παρουσίαση του Γιάννη Βούλτου

Λίγα σχόλια στην ποίηση του Γιάννη Βούλτου (http://voultos.blogspot.com/)

Γιάννης Βούλτος, ΠΑΡΑΘΗΚΗ 

voultos.jpg

Το παρακάτω κείμενο αποτέλεσε μέρος της εκδήλωσης Παρουσίαση νέων ποιητικών φωνών της Πάτρας, Συμπόσιο Ποίησης, Πάτρα 14 Μαρτ. 2008) Του Χαλούλου Παναγιώτη, φιλόλογου 

http://users.ach.sch.gr/pchaloul/

Κινδυνεύοντας να περάσουμε σε μια μετα-ποίηση του ποιητικού μηνύματος ή παρα-ποίηση ― είναι ένας ορατός κίνδυνος που ενυπάρχει σε κάθε προσπάθεια ανάλυσης και ανα-μετάδοσης της ποιητικής ιδέας ― θα επιχειρήσουμε να ακραγγίξουμε και να παρουσιάσουμε την ποιητική συλλογή ΠΑΡΑΘΗΚΗ του Γιάννη Βούλτου. Ο λόγος του ποιητή θα είναι σε κάθε βήμα μας παρών, γιατί η ποίησή του πρέπει να έχει τον πρώτο λόγο και όχι η φιλολογία περί αυτήν που αποτελεί, όπως και να το κάνουμε, μετα-ποίηση, αφού ο επικίνδυνος υποκειμενισμός πάντα ελλοχεύει. «Η κριτική είναι το χειρότερο μέσο για ν’ αγγίξεις ένα έργο τέχνης: καταντάει πάντα σε πετυχημένες, λίγο ή πολύ, παρανοήσεις», αποφαίνεται ο Rilke. «Κι απ’ όλα πιο αδύνατο», συνεχίζει, «είναι να εκφράσουμε τα έργα της τέχνης, τις μυστηριακές αυτές υπάρξεις, που η ζωή τους δε γνωρίζει τέλος, καθώς πορεύεται πλάι στη δική μας, την περαστική, την πρόσκαιρη ζωή.» (Rainer Maria Rilke, Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή, μετάφρ. Μάριου Πλωρίτη, ΙΚΑΡΟΣ)   Ο ποιητής, λοπόν, μιλά με το δικό του τρόπο, που δεν τον νιώθει ο καθένας. Και πώς, άλλωστε να τον εννοήσει ο καθένας, αν δεν μπορεί να έχει «πάντ’ ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα τα μάτια της ψυχής του» κατά το Σολωμό ― και δεν υποφέρουν πολλοί από την αγρύπνια αυτή… Μιλώ

Και δε με προσέχει κανείς

Μιλώ

Μιαν άλλη γλώσσα

Μια γλώσσα σκοτεινή

Ακατάληπτη ………………….           

Ο ποιητής μιλά τη σκοτεινή του γλώσσα, αφού «βυθιστεί μέσα στον εαυτό του», όπως λέει πάλι ο Rilke, και βρει εκεί τον «ερημίτη» και «τις ρίζες της αιτίας που τον αναγκάζει να γράφει να φυτρώνουν απ’ τις πιο βαθιές γωνιές της καρδιάς του». Ο ποιητής – «ερημίτης» λοιπόν ταλαιπωρείται από τη μοναχικότητά του και δίνει τη δική του εξήγηση: 

Ίσως να πέρασαν πια

Οι εποχές της ομιλίας μας  

Ο ποιητής αντιστέκεται σε μια εποχή που όλοι θέλουν να προβληθούν και να επιδείξουν τη γνώση ή και την αμάθειά τους. Σε μια τέτοια εποχή που πολλές φωνές ακούει κανείς και όμως ήχους κενούς νοήματος ο νους του συλλαμβάνει, ο ποιητής σιωπά με σύνεση: 

Σιωπώ

Και κατηγορούμαι

Για διατάραξη

Της καινής ησυχίας

Των κενών

Των κοινών  

Είναι δυνατό, όμως, να σιωπά ο ποιητής; Νοείται ποιητής χωρίς δημιουργία, χωρίς λόγο ποιητικό; Ποίηση και ποίημα χωρίς λόγο; Η σιωπή που επικαλείται εδώ ο ποιητής δεν στοιχειοθετεί απουσία λόγου, απουσία ποιήματος∙ το ίδιο το ποίημα είναι υπαρκτό και μας μιλά, χωρίς σιωπή – επικοινωνούμε μαζί του. Τότε ποια σημασία λαμβάνει η σιωπή που δηλώνει ο στίχος; Η δηλούμενη σιωπή έχει εδώ μια άλλη ποιότητα από την κοινώς εννοούμενη: αποτελεί μια άλλη γλώσσα που είναι μια γλώσσα σκοτεινή και ακατάληπτη, που δεν ταιριάζει με τις φωνές των πολλών, με αυτές που κυριαρχούν και μας κατακλύζουν, τις κοινές και πολλές φορές κενές, που λόγω της κενότητάς τους είναι ως να μη λένε τίποτα, τίποτα ουσιαστικό και ως εκ τούτου μπορούμε να θεωρήσουμε πως δεν υπάρχουν, δεν έχουν νόημα να υπάρχουν, ας τις αγνοήσουμε και έτσι ας δεχτούμε την εκδοχή του ποιήματος για τη δημιουργία μιας καινής ησυχίας, μιας νέας ησυχίας που δημιουργείται από την έλλειψη ουσίας του λόγου. Αυτή την καινή ησυχία διασπά ο ποιητικός, πλήρης νοημάτων λόγος του  Γιαννή Βούλτου. «Εύφημα λέγε, εύφημα λέγε…» αναφωνεί ο χορός του Ευριπίδη. Ο Βούλτος λέει τα δικά του «εύφημα» λόγια, σε μια κοινωνία που προσφέρει την ευκαιρία σε όποιον επιθυμεί ακόμα και να γελοιοποιηθεί με την κενότητά του χάριν ίσως της επιτυχίας μιας τηλεοπτικής εκπομπής… 

Άχθος δριμύ

Το άγγιγμα της άγνοιας   

Σε αυτή την οξύμωρη ολέθρια χασμωδία άλαλων ήχων, σε αυτούς τους… συρφετούς ο ποιητής ευγενικά ανθίσταται: 

Σύνδρομο  

Ευγενικά ανθίσταμαι

Στους συρφετούς

Ολέθριας χασμωδίας

Άλαλων ήχων ………………            

 Όταν μια ομιχλώδης προβολή πλασμάτων βλάσφημων τον περιβάλλει και όταν ως ένας σωρός, ένας πάλι συρφετός αυτά τα πλάσματα εισβάλλουν στο όνειρό του ― το δικό του όραμα ζωής, άραγε; ― στον κόσμο που αυτός ονειρεύτηκε ή ακόμα ονειρεύεται, εκείνος αντιστέκεται ζητώντας εναγώνια τη φλόγα μιας νυχτερινής πυρπόλησης ― τη νύχτα η φλόγα καίει πιο φανερά ― μια φλόγα που γίνεται καθαρτήριο και πυρπολεί την ένταση μιας ζωής αμφίβολης. Όσα πολιορκούν το όνειρο ζωής του θέλει να τα περάσει στη λήθη και να πορευτεί σε μια προσωπική πορεία ζωής με δικό του όραμα.           

Αναπτύσσει ο Γιάννης Βούλτος την ποιητική του ηθική σε ποιήματα μεστά νοημάτων. Στο ποίημα «Στο εργαστήρι της αθανασίας» (σελ. 19) φαίνεται να απορρίπτει την ηττοπάθεια για όσα καταλογίζουμε οι ίδιοι ως σφάλματά μας:  

Ανάξια

Η πρόσληψη του Θρήνου………………… 

Και αμέσως, θεωρώντας όραμα νοσηρό μια τέτοια αντίδραση: 

Ανάπτυξε τους ήχους σου

Θρέψε με οργή τους πεπτωκότες            

Επόμενη και αναμενόμενη η πτώση, αφού 

Ήπιαμε το κρασί της έπαρσης

Κι η πτώση ανεκδιήγητη 

θυμίζοντάς μας εδώ την «ύβριν» και την αναμενόμενη «νέμεσιν» και τελικά την «τίσιν» των αρχαίων.           

Δικαίωση αποτελεί η πτώση, αφού οι στόχοι ήταν ανάξιοι και ειδεχθείς και φάνταζαν μεγαλειώδεις ή έστω φάνταζε το μεγαλείο της αναξιότητας των στόχων που τέθηκαν και παρά ταύτα έμειναν στόχοι μιας διαδρομής λανθασμένης. Έτσι διαβάζουμε (σελ. 18): 

Χαίρε  Χαίρε κριτή των δίκαιων λόγων

Συ που απέδωσες κρυφή γραφή

Στο μεγαλείο

Ανάξιων στόχων και ειδεχθών

Και όρισες πρωθύστερα

Του έπους τη σαφήνεια

Προς αποκάρδιωση των οπτιµιστών

Αληθινό το σέβας προς τα εγκόσµια             

Τον  Γιάννη Βούλτο απασχολεί και ταλαιπωρεί αυτή η ύβρις των ανθρώπων που επαίρονται υπερβαίνοντας κάθε όριο. Είναι ο άνθρωπος αλαζονικά θεοποιημένος, ξεγελασμένος από τη δημιουργικότητα του νου που διαρκώς μεταμορφώνει τον κόσμο, από την πληρότητα και την εμπιστοσύνη που του προσφέρει η δύναμη του κυρίαρχου νου. Ναρκισσεύεται ο άνθρωπος στην ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας του. 

Επίγραμμα  

Εγώ ο Θεός

Καθισμένος στο σκαμνί 

Εγώ ο άνθρωπος

Καθισμένος στο θρόνο μου 

ή στο επόμενο Επίγραμμα ΙΙ 

Εγώ ο Θεός

Σωριασμένος στην άσφαλτο 

Εγώ ο άνθρωπος

Καθισμένος στο κράσπεδο            

Η έπαρση ασύνετων προσώπων που παρέλασαν εμπρός από την έκπτωση των ιδεών αδιάφορα και θέλησαν να γίνουν αρεστοί στους όχλους, η συμπεριφορά που μπορεί να προκαλεί μια πρόσκαιρη, αλλά και πρόστυχη γοητεία, αποκηρύσσεται:  

Δε στάθηκα Συνοδοιπόρος τους στην ύβρη.

Ασκούσαν πρόστυχη γοητεία και νόθευαν τη σκέψη μου με χρέος γι’ αγώνες πρόσκαιρους με μόνο αποτέλεσμα την ήττα. Όμως το ίδιο τους το νόμισμα πλήρωσε την άστατη σοφία τους. Το πεπρωμένο τους που κήρυτταν πως διέλυσαν, τους χάρισε το τέλος της φωνής τους.            

Ο ποιητής γίνεται παρατηρητής της νομοτελειακής τίσεως της πρόστυχης, της ασύνετης  συμπεριφοράς και εκφράζει το μίσος στην ανθρώπινη ένδεια. Συλλαμβάνει εαυτόν να γοητεύεται κάποτε και να ανέχεται την παρουσία τέτοιων κενών ή κενόδοξων προσώπων, κάτι που σε όλους λίγο-πολύ μπορεί να συμβεί σε στιγμές προσωπικής αδυναμίας.  

Επίσημη ήταν από μέρους μου η ανοχή της παρουσίας τους.

Ίσως να είχα εκλάβει την τελευταία ως αναπτέρωση χαμένης δυνατότητας ή ως εμποτισμό μάταιων δονήσεων. Είναι κομψές εν τέλει οι σαγήνες της διαμάχης. 

Αλλά με την ποίησή του ο Γιάννης Βούλτος ζητά την κατάλυση της πεπατημένης και αγωνίζεται για την ανάκτηση της υπέρβασης. Αυτό προτείνει στον αναγνώστη της ποίησής του . Την υπέρβαση διαπιστώνει κανείς σε κάθε βήμα της ποίησής του, εν είδει συνταγών προς εαυτόν και προς τους άλλους, μια Παραθήκη, όπως είναι και ο γενικός τίτλος της ποιητικής συλλογής του, μια κατάθεση ιδεών, μια παρακαταθήκη προς το κοινό τουΑνάλωσε τον ίλιγγο της δίψας του

Στη διάβρωση της άρνησης            

Υιοθετεί μια θετική στάση ζωής και απορρίπτει την αρνητική-παθητική στάση, παρά την

«Κατακρήμνιση των αστέρων»…………………

Ακούραστος εκίνησε

Για δρόμους δύσβατους.

Στη δίνη του ονείρου του 

Πέτρες αδέσποτες τον χτύπησαν

Όμως το αίμα του δεν κύλισε…………………              

Ακόμα λίγες νότες από το λόγο του Γιάννη Βούλτου:           

Η κοινωνική κριτική της ποίησης του Βούλτου, για κοινωνικές εκδηλώσεις υποκρισίας. Πόσο ρηχές είναι οι οι σχέσεις των ανθρώπων, όταν εκείνοι δεν τολμούν να εκφράσουν τη σκέψη και τα συναισθήματά τους! Ο ένας δίπλα στον άλλο συναγελάζονται, χωρίς προσωπικότητα, τηρώντας τα έθη της μάζας. Η περιγραφή της εορτής μνήμης χαρακτηριστικότατη και στοχεύει καίρια στο κέντρο της ανθρώπινης συμπεριφοράς…  Συμπόσιο  

Συμπόσιο μέγα

Στη μνήμη αφανών ή μη

Παριστάμεθα στην εορτή

Ευπροσήγοροι Απαγγέλλοντας ρίμες θαυμασμού  Ο οικοδεσπότης εκλαμπρότατα Επέδειξε μια συλλογή δογμάτων

Το πλήθος βέβαιο για την άγνοια

Εχειροκρότησε καλόβουλα  

Μα μόλις στην προθήκη εφάνη 

Το τελευταίο δόγμα  

Σιωπή

Η θέα της ψυχής του

Ανάρμοστη για τέτοιες περιστάσεις 

Σε άλλο σημείο της ποιητικής συλλογής διακρίνουμε τον προβληματισμό του Βούλτου για το επέκεινα της ζωής: επικρατεί ο αγνωστικισμός, τίποτα δεν αποκλείεται, αλλά όλα εναπόκεινται στην ελπίδα του ανθρώπου. Είναι όλα μια ελπίδα και μόνο; Και τι δηλώνει η ελπίδα; Πίστη σε αυτό που υπόσχεται; Ή μήπως βαραίνει το μάταιο της ελπίδας, αφού ήδη χαραχτηρίστηκε από τον ποιητή «έργο εγκόσμιο», άρα δημιούργημα της διάνοιας, νοητικό κατασκεύασμα, επινόηση του ανθρώπινου νου που δεν έχει έρεισμα σε αντικειμενική αξία; Νηνεμία 

Τα χείλη μας

Σταμάτησαν να παίζουν

Η ψυχή αγνώριστη

Ελπίδας έργο εγκόσμο

Θα εισπράξει                        

Η  ψυχή αγνώριστη μέσα στη νηνεμία του θανάτου. Η ψυχή που «εψυχώνει» το θνητό ανθρώπινο σώμα αναγνωρίζεται από τη ζωντάνια και τη δράση που προσδίδει στον άνθρωπο. Αν εκλείψουν αυτές οι ιδιότητες, της δράσης και της ζωντάνιας, η μη δράση μέσα στη νηνεμία συνιστά ύπαρξη ψυχής; Πώς να δεχτείς την αναγνώρισή της;           

Αισιοδοξία ή απαισιοδοξία αποπνέει η ποίηση του Γιάννη Βούλτου; Δυσπιστεί ή εμπιστεύεται τον άνθρωπο;  Στενάζει μέσα του για όλα όσα υποτιμούν την ανθρώπινη υπόσταση, πονά για τα δίσεκτα χρόνια που καθυστερούν τη βελτίωση του ανθρώπου και του κόσμου, την Άνοιξη  

Από τότε που γνώρισα

Τον τρόπο της Άνοιξης

Άστραψαν γύρω μου

Τα δίσεκτα χρόνια

Στέναξαν μέσα μου

Ύστατοι άνθρωποι

Άστατες έξεις

Άσπονδες λέξεις            

Αλλά πιστεύει στη δύναμη της ψυχής του ανθρώπου. Στη δύναμη της ανθρώπινης δράσης που μπορεί να ζωντανεύει τον κόσμο, στη δύναμη της ενότητας της ανθρώπινης ύπαρξης που μπορεί να βελτιώνει τη ζωή και τις συνθήκες της, που μπορεί να γίνεται κραυγή δυναμική, μετουσιώνοντας το αύριο, και αυτό μπορούμε να το ονομάσουμε μουσική και αρμονία. Τότε και η σιωπή μπορεί να λέει πολλά, να είναι λαλίστατη ― πόσα άλλωστε δεν λένε χωρίς λόγο, μόνο με τα μάτια τους οι άνθρωποι!

Άνθρωποι και μουσική

Η φωνή των ανθρώπων

Η φωνή της μουσικής τους

Η κραυγή τους

Η κραυγή της

Η σιωπή τους

Η σιωπή της  

Πώς άραγε θα ήταν

Αν οι άνθρωποι

Και η μουσική τους

Ένωναν

Τη φωνή

Την κραυγή

Τη σιωπή τους  

Η σιωπή της σιωπής τους σοφή απάντηση κραυγάζει ανάμεσα στους χωρίς νόημα λόγους. «Εύφημα λέγε, εύφημα λέγε»…  

(Σημείωση: Ο Γιάννης Βούλτος έχει σπουδάσει αρχαιολογία και διδάσκει στη μέση εκπαίδευση ως φιλόλογος)



Αφήστε μια απάντηση