Η ιστορία του νομίσματος

Η επινόηση του χρήματος και η υιοθέτησή του από μία ευρεία πλειοψηφία ως μέσο διευκόλυνσης των συναλλαγών μας, δεν μπορούσε να προοικονομήσει σε καμία περίπτωση το ρόλο που επρόκειτο να διαδραματίσει στις ζωές μας αιώνες αργότερα. Πέραν των διευκολύνσεων και των δυνατοτήτων που μας επέτρεψε η χρήση του χρήματος, το χρήμα δημιούργησε κάποιες επιπλέον περιπλοκές. Μερικές από αυτές είναι η αδυναμία μας να ευημερήσουμε χωρίς αυτό σε μία οικονομικά οργανωμένη κοινωνία, η αδυναμία μας να απεγκλωβίσουμε την οικονομική συλλογιστική μας από αυτό και φυσικά η ευκολία με την οποία μπορεί κανείς, με τη βοήθεια του χρήματος, να διαφθείρει τον οποιονδήποτε. Το βασικότερο όμως πρόβλημα που δημιούργησε το χρήμα είναι το γεγονός πως μας επέβαλε να ορίσουμε την αξία των πραγμάτων – αγαθών και υπηρεσιών – βάσει αυτού.

Εικόνα 1 παράσταση εμπορικής συναλλαγής  από αμφορέα του 6ου αιώνα (μητροπολιτικό μουσείο, Νέα Υόρκη

Έτσι, με τα χρόνια το χρήμα έγινε ο απόλυτος εκφραστής όρων όπως η αξία της γης, η εργασιακή δύναμη, η προστιθέμενη αξία, η πρόσοδος, το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν κοκ. Δεν είναι τυχαίο πως όταν ακούμε τη λέξη «οικονομία», σκεφτόμαστε αμέσως το «χρήμα». Το χρήμα, λοιπόν, ως αγαθό που λόγω της εξαιρετικής του ιδιαιτερότητας να ανταλλάσσεται με όλα τα υπόλοιπα αγαθά χωρίς αυτό να επηρεάζει άμεσα τη δική του αξία, κατέληξε να είναι η κινητήριος δύναμη της Οικονομίας, τόσο της καπιταλιστικής, όσο και της σοσιαλιστικής.

Το χρήμα κυκλοφορεί σε νομίσματα. Η ετυμολογική ρίζα της λέξης νόμισμα προέρχεται από το ρήμα νέμω, που σημαίνει μοιράζω. Επομένως, ως νόμισμα χαρακτηρίζεται το νενομισμένο, το επιτρεπόμενο στις εντός νομικής ισχύος συναλλαγές και  – με μια πληρέστερη προσέγγιση – το προϊόν κοινωνικών συμβάσεων με δεδομένες αξίες στις συναλλαγές.

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, πολύ πριν καθιερωθεί η χρήση του νομίσματος ως μέσου ανταλλαγής, οι αρχέγονες κοινότητες αντάλλασσαν μεταξύ τους τα απολύτως χρήσιμα στην ζωή χωρίς κανέναν ενδιάμεσο (αντιπραγματισμός). Τα κοχύλια, το αλάτι, το ρύζι, το κριθάρι – ακόμα και το μετάξι – αποτέλεσαν συνήθη είδη ανταλλακτικού εμπορίου. Η αύξηση, όμως, των εμπορικών συναλλαγών εκτόπισε τον αντιπραγματισμό και στη θέση του συμφωνήθηκε ένα κοινό μέσο ανταλλαγής, το οποίο έπρεπε να είναι αγαθό με πραγματική αξία και εύχρηστο: «Ξενικωτέρας γάρ γενομένης τς βοηθείας το εσάγεσθαι ν νδεείς καί κπέμπειν ν πλεόναζον ξ νάγκης το νομίσματος πορίσθη χρσις»[1]. Ο ρόλος κατά συνέπεια του χρήματος συνίστατο στη διευκόλυνση των ανταλλαγών, όπως γίνεται και σήμερα δεκτό. Επί πλέον ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει, όπως ο Πλάτων, τη λειτουργία του χρήματος όχι μόνο ως συμβόλου ανταλλαγής αλλά και ως μέτρου της αξίας. Είναι «πάλλαγμα τς χρείας κατά συνθήκην» και μέτρο σύγκρισης των αξιών.[2]

Τα νομίσματα αποτελούν μια βασική μονάδα μέτρησης του χρήματος. Το νόμισμα δεν είναι φυσικό προϊόν αλλά ανθρώπινη επινόηση την οποία υπαγόρευσε η ανάγκη τού να καταστούν τα διάφορα αγαθά συγκρίσιμα μεταξύ τους, προκειμένου να αποτελέσουν αντικείμενο συναλλαγής εκεί που υπάρχει η ζήτηση τους. Το νόμισμα ως όργανο ικανοποίησης της ζήτησης είναι η βάση της οικονομικής και κοινωνικής προόδου. Δοκιμάζεται πάντως κι αυτό από την αστάθεια, δεν έχει δηλαδή πάντοτε την ίδια αξία, τείνει όμως στην μεγαλύτερη δυνατή σταθερότητα.

Τα νομίσματα ήταν αντικείμενα ευρείας χρήσης. Στην επιφάνειά τους αποτυπώνονταν θέματα χαρακτηριστικά της εκάστοτε πόλης, εύκολα αναγνωρίσιμα από τους πολίτες. Με αυτή την έννοια, στην παράσταση και στην επιγραφή των νομισμάτων, συμπυκνώνονταν τα σύμβολα της κάθε ανεξάρτητης πόλης – κράτους και αργότερα του κάθε ηγεμόνα.

Εικόνα 2 Το πρώτο Ελληνικό και Ευρωπαικό νόμισμα , η Χελώνα της Αίγινας 570π.χ.

Μπορούμε  να κατανοήσουμε ευκολότερα τι ακριβώς είναι το χρήμα, αν προσδιορίσουμε τις λειτουργίες που αυτό επιτελεί:

  • Αποτελεί μέσο αποθήκευσης αξίας: ο χρυσός και το ασήμι, για παράδειγμα εξακολουθούν μέσα στους αιώνες να διατηρούν την αξία τους τους σε αντίθεση με ένα βαρύτιμο ύφασμα, το οποίο πλέον έχει φθαρεί.
  • Αποτελεί λογιστική μονάδα βάσει της οποίας τιμολογούνται τα άλλα αγαθά.
  • Αποτελεί μέσο ανταλλαγής με αναλλοίωτη αξία.

Οι οικονομολόγοι έγκαιρα διέκριναν την αξία του χρήματος, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Σκωτσέζο οικονομολόγο του Διαφωτισμού Adam Smith, ο οποίος θεώρησε το χρήμα ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη μετάβαση από την ανταλλακτική στην χρηματιστική οικονομία.

Τα νομίσματα άλλαξαν, μεταβλήθηκαν, προσαρμόστηκαν στις εκάστοτε αλλαγές που προκάλεσαν ή προκλήθηκαν από διαφορετικές αιτίες παρακολουθώντας κοινωνικές, οικονομικές και ιστορικές συνθήκες. Η ανθρωπότητα έχει διανύσει μεγάλη απόσταση από την ανταλλαγή κοχυλιών, χρυσών νομισμάτων, χαρτονομισμάτων έως τα – ακατανόητα για πολλούς –  κρυπτονομίσματα.

[1]  Πολιτικά, 1257α, 34-36.

[2]  Ηθικά-Νικομάχεια 1133α, 34-35 και 1Ι33β, 25.

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων