (το γένος Τριανταφυλλίδη) γεννήθηκε το 1940 στο Πρωτοχώρι Κοζάνης (Πορτοράζ). Είναι γόνος της ποντιακής οικογένειας του Ευσταθίου Σιαμίδη (μετέπειτα Παρχαρίδη) από το Καρά-Καπίκιοϊ της περιοχής Ματσούκας Τραπεζούντας.

Από μικρή ακόμη ηλικία εμφάνισε το φυσικό τάλαντο της φωνής του, έχοντας πάντα κοντά του τον επίσης καλλίφωνο πατέρα του, που καμάρωνε για το γιο του. Σε ηλικία 13 χρονών ο αδελφός του Τάσος αγοράζει μια λύρα από τον περίφημο κατασκευαστή Γοργόρ και απαγορεύει στο μικρό Χρίστο να τη χρησιμοποιεί, λόγω του νεαρού της ηλικίας του. Απαρηγόρητος, όμως, αλλά και μανιώδης, ο Χρήστος προσπαθεί να μάθει κρυφά τα μυστικά της λύρας, όταν απουσιάζει ο «αυστηρός» αδελφός.

Το 1954 η περιβόητη λύρα είναι η «ακίνητη» περιουσία του Χρήστου. Αρχίζει να παίζει δειλά-δειλά σε μικρές παρέες η γάμους νιώθοντας τη χαρά της δημιουργίας.

Το 1957 εγγράφεται ως σπουδαστής στην τεχνική σχολή «Δανάτσα» στην Κοζάνη, όπου και διαμένει. Λύρα και Χρήστος κάθε Σαββατοκύριακο επιστρέφουν στο χωριό και παίζουν σε παρέες. Την ίδια χρονική περίοδο συμμετέχει με πολύ μεράκι στις ραδιοφωνικές εκπομπές του κρατικού ραδιοφωνικού σταθμού της Κοζάνης, όπου τον συνοδεύει με τη λύρα ο μεγαλύτερος σε ηλικία συγχωριανός του Δημήτρης Κυριακίδης.

Το 1961, μετά από πρόσκληση του αδελφού του, μεταναστεύει στη μακρινή Αυστραλία, έχοντας πάντα μαζί του την αγαπημένη του λύρα. Η ξενιτιά τον πληγώνει πολύ. Σύντομα, όμως, συσπειρώνονται οι λιγοστοί τότε Πόντιοι και δημιοργούν μια μεγάλη, αλλά ζεστή οικογένεια. Ο Χρήστος παίζει και τραγουδά για όλους. Πάντοτε όμως ερασιτεχνικά. Ποτέ δεν θέλησε να εκμεταλλευτεί αυθόρμητες εκδηλώσεις φίλων και να κερδίσει χρήματα. Εξάλλου, πάντα τόνιζε ότι απεχθανόταν τη ζωή της νύχτας του επαγγελματία καλλιτέχνη.

Το διάστημα 1965-1967, που επιστρέφει στην Ελλάδα, διδάσκεται την τέχνη του «αγγείου» από το μοναδικό Κωνσταντίνο Κυριακίδη. Επιστρέφει μ’ αυτό στην Αυστραλία και τραγουδά τους προσφυγικούς καημούς. Αργότερα το εγκαταλείπει για καθαρά συναισθηματικούς λόγους.

Παντρεύεται την εκλεκτή της καρδιάς του, Βέτα Δεσποινιάδου, με την οποία φέρνουν στον κόσμο τέσσερα παιδιά, το Στάθη, τα δίδυμα Ζωή και Ευδοξία και τον Λάμπον. Τα δύο αγόρια παίξουν εξίσου καλή λύρα. Ετσι, η οικογένεια Παρχαρίδη ζει , υπηρειτεί και απολαμβάνει την παράδοση.

Μέχρι το 1976 ο Χρήστος παίζει και τραγουδά στη Μελβούρνη της Αυστραλίας, τελείως ερασιτεχνικά, σε διάφορους τοπικούς συλλόγους, αλλά και σε άλλους που ήρθαν και από την μητέρα Ελλάδα. Πολλές φορές, μάλιστα, προσπαθεί με τη λύρα του και το τραγούδι του να καταπραϋνει τους έντονους πολιτικούς διαξιφισμούς πολλών Ελλήνων στη μακρινή ήπειρο. Το 1976 μαζί με άλλους ιδρύουν την «Ποντιακή Εστία», στην οποία είναι σύμβουλος και στην οποία παίζει και τραγουδά για δύο χρόνια ανιδιοτελώς. Το 1981 ιδρύει το σύλλογο «Ποντιακή Κοινότητα», έχοντας πάντα ως στόχο του τη σύσφιξη των σχέσεων των Ελλήνων – και κυρίως των Ποντίων – της Αυστραλίας. Παραπονείται, όμως, γιατί βλέπει πολλούς να θέλουν να αυτοπροβληθούν, προφασιζόμενοι υποκριτικά τη συνέχιση της παράδοσης.

Το 1992, με τη μεσολάβηση του ανεψιού του Αλέξη Παρχαρίδη, καλεί τους καλλιτέχνες Κώστα Σιαμίδη (λυράρη) και Γιάννη Κουρτίδη (τραγουδιστή) στην Αυστραλία, στα πλαίσια μιας εκδήλωσης της «Ποντιακής Εστίας». Γνωρίζονται καλά και συζητούν για μελλοντική συνεργασία Χ. Παρχαρίδη – Κ. Σιαμίδη. Καρπός της συνεργασίας αυτής είναι η συλλογή και εκτέλεση των τραγουδιών του CD «Αροθυμώ και καίουμᨻ.

Η ερμηνεία των τραγουδιών αυτών καταδεικνύει τόσο το μεγάλο ταλέντο του καταξιωμένου λυράρη Κώστα Σιαμίδη , όσο και την ερμηνευτική δεινότητα της φωνής του Χρήστου Παρχαρίδη, που αποδίδει εκπληκτικά όλα τα ποντιακά τραγούδια, με κύρια ευαισθησία στα παθιασμένα για τις πατρίδες, αλλά και στα ακριτικά.

Πέρα, όμως, από τις πράγματι σπάνιες φωνητικές του αρετές, ο Χρήστος Παρχαρίδης έχει και κάτι άλλο εξίσου αξιοθαύμαστο. Αντλώντας πάντα από την παράδοση, γράφει στίχους στους οποίους απεικονίζει ανάγλυφα τον Πόντο, την πληγωμένη ψυχή του πρόσφυγα, την εγκατάλειψη, την γενναία ψυχή του Ακρίτα, αλλά και τον έρωτα και την πίκρα της ξενητιάς. Τον λαμπρό αυτόν καλλιτέχνη παρακολουθεί κατά βήμα ο μικρότερος γιος του, ο Λάμπον, για τον οποίο το μέλλον διαγράφεται ευοίωνο. Στη συλλογή «Αροθυμώ και καίουμαι» συμμετέχει παίζοντας δύο τραγούδια.

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΑΡΟΘΥΜΩ ΚΑΙ ΚΑΙΟΥΜΑΙ – Μακρόσυρτα Τραγούδια της Ματσούκας (Εν Χορδαις 1998)

Χρήστος Παρχαρίδης – τραγούδι, στίχοι

Κώστας Σιαμίδης – λύρα

Χαράλαμπος Παρχαρίδης – λύρα

Γιάννης Πολυχρονίδης – νταούλι

ΠΟΙΟΝ ΕΝ’ Η ΠΑΤΡΙΔΑ Μ’ (ΑNS – Θερμαϊκός 1999)

Χρήστος Παρχαρίδης – τραγούδι, στίχοι

Χαράλαμπος Παρχαρίδης – λύρα, τουλούμ αγγείον, μουσική

Γιάννης Πολυχρονίδης – νταούλι

‘Σ ΣΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑΝ ΧΟΡΕΥΝΕ – Παραδοσιακές Καταγραφές από το Πρωτοχώρι Κοζάνης (Vasipap 2003)

Χρήστος Παρχαρίδης – Γιώργος Σοφιανίδης – Στάθης Παρχαρίδης – Αλέξης Παρχαρίδης – Παναγιώτης Θεοδωρίδης – Λάμπης Παρχαρίδης – Γιάννης Πολυχρονίδης – Γιώργος Σαπανίδης – Γιάννης Πιλαλίδης

 

Γιώργος Πουλαντζακλής

Ο Γιώργος Πουλαντζακλής γεννήθηκε στις 14 Ιουλίου 1971 στην Ακρινή και τα παιδικά του χρόνια τα έζησε μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας. Οι γονείς του υπήρξαν και αυτοί οπως και τόσοι άλλοι Έλληνες οικονομικοί μετανάστες, προκειμένου να διασφαλίσουν μία καλύτερη ζωή και ένα ελπιδοφόρο μέλλον για τα παιδιά τους.

Απο 11 ετών ασχολήθηκε με τον Κεμεντζέ και λίγο αργότερα με τον Κεμανέ. Απο τα 14 χρόνια του εμφανίζεται ήδη σε γάμους, χορούς και πολιτιστικές εκδηλώσεις.

Η αγάπη του για την παραδοσιακή Ποντιακή μουσική τον έσπρωξε στην αναζήτηση παλιών μουσικών δρόμων, και μελωδιών.

Κατάφερε να συγκεντρώσει μουσικές καταγραφές και να προχωρήσει στην ψηφιακή τους έκδοση, πάντοτε κάτω απο το δικό του καλλιτεχνικό ύφος και πρίσμα.

Μέχρι σήμερα ασχολείται επιστημονικά με τη μελέτη της μουσικής παρακολουθώντας μαθήματα σε ωδεία, παράλληλα δισκογραφεί και συμμετέχει σε μουσικά σχήματα που παρουσιάζουν παραδοσιακή μουσική γενικότερα.

Η αγωνία του είναι φανερή μέσα απο τις δουλειές που κάνει κατα καιρούς απο τις οποίες διαφαίνεται το ανήσυχο του πνεύμα, η ευρηματικότητα, η προσπάθεια να διατηρείται πάντα στις μελωδίες ο κύριος κορμός και η αγνή παραδοσιακή γραμμή, και οι επεμβάσεις του γίνονται πάντα με γνώμονα να μή θίγεται το βασικό θέμα του σκοπού.

Ασχολείται με την έρευνα των αρχαίων Ελληνικών και Βυζαντινών οργάνων, με ιδιαίτερη έμφαση στον Βυζαντινό κεμανέ.

 

Κώστας Σιαμίδης

O Κώστας Σιαμίδης του Γεωργίου και της Αθηνάς γεννήθηκε το 1960 στο Ρυάκιο Κοζάνης. Είναι ο τρίτος γόνος της ποντιακής οικογένειας του Μιχάλη Σιαμόγλη – Σιαμίδη από το Ζερφιρί-Καπίκιοϊ της περιοχής Ματσούκας Τραπεζούντας. Από πολύ μικρή ηλικία γαλουχήθηκε με την ποντιακή παράδοση και ειδικότερα τη μουσική και το τραγούδι, με τα ακούσματα που βίωσε από παππού, γονείς και όλο το χωριό του, σ’όλα τα σπίτια του οποίου υπήρχε οπωσδήπωτε και μια λύρα.

Εννιάχρονος ο Κώστας κάνει τις πρώτες του προσπάθειες στη λύρα, που την κουρδίζει με επιμέλεια ο πατέρας του, ενώ τον συνοδεύει στο τραγούδι η «μερακλού» γιαγιά του Αναστασία. Δωδεκάχρονος πια, εκτελεί κανονικά αρκετά τραγούδια στα διαλείμματα από τα μαθήματά του, αλλά και στις πλαγιές, βοσκώντας τα ζώα.

Τo 1979, πτυχιούχος της Ανωτέρας Σχολής Ηλεκτρονικών, είναι ο επίσημος λυράρης του συλλόγου ποντίων φοιτητών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Στο διάστημα 1980-1981 αρχίζει τις πρώτες επαγγελματικές του δραστηριότητες, ενώ ταυτόχρονα συμμετέχει σε χορευτικά συγκροτήματα συλλόγων, όπου και καταξιώνεται πια μαζί με άλλους λυράρηδες φίλους του.

Το 1989, με μια ομάδα σημαινόντων προσώπων της ποντιακής οικογένειας της Θεσσαλονίκης σπεύδει ως προσκυνητής στην Τραπεζούντα και στα περίχωρά της. Οι εμπειρίες του είναι συγκλονιστικές. Επιστρέφοντας, σε συνεργασία με το «ΣΟΛ» – κέντρο έρευνας παραδοσιακής μουσικής – και τους καλλιτέχνες Δέσποινα Καμπερίδου και Αχιλλέα Βασιλειάδη θέτουν σε κυκλοφορία τη δισκογραφική τους δουλειά «Τραγούδια του Πόντου».

Το 1991 ετοιμάζει την έκδοση της δεύτερης δισκογραφικής δουλειάς «Καπίκιοϊ», που είναι εμπνευσμένος από την κοινή καταγωγή του Κώστα με τον τραγουδιστή Αλέξη Παρχαρίδη, ο οποίος ερμηνεύει και τα τραγούδια. Συνεργάζεται μαζί τους ο «Σύλλογος Ποντίων Φοιτητών» του ΑΠΘ και το ΣΟΛ.

Το 1992 κυκλοφορεί μια συλλογή παραδοσιακών τραγουδιών, τραγουδισμένα από επιλεγμένους ερμηνευτές και το 1993 μια δεύτερη, με τον κορυφαίο επαγγελματία τραγουδιστή Γιάννη Κουρτίδη, για τους μετανάστες της Αυστραλίας.

Την ίδια χρονιά και με τη σύμπραξη του φίλου τους τραγουδιστή Αχιλλέα Βασιλειάδη δημιουργούν με μεράκι ένα ζεστό χώρο, όπου η ποντιακή παράδοση σ’ όλες της τις εκφάνσεις (μουσική, χορός, τραγούδι, αλλά και μαγειρική) βρίσκει το ιδανικό της καταφύγιο. Στο χώρο αυτό εργάζεται σήμερα ως βασικός λυράρης, καταβάλλοντας προσπάθεια να μυήσει και άλλους νέους στην τέχνη της λύρας.

Γιώργος Σοφιανίδης

Ο Γιώργος Σοφιανίδης γεννήθηκε στο Πρωτοχόρι (Πορτοράζ) Κοζάνης. Ο πατέρας του είναι από το Πρωτοχόρι και η μητέρα του από τα Αλωνάκια Κοζάνης. Η καταγωγή του από τον Πόντο είναι η περιοχή Καπίκιοϊ, Ματσόυκα. Τα μουσικά του ακούσματα προέρχονται από Ποντίους της πρώτης και δεύτερης γενιάς. Τον κολακεύει η σκέψη πως μπορεί να είναι άμμεσος συνεχιστής αυτών των ανθρώπων και μιας μουσικής με αυστηρή λιτότητα στην μορφή και στην έκφρασή της. Ασχολείται επαγγελματικά με την λύρα, το τουλούμι, την φλογέρα και το τραγούδι.

 

Κυριάκος Τριανταφυλλίδης (Κούλης)

Γεννήθηκε το 1971 στους Γεωργιανούς Ημαθίας από γονείς καταγόμενους από το Καρς και την Κρώμνη του Πόντου. Ασχολείται με το Ποντιακό τραγούδι πάνω από μια δεκαετία, συμμετέχοντας σε πολλές εκδηλώσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Επί πέντε συναπτά έτη εργάστηκε στο ποντιακό κέντρο «Παρακάθ» στη Θεσσαλονίκη. Συμμετείχε σε πολλά χορευτικά θεατρικά σχήματα αλλά και σε δισκογραφικές δουλειές, έχοντας κοντά του αξιόλογους δασκάλους και προσφέροντας σημαντικό έργο για τη διατήρηση του ελληνοποντιακού πολιτισμού.

 

Ηλίας Υφαντίδης

Γεννήθηκε  στην Αθήνα, όπου και μένει μέχρι σήμερα στην πόλη της Αγίας Βαρβάρας με την οικογένεια του.

Μεγάλωσε και ανδρώθηκε μέσα σε μια οικογένεια όπου η μουσική παράδοση ήταν πολύ ανεπτυγμένη, και ειδικά το άκουσμα της Ποντιακής Λύρας πολύ έντονο, αφού ο παππούς του, ο Ηλίας Υφαντίδης έπαιζε ο ίδιος λύρα, και παρόλο που δεν τον γνώρισε πήρε από αυτόν το ταλέντο του για την μουσική.

Από τότε που θυμάται τον εαυτό του η γλώσσα που ακούγεται στο σπίτι από τους παππούδες και τους γονείς του είναι η Ποντιακή, γι’ αυτό και ο ίδιος μιλάει πολύ καλά τη γλώσσα των προγόνων του και αυτό βοήθησε πολύ στην μετέπειτα καλλιτεχνική πορεία που ακολούθησε. Η πρώτη του επαφή με τη μουσική, έγινε σε πολύ μικρή ηλικία, όταν στα εφτά του χρόνια ξεκίνησε τις μουσικές σπουδές στο Ελληνικό Ωδείο Αθηνών και σε άλλα ωδεία.

Μέχρι τα δεκαπέντε του χρόνια ασχολήθηκε με το μπουζούκι γιατί μέχρι τότε δεν είχε την ευκαιρία να βρεθεί δίπλα σε κάποιο Πόντιο καλλιτέχνη για να του κεντρίσει το ενδιαφέρον να ασχοληθεί με την Ποντιακή μουσική.

Το 1991 γίνεται η πρώτη επαφή με την Ποντιακή παράδοση όταν εντάσσεται στο χορευτικό του Συλλόγου Ποντίων Αγίας Βαρβάρας «Ο Φάρος» όπου και παραμένει για δύο χρόνια.

Την επόμενη χρονιά ξεκινά μαθήματα λύρας στο Σύλλογο Ποντίων Κορυδαλλού «Εύξεινος Πόντος» με δάσκαλο, τον Γιώργο Αμαραντίδη.

Η αγάπη του για την Ποντιακή μουσική είναι βαθειά χαραγμένη μέσα του κι αυτό γίνεται γρήγορα αντιληπτό από τον Γιώργο Αμαραντίδη, ο οποίος διακρίνει στον Ηλία ένα ξεχωριστό ταλέντο. Αποφασίζει να τον βοηθήσει να καλλιεργήσει αυτό το ταλέντο, και στέκεται δίπλα του μέχρι σήμερα. Ακούγοντας κάποια στιγμή τον Ηλία να τραγουδά τα Ποντιακά κάλαντα στο Σύλλογο Ποντίων Κορυδαλλού, ανακαλύπτει ότι εκτός από το ταλέντο του στη λύρα μπορεί να καλλιεργήσει και το ταλέντο του στο τραγούδι, και έτσι ξεκινά μαζί του πλέον μια συνεργασία η οποία βάζει τις βάσεις για την μετέπειτα επαγγελματική σταδιοδρομία του Ηλία.

Η πρώτη του μικρή επαφή με τον κοινό σαν τραγουδιστής γίνεται στο Ποντιακό κέντρο «Κάστρο» στον Πειραιά, όπου εμφανίζεται σε εκδηλώσεις Συλλόγων μαζί με άλλους Πόντιους καλλιτέχνες.

Οι ανησυχίες και η αγάπη του για τα Ποντιακά πολιτιστικά δρώμενα δεν σταματούν εκεί. Παίρνει μέρος στο θεατρικό έργο «Διγενής Ακρίτας» της Νέας Ποντιακής Σκηνής του Λάζου Τερζά.

Στα δεκαεννιά του χρόνια έρχεται η πρώτη δισκογραφική δουλειά με τίτλο «Εγώ Ποντιοπούλ Είμαι τ’ όνομα ‘μ εν Ηλία» σε στίχους και μουσική του Γιώργου Αμαραντίδη, ο οποίος παίζει λύρα και τραγουδά με τον Ηλία.

Μετά την πρώτη του δισκογραφική δουλειά, καλείται να υπηρετήσει την πατρίδα του αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να συνεχίσει να ασχολείται με τη μουσική και το τραγούδι τα οποία έχουν πλέον γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής του.

Λαμβάνει μέρος σε πολλές εκδηλώσεις Συλλόγων παίζοντας λύρα και τραγουδώντας, ενώ ξεκινά επαγγελματικά πλέον σαν λυράρης στους Συλλόγους Ποντίων Κορυδαλλόυ, Ελευσίνας και Χαϊδαριού. Για ένα χρόνο περίπου δίνει μαθήματα λύρας στον Σύλλογο Ποντίων Ηλιούπολης.

Συμμετέχει στα CD «Ακριτικός Κύκλος» και Ελληνες Ακρίτες Πόντος-Καππαδοκία» του Γιώργου Αμαραντίδη μαζί με άλλους καλλιτέχνες.

Και έρχεται η δεύτερη δισκογραφική δουλειά με τίτλο «Πόντος…οψέ οσήμερον και πάντα» σε στίχους και μουσική Γιώργου Αμαραντίδη. Στο νταούλι συνοδεύει ο Γιάννης Εφραιμίδης και στα πλήκτρα ο Θανάσης Τσολερίδης.

Το καλοκαίρι του 1998 ο Θεοδόσης Εφραιμίδης του χαρίζει ένα αγγείο (τουλούμ) δίνοντας την ευκαιρία στον Ηλία να βγάλει από μέσα του άλλο ένα ταλέντο, σπάνιο για την εποχή μας αφού λίγοι δυστυχώς οι Πόντιοι καλλιτέχνες που ασχολούνται με αυτό το όργανο.

Η φλογέρα που ήρθε να πλουτίσει την συλλογή Ποντιακών οργάνων του Ηλία, δώρο του Νίκου Ζουρνατζίδη, έχει πλέον και αυτή με το γλυκό της ήχο συμπληρώσει το παζλ που αποτελεί την ζωή ενός σεμνόυ, άξιου και αγαπητόυ σε όλους καλλιτέχνη, ο οποίος κάνει περήφανους όλους όσους τον γνωρίζουν και συνεργάζονται μαζί του.

Μέσα από τη στήλη του περιοδικόυ μας ο Ηλίας Υφαντίδης αισθάνεται την ανάγκη να ευχαριστήσει κάποιους ανθρώπους που τον στήριξαν αναγνωρίζωντας το ταλέντο και το μεράκι του για την Ποντιακή παράδοση. Τους γονείς του οι οποίοι στάθηκαν δίπλα του όλα αυτά τα χρόνια και με την αγάπη τους τον βοήθησαν να συνεχίσει, και το δάσκαλο του Γιώργο Αμαραντίδη ο οποίος ήταν ο άνθρωπος που πίστεψε στο ταλέντο του Ηλία και τον βοήθησε να το καλλιεργήσει και να ακολουθήσει την πορεία που και ο ίδιος είχε διαλέξει. Επίσης, τον Σύλλογο Ποντίων Κορυδαλλόυ στη στέγη του οποίου έκανε τα πρώτα του βήματα και στην οποία βρήκε την αγάπη, τη στήριξη και τη βοήθεια που πιστεύει ότι ήταν καθοριστικά για την μετέπειτα πορεία του.

Και τέλος, τον Σύλλογο Ποντίων Χαϊδαρίου, γιατί όπως μας εξομολογήθηκε μέσα σ’ αυτόν νιώθει ότι οι αξίες και τα ιδανικά ενός ανθρώπου δεν χάνονται αλλά αναγνωρίζονται αρκεί να υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν σ’ αυτά.

Εμείς ευχόμαστε στον Ηλία να έχει πάντα άξιος, η καλοσύνη και το γλυκό του χαμόγελο να μην λείψουν ποτέ από τη ζωή του και η πίστη και η αγάπη του για την Ποντιακή μουσική παράδοση να είναι πάντα οδηγός του στο μέλλον.

Πηγή πληροφοριών: www.trapezounta.com

 

Πέλα Νικολαΐδου

Στις 17 Ιουνίου του 1982, στον Ασπρόπυργο Αττικής, γεννήθηκε η Πέλα Νικολαΐδη, δεύτερη από τις τρεις κόρες του πασίγνωστου Πόντιου τραγουδιστή Στάθη Νικολαΐδη και της συζύγου του Σοφίας.

Όπως λέει η ίδια στο pontos-news.gr, μικρή ήταν ιδιαίτερα κλειστό παιδί και σπάνια ακόμα και οι οικείοι της άκουγαν τη φωνή της. «Όποιος με ήξερε μικρή, δεν θα μπορούσε να πιστέψει ότι σήμερα είμαι τραγουδίστρια. Η αλήθεια είναι ότι ούτε κι εγώ το έχω συνειδητοποιήσει ακόμα ότι ζω από αυτό το επάγγελμα, τη μόνη δουλειά που έχω κάνει στη ζωή μου ως τώρα», αναφέρει η Πέλα, τονίζοντας ότι την συγκινούσαν επαγγέλματα που είχαν να κάνουν με παιδιά, όπως αυτό της νηπιαγωγού. Εκείνο που θυμάται από παιδί η Πέλα, ήταν η συχνή παρουσία κόσμου στο σπίτι τους, τα ποντιακά γλέντια και τα τραγούδια των γονιών της – για αρκετά χρόνια ήταν τραγουδίστρια της ποντιακής σκηνής και η μητέρα της.

«Άκουγα στο σπίτι τους γονείς μου να κάνουν πρόβες στα τραγούδια τους και αποστήθιζα τα λόγια. Καταλάβαινα ποντιακά, διότι στο σπίτι με τους γονείς και τους παππούδες μου μιλούσαμε ποντιακά. Δυστυχώς, αυτό τώρα έχει αλλάξει. Η καθημερινότητα μας οδήγησε ακόμα και μεταξύ μας να μιλούμε τη νεοελληνική διάλεκτο. Στην οικογένεια πλέον χρησιμοποιούμε μόνο κάποιες φράσεις στα ποντιακά», μας λέει.

Η αναγνώριση
Αν και από έξι ετών τραγουδούσε τα τραγούδια των γονιών της στο σπίτι, ποτέ δεν είχε περάσει από το μυαλό της, όπως η ίδια αναφέρει, η ιδέα να γίνει μέλος της ποντιακής μουσικής σκηνής. Στο τραγούδι βρέθηκε εντελώς τυχαία, αφού και η ίδια δεν ήξερε ότι διέθετε αυτό το ταλέντο.

Το 2000, στα 18 της χρόνια, όταν ο πατέρας της είχε επιστρέψει από τη Βοστώνη των ΗΠΑ, όπου τραγούδησε στο χορό του τοπικού ποντιακού συλλόγου και οι διοργανωτές του ζήτησαν την επόμενη φορά να συμμετάσχει στο χορό τους ως τραγουδίστρια η μεγάλη κόρη του Ανθούλα –η οποία ήδη τραγουδούσε–, η Πέλα μπήκε με την αδελφή της στο στούντιο για να την βοηθήσει στην πρόβα.

«Κάναμε μία ηχογράφηση και εκεί κατάλαβα εγώ, αλλά και οι υπόλοιποι, ότι έχω ταλέντο στο τραγούδι. Από τότε η αδελφή μου, η Ανθούλα, με βοήθησε πάρα πολύ. Μαζί πήγαμε στη Βοστώνη, ήμασταν στην αφίσα του χορού του τοπικού ποντιακού συλλόγου και τραγουδήσαμε μαζί», θυμάται η Πέλα Νικολαΐδη.

Μετά από λίγο καιρό συμμετέσχε ως τραγουδίστρια, με δύο τραγούδια, στο CD του γνωστού Πόντιου τραγουδιστή Θεόφιλου Πουταχίδη. «Ήταν τα τραγούδια “Άσπρη σαν περιστέρα” και “’Σ σα ψηλά πουλί μ’ μην πας”. Αυτά τα τραγούδια με σημάδεψαν πολύ, κι από τότε σιγά-σιγά ξεκίνησα τις εμφανίσεις ως τραγουδίστρια. Ήταν όλα πολύ ευνοϊκά για μένα. Με βοήθησε πάρα πολύ η καριέρα του πατέρα μου», λέει η Πέλα.

Η πρώτη της εμφάνιση έγινε στο ποντιακό κέντρο «Μίθριο», στην Πολίχνη της Θεσσαλονίκης, σε ηλικία 21 ετών, και από τότε ακολούθησαν πολλές άλλες εμφανίσεις στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, αλλά και στο εξωτερικό σε χορούς ποντιακών συλλόγων (Ρωσία, Σουηδία, ΗΠΑ και πολύ συχνά στη Γερμανία).

Έχει συμμετοχές σε δέκα δίσκους άλλων Πόντιων τραγουδιστών, ενώ τον Ιούνιο του 2014 κυκλοφόρησε ο πρώτος προσωπικός της δίσκος με δώδεκα τραγούδια, σε μουσική Μπάμπη Κεμανετζίδη, με τίτλο «’Σ σον όρκο σ’ πώς επίστεψα». Μάλιστα, ήταν η πρώτη φορά που η εταιρεία MINOS EMI έβγαλε CD στα ποντιακά.

 

Τσιτιρίδης Γιάννης

(Δεν βρήκαμε πληροφορίες)

 

Μπαϊρακτάρης θωμάς

(Δεν βρήκαμε πληροφορίες)

 

 


Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων