ΠΟΝΤΙΑΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ

2ο ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΧΡΥΣΟΥΠΟΛΗΣ
ΠΟΝΤΙΑΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ

ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ

Η ενδυμασία στον Πόντο

Η ποντιακή ενδυμασία αναμφισβήτητα αποτελεί ένα κομμάτι της πολιτιστικής μας παράδοσης. Ο Πόντος γεωγραφικά καταλαμβάνει μια μεγάλη έκταση στην περιοχή της Μ. Ασίας, κι αυτό έχει ως αποτέλεσμα την ποικιλία και διαφοροποίηση της ενδυμασίας από περιοχή σε περιοχή.

Το ποντιακό κοστούμι έχει πολλές ομοιότητες με το κοστούμι της Καππαδοκίας, της Αρμενίας, του Καυκάσου και του Ικονίου. Είναι μια φυσιολογική εξέλιξη αφού για πολλούς αιώνες οι λαοί συνυπήρχαν μεταξύ τους, συνεπώς ο ένας δανείστηκε στοιχεία από τον άλλον, όχι μόνο στην ενδυμασία αλλά και στη γλώσσα, στη μουσική, στη νοοτροπία (ήθη και έθιμα, διατροφικές συνήθειες).

Όσο αφορά τη χρωματολογία και την υφασματολογία, οι Έλληνες της περιοχής επηρεάστηκαν από τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, το Βυζάντιο και την κουλτούρα των λαών της Ανατολής αφού τα σύνορα με την Αρμενία, τη Συρία, τη Ρωσία, το Λίβανο, την Κίνα και την Ινδία έκαναν προσιτή την εισαγωγή υφασμάτων.

Το ποντιακό κοστούμι χωρίζεται στο αστικό και το λαϊκό (καθημερινό), σε αυτό που φορούσαν οι κάτοικοι των αστικών κέντρων και αυτό που φορούσαν οι κάτοικοι του ορεινού όγκου.

Τα κύρια χαρακτηριστικά που χώριζαν τη φορεσιά σε κατηγορίες ήταν:

  • Το ύφασμα
  • Το πατρόν
  • Η ραφή
  • Το απλικάζ (κέντημα-σχέδιο).

Για τη γυναικεία αστική ενδυμασία χρησιμοποιούσαν:

  • Άγριο και ήμερο μετάξι, το οποίο έκαναν εισαγωγή από την Ινδία και την Κίνα
  • Βελούδο που έκαναν εισαγωγή από τη Γερμανία
  • Δαντέλα Γαλλίας-Αυστρίας
  • Μπροκάρ δαμάσκο από τη Δαμασκό
  • Χρυσοκέντητο ανάγλυφο μπροκάρ
  • Ριγωτό βαμβακομέταξο ύφασμα από την Αρμενία και την Συρία.

Για τη γυναικεία λαϊκή φορεσιά χρησιμοποιούσαν εγχώριο μάλλινο ύφασμα το οποίο ύφαιναν οι ίδιες οι γυναίκες στους αργαλειούς, ριγωτό υφαντό, κάμποτο και λινάτσα. Τους έντονους χρωματισμούς τους συναντάμε και στις δύο περιπτώσεις στις γυναίκες νεαρής ηλικίας, ενώ τα σκουρόχρωμα υφάσματα σε μεγάλες ηλικίες.

Για την αντρική φορεσιά χρησιμοποιούσαν μαλλί, τσόχα, κασμίρ, βαμβακοφανέλα, κάμποτο. Κύριο χαρακτηριστικό ήταν οι γήινες αποχρώσεις. Στον Πόντο οι γυναίκες ήταν αυτές που κράτησαν την παράδοση στην «ποντιακή ενδυμασία». Οι άντρες κυρίως στα αστικά κέντρα λόγω των επαγγελματικών δραστηριοτήτων και την ανάμιξή τους στα κοινά αφομοίωσαν το ευρωπαϊκό κουστούμι, τα «φράγκικα» ή τα «στενά» όπως τα αποκαλούσαν. «Φράγκικα» φορούσαν και οι γυναίκες των πόλεων.

Ζίπκας και Ζιπούνας

Τα πιο διαδεδομένα στην περιοχή του Πόντου. Τα φορούσε όλος ο Πόντος, Ανατολικός και Δυτικός σε διάφορες παραλλαγές.

Τα υποδήματα στην ποντιακή φορεσιά

Διαφορετικούς τύπους υποδημάτων φορούσαν οι άνθρωποι στον Πόντο. Αυτά είναι τα κυριότερα:

  1. Γεμενία: Πήραν το όνομά τους από την Υεμένη. Τα κατασκεύαζαν από δέρμα κατσίκας. Ήταν πολύ μαλακά με γυριστές μύτες. Οι σόλες τους ήταν πολύ λεπτές έως ανύπαρκτες. Το ύψος των υποδημάτων έφτανε στον αστράγαλο. Τα φορούσαν οι άντρες με τη ζίπκα σε συνδυασμό με τα «μέστια». Το χρώμα τους ήταν μαύρο.
  2. Τσάπουλας: Ανδρικά υποδήματα παρόμοια με τα γεμενία. Οι διαφορές τους ήταν οι εξής: Το δέρμα που χρησιμοποιούσαν για τα τσάπουλας ήταν σκληρό και οι μύτες των παπουτσιών δεν ήταν γυριστές. Οι σόλες ήταν μισό εκατοστό και ήταν από δέρμα πολύ σκληρό. Το τακούνι, 1,5 εκ. από πολύ σκληρό δέρμα ή ξύλο. Το χρώμα τους ήταν μαύρο ή καφέ σκούρο. Τα φορούσαν με τη ζίπκα σε συνδυασμό με τα μέστια ή σκέτα με την καραβόνα. Το ύψος τους έφτανε στον αστράγαλο.
  3. Μέστια (περικνημίδες): Τα κατασκεύαζαν από πολύ μαλακό και ακατέργαστο δέρμα. Τα μέστια κάλυπταν τις γάμπες. Το ύψος τους ξεκινούσε από το γόνατο και κατέληγε στον αστράγαλο. Στο εσωτερικό της γάμπας είχαν μικρές τρύπες απ’ όπου περνούσαν δερμάτινο κορδόνι για να τα δένουν σφιχτά στα πόδια. Χαμηλά κάτω προ εξείχαν δερμάτινες γλώσσες οι οποίες κάλυπταν το πάνω μέρος μπροστά των παπουτσιών. Τα μέστια τα φορούσαν σε συνδυασμό με τα γεμενία ή τα τσάπουλας.
  4. Ρώσικες μπότες: Τα «πότας», έτσι τα αποκαλούσαν οι Πόντιοι, μετά την έλευση του ρωσικού στρατού στην Τραπεζούντα (Πόντο) το 1914-1918. Οι Έλληνες της περιοχής υιοθέτησαν τα συγκεκριμένα υποδήματα τα οποία αντικατέστησαν τα τσάπουλας σε πολύ μεγάλο βαθμό. Τις φορούσαν κυρίως οι προεστοί με τα φράγκικα ή τα στενά (ευρωπαϊκά κουστούμια). Ρώσικες μπότες όμως φορούσαν και οι «ζιπκαλήδες». Ήταν μονοκόμματα υποδήματα κατασκευασμένα από μαλακό δέρμα. Μπροστά σχημάτιζαν μυτερό ημικύκλιο. Οι σόλες ήταν από σκληρό δέρμα μισού εκατοστού ενώ τα τακούνια από σκληρό δέρμα ενός εκατοστού. Το ύψος στις συγκεκριμένες μπότες έφτανε στο γόνατο. Το δέρμα ήταν τόσο μαλακό που στο μέσο της γάμπας σχημάτιζε πτυχές (ζάρες). Στο εσωτερικό τους είχαν φερμουάρ. Το χρώμα τους ήταν μαύρο, γκρι και καφέ σκούρο.
  5. Κουντούρας: Άκαμπτα παπούτσια με τακούνι. Ήταν κατασκευασμένα από δέρμα μαύρου χρώματος. Κάλυπταν όλο το πόδι και στο ύψος έφταναν λίγο πιο πάνω από τον αστράγαλο. Ήταν έτσι σχεδιασμένα που δεν ξεχώριζε το αριστερό από το δεξί. Μεταφορικά αν ήθελαν να κοροϊδέψουν κάποιον άκαμπτον έλεγαν: «ατός άμον κουντούραν πορπατεί». Τα φορούσαν άντρες και γυναίκες.
  6. Ποστάλια: Γυναικεία υποδήματα των αστικών κέντρων. Ευρωπαϊκό σχέδιο που είχε κοινά στοιχεία με την γαλλική «παρέτα». Το τακούνι ήταν τετραγωνισμένο και στένευε προς τα κάτω. Είχε ύψος 4 εκ. και οι μύτες μπροστά σχημάτιζαν ημικύκλια. Μπροστά ήταν ανοιχτά και έκλειναν με στενό λουράκι από το ίδιο δέρμα ή από λάστιχο.
  7. Μποτίνια ή ποτίνια: Παπούτσια που κατασκεύαζαν από μαλακό δέρμα σε διάφορα σκούρα χρώματα. Τα συγκεκριμένα ήταν αρκετά μυτερά μπροστά και το ύψος τους έφτανε 8 εκ. πάνω από τον αστράγαλο. Έκλειναν μπροστά με κορδόνι που έδεναν σφιχτά μέχρι επάνω ή έκλειναν στο πλάι με κουμπιά «κόμψες» σε διαφορετικό χρώμα από το κυρίως παπούτσι. Μποτίνια υπήρχαν αντρικά και γυναικεία.
  8. Τσαρούχ (τσαρούχια): Τα κατασκεύαζαν από ακατέργαστο δέρμα γουρουνιού. Τα συγκεκριμένα ήταν άσολα. Τα φορούσαν πάνω από τα «ορτάρεα» (κάλτσες πλεχτές). Δεξιά και αριστερά στο ύψος της φτέρνας είχε τρύπες απ’ όπου περνούσαν κορδόνι δερμάτινο και τα έδεναν σταυρωτά στη μέση της γάμπας. Τα τσαρούχια τα φορούσαν στην καθημερινότητά τους στα χωριά άντρες και γυναίκες.
  9. Ναλία: Τσόκαρα τα οποία φορούσαν με ή χωρίς παπούτσια για να προστατεύονται από τα νερά και τις λάσπες. Τα ναλία στον ορεινό όγκο του Πόντου ήταν κατασκευασμένα από ξύλο και δέρμα, ενώ στα αστικά κέντρα ήταν από βερνικωμένο ξύλο «φίλντισι» και σύρμα ασημένιο και πλεγμένο στο χέρι, το οποίο στερέωναν πάνω στο βελούδινο ύφασμα. Το ύψος στο τακούνι έφτανε τα 5 εκ. Είχαν τακούνι σε δύο σημεία. Το ένα που είχε σχήμα πυραμίδας ήταν στην πατούσα, ενώ το άλλο που είχε σχήμα οβάλ πίσω και τετράγωνο μπροστά, ήταν στη φτέρνα. Ναλία φορούσαν και οι κάτοικοι της υπόλοιπης Μ. Ασίας, συνήθως γυναίκες αλλά και άντρες κυρίως στα δημόσια λουτρά (χαμάμ).

Εσώρουχα

Τα εσώρουχα στον Πόντο τα έφτιαχναν από λευκό χασέ ή σκουρόχρωμη βαμβακοφανέλα, τσελβόλ λινό ή λινάτσα ύφασμα. Για τα νυφιάτικα εσώρουχα χρησιμοποιούσαν κοφτό χασέ με αζούρι σε διάφορα σχέδια, μεταξωτή και βαμβακερή δαντέλα και τσελβόλ κεντημένο στο στήθος με ρεγιόν κλωστές σε «πενπέν» χρώμα (τούρκικη λέξη που σημαίνει ροζ) και σε κόκκινες αποχρώσεις.

Τα γαμπριάτικα εσώρουχα ήταν φτιαγμένα από άσπρο και εκρού λινό. Οι γυναίκες και οι άντρες μεγαλύτερης ηλικίας φορούσαν εσώρουχα σε σκούρο χρώμα από βαμβακοφανέλα.

Μαρία Διαμαντίδου
Σχεδιάστρια – ερευνήτρια ποντιακής ενδυμασίας

 

 

Ανδρική ενδυμασία

Πόντιοι Τραπεζούντας (αρχές 20ού αιώνα)

ΓΕΝΙΚΑ

Picture

Τη φωτογραφία τη βρήκαμε στη σελίδα  «Ποντιακή Παράδοση» στον παρακάτω σύνδεσμο, όπου μπορείτε να βρείτε πολλά ενδιαφέροντα άρθρα για τον Πόντο:

https://pontiakiparadosi.weebly.com/alphanutaurhoiotakappaeta-phiomicronrhoepsilonsigmaiotaalpha.html

Ζίπκα ενδεχομένως σύνθετη λέξη από την ξενική ζιπ (παντελόνι) και την ελληνική κα (κάτω). «Το παντελόνι το φτάνει μέχρι κάτω». Καυκασιανό κουστούμι το οποίο το υιοθέτησαν όχι μόνο οι Πόντιοι, αλλά και οι Αρμένιοι, οι Τούρκοι (τσέτες), οι Λαζοί και οι Γεωργιανοί. Εμφανίζεται λίγο πριν από το 1900. Το φορούν κυρίως οι ένοπλοι για ελευθερία της κίνησης.


Αυθεντική ζίπκα (φωτογραφία: Επιτροπή Ποντιακών Μελετών)

Το ύφασμα της ζίπκας είναι τσόχα ή κασμίρ σε διάφορα χρώματα: μαύρο για τους ένοπλους, μπλε σκούρο ή μπλε ραφ για τους νέους, γκρι για τους μεγαλύτερους σε ηλικία, καφέ σκούρο, καφέ καμηλό, δαμασκηνί και κυπαρισσί.


Λεπτομέρειες από τη ζίπκα

Εσωτερικά είναι επενδεδυμένη με κάμποτο σε σκούρο χρώμα, στη μέση είναι φαρδύ και σχηματίζει πολλές πτυχές και πιέτες πίσω και μπροστά, τα σκέλη μέχρι και τον αστράγαλο ήταν στενά δεξιά, και αριστερά στο ύψος του παλτουριού (μπούτι) είχε τσέπες, ήταν απλικάρισμένη με κορδόνι σε διάφορα χρώματα γύρω από τις τσέπες έως κάτω από τον αστράγαλο.


Μαύρο ανδρικό γιλέκ

Γιλέκ Γιλέκο σε τσόχα ή κασμίρ ύφασμα μονόχρωμο, αλλά και βαμβακομέταξο ριγωτό. Το μήκος του ξεκινούσε από τον ώμο έως την λεκάνη περίπου στα 65 εκ., και ήταν κεντημένο με κορδόνι σε διάφορα χρώματα. Είχε δύο τσέπες δεξιά και αριστερά κάτω από το στήθος. Έκλεινε από τα δεξιά προς τα αριστερά. Το γιλέκο ήταν σε σταυρoκούμπωτο ή μονοκούμπωτο σχέδιο. Τα κουμπιά ήταν μεταλλικά, υφασμάτινα ή γαϊτάνι.


Αυθεντικό καμίς (φωτογραφία: Επιτροπή Ποντιακών Μελετών)

Καμίς Υποκάμισο σε μπεζ ή άσπρο κυρίως χρώμα αλλά και σε ρίγα και πτι-καρό, σε διάφορες αποχρώσεις με όρθιο ή κλασικό γιακά, μανίκια σε ίσια γραμμή ή μανσέτα με δυο κουμπιά και άνοιγμα εμπρός μέχρι το στήθος και πέντε κουμπιά.

Πασλούκ Λέξη τουρκική. «Κεφαλοδέσιμο» με μήκος 1,50 μ. έως 2,00 μ., με τις ταινίες του δεξιά και αριστερά και φάρδος 0,30 εκ. Η κορυφή του σχημάτιζε μύτη και επάνω ήταν ένα ή δύο κλεμία με πισκούλια (κορδόνια με φούντες). Το έδεναν γύρω από το κεφάλι. Συναντούμε διάφορα είδη δεσίματος.

Καραβόνα Αντρικό παντελόνι πολύ φαρδύ στη μέση και τα γόνατα. Από τα γόνατα μέχρι τον αστράγαλο στένευε και κολλούσε στις γάμπες, το δένανε εσωτερικά με κορδόνια. Σχημάτιζε πολλές πτυχές πίσω και εμπρός. Τη μέση την συγκρατούσε κορδόνι εσωτερικά περασμένο στο ύφασμα. Ήταν αφοδράριστη. Η καραβόνα ήταν από τσόχα ή κασμίρι σε διάφορα χρώματα – κυρίως καφέ, μαύρο και μoβ. Σαν ολοκληρωμένη ενδυμασία συνοδευόταν από το καμίς, το γιλέκ, το ταραπουλούζ (ζωνάρι), το φεζ (καπέλο) και το αντρικό μακρυγούνι που το φορούσαν οι προεστοί στα αστικά κέντρα και προϋπήρχε σαν φορεσιά από τη ζίπκα.

Σαλβάρι Αντρικό παντελόνι παρόμοιο με την καραβόνα. Η διαφορά ήταν στο ότι το σαλβάρι κατέληγε στο γόνατο, ήταν πολύ φαρδύ και σχημάτιζε πτυχές. Το συγκρατούσε στη μέση το καΐς (λεπτή ή φαρδιά δερμάτινη ζώνη).

Ποτούρι Καθημερινό ένδυμα παρόμοιο με το σαλβάρι και την καραβόνα. Το πάνω μέρος σχημάτιζε τρεις πιέτες από τα αριστερά και τρεις πιέτες από τα δεξιά. Μπροστά έχει άνοιγμα το οποίο ονομάζεται «τσιλτιφίρ» και κάτω στένευε μέχρι τον αστράγαλο. Στα δύο πλαϊνά των αστραγάλων εσωτερικά ή εξωτερικά είχε σχισμές 10 εκ. για να μπαίνει εύκολα το πόδι. Το ποτούρι γινόταν από βαμβακερό ύφασμα ή λινάτσα σε σκουρόχρωμες αποχρώσεις.


Πόντιοι αντάρτες

ΠΑΝΩΦΟΡΙΑ

Μακρυγούνι Επίσημο ένδυμα που ξεκινάει από την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Υψηλής Πύλης και φτάνει μέχρι τις αρχές του 1900. Το φορούσαν οι προεστοί. Μακρυγούνια ανδρικά συναντάμε σε διάφορα σχέδια, χρώματα και υφάσματα. Έχουμε δύο παραλλαγές: Στη μία παραλλαγή ήταν ραμμένο από μαύρη ή γκρι ευρωπαϊκή τσόχα σε ίσια γραμμή και σε δύο μήκη· το ένα μήκος ξεκινούσε από τον ώμο και κατέληγε στους αστράγαλους και το άλλο μήκος ξεκινούσε από τον ώμο και κατέληγε στα γόνατα. Εσωτερικά και εξωτερικά ήταν επενδυμένο με γούνα Ρωσίας. Στην άλλη παραλλαγή ήταν ραμμένο από βελούδο δαμάσκο ή βελούδο μπροκάρ σε βυσσινί ή σκούρο κυπαρισσί χρώμα σε γραμμή «Α». Το ύψος ξεκινούσε από τους ώμους και κατέληγε στους αστράγαλους ή λίγο πιο πάνω. Εσωτερικά και εξωτερικά, αλλά και στον γιακά και στα μανίκια, ήταν επενδυμένο με γούνα «τσιντσιλά».

Καφτάν Πανωφόρι που φορούσαν μόνο οι προεστοί. Το μάκρος ξεκινούσε από τον λαιμό και έφτανε στα γόνατα. Το ύφασμά του ήταν από μπροκάρ μεταξωτό. Το χρώμα του ήταν συνήθως βυσσινί, κεραμιδί σκούρο ή βαθύ σκούρο πράσινο. Κούμπωνε με κουμπιά χρυσοποίκιλτα ή μεταλλικά, από δεξιά προς τα αριστερά και από το λαιμό μέχρι τη μέση. Τα μανίκια σχημάτιζαν πτυχές, ραμμένα σε μανσέτα στενή στον καρπό. Τόσο ο γιακάς όσο και οι μανσέτες ήταν κεντημένα με χρυσό κορδόνι. Είχε κοινά στοιχεία με τον βυζαντινό μανδύα και το τσαρικό σακάκι.


Αυθεντικό αμπάς (φωτογραφία: Επιτροπή Ποντιακών Μελετών)

Αντρική ζιπούνα ή αμπάς ή αντερίν Αντρικό σακάκι που αποτελούσε με το γιλέκο και την ζίπκα την αντρική φορεσιά. Το ύψος της ξεκινούσε από τους ώμους και κατέληγε στους γοφούς. Την κατασκεύαζαν από τσόχινο ή κασμιρένιο ύφασμα σε διάφορα χρώματα. Επάνω είχε στενό γιακά και κούμπωνε μπροστά σταυρωτά, δεξιόστροφα ή αριστερόστροφα. Τα μανίκια ήταν μακριά και στις άκρες σχιστά. Μερικά ήταν επενδυμένα με γυαλιστερό ύφασμα σε διαφορετική απόχρωση από το υπόλοιπο ρούχο. Στους ώμους και στους αγκώνες ήταν ραμμένο διπλό ύφασμα που στο τελείωμά του είχε κεντημένο κορδόνι. Αντρική ζιπούνα συναντάμε σε διάφορα σχέδια σε όλο τον Πόντο.

Σαλταμάρκα ή κοντές αντρική Έχει κοινά στοιχεία με την γυναικεία. Υπήρχε σε δύο μήκη. Το πρώτο ξεκινούσε από τους ώμους, κατέληγε στη μέση και ήταν ραμμένο σε ίσια γραμμή με μακριά μανίκια. Ήταν ανοιχτό μπροστά, χωρίς κουμπιά. Το δεύτερο ξεκινούσε το μήκος του από τους ώμους και κατέληγε στα γόνατα ή στις γάμπες. Κούμπωνε στο πλάι ή στη μέση. Ήταν φτιαγμένη από ευρωπαϊκή τσόχα σε μαύρο γκρι ή καφέ χρώμα. Εσωτερικά ήταν φοδραρισμένο από κάμποτο. Είχε τσέπες εσωτερικά και εξωτερικά.

Γιλέκ ή τσαμαντάν ή στενό Γιλέκο από τσόχα ή κασμίρ ύφασμα και μερικές φορές βελούδο ή βαμβακομέταξο. Τα χρώματα ήταν κυρίως μοβ, δαμασκηνί, βυσσινί, και βαθύ πράσινο. Ήταν φοδραρισμένο από χασέ ή λινάτσα. Μπροστά κούμπωνε σταυρωτά. Τα κουμπιά ήταν συνήθως μεταλλικά και μερικές φορές πλεγμένα γαϊτάνι.

Τσόχα Κατασκευασμένη από μάλλινο ύφασμα, φοδραρισμένη ή αφοδράριστη. Την αντρική τσόχα την συναντάμε σε τρία διαφορετικά μήκη. Στην μια περίπτωση το ύψος ξεκινάει από τους ώμους, καταλήγει στη μέση και κουμπώνει μπροστά. Στη δεύτερη περίπτωση το ύψος ξεκινάει από τους ώμους και καταλήγει στους γοφούς, και στην τρίτη περίπτωση το ύψος ξεκινάει από τους ώμους, καταλήγει στο μπούτι και κουμπώνει μπροστά. Έχει τσέπες δεξιά και αριστερά, και μερικές φορές την συναντούμε με γιακά μονόπετο.

ΖΩΝΑΡΙΑ

Κουσάκ Λέξη τουρκική. Είδος ζωναριού που το κατασκεύαζαν από μάλλινο ή βαμβακερό ύφασμα. Το φορούσαν κυρίως οι άντρες με την καθημερινή τους φορεσιά σε διάφορα χρώματα (μπεζ, κεραμιδί, ώχρα) ή ριγωτό σε διάφορα χρώματα του σαφράν και της παπαρούνας. Το μήκος του ήταν 3,5 ή 4 μέτρα και το φάρδος του ήταν 30 εκ. Στις δύο άκρες του υπήρχαν κλεμία.


Λεπτομέρειες από ένα μεταξωτό ταραπουλούζ

Ταραπουλούζ Μεταξωτό ζωνάρι το οποίο στην ύφανσή του έβγαζε κάθετες και οριζόντιες ραβδώσεις με αποτέλεσμα να σχηματίζεται καρό. Τα χρώματά του ήταν έντονα ζωηρά, με κυρίαρχα το βυσσινί, το μπεζ, το μπλε, το πράσινο και την ώχρα. Το μήκος του έφτανε τα 8 μέτρα και το φάρδος του τα 40 εκ. Συνήθως όμως ένωναν με γαϊτάνι τρία κομμάτια των 40 εκ. και έβγαζαν ένα φάρδος 1,20 μ. Στις άκρες έφτιαχναν φούντες με κρόσσι από το ίδιο ύφασμα περίπου 20 εκ. στην κάθε πλευρά. Πήρε το όνομά του από την Τρίπολη του Λιβάνου και ενδεχομένως και από την Τρίπολη από την Λιβύης, από όπου και το έκαναν εισαγωγή. Το ταραπουλούζ το δίπλωναν και το τύλιγαν οι άντρες πολλές φορές στη μέση τους. Το σχέδιο τελειωμένο σχημάτιζε ντραπέ (πλισέ).

Καΐς Είδος δερμάτινης ζώνης. Την φορούσαν για να συγκρατούν τα παντελόνια (καραφόνα, σαλβάρ, ποτούρ). Το μήκος του ήταν 1 μ. ή 1,50 μ., και το φάρδος του 3, 5, ή 7 εκ.,  μπορεί και 10 εκ. Στο ένα άκρο υπήρχε μεταλλική πόρπη.


Δερμάτινο ζωνάρι σε ανοιχτό καφέ και μαύρο – Στο πλάι, η καπνοσακούλα

Σελάχιν ή σελαχλίκ ή σελαχρούκ Δερμάτινο ζωνάρι που έμπαινε πάνω από το ταραπουλούζ. Ήταν ειδικά φτιαγμένο για να τοποθετούν οι άντρες την «κάμα» (σπαθάκι), το καπνοσάκουλο και διάφορα προσωπικά τους αντικείμενα. Έπιανε την κοιλιακή χώρα από τη μία άκρη στην άλλη. Στη μια μεριά ήταν στενό και στην άλλη φαρδύ καμπυλωτό. Πίσω το συγκρατούσαν δερμάτινα κορδόνια. Ήταν φτιαγμένο από τρεις σειρές ακατέργαστο ή κατεργασμένο δέρμα στο οποίο έδιναν διάφορους τόνους, από καφέ ανοιχτό έως καφέ σκούρο και μαύρο.

ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ

«Κολπιός», εγκόλπιο Παραλληλόγραμμο κόσμημα διπλής όψεως από μαλακό επάργυρο ή ασήμι. Ήταν σκαλισμένο στο χέρι. Στην μια πλευρά απεικονιζόταν ο Άγιος Γεώργιος και στην άλλη μια οποιαδήποτε ψυχεδέλεια – συνήθως κλαδί της αμπέλου.


Εγκόλπιο με τον Αγ. Γεώργιο

Επάνω είχε συρταράκι το οποίο ανοιγόκλεινε. Στο εσωτερικό του «κολπιού» τοποθετούσαν τίμιο ξύλο από τους Άγιους Τόπους (χατζηλίκι) ή μπαρούτι. Στις δύο άκρες έδενε αλυσίδα «Αρζαντό» ασημένια, που είχε σχήμα «8» και μήκος 1,80 μ. Το φορούσαν οι άντρες σταυρωτά από το μέρος της καρδιάς.


Ανδρικό φυλαχτό

Φυλαχτόν ή τάμα Τριγωνικό κόσμημα διπλής όψεως από μαλακό επάργυρο ή ασήμι. Η μια πλευρά ήταν χαραγμένη με διάφορα ψυχεδελικά σχέδια. Επάνω είχε συρταράκι που ανοιγόκλεινε. Στο εσωτερικό του τοποθετούσαν τίμιο ξύλο. Στις δύο άκρες έδενε αλυσίδα «αρζαντό» 40 εκ. Το φορούσαν οι άντρες στο στήθος και μερικές φορές και οι γυναίκες.

Ώρα και κιοστέκ Ρολόι με μακριά αλυσίδα (φίδι) από ασήμι ή χρυσό, μήκους 2 μ. Το φορούσαν οι άντρες αλλά και οι γυναίκες. Την αλυσίδα την συγκρατούσε ο αλεπός, τριγωνικό αξεσουάρ που ρύθμιζε το ύψος της. Το κιοστέκ και την ώρα οι άντρες τα έριχναν στη δεξιά τσέπη του γιλέκου τους ενώ οι γυναίκες τα τοποθετούσαν επάνω στο λαχόρι τους.

Κεντήλ Οβάλ αξεσουάρ το οποίο φορούσαν οι άντρες στο δεξί μπράτσο. Το φορούσαν πάνω από την αντρική ζιπούνα (σακάκι). Το κεντήλ ήταν υφασμάτινο κεντημένο με χρυσό κορδόνι ή πλεγμένο χρυσό σύρμα.

ΚΑΛΥΜΜΑΤΑ ΚΕΦΑΛΗΣ

Κεφαλοδέσιμο ή πασλούκ (λέξη τουρκική) Το πασλούκ αποτελούσε κομμάτι της ανδρικής ενδυμασίας. Ήταν κατασκευασμένο από τσόχινο ή κασμιρένιο ύφασμα.


Αυθεντικός κεφαλόδεσμος (φωτογραφία: Επιτροπή Ποντιακών Μελετών)

Το μήκος του ήταν 1,50 μ και το φάρδος 30 εκ. Οι ταινίες του δεξιά και αριστερά στο τελείωμά τους σχημάτιζαν καμπύλες. Στο εσωτερικό του ντουμπλάριζαν ύφασμα «ατλάζι» σε γυαλιστερά χρώματα.


Φωτογραφία: αρχείο ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η κορυφή του σχημάτιζε μύτη και πάνω έραβαν ένα ή δύο πισκούλια (κορδόνια με φούντες).Το ύφασμα περιμετρικά ήταν κεντημένο με κορδόνι. Το έδεναν μία ή δύο φορές γύρω από το κεφάλι. Συναντούμε διάφορα σχέδια δεσίματος.

Φεζ ή φέζι Ονομασία της γαλλικής τόκας. Αντρικό καπέλο το οποίο φορούσαν οι προεστοί σε όλη την Ανατολή. Εσωτερικά ήταν κατασκευασμένο από χοντρό χαρτί, εξωτερικά ήταν επενδυμένο με τσόχα και είχε σχήμα δίσκου. Το κάτω μέρος ήταν μεγαλύτερο για να εφάπτεται στο κεφάλι, ενώ επάνω στένευε. Στην κορυφή του είχε ραμμένο πισκούλι (φούντα). Τα χρώματα που χρησιμοποιούσαν για το φεζ ήταν κόκκινο, βυσσινί, μαύρο, μοβ και γκρι. Μερικές φορές πάνω από αυτό τύλιγαν σειρές υφάσματος. Υπήρχαν διάφορα ύψη φεζ. Συνήθως όσο πιο ανεβασμένος ήταν κάποιος κοινωνικά, τόσο πιο ψηλό φεζ φορούσε. Πήρε το όνομά του από την πόλη Φεζ στο Μαρόκο. Στον Πόντο φεζ φορούσαν όχι μόνο οι προεστοί αλλά και οι ένοπλοι (ζιπκαλήδες).

Ρωσική τόκα Συνόδευε το καυκασιανό κουστούμι. Την φορούσαν οι Έλληνες του Πόντου που μετανάστευαν για επαγγελματικούς λόγους στη Σοβιετική Ένωση. Είχε διάφορα ύψη και ήταν κατασκευασμένη από ρωσική γούνα. Συνήθως από λύγκα Σιβηρίας, ζιμπελίνα ή κάστορα.

Μαρία Διαμαντίδου
Σχεδιάστρια – ερευνήτρια ποντιακής ενδυμασίας

Γυναικεία ενδυμασία

Tραπεζούντα, 1900 (Πηγή: Επιτροπή Ποντιακών Μελετών)

ΓΕΝΙΚΑ

Η γυναικεία ποντιακή φορεσιά έχει στοιχεία από το βυζαντινό κουστούμι. Το χαρακτηριστικό της ένδυμα είναι η «ζιπούνα» ή «ζουπούνα». Καθιερώθηκε σαν ορολογία για ολόκληρη τη φορεσιά. Στον δυτικό Πόντο η ζιπούνα λεγόταν εντερίν ή αντερί. Την συναντούμε διαφοροποιημένη λόγω των κλιματολογικών συνθηκών, αλλά και της κοινωνικής θέσης της κάθε γυναίκας. Επίσης η ηλικία έπαιζε σημαντικό ρόλο στη διαφοροποίηση της υφασματολογίας και της χρωματολογίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για ανδρικη ποντιακη φορεσια

Τη φωτογραφία τη βρήκαμε στη σελίδα  «Ποντιακή Παράδοση» στον παρακάτω σύνδεσμο, όπου μπορείτε να βρείτε πολλά ενδιαφέροντα άρθρα για τον Πόντο:

https://pontiakiparadosi.weebly.com/gammaupsilonnualphaiotakappaiotaalpha-phiomicronrhoepsilonsigmaiotaalpha.html

Ζιπούνα Μακρύ μανικωτό φόρεμα χωρίς ραφή στους ώμους. Η βάση του ήταν ένα κομμάτι μήκους 3 μ. και φάρδους 50 εκ. (τα υφάσματα εκείνη την εποχή ήταν μονόφαρδα, 50-80 εκ.). Το δίπλωναν στη μέση και έδιναν μια ψαλιδιά 6 εκ. οριζόντια και 8 εκ. κάθετα για λαιμόκοψη. Από τους ώμους κάθετα προς το στήθος έδιναν άνοιγμα 25 εκ. Στα τέσσερα πλαϊνά ένωναν κομμάτια υφάσματος 1 μ. ύψος, 3 εκ. επάνω και 20 εκ. κάτω.


Λεπτομέρειες από αυθεντική ζιπούνα (φωτογραφία: Επιτροπή Ποντιακών Μελετών)

Τα κομμάτια ξεκινούσαν από τη μέση και κατέληγαν στους αστραγάλους με αποτέλεσμα το φόρεμα να σχηματίζει γραμμή «Α». Επιπλέον ένωναν άλλα δύο κομμάτια μπροστά που ξεκινούσαν από το άνοιγμα του στήθους και κατέληγαν και αυτά στους αστράγαλους. Είχαν μήκος 1,20 μ., ενώ το φάρδος επάνω ήταν 3 εκ. και κάτω 20 εκ. Τα μανίκια ξεκινούσαν από τον ώμο και κατέληγαν στον καρπό. Διπλωμένα είχαν φάρδος 20 εκ. επάνω και 14 εκ. στον καρπό. Κάτω από τη μασχάλη ένωναν τρίγωνα υφάσματος που ένωναν τα μανίκια με το κυρίως φόρεμα. Αυτά έδιναν αέρα στην κίνηση των χεριών. Τα μανίκια κάτω είχαν ανοίγματα 10 εκ. το καθένα. Μπροστά η ζιπούνα έκλεινε με κουμπιά. Με κουμπιά έκλειναν και τα μανίκια, όχι όμως σε όλες τις ζιπούνες. Στον δυτικό Πόντο συναντούμε ζιπούνες χωρίς κουμπιά, με βαθύ άνοιγμα στο στήθος και ανοίγματα στα πλαϊνά.

Το φόρεμα περιμετρικά ήταν κεντημένο με σοτάζ και κορδόνι σε χρυσή ή υφαντή κλωστή. Το εσωτερικό ήταν επενδυμένο με ύφασμα από βαμβακερό κάμποτο, σε άσπρο κυρίως χρώμα. Τα υφάσματα που χρησιμοποιούσαν ήταν:

  • Μεταξωτό μπροκάρ (ύφασμα που μέσα σχημάτιζε λουλούδι από το ίδιο το υφάδι του),
  • Μεταξωτό ταφτά (μονόχρωμο ύφασμα),
  • Ταφτά σανσάν (το ύφασμα που κάνει διάφορα χρώματα),
  • Ταφτά μουαρέ (το ύφασμα που κάνει διάφορα νερά),
  • Σουά σοβάζ (άγριο μετάξι «κρουστό»),
  • Δαμάσκο μπροκάρ,
  • Βελούδο Γερμανίας,
  • Ριγωτά βαμβακομέταξα υφάσματα με χρυσή κλωστή,
  • Ριγωτά υφαντά (βαμβάκι-μαλλί).

Το πιο διαδεδομένο ριγωτό ήταν το «κουτνί», το οποίο συναντούμε όχι μόνο στον Πόντο αλλά και στην υπόλοιπη Μ. Ασία.


Γυναικείο σαλβάρι (φωτογραφία: Επιτροπή Ποντιακών Μελετών)

Σαλβάρ Φαρδιά βράκα που αποτελείται από τέσσερα κομμάτια, το δεξί και το αριστερό σκέλος και το καβάλο εμπρός και πίσω. Το ύφασμα του κάθε σκέλους είχε φάρδος 80 εκ. και του καβάλου 70 εκ. Τα τέσσερα αυτά κομμάτια τα ένωναν, και σαν αποτέλεσμα έβγαζαν μια πολύ φαρδιά βράκα που είχε ύψος 1,30 μ. Στη μέση περνούσαν κορδόνι και έτσι το ρούχο σχημάτιζε πολλές πτυχές. Το σαλβάρι το έδεναν στα γόνατα και το υπόλοιπο του υφάσματος έπεφτε στη μέση της γάμπας. Το φάρδος του ήταν τέτοιο που εξυπηρετούσε ως φουρό παλιάς εποχής για να στέκεται όμορφα η ζιπούνα. Τα υφάσματα που χρησιμοποιούσαν ήταν το «ατλάζι» (είδος μεταξιού) και το «ρεγιόν» (τεχνητή μέταξα). Στη λαϊκή φορεσιά τα σαλβάρια τα κατασκεύαζαν από βαμβακερά υφάσματα από λινάρι ή κάνναβη (φυτικές ίνες). Το εσωτερικό ήταν επενδυμένο με κάμποτο ή χασέ.

Καμίς Υποκάμισο που συνόδευε την επίσημη ενδυμασία. Για το καμίς χρησιμοποιούσαν μεταξωτό κουκούλι, χασέ και δαντέλα. Το μεταξωτό το έβαζαν σε εμφανή σημεία (μανίκια και στήθος) και το χασέ σε κρυφά σημεία (πλάτη και πάνω μέρος χεριών). Τη δαντέλα την χρησιμοποιούσαν στα τελειώματα του ρούχου (μανίκι και γιακά).


Λεπτομέρειες από το σπαρέλ (ή σπαλέρ)

Σπαρέλ ή σπαλέρ Πήρε το όνομά του από το ρήμα ασφαλίζω-ασπαλίζω, δηλαδή κλείνω-δένω γύρω από το σώμα, ή από τη λέξη σπάλα, τα πλαϊνά του θώρακα. Το σπαλέρ ή σπαρέλ ήταν κομμάτι υφάσματος 45 ή 50 εκ. φάρδος και 50 ή 60 εκ. ύψος. Επάνω το ύφασμα σχημάτιζε ημικύκλιο για να εφάπτεται με το λαιμό. Περιμετρικά του λαιμού κεντούσαν κορδόνι σε διάφορα σχέδια, με φάρδος 5 εκ. Το σπαρέλ έδενε στο λαιμό και τη σπάλα με κορδέλες, τα «δέματα» όπως τα ονόμαζαν. Τα υφάσματα που χρησιμοποιούσαν ήταν διάφορα, ριγωτά ή μονόχρωμα, μεταξωτά ή βελούδα, και ήταν ντουμπλαρισμένα με χασέ. Τα φορούσαν οι γυναίκες, συνήθως στον ορεινό όγκο του Πόντου, μέσα από τη ζιπούνα.

Μεσοφούστανο Μονοκόμματο ύφασμα 4-5 μ. περίπου, το οποίο έκλεινε με μια ραφή πίσω. Επάνω έμπαινε λάστιχο ή κορδόνι με αποτέλεσμα να σχηματίζει πτυχές. Είχε ύψος 85 εκ. Το φορούσαν οι γυναίκες για φούστα. Το συναντούμε κυρίως στην περιοχή της Τόνιας και του Καρς, στην περιοχή της Ματσούκας, όπως και στην περιοχή του δυτικού Πόντου. Τα υφάσματα που χρησιμοποιούσαν ήταν βαμβακοφανέλα μονόχρωμη, βαμβακομέταξο ριγωτό ύφασμα και κασμιροφανέλα. Το μεσοφούστανο συνήθως ήταν αφοδράριστο.

Καμισόλα Υποκάμισο φαρδύ στον κορμό και τα μανίκια, με ή χωρίς ραφή στους ώμους. Το ύψος της ήταν 75 εκ. και το φάρδος της περιμετρικά 1,20 μ. Μπροστά είχε άνοιγμα μέχρι το στήθος. Δεξιά και αριστερά του λαιμού σχηματίζονταν δύο γιακάδες σε οβάλ σχέδιο. Τα μανίκια διπλωμένα είχαν φάρδος η κάθε πλευρά 25 εκ. από το ύψος του ώμου μέχρι τον καρπό. Η καμισόλα σχημάτιζε σφηκοφωλιά (λάστιχο ραμμένο) στη μέση και τους καρπούς των χεριών. Την κατασκεύαζαν από τσερβόλ (ή τσελβόλ) ύφασμα, λινάτσα ή βαμβακοφανέλα, σε μονόχρωμες συνήθως αποχρώσεις. Εσωτερικά ήταν αφοδράριστη. Η καμισόλα ως ένδυμα συνόδευε το μεσοφούστανο στις περιοχές Καρς-Τόνια και στον δυτικό Πόντο.

ΠΑΝΩΦΟΡΙΑ

Μακρογούνι Επίσημο ένδυμα που εξυπηρετούσε ως παλτό. Πανωφόρι αστικών περιοχών. Ήταν ραμμένο σε γραμμή «Α» στον κορμό, και τα μανίκια ήταν χωρίς κουμπιά. Το μάκρος του ξεκινούσε από το λαιμό και κατέληγε στους αστράγαλους.


Σκίτσο Τραπεζούντιας με αυθεντική φορεσιά (πηγή: Ποντιακή Εστία, τεύχος 4, 1950)

Το ύφασμα ήταν μάλλινο (τσόχα ή κασμίρ) σε διάφορα χρώματα, κυρίως βυσσινί, καφέ, μπλε και μαύρο. Η επένδυσή του ήταν εσωτερικά από γούνα αρκούδας για να προφυλάσσει από το κρύο. Εξωτερικά για λόγους προστασίας από το κρύο αλλά και για λόγους καλαισθησίας χρησιμοποιούσαν γούνα αλεπούς, κάθετα στα δύο ανοίγματα εμπρός. Το φορούσαν σε όλη τη Μ. Ασία από την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, σε διάφορες παραλλαγές.


Πόντια της Τραπεζούντας με πανωφόρι στολισμένο με γούνα (1881)

Κοντογούνι Πανωφόρι από βελούδινο ύφασμα. Το συναντάμε σε δύο μήκη. Το ένα μήκος ξεκινούσε από τον ώμο και κατέληγε στη μέση και το άλλο μήκος ξεκινούσε από τον ώμο και κατέληγε στους γοφούς. Σε αντίθεση με το μακρογούνι ήταν ραμμένο σε ίσια γραμμή στον κορμό και στα μανίκια. Χρησιμοποιούσαν βελούδο Γερμανίας σε χρώματα κυρίως δαμασκηνί, μπλε, μαύρο και κυπαρισσί. Ήταν ανοιχτό μπροστά, χωρίς κουμπιά, και τα τελειώματα στα μανίκια και τη μέση ήταν κεντημένα με χρυσό κορδόνι. Εσωτερικά ήταν επενδυμένο από ύφασμα ατλάζι (είδος μεταξιού) ή από κάμποτο. Εξωτερικά γύρω από το λαιμό στόλιζαν το κοντογούνι με γούνα αλεπούς.


Αυθεντικό κατιφέ σε μαύρο βελούδο

Κατιφέ Βελούδινο ζακέτο. Η λέξη κατιφέ είναι γαλλική και σημαίνει βελούδο. Έτσι υιοθετήθηκε και στον Πόντο. Το μάκρος του ξεκινούσε από τον ώμο και κατέληγε στη μέση. Χρησιμοποιούσαν βελούδο Γερμανίας ή Γαλλίας σε χρώμα δαμασκηνί, κυπαρισσί, μαύρο και μπλε. Ήταν κεντημένο στο λαιμό, στη μέση, στο στήθος και τα μανίκια, με χρυσό συρμάτινο κορδόνι. Το κέντημα είχε φάρδος 5 εκ. Κάτω από τη μασχάλη υπήρχε σχέδιο κεντημένο το οποίο ονόμαζαν καντίλ ή κεντίλ επειδή σχημάτιζε καντήλα. Το κατιφέ σχεδίαζαν και κεντούσαν ειδικοί «τερζίδες» (ράφτες). Ήταν απαραίτητο στη νυφική ενδυμασία αλλά και στην ενδυμασία νεαρών κοριτσιών.

Τσόχα Πανωφόρι καθημερινής χρήσης. Υπήρχε η γυναικεία και η αντρική. Η τσόχα συνήθως ήταν χωρίς επένδυση, και την κατασκεύαζαν από χοντρό μάλλινο ύφασμα – κυρίως σκουρόχρωμο. Η γυναικεία τσόχα υπήρχε σε δύο τύπους. Στην πρώτη περίπτωση το μάκρος ξεκινούσε από το λαιμό και κατέληγε στους γοφούς, ενώ στη δεύτερη περίπτωση το μάκρος έφτανε στη μέση της γάμπας. Κούμπωνε στο πλάι, και επάνω υπήρχε ένας μικρός όρθιος γιακάς.

Σαλταμάρκα ή πόλκα ή κοντές Ορολογίες που συναντούμε σε διάφορες περιοχές του Πόντου. Κοντό πανωφόρι που ξεκινούσε από τον ώμο και κατέληγε στη μέση. Στη μία περίπτωση ήταν ραμμένο σε ίσια γραμμή στα μανίκια και στη μέση. Το ύφασμά του ήταν από τσόχα ή κασμίρ σε διάφορα χρώματα (καφέ, πράσινο, μαύρο και μπλε) και ήταν ανοιχτό μπροστά, με ή χωρίς γιακά. Το εσωτερικό του ήταν επενδυμένο με ριγωτό ή μονόχρωμο ύφασμα από κάνναβη και είχε εσωτερικές τσέπες δεξιά και αριστερά. Περιμετρικά ήταν κεντημένο με δύο σειρές κορδόνι. Στην άλλη περίπτωση ήταν ραμμένο σε ίσια γραμμή στη μέση αλλά τα μανίκια του σχημάτιζαν μανσέτες που κούμπωναν με κόμψες από ύφασμα ριγωτό σε διάφορα χρώματα, μετάξι κρουστό. Μπροστά είχε κουμπιά φτιαγμένα με γαϊτάνι. Στα τελειώματα του γιακά και των μανικιών είχε κεντημένο κορδόνι.

Σαλ Ήταν το σάλι που έβαζαν στους ώμους οι γυναίκες. Το κατασκεύαζαν οι ίδιες από μαλλί κατσίκας. Το συναντούμε σε τρίγωνο ή τετράγωνο σχήμα, το οποίο δίπλωναν στη μέση. Στις άκρες υπήρχαν μικρά πισκούλια (φούντες).

Λιπατέ Παλτό καθημερινής χρήσης. Το ύφασμα ήταν βαμβακερό καπιτονέ (γαζιά κάθετα και οριζόντια) σε διάφορους χρωματισμούς. Ραμμένη σε ίσια γραμμή με μακριά μανίκια, ανοιχτή μπροστά, με στενό γιακά χωρίς κουμπιά.

ZΩΝΑΡΙΑ

Λαχόρ ή λαχόρι Τετράπλευρο υφαντό στον αργαλειό. Ζωνάρι το οποίο έδεναν οι γυναίκες τριγωνικά στη μέση τους πάνω από τη ζιπούνα. Το σχέδιό του σχημάτιζε κάθετες ρίγες 2-3 εκ. Η μία ρίγα είχε περίπου 8 εκ. απόσταση από την άλλη, και σε αυτό το πλαίσιο σχημάτιζε ψυχεδελικά ημικύκλια τα «λαχούρια». Τα χρώματά του ήταν έντονα, ζωηρά βαμμένα με φυτικές βαφές του σαφράν, της παπαρούνας και του κάστανου. Τα βασικά χρώματα ήταν το πορτοκαλοκόκκινο, το κίτρινο της ώχρας, το μπλε σκούρο, το πράσινο ανοιχτό και το μπεζ. Κάθετα στις δύο άκρες υπήρχαν κλεμία (κρόσια), 10 εκ. η κάθε πλευρά. Πάνω στο λαχόρι οριζόντια της κάθε κάθετης πλευράς έραβαν τα «δέματα», κορδέλες φάρδους 1,5 εκ. Το κάθε «δέμα» είχε μήκος 1,50 μ., και στις δύο άκρες του υπήρχαν πισκούλια (φούντες). Με τα «δέματα» στερέωναν το λαχόρι επάνω στο σώμα. Το λαχόρι είχε φάρδος 1 μ. και μήκος 1,10μ. Το όνομά του το πήρε από την πόλη Λαχόρη του Πακιστάν.


Ποντιακή φορεσιά Κερασούντας

Κοκνέτσα Τετράπλευρο ζωνάρι το οποίο έδεναν οι γυναίκες τριγωνικά στη μέση τους. Ήταν παρόμοιο με το λαχόρι. Το ύφαιναν από «ταγμένο» μαλλί (πολύ άγριο) και βαμβάκι σε πολύ έντονους χρωματισμούς. Σχημάτιζε ρίγες 2-3 εκ. οι οποίες είχαν απόσταση 5 εκ. μεταξύ τους. Στο πλαίσιο των 5 εκ. σχηματίζονταν ρόμβοι. Το φάρδος της ήταν περίπου 95 εκ. έως 1 μ., το μήκος της 1,20 μ. και τα κρόσια 15 εκ. Την «κοκνέτσα» την φορούσαν συνήθως οι γυναίκες στα χωριά πάνω από τη ζιπούνα ή το μεσοφούστανο. Πάνω από την «κοκνέτσα» έδεναν τη «φοτά».


Αυθεντικό ταραπουλούζ (φωτογραφία: Επιτροπή Ποντιακών Μελετών)

Ταραπουλούζ Γυναικείο μεταξωτό ζωνάρι το οποίο συνδύαζαν οι γυναίκες με το επίσημο ένδυμα. Στην ύφανσή του έβγαζε κάθετες και οριζόντιες ρίγες που είχαν σαν αποτέλεσμα να σχηματίζουν καρό. Υπήρχαν και ταραπουλούζια που σχημάτιζαν μόνο ρίγα. Τα χρώματά του ήταν έντονα ζωηρά στις αποχρώσεις του κίτρινου της ώχρας, του κεραμιδί, του πράσινου, του μπλε και του μπεζ. Το μήκος του ήταν 1,20-1,40 μ. και το φάρδος του 33 εκ. Στις δύο άκρες του σχημάτιζε κλεμία με πισκούλια μικρά. Τα κλεμία είχαν μήκος 15 εκ. Συνήθως ένωναν με γαϊτάνι τρία κομμάτια των 33 εκ. και έβγαζαν φάρδος περίπου 1 μ. Το ταραπουλούζ το έδεναν οι γυναίκες τριγωνικά στη μέση τους πάνω από τη ζιπούνα, επειδή όμως ήταν πιο φαρδύ από τα άλλα ζωνάρια, στο δέσιμό του σχημάτιζε ντραπέ. Το όνομά του το πήρε από την Τρίπολη του Λιβάνου ή ενδεχομένως από την Τρίπολη της Λιβύης.

Φοτά ή πεσταμπάλ ή εμπροστέα Είδος ποδιάς που φορούσαν οι γυναίκες πάνω από το λαχόρι. «Φοτά» υπήρχε μεταξωτή και υφαντή. Το φάρδος της ήταν 1,20 μ. και το ύψος της 85 εκ. Σχημάτιζε κάθετες ρίγες και η κάθε ρίγα είχε φάρδος 7-9 εκ. Ήταν δίχρωμη. Ο πιο διαδεδομένος συνδυασμός ήταν το βυσσινί με το κίτρινο βυζαντινό. Στην υφαντή φοτά τα κυρίαρχα χρώματα ήταν το μαύρο με το καφέ. Υπάρχουν όμως πάρα πολλές παραλλαγές χρωμάτων: μοβ-πράσινο, κόκκινο-άσπρο, μοβ-μαύρο, πράσινο-πορτοκαλί και μπλε-κόκκινο. Στις αστικές περιοχές «φοτά» φορούσαν οι κυρίες άνω των 40 ετών, ενώ στα ορεινά «φοτά» φορούσαν ακόμη και οι νεαρές κοπέλες. Στην περιοχή της Ματσούκας τη «φοτά» την έδεναν στο πλάι.

Η «εμπροστέα» ήταν ποδιά οικιακής χρήσης. Την φορούσαν οι γυναίκες στην καθημερινή τους εργασία στο σπίτι ή έξω. Το φάρδος της ήταν
1,20 μ. και το μήκος της 85 εκ. Ήταν φτιαγμένη από μονόχρωμο ύφασμα σκούρου ή ανοιχτού χρώματος. Το ύφασμα της συγκεκριμένης ήταν από χασέ ή λινάτσα.

Πεσταμπάλ ή εμπροστέα από τσόχα Συμπλήρωνε το κουστούμι της Σάντας και το κουστούμι της Τόνιας. Στη Σάντα την φορούσαν πάνω από το πανωφόρι που κατασκευάζονταν και αυτό από τσόχα. Ήταν σε βυσσινί σκούρο, κόκκινο ή καφέ χρώμα. Είχε μήκος 85 εκ. και φάρδος 53 εκ. Περιμετρικά είχε κεντημένο δύο σειρές κορδόνι. Την τσόχινη ποδιά έδεναν με τα «δέματα» (κορδέλες) που στις άκρες τους κρεμόταν κλεμία. Η ποδιά της Τόνιας ήταν κυρίως φτιαγμένη από μαύρη τσόχα σε μήκος 85 εκ. και φάρδος 1,20 μ. Την έδεναν πίσω επανωτιστά (η μια πλευρά έμπαινε πάνω στην άλλη) με δέματα. Η επιφάνειά της ήταν κεντημένη με πορφυρούς και κίτρινους σταυρούς. Περιμετρικά ήταν πλεγμένη με γαϊτάνι.

ΚΟΣΜΗΜΑΤΑ

Γκιορντάν, γιορτάνι Αρμαθιά με φλουριά κωσταντινάτα σε τρεις ή τέσσερις σειρές. Τα φλουριά ήταν περασμένα σε αλυσίδες ή κεντημένα σε ύφασμα και τα φορούσαν ημικυκλικά στο λαιμό ή τριγωνικά στο στήθος.

Πεντόλιρα Τα χάριζαν οι πεθερές στις νύφες την ημέρα του γάμου. Η αξία τους ήταν πέντε φορές μεγαλύτερη από την αξία της τούρκικης λύρας. Τα φορούσαν στο λαιμό ένα ή δύο μαζί με διπλή αλυσίδα «κοχλίδ’».

Καρδίτσας Έτσι ονόμαζαν τα σκουλαρίκια ή τα μενταγιόν που είχαν σχήμα καρδιάς. Στο κέντρο υπήρχε πέτρα σε διάφορα χρώματα, συνήθως βυσσινί, άσπρη ή γαλάζια. Ήταν φτιαγμένα από χρυσό 24 καρατίων και τα φορούσαν νεαρά κορίτσια.

Πέρλες και μαργαριτάρια Υπήρχαν σε διάφορα μεγέθη και μήκη. Τα περνούσαν τρεις ή τέσσερις φορές στο λαιμό.

Κοχλίδ Χρυσή ή ασημένια αλυσίδα την οποία τύλιγαν πολλές φορές γύρω από το λαιμό. Έφτανε μέχρι την κοιλιά. Οι σπόνδυλοι της αλυσίδας είχαν το σχήμα σαλιγκαριού, γι’ αυτό την ονόμαζαν κοχλίδ.

Χασίρ ή χασιρί Χειροποίητο κόσμημα σε βυζαντινή γραμμή για το λαιμό και το χέρι. Κατασκευαζόταν από σύρμα χρυσό ή ασημένιο. Κούμπωνε με συρταράκι. Στη μια άκρη είχε αγκράφα στην οποία οι γυναίκες χάραζαν το μονόγραμμά τους.

Περιλαίμια Τα κατασκεύαζαν από ασήμι και υπήρχαν σε διάφορα σχέδια.

Σαμσάδες ή σεπσέδες Ονόμαζαν έτσι τα κωνσταντινάτα φλουριά τα οποία κρεμούσαν σε αλυσίδες. Στην περιοχή του δυτικού Πόντου σαμσάδες ή σεπσέδες έπλεκαν στις πλεξούδες τους.

ΚΑΛΥΜΜΑΤΑ ΚΕΦΑΛΗΣ

Τεπελίκ, τεπελίκι (κορυφή) ή τάπλα (δίσκος) Τουρκικές λέξεις. Δισκοειδές καπελάκι που κοσμούσε το γυναικείο κεφάλι. Πήρε το όνομά του από τη λέξη «τεπέ» που σημαίνει κορυφή. Το κατασκεύαζαν εσωτερικά από σκληρό χαρτί (χαρτόνι) και εξωτερικά από τσόχα, σκληρό κάμποτο ή βελούδο. Η περίμετρός του ήταν 10 εκ. Ημικυκλικά περνούσαν χαρτί χοντρό ενός εκατοστού και πάνω σε αυτό έραβαν μία ή δύο σειρές φλουριά κωνσταντινάτα.

Το πάνω μέρος το κάλυπταν με μέταλλο σφυρήλατο σε διάφορα σχέδια, ή σύρμα φτιαγμένο στο χέρι. Στις δύο μεριές, δεξιά και αριστερά, έραβαν κορδέλες τις οποίες έδεναν πίσω στο κεφάλι. Το τεπελίκ το συναντούμε σε όλες τις περιοχές του Πόντου να συνοδεύει τη ζιπούνα. Τεπελίκια φορούσαν και οι γυναίκες στην Αρμενία, την Καππαδοκία και τη Μ. Ασία. Από έρευνα προκύπτει ότι σε κάποιες περιοχές (Καρς) φορούσαν τεπελίκια που κάλυπταν όλη την περίμετρο της κεφαλής.

Κουρσίν Η λέξη είναι τουρκική. Κουρσίν ονόμαζαν το χρυσό κορδόνι. Υπήρχαν τεπελίκια που στην κορυφή, αντί για μέταλλο, είχαν κεντητό χρυσό κορδόνι, με αποτέλεσμα να ονομάζεται κουρσίν ολόκληρη η τάπλα.

Καμαρά ή καμάρα Το νυφικό πέπλο και όλα τα στολίδια μαζί με τα κοσμήματα που το συνόδευαν.

Λετσέκ Μαντίλι τετράγωνο που το δίπλωναν στη μέση και το φορούσαν οι γυναίκες μέσης ηλικίας στο κεφάλι. Το λετσέκ είχε διαστάσεις 1,20 x 1,20 μ. Ήταν σκουρόχρωμο και στο εσωτερικό σχημάτιζε διάφορα σχέδια από το ίδιο το υφάδι του σε έντονα χρώματα. Περιμετρικά ήταν πλεγμένο γαϊτάνι ή δαντέλα χειροποίητη. Υπήρχαν μαντίλια κεντημένα. Το ύφασμα ήταν ταγμένη λινάτσα (πυκνή) ή καμβάς (γάζα). Το λετσέκ το φορούσαν τριγωνικά στο κεφάλι πάνω από το τεπελίκι ή χωρίς αυτό. Το άφηναν λυτό και οι δύο άκρες του έπεφταν στους ώμους. Στην περιοχή της Ματσούκας το φορούσαν δεμένο. Η δεξιά άκρη του περνούσε στην αριστερή μεριά του λαιμού και η αριστερή άκρη του στην δεξιά μεριά του λαιμού. Σταύρωνε κάτω από το πιγούνι και έδενε πίσω στο κάτω μέρος της κεφαλής.

Τσίτι ή κατζοδέτρα Τετράγωνο μαντίλι καθημερινής χρήσης που το φορούσαν οι κοπέλες και οι γυναίκες του ορεινού Πόντου. Οι διαστάσεις ήταν 1×1 μ. ή 80×80 εκ. Το ύφασμα ήταν τσελβόλ, λινό, βισκόζι ή γάζα. Συνήθως τα συγκεκριμένα μαντίλια ήταν μονόχρωμα, σκούρα αλλά και ανοιχτής απόχρωσης. Στην περιοχή της Τόνιας ήταν άσπρα και μαύρα. Στη Σάντα το χρώμα ήταν το μαύρο, με λουλούδια σε έντονους χρωματισμούς. Στη Νικόπολη ήταν το σκούρο μπλε, το σκούρο καφέ και το μαύρο. Στον δυτικό Πόντο (Σαφράμπολη, Πάφρα και Σινώπη) συναντούμε μαντίλια σε άσπρο, σε μπεζ και σε κόκκινο χρώμα. Το δέσιμο στην περιοχή της Ματσούκας κάλυπτε το πιγούνι αλλά το μέτωπο ήταν ανοιχτό. Στη Σάντα οι δύο άκρες σταύρωναν κατευθείαν πίσω στο λαιμό, περνούσαν από το ύψος των κροτάφων πλάι στην κορυφή της κεφαλής. Στη Νικόπολη αλλά και σε άλλα χωριά της Ματσούκας το μαντίλι κάλυπτε το μέτωπο και το πιγούνι και έδενε πίσω στο λαιμό. Στον δυτικό Πόντο τα κεντημένα μαντίλια τα άφηναν λυτά, με τις άκρες να πέφτουν στους ώμους. Τα μονόχρωμα και σταμπωτά τα έδεναν μπροστά στο λαιμό, κάτω από το πιγούνι.

Μαρία Διαμαντίδου
Σχεδιάστρια – Ερευνήτρια Ποντιακής Ενδυμασίας

ΠΗΓΗ:    Εμείς το άρθρο το βρήκαμε στο www.pontos-news.gr στους παρακάτω συνδέσμους:

http://www.pontos-news.gr/pontic-article/105065/i-endymasia-ston-ponto

http://www.pontos-news.gr/pontic-article/3354/gynaikeia-endymasia

http://www.pontos-news.gr/pontic-article/3355/andriki-endymasia

 

Aκούγεται το τραγούδι «Άγαπώ σε αγγελούδιμ»  από τον κ. Σαββίδη Σταύρο.

 

 

Αφήστε μια απάντηση


Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων