preload
Ab Imo Pectore
Δεκ 18 31

Για καιρό περίμενα να δημοσιεύσω το αυτοβιογραφικό κείμενοπου μου είχε εμπιστευτεί o πνευματικός μου, Ἐφραὶμ Γ. Τριανταφυλλοπούλος, πριν τη δημοσίευσή του στο του Ηλεκτρονικό Περιοδικό Συμ-βολή.

Σήμερα, παραμονή πρωτοχρονιάς 2019 σας το παραδίδω με την ευχή να το απολαύσετε!

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΦΗΛΙΚΑ ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΚΥΜΑΤΑ

ΗΤΟΙ: ΠΡΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΝ ΤΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΜΗΔΕΝΙΣΤΗ ΑΝΘΡΩΠΟΥ  Ή ΠΕΡΙ ΓΟΝΙΜΟΠΟΙΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ

 

Κάποτε γύριζε τὸν κόσμον ὁλάκερο διψώντας φῶς. Ζητοῦσε ἀπεγνωσμένα ἕνα σχῆμα. Σὰν τὸν Ἀντρέα Δημακούδη.[1] Τοῦ πῆρε καιρὸ νὰ νιώσει, ἔστω καὶ κατ’ ἐλάχιστο -ἐμπαθείας ἕνεκεν- τὴν ἀλήθεια τῶν πραγμάτων. Ὑπέστη μετὰ θάνατον διδακτικότατο «μεταθανάτιο διάπλου»[2] μέχρι ποὺ σὰ νὰ βρῆκε ἄκρη, φορώντας τὴ «δεύτερη πανοπλία».[3]

Φῆλιξ τὸ ὄνομά του.

Ξεκινᾶμε:

Ἔσερνε τὰ βήματά του καί, πονώντας ἀπ’ τὸ πολὺ βάρος ζητοῦσε νὰ ξαποστάσει.Τὸ προσωπικό του καλειδοσκόπιο συνδύαζε μὲ νέο τρόπο κάθε φορά: μιὰ προσφυγικὴ γειτονιά, δίψα γι’ ἀγάπη, δωρικῆς καὶ ἰωνικῆς καταγωγῆς ψηφίδες ἀνάκατα νὰ ὁρίζουν κάπως τὴ γεωγραφικὴ προσωπική του περιοχή, μηδενισμό, ἀμφισβήτηση καρτεσιανή,[4] τάση ἀνάλυσης μέχρι διάλυσης, ὀλίγη ψυχανάλυση[5], περισσότερη ἀντιφροϋδικὴ σχολή,[6] μαρξιστικὲς ἰδέες ποὺ εἶχαν τότε περισσὴ πέραση, ποίηση, θέατρο, λογοτεχνία καὶ μουσική, ὅλ’ αὐτὰ μαζὶ καὶ ἄλλα ἐπίσης, μὲ ἀπαραίτητο ὑπόβαθρο μιὰ νευρωτικοῦ τύπου «καθαρότητα» ναρκισσιστικοῦ περιεχομένου θρεμμένη καὶ ἀπὸ καθωσπρέπει θρησκευτικὸ περιβάλλον. Εἶχε ἐκπονήσει καὶ μιὰ ἐργασία[7] ὡς φοιτητὴς Κοινωνιολογίας πάνω στὴ διαφορὰ μεταξὺ τρελοῦ, ποιητῆ καὶ ἁγίου. Ἀπωλέσθη ἡ ἐργασία, ὅπως κι ἄλλες. Τὴν εἶχε ζητήσει ὁ τότε Πνευματικός του[8] θεωρώντας ὅτι δὲν τὸν ὠφελοῦσε ἐκείνη τὴν ἐποχὴ νὰ τὴν κρατάει. Πρέπει νὰ εἶχε δίκιο ὁ παπούλης.

Μόνο ποὺ τοῦ ἔλειπε τοῦ Φήλικα ἡ φωτεινὴ ματιὰ ἀπέναντι σ’ ὅλα τοῦτα, ποὺ θὰ τὰ νοηματοδοτοῦσε ad intra καὶ θ’ ἀπεδείκνυε ὅτι καὶ τὰ φαινομενικῶς ἄσχετα ἔχουν σχέση μεταξύ τους. Ἕνα φῶς πού, ὅταν ἀργότερα λίγο τὸν ἄγγιξε, αἰσθάνθηκε ὅλη του τὴ ζωὴ ἀνταλλάξιμη, δίχως κρατούμενα, χάρη σ’ αὐτὸ τὸ Φῶς, εἴτε θὰ ἐρχόταν πάλι, εἴτε ὄχι.

Πλέον, ἐν ἔτει 1986, στὸ τρομακτικὸ λυκόφως τῶν ἐρειπίων -κάτι ποὺ παρέπεμπε στὴν ἐφιαλτικὴ Δίκη τοῦ Φρὰντς Κάφκα (1883-1924), [«μεταξὺ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἢ καὶ ἀπολογουμένων»[9]]- ἀχνοφαινόταν ἤδη ἡ πρώτη ἀνταύγεια τοῦ λυκαυγοῦς τῆς βασιλείας. Εἶχε ἀρχίσει ἡ χαρμολύπη τῆς συναρμολόγησης τοῦ Φήλικα σὲ ἐκκλησία · θυμόταν εὐγνωμόνως τὸ μεγάλο Γάλλο γλύπτη Auguste Rodin (1840-1917), ὁ ὁποῖος εἶχε πεῖ τὸ ἐξαιρετικὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι «ναὸς ποὺ βαδίζει».[10]

Λίγο πρίν, τὰ βήματα τῆς χρεωκοπίας του τὸν εἶχαν φέρει στὸ Ἁγιονόρος. Εἶχε λίγο πρωτύτερα προηγηθεῖ ἡ ἀνάγνωση μιᾶς συνέντευξης τοῦ Νίκου Πεντζίκη[11] ποὺ τὸν χτύπησε σὰν κεραυνός. Καταρχὴν ἡ συνέντευξη λειτούργησε ὡς παραπομπὴ σ’ ὅλους τοὺς συγγραφεῖς ποὺ ὁ κυρ Νῖκος ἀνέφερε. Κατόπιν ἔμελλε ν’ ἀνοίξει τὸ πολύχρονο καὶ μακρὺ κεφάλαιο τῆς προσευχῆς στὴ ζωή του, ποὺ θὰ τὸν ἀπεγκλώβιζε ἀπὸ τὴ θανάσιμη αὐτάρκεια. Στὰ Ὁμιλήματα ὁ δάσκαλος τῆς Θεσσαλονίκης ἤδη τοῦ εἶχε πεῖ ὅτι τὸ νὰ ἐπαναλαμβάνει κανεὶς τ’ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ εἶναι «ἡ βρύση κάθε χαρᾶς».[12]Λίγο ἀργότερα ὁ Πνευματικός[13] του, πατέρας πραγματικός, τὸν παραδίδει ἀναιμικὸν στὰ χέρια τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ.

Ἐπανέρχομαι : ἀγναντεύοντας ἀπὸ τὴν Οὐρανούπολη τὴ θάλασσα πού, καταπῶς λέει καὶ ὁ Ποιητής, δὲ γίνεται νὰ εἶναι λανθασμένη,[14] ἔβγαλε τὸ τεφτεράκι του καὶ ἔγραψε ἕνα ποίημα πού, ἀπ’ ὅ,τι θυμᾶται, ἀναφερόταν στὴ δύση τοῦ ἡλίου -πρᾶγμα ποὺ τὸν ἔκανε νὰ «δύει» καὶ σωματικὰ μέσα σ’ ἕνα χάος τόσο αἰσθητὸ ὅσο κι ἐπικίνδυνο -κατονομάζοντας «ἐντυπωσιακὸ καρότο» τὸ μονοπάτι ποὺ σχημάτιζε ἡ ἀντανάκλαση τοῦ βασιλιὰ τῶν ἄστρων πάνω στὰ ἥσυχα νερά. Εἶχε ἐπηρεαστεῖ ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ἀπὸ τὰ κείμενα καὶ τὶς ζωγραφιὲς τοῦ Νίκου Ἐγγονόπουλου (1907-1985).[15] Ἦταν Ἰούλιος.

Ἄλλωστε λίγα χρόνια πρίν, ἀντιδρώντας σὲ μία πολὺ καθωσπρέπει -comme il faut- χριστιανικὴ θρησκευτικότητα, εἶχε διαβάσει πολλοὺς «καταραμένους» ποιητὲς (poètes maudits) καὶ λογοτέχνες τῶν ὁποίων τὴν πραγματικὴ σημασία κατανόησε πολὺ ἀργότερα, βγάζοντάς τους ἀπὸ τὴν ἀφάνεια ποὺ τοὺς εἶχε καταδικάσει καί, ἐκκλησιάζοντάς τους, δοκιμάζοντας δηλαδὴ τὶς ἀντοχὲς τῶν κειμένων τους μέσα στὸ Σῶμα, τὴν Ἐκκλησία, πά’ νὰ πεῖ πρόσλαμβάνοντάς τους. «Τὰ καυσούμενα τήκεται»[16] καὶ ὅ,τι ἀντέχει προσράπτεται στὸ Σῶμα τῆς δόξης.

Θυμήθηκε «προσληπτικῶς» τὴν ἄποψη τοῦ André Breton  (1896-1966) ὁ ὁποῖος ὀνομάζει «ψάρι διαλυμένο στὸ νερὸ»[17] τὰ φαρμάκια τῆς παρούσης ζωῆς, πρᾶγμα ποὺ θὰ ἔκαμε τὴ Θεοτόκο Κόρη νὰ μειδιᾶ, ἐκλαμβάνοντας τὴ λέξη «ψάρι» τοῦ συγγραφέα ὡς σαφὴ ὑπόμνηση τοῦ Υἱοῦ της, σύμφωνα μὲ τὸν Νίκο Πεντζίκη, διότι «ὁ πρῶτος τῶν σουρρεαλιστῶν … ἀντιλαμβάνεται τὸν ὅλο μηχανισμὸ τῆς ἐκ τῶν ἔνδον ἄντλησης παρηγορίας»[18] -ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ἡμῶν ἐστίν.[19] Νὰ παρηγορηθεῖ γιὰ νὰ ζήσει ἐπιτέλους.

Στὴ γνωστὴ ρήση τοῦ Arthur Rimbaud (1854-1891) “je est un autre” (τὸ ἐγὼ εἶναι ἕνας ἄλλος), ποὺ ἀποτελεῖ «σημαντικὸ ἄνοιγμα γιὰ τὴν εὐρωπαϊκὴ αἰσθαντικότητα καὶ ποὺ ἀμφισβητεῖ τὴν ἀκεραιότητα τῆς ἀτομικῆς συνείδησης»,[20] ὁ Φῆλιξ βρῆκε ἕνα ψῆγμα ὑγείας γιὰ νὰ πάει παραπέρα, μέχρις ὅτου ἡ ὡς ἄνω ρήση θὰ φαντάξει μέσα του ὡς προοίμιο τῆς παύλειας παραδοχῆς «δὲν ζῶ ἐγώ, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς μέσα μου».[21] Ἄρα καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι ζοῦνε, θάλπονται καὶ παρηγοροῦνται μέσα μου. Κεκοιμημένοι -ἡ μεγίστη πλειοψηφία- καὶ οἱ ἔτι ζῶντες. Κοινωνία χαρᾶς καὶ ἀγαπητικῆς ἀλληλοπεριχώρησης. Ἢ αὐτό, ἢ ἀπολύτως τίποτε ἄλλο · μ’ὅλη τὴν ἀλγεινότατη ἀναμονὴ σὲ Κρανίου τόπο ποὺ προηγεῖται, ἀλλὰ καὶ πολλὲς φορὲς ἀκολουθεῖ.

Τὴ χαοτικὴ κατάσταση προσπαθοῦσε, ἀναλυτικὸ πνεῦμα καθὼς ἦταν, νὰ τὴν ἐντάξει γιὰ λόγους «ἀσφαλείας» ποὺ προσφέρει ὁ μηχανισμὸς τῆς ταύτισης στὶς ἰδιομορφίες κάποιου ἄλλου (συγγραφέα συνήθως). Προσανατολίστηκε στὸ Σεφέρη (1900-1971), θελγμένος ἀπὸ τὴ δωρικότητα τῶν στίχων του καὶ τὴν ἔλλειψη ἐπιθέτων (σὲ σχέση μὲ τὸν Ἐλύτη [1911-1996] ποὺ τὸν θεωροῦσε κάπως ἀπόλυτα, ἐστὲτ τῆς γλώσσας) · ὅμως τοῦ ἀποδεικνυόταν συνεχῶς ἀνίσχυρος ὁ ἱστὸς τῶν κειμένων του · ἔσπαγε, καὶ ὁ Φῆλιξ ἔπεφτε κάτω μετὰ πολλοῦ τοῦ κρότου.

Εἶναι τὰ ἄσαρκα πράγματα ποὺ ἐντοπίζει ὁ Ludwig Wittgenstein (1889-1951) στὸ καρτεσιανὸ σύστημα σκέψης -παγκόσμια νοοτροπία πλέον- καὶ ἐγκαλεῖ ὅλο τὸ «δυτικὸ» τρόπο ὁ ὁποῖος ὅταν ἀναφέρεται στὸ σκεπτόμενο ὑποκείμενο, ἐννοεῖ μόνο τὸ νοῦ, ἐρήμην τοῦ σώματος.[22] Ὑπάρχει μιὰ νοσταλγία σώματος ἐδῶ. Ἐγκαλεῖ καὶ τὴ δυτικὴ θεολογία καὶ φιλοσοφία, λέγοντας ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὸν καρτεσιανισμό τους. Νοσταλγεῖ λοιπὸν κι αὐτὸς ἕνα λόγο ἔνσαρκο, ἕναν ἀγαθὸ τόπο καὶ ἕναν εὐδαίμονα τρόπο, ὅπου θὰ ἰσχύει τὸ προσφυὲς τῆς ἑλληνίδος λαλιᾶς : «ὁ λόγος σου μὲ χόρτασε καὶ τὸ ψωμί σου φά’ το». Συμπεραίνει λοιπὸν ὁ Φῆλιξ ὅτι ἔχει δίκιο ὁ Wittgenstein, καὶ σωστὰ ψέγει τὸ Σεφέρη ὁ Πεντζίκης ὅτι «δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ μιλάει γιὰ τὰ μυστικὰ τῆς θάλασσας,[23] καθὼς κρατάει πάντα τὴ λογική του», γι’ αὐτὸ δὲν τὸν κάλυπτε τελικὰ τὸ ἀδιέξοδο στὸ ὁποῖο ἔφτανε ὁ πρῶτος νομπελίστας ποιητής μας.

Ἂς μὴν εἴμαστε ὅμως ἀπόλυτοι : ὁ Σεφέρης κάπου μιλάει γιὰ τὴν ἔννοια τοῦ λαοῦ λέγοντας πὼς «δὲν εἶναι ἕνα κοινὸ ἀνθρωπομάζωμα τούτης ἢ ἐκείνης τῆς στιγμῆς, ἀλλὰ ἕνα ὀργανικὸ σύνολο πού … ὑποτάσσει μιὰν ἀπέραντη ἀλληλεγγύη πεθαμένων καὶ ζωντανῶν»[24] καὶ εὐθὺς ἀμέσως ὁ Φῆλιξ ἀναπαυμένος ἀναθυμᾶται τὸ Ντοστογιέφσκι (1821-1881) ποὺ στὸ θαυμάσιό του Ὄνειρο ἑνὸς γελοίου (1877), ἐπαναλαμβάνει τὸ Σεφέρη πρὶν ὁ δεύτερος γεννηθεῖ δηλώνοντας : «εἶναι πέντε χρόνια ποὺ ὁ ἀδελφός μου εἶναι πεθαμένος ·  τὸν ξαναβλέπω καμιὰ φορά, ἐνδιαφέρεται γιὰ τὶς ὑποθέσεις μου, τόσο, ποὺ δὲν ξέρει κανεὶς ποιὸς ἀπὸ τοὺς δυό μας ἐνδιαφέρεται περισσότερο».[25] Αὐτὴ ἡ συνύπαρξη καὶ ἀλληλοβοήθεια ζώντων καὶ τεθνεώτων ἐκφράζεται λειτουργικὰ μὲ τὸν ἐμβαπτισμὸ τῶν ψιχίων τῶν ζώντων καὶ τῶν κεκοιμημένων στὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ μέσα στὴ θεία Λειτουργία, ἐξακτινούμενη παντοῦ καὶ πάντοτε. Ὄντως ὑπὲρ νοῦν ἀλληλέγγυος κοινωνία χαρᾶς καὶ ἐρωτικῆς ἀλληλοπεριχώρησης.

Γι’ αὐτὸ καὶ κάπου προτείνει ὁ Πεντζίκης τὴ μνημόνευση τῶν κεκοιμημένων σὰν ἀντίδοτο κατὰ τῶν πονηρῶν λογισμῶν καὶ τρόπο ὑπέρβασης τῆς θνητῆς ἀμεσότητας,[26] τῆς ἀπελπισίας καὶ τῆς μελαγχολίας, πρᾶγμα ποὺ ἐπιχείρησε καὶ ὁ Paul Éluard (1895-1952), ὅταν μνημόνευε γραπτῶς ἀσταμάτητα ὀνόματα φίλων του ποὺ σβήσανε κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ πολέμου, βυθιζόμενος στὴν ὑποσυνείδητη πραγματικότητα καὶ ἀντλώντας ἐκεῖθεν μνῆμες παρηγορητικὲς[27]· τὸ μακροσκελέστατο ποίημα ποὺ ἔτσι ἔγραψε, φέρει τὸν τίτλο Ἀδιάκοπο ποίημα[28]  καὶ θυμίζει κάτι ἀπὸ τὸ ψυχοχάρτι τῶν χρυσῶν κολλύβων τοῦ πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς Σαββάτου.

Παιδάκι ποὺ κοιτάει ἐντυπωσιασμένο τὰ πεποικιλμένα κόλλυβα καὶ τὰ κουφέτα τους, θυμίζουν τὰ ποιήματα τοῦ ἐξαιρετικὰ καλλιεργημένου Τάκη Βαρβιτσιώτη[29] (1916-2011) καὶ ξημέρωμα Ψυχοσαββάτου μὲ ἐπουράνιους ἀντίλαλους ἡ γραφὴ τοῦ Δημήτρη Παπαδίτσα[30] (1922-1987) ποὺ μᾶς ζητάει νὰ τοῦ γράφουμε ἔστω καὶ βαδίζοντας!

Ἐπὶ τοῦ θέματος : ἄλλο τὸ ἀδιέξοδο καὶ ἄλλος ὁ μηδενισμός. Στὸ ἀδιέξοδο χωράει πάντα ἑπόμενη ἄποψη. Στὸ μηδενισμὸ ὅλα ἔχουν τελειώσει : ἢ θὰ πνιγεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀνεπιστρεπτί, ἤ, συμμετέχοντας σὲ μιὰ κίνηση ἀμοιβαία, θεανθρώπινη, θὰ μπεῖ σὲ μιὰ διαδικασία μεταμόρφωσης τοῦ κύκλου τοῦ μηδενὸς σὲ πεποικιλμένο γαμήλιο στεφάνι καὶ θὰ στεφθεῖ τὸ Χριστὸ τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ θὰ γίνει Ἄνθρωπος.

Πολὺ ρεαλιστικὰ περιγράφει τὴν αἴσθηση τοῦ μηδενὸς ὡς φοβερὴ ἐμπειρία τοῦ μεταφυσικοῦ κενοῦ ποὺ πλήττει ὁλάκερο τὸν ἄνθρωπο ἀπονοηματίζοντας τὴ ζωή του, ὁ Σέρβος ὅσιος ἀρχιμανδρίτης Ἰουστῖνος Πόποβιτς, ἐκεῖ ὅπου ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται «τὸν ζυγὸν» τοῦ χωροχρόνου,[31] ἑνὸς φοβεροῦ διδύμου νὰ τὸν πνίγει ἀπὸ παντοῦ. Χῶρος καὶ χρόνος, ἀπὸ εὐλογίες καταντοῦν ἀνυπόφορα τέρατα. Μόνον ὁ Χριστὸς ὡς «δρόσος Ἀερμὼν» μπορεῖ νὰ νοηματοδοτήσει τότε τὸν πληττόμενο ἄνθρωπο. Νὰ «ψεκάσει» ἀνακουφιστικὰ τὴ φυλακὴ τοῦ χώρου καταργώντας τὰ δεσμά, καὶ νὰ εἰσέλθει κεκλεισμένων τῶν θυρῶν στὴ μέγγενη τοῦ χρόνου, μετατρέποντάς τον ἀπὸ γραμμικό, κυκλικὸ (ἢ ὅ,τι ἄλλο θέλετε), σὲ σταυρικό, ὥστε  ν’ ἀνασάνει ὁ πένης μέσα στὴ χώρα καὶ τὴ σκιὰ τοῦ θανάτου. Τότε, πίστη-παρελθὸν-ὁριζοντίως, ἐλπίδα-μέλλον-καθέτως καὶ ἀγάπη-παρὸν-σταυρικῶς, τὸ Ἐσταυρωμένο σῶμα τοῦ Πένητος Θεοῦ, ἐγγράφονται στὴν καρδιὰ καὶ ἰσορροπεῖ ὁ ἄνθρωπος.[32] Στὸ τώρα ὅλα.

Ἐπανέρχομαι : μηδενιστὴς καθὼς ἦταν ὁ Φῆλιξ -ἴσως καλοπροαίρετος- ἄφηνε ἀδιάφορα καὶ λίγο ἄδικα τὰ ἀδιέξοδα τοῦ παλιότερου νομπελίστα μας καὶ ἔβρισκε καταφύγιο στὰ λόγια τοῦ Stéphane Mallarmé (1842-1898), ὁ ὁποῖος μὲ τὴ φράση «μιὰ ζαριὰ τὸ πεπρωμένο δὲν ἀλλάζει»[33] προσπαθοῦσε νὰ διασκεδάσει τὸ μηδέν καί, «ἔχανε» τὸ χρόνο του προσπαθώντας ἐναγώνια μέσα ἀπὸ λεκτικὲς χειροτεχνίες νὰ σβήσει τὴν ἔμμονη σκέψη τῆς αὐτοχειρίας[34] κι ἔτσι νὰ «βρεῖ» τὸ χρόνο. Χαίρεται καὶ ὁ Φῆλιξ ποὺ ὁ Πεντζίκης (μεταφραστὴς κιόλας τοῦ Mallarmé[35]) διακρίνει σὲ αὐτὸν τὴν ἀγάπη τῶν βυζαντινῶν γιὰ τὶς ἀκροστιχίδες.[36] Μὲ τὴν ἀνάγνωση ἀρκετῶν ποιημάτων τοῦ Mallarmé συνειδητοποίησε ὅτι στὸ βάθος ὁ ποιητὴς εἰλικρινὰ ἐξομολογεῖται τὴν ἀδυναμία του, μέσα ἀπὸ αὐτὰ «τὰ τέλεια οἰκοδομημένα θραύσματα».[37] Δὲν ἀπέχει πολὺ αὐτὸ ἀπὸ τὴν ταπείνωση καί, δὲν εἶναι παράξενο ποὺ στὴ Γαλλία εἶπαν ὅτι τὸ ἔργο του εἶναι «ἡ ἀπαρχὴ τῆς πρὸς τὸ Βυζαντινὸ πνεῦμα ἀπόκλισης τῆς τιμημένης πατρίδας του. Δὲν μπορῶ νὰ φανταστῶ μεγαλύτερο ἔπαινο»,[38] ἐπισημαίνει ὁ «τρελὸς τῆς εὐθύνης».[39]

Ἀντιθέτως, ὁ ἰδιότυπος ἀναχωρητισμὸς[40] τοῦ Pierre Reverdy (1889-1960) ποὺ στὰ τέλη τοῦ βίου του κλείστηκε σὲ ἀββαεῖο βενεδικτίνων, ἔχοντας χάσει τὴν πίστη του, μᾶς θυμίζει λίγο μιὰν εὐαγριανῆς προελεύσεως ἐξαΰλωση καὶ ἀποσάρκωση μέσα στὴν προσευχή, ποὺ δὲν συνάδει μὲ τὸ πατερικὸ πνεῦμα. Δὲν συμβαίνει τὸ ἴδιο μὲ τὸν Henri Michaux(1899-1984), γαλλόφωνο βέλγο ὀνειροπόλο ποιητὴ[41] μὲ ἔφεση στὴ φαρμακολογία καὶ τὴν Ψυχιατρική, ὁ ὁποῖος «ὁραματίζεται»[42] στὴ σφαίρα τοῦ ἀπίθανου καὶ ἀσχέτιστου προσπαθώντας νὰ «δεῖ» μιὰ σχέση στὰ ἄσχετα, συνεργαζόμενος καὶ μὲ τὸ διάσημο ψυχίατρο Jean Delay (1907-1987), εἰδικοῦ στὶς διαταραχὲς τῆς μνήμης καὶ ὁ ὁποῖος στὴν ἱστορικὴ δίκη τῆς Νυρεμβέργης γνωμάτευσε γιὰ τὸ βασικὸ συνεργάτη τοῦ Hitler, τὸν Rudolf Hess, «ὑστερικὴ ἀμνησία». Θὰ μποροῦσε ὁ λεγάμενος σαφῶς νὰ θεραπευθεῖ ταπεινούμενος, ὁπότε τὸ ἐγωιστικὸ κενὸ τῆς «ἀμνησίας» θὰ γέμιζε μὲ μνήμη Θεοῦ, δηλαδὴ συμπληρούμενος κενός, θὰ ἐπληροῦτο καινός! Γι’ αὐτὸ ἔχασε τὴν οὐσία τοῦ πράγματος καὶ δῶ νὰ θυμηθοῦμε τὸ «Χαμένο κέντρο» τοῦ Ζήσιμου Λορεντζάτου (1915-2004), μελέτη του πάνω στὸ Σεφέρη, ὅπου ἀναλογίζεται τὴν ἐν τῷ κόσμῳ θλίψη, ἀφελέστερος κάποτε καὶ πιὸ ἀληθινὸς ἀπὸ τὸ Σμυρνιὸ νομπελίστα ποὺ δὲν ἀπέφευγε ὁρισμένης μορφῆς μανιερισμοὺς στὸν καθ’ ἡμέραν βίο.[43]

Ἄν σκεφτοῦμε ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καταπιάνεται μὲ τὸ νὰ φωτίσει μὲ ἀναστάσιμη αἴγλη τὸ ἐξόδιο σῶμα μας ὑφαίνoντας τὴ στολή του μὲ τὸν τρόπο ποὺ ἐκείνη ξεύρει, ὥστε νὰ ἀποκτήσουμε γαμήλιο ἔνδυμα καὶ νὰ εἰσέλθουμε στὸ νυμφώνα Του, ἀπὸ κοντὰ καὶ ὁ Rainer Maria Rilke (1875-1926), σὰ νὰ ὑποψιάζεται κάτι, ἴσως καὶ πολλά, ὅταν στὴν 5η του ἀπὸ τὶς Ἐλεγεῖες ἀπὸ τὸ Δουΐνο (1923),[44] ἐμπνευσμένος ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ Παρισιοῦ, κατονομάζει τὸ Θάνατο «ράπτη ἐνδυμάτων» : la modiste madame La-mort! Ἔτσι ὁ θάνατος νοεῖται σὰν ἀμφί-βιος «χορὸς καλαματιανός»,[45] ὅπου ὅλοι, οἱ ἀπὸ δῶ καὶ οἱ ἀπὸ κεῖ, εἴμαστε πιασμένοι χέρι-χέρι!

Βέβαια ὁ Χρόνος ποὺ προσπαθεῖ μ’ ὅλα τὰ τερτίπια του νὰ σοῦ ἀποκρύψει τὴν αἰωνιότητα δὲν νικιέται μὲ στρατιωτικὴ τακτική, ἀλλὰ μὲ ταπείνωση, ὑπομονή, προσευχὴ καὶ θεία Κοινωνία. Ἡ ἀντίληψη ὡστόσο τῆς αἰωνιότητας εἶναι κύριο καὶ κοινὸ γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα στοιχεῖο ἐποικοδομητικὸ τῆς εὐτυχίας. Σ’ ὅλες τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων διὰ τοῦ σπερματικοῦ λόγου … γίνεται ἀκουστὴ ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ ἐν ἀρχῇ Λόγου, τοῦ μόνου αἰώνιου.[46]

Τὸ «αἰώνιον» τότε ἐπισκιάζει κείμενα ποικίλα, ἐπειδὴ «ὅπου θέλει πνεῖ»[47] κι ἀπὸ ἐκεῖνα ἀναδύονται «ὑποψίες ὀσφραντικὲς τῶν ἐπέκεινα».[48] Τὸ κείμενο τότε σὰ ν’ ἀποκτάει καὶ μιὰ τρίτη διάσταση, «βγαίνει» ἀπὸ τὴ σελίδα, συναντάει καὶ τρέφει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀναγνώστη, ὅπως συνέβη στὸ Φήλικα μὲ τὸ Εἰσοδικὸν τοῦ ἀρχιμανδρίτου Βασιλείου  Σταυρονικητιανοῦ.[49] Τότε εἶναι ποὺ «τὰ πράγματα ταυτίζονται μὲ τὸ λεκτικὸ προσδιορισμό τους» · οἱ λέξεις ἐδῶ χρησιμοποιοῦνται μὲ «ἰδιάζοντα τρόπο · δημιουργοῦν κάτι σὰν ξερολιθιὰ ποὺ στέκει ἁπλὰ καὶ μόνο χάρη στὸ νόμο τῆς βαρύτητας χωρὶς ἀσβεστοκονίαμα. Αὐτὸ σημαίνει πὼς εἶναι ἀρκούντως δυνατὸ τὸ ὑλικὸ τοῦ συγγραφέα ποὺ σ’ αὐτὲς τὶς λέξεις δίνει ὑπόσταση. Μὲ λιγότερο συμπαγὲς ὑλικὸ ἡ ξερολιθιὰ θὰ κατέρεε. Καὶ ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων ποὺ ἐπιζητοῦν διὰ βίου αὐτοὶ οἱ συγγραφεῖς ἔχει αὐτὴν τὴν στερεότητα ποὺ δὲν τὴν ἔχουν οἱ ὁποιεσδήποτε ἰδέες καὶ οἱ συναφεῖς μὲ αὐτὲς ἰδεολογίες. [Ὅταν ὁ Θεὸς καταντᾶ ἰδέα τοῦ δίνεις μιὰ κλωτσιὰ καὶ τὸν βγάζεις ἀπ’τὴ μέση], ἔλεγε προσφυέστατα ὁ Νῖκος Πεντζίκης ποὺ εἶχε κληθεῖ νὰ κάνει μιὰ διάλεξη στὸ Πανεπιστήμιο».[50]

Μεγάλο κεφάλαιο στὶς ἀναγνώσεις τοῦ Φήλικα ὑπῆρξεν ὁ φοβερὸς δεξιοτέχνης τῆς γραφῆς Marcel Proust (1871-1922), φυσικὴ «κατάληξη» τοῦ γαλλικοῦ μυθιστορήματος ἀπὸ τὸν Stendhal (1783-1842),  διὰ τοῦ Balzac (1799-1850) στὸν Flaubert (1821-1880), ἀλλὰ καὶ ξεπέρασμά της ἀφοῦ ὁ συγγραφέας τοῦ μυθιστορήματος τοῦ 20οῦ αἰώνα ξεπερνάει τὴ φυλακὴ τοῦ χωροχρόνου, «φοδράροντας» τὸ χῶρο μὲ τὴ ζωγραφικὴ καὶ τὸ χρόνο μὲ τὴ μουσική κι ἔτσι ξανακερδίζει τὸ χαμένο βῆμα.[51] Πιστεύουμε ὅτι ὁ Κύριος τῆς δόξης, ἔχοντας ὑπόψη καὶ τὶς συχνὲς κρίσεις ἄσθματος τοῦ ἀδελφοῦ μας, ἐπιδεινούμενες μάλιστα ἀπὸ τὸ τραχὺ κλῖμα τῆς πόλεως τῶν Παρισίων, θὰ εἶδε μὲ συμ-πάθεια τὴν προσπάθειά του!

Σύμφωνα μὲ τὸν Πεντζίκη, «ὁ στρατηλάτης» αὐτὸς «κατήγαγε μιὰ λαμπρὴ κατὰ τοῦ χρόνου νίκη, εἰσχωρώντας μὲ τὸ στρατὸ τῶν γραμμάτων τῆς μητρικῆς του λαλιᾶς στὰ περιβόλια τῆς παραίσθησης … δίχως νὰ τὸν ρίξει καταγῆς … παράφρονα ὁ Πήγασος τὸν ὁποῖο ἵππευε στὸ βιβλίο του Μιμήσεις καὶ ἀνάλεκτα[52]…»[53]… Σημασία στὸν Proust ἔχει ἡ κηπευτικὴ τοῦ λόγου προκειμένου ὁ ἄνθρωπος ἀντιστρατευόμενος στὸ ἐφήμερο, ὄχι μόνο νὰ μὴν τρελαθεῖ καὶ δαιμονιστεῖ, ἀλλὰ τελικὰ νὰ κατανικήσει ὄχι μόνο τὶς ἀρρώστιες, ἀλλὰ κι’ αὐτὸν ἀκόμα τὸν θάνατο».[54] Ἐνθυμούμενοι τὰ πρωτύτερα περὶ «ξερολιθιᾶς» συνεχίζουμε : «Τότε … τὰ κηπευτικὰ τοῦ λόγου ξεπερνοῦν τὴν ἄμεση ἔκφραση καὶ ὡς ἀνθοφορία εὔγλωττη τῆς σιωπῆς τῶν αἰώνιων, εὐεργετοῦν τὶς συνειδήσεις τῶν ἐν τῷ αἰῶνι».[55]

Κι ἂν παραξενεύεται κανεὶς ποὺ ὁ Φῆλιξ παραθέτει πολλὰ ὀνόματα, ἂς μὴ νομίσει ὅτι γίνεται ἐπίτηδες. Κι’ ἐδῶ ἀπαντάει ὁ Πεντζίκης : «Τὰ πληροφορούμεθα ἐπαρκῶς ὅλ’ αὐτά, διαβάζοντας τὰ βιβλία ὄχι πρὸς ἀπόκτηση γνώσεων ἢ ἁπλὴ τέρψη, ἀλλὰ πρὸς ἀνεύρεση τοῦ φρέατος τῆς ἀγάπης, ποὺ κρύβεται σ’ ὅλων τῶν ἀνθρώπων τὰ σωθικά, ἀρδεύοντας μὲ ἀθανασία τὰ φθειρόμενα πήλινα σώματα» τους.[56]

Σύμφωνα μὲ τὸ Στρατὴ Πασχάλη[57] «στὶς ἀτέρμονες μνημικὲς παραισθήσεις ποὺ ἀναλύει ὁ Proust, ἀποκαλύπτοντας τὸ στοίχειωμα τοῦ παρελθόντος μέσα στὰ τωρινά, τὴ διαρκὴ παρουσία τῶν πεθαμένων μέσα στοὺς ζωντανούς, καταλήγοντας στὴ συνειδητοποίηση τῆς φρεναπάτης ποὺ ἀποτελεῖ ἡ διάρκεια, ὁ Πεντζίκης βρῆκε μιὰν ἀνάλογη, ὅπως καὶ στὴν ὀρθόδοξη παράδοση, κατάλυση τοῦ χρόνου μὲ τὴν ἀδιάκοπη μνημόνευση τῶν Ἁγίων, ποὺ κατέχοντας «ἕνα χῶρο τόσο σημαντικὸ σὲ σύγκριση μὲ τὸ χῶρο ποὺ τοὺς ἔχει παραχωρηθεῖ στὸ διάστημα, ἕνα χῶρο πού, ἀντίθετα, προεκτείνεται πέρα ἀπὸ κάθε μέτρο»[58] (Proust), δίνουν νόημα σὲ κάθε μας πράξη ἢ ἐνέργεια παρούσα βοηθώντας μας νὰ ὑπάρχουμε.

Σὲ κείμενα «ἐσωτερικοῦ μονολόγου» πάλι, ὁ Πεντζίκης βρῆκε ὁμοιότητες καὶ ἀναλογίες μὲ τὰ αὐτοματικὰ παραληρήματα τοῦ αὐτοκράτορα Ἰωάννη Καντακουζηνοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποσυρθεὶς στὸ Ὄρος, ἔγραψε τὸ βίο του πιὸ παραληρηματικὰ ἀπὸ τὸ James Joyce (1882-1941).[59]

Ἂς μὴ σπεύδουμε νὰ καταδικάσουμε κανέναν ἀπ’ ὅσους ἀναφέρουμε μὲ πολὺ σεβασμό.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς (1296-1359) μᾶς προσγειώνει καταλλήλως, λέγοντας πὼς δὲν πρέπει νὰ κατακρίνουμε κανέναν ἄνθρωπο πάνω στὴ γῆ, ὅπως κι ἂν τὸν βλέπουμε νὰ ἁμαρτάνει διότι ὡς εἰκόνα Θεοῦ, «μετέχει τοῦ θείου κατ’ ἀμυδρὸν ἀπήχημα»,[60] ἀκόμη καὶ τὴν ὥρα ποὺ ἁμαρτάνει. Εἶναι «ἡ ὀμορφιὰ τοῦ Θεοῦ λαβωμένη», κατὰ τὴν εὔστοχη σύγχρονη ἔκφραση τοῦ καθηγητῆ Σταμούλη. Ἀκριβῶς διότι ὁ Ἅγιος ἔχει ἐπίγνωση τῶν ἀδυναμιῶν τοῦ ἀνθρώπου, γνωρίζει ὅτι τὸ τετιμημένο πλάσμα στερεῖται τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, τὴν ὁποία ἂν εἶχε, σίγουρα θὰ ἦταν καλύτερό του -σκέφτεται- καὶ τὴν ὁποία ἂν ὁ ἴδιος χάσει, ἀσφαλῶς θὰ αἰσθάνεται χειρότερος ἀπὸ τὸν ὅποιον ἁμαρτάνοντα. Βυθίζεται ἔτσι ἀτέρμονα στὴν ἄβυσσο τῆς ταπείνωσης, «ναυάγιο» πλησμονῆς ἀπὸ χαρά. Καὶ χωράει τοὺς πάντες μέσα του : πεπτωκότες καὶ μή. Ὁ ἅγιος. Ὁ ὄντως ἄνθρωπος. Ὁ λειτουργημένος ἄνθρωπος · εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ὀνειρεύτηκε ὁ Wittgenstein ὑποπτευόμενος τὴ χαμένη ὑπαρξιακὴ ψυχοσωματική του καθολικότητα μέσα σὲ ἄσαρκες «θρησκευτικὲς» χίμαιρες καὶ ἀναβιώσεις ποικίλων παγανισμῶν. Τοῦ ἀπαντάει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς (580-662) πὼς ἡ θεία Πρόνοια ἔχει σὰν ἔργο της τὴν διὰ τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν καὶ λόγων κοινωνικὴ ἐνδιάσφιγξη τῶν ὄντων, τὸν ἐκκλησιασμό τους δηλαδὴ μέσα στὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ.[61] Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ σύγχρονος θεολόγος καλεῖται νὰ ἄρει τὰ ἰδεολογικὰ ἐπικαλύμματα ποὺ ἐκτείνονται ἀπὸ νευρωτικοὺς ζηλωτισμοὺς μέχρι καὶ ἀλαζονικὲς ὑπεραπλουστεύσεις, καὶ μὲ διάκριση νὰ «ἐξηγήσει» τὸ Χριστὸ στὸν ταλαιπωρημένο σύγχρονο ἄνθρωπο μὲ ὁρολογία ἐξάπαντος ὀντολογική, ὄχι ἠθική.

Δὲ μπορεῖ ὁ Φῆλιξ νὰ φανταστεῖ ὡραιότερη κλήση ζωῆς.

Γι’ αὐτό, μᾶς ἐξηγεῖ ὁ μακαρίτης Παναγιώτης Νέλλας (1936-1986), «στὸ βλέμμα ἑνὸς χριστιανοῦ καμιὰ ἱστορικὴ πραγματικότητα δὲ μπορεῖ νὰ φανεῖ ἀποτυχημένη, γιατὶ εἶναι δημιούργημα ἀπὸ ἀνθρώπινες πράξεις πού, ὅσο κι ἂν εἶναι ἀντίθετες στὸ ἀγαθό, ἔχουν στὸ βάθος τους ἕνα ὑπόλειμμα ἀγαθοῦ, ἀφοῦ ἡ δυνατότητα αὐτῶν τῶν πράξεων, εἶναι δῶρο ποὺ ἔκανε στὸν ἄνθρωπο ὁ Θεός». Ἔτσι «μέσα σὲ κάθε ἱστορικὴ πραγματικότητα, ἀκόμη καὶ τὴν πιὸ διεφθαρμένη, ἴσως μάλιστα ἰδιαίτερα σ’ αὐτή, ὑπάρχει ἔνα ἄνοιγμα, μία δυνατότητα, μία ἐλπίδα. Τὰ ἀνοίγματα ἀκριβῶς αὐτά, τὶς φανερὲς ἢ κρυμμένες στὰ βάθη τῶν κτιστῶν πραγματικοτήτων δυνατότητες, ὁ Θεὸς καὶ οἱ ἀπεσταλμένοι του … ψάχνουν νὰ τὶς βροῦν, νὰ τὶς φέρουν στὴν ἐπιφάνεια, νὰ τὶς ἐνεργοποιήσουν γιὰ τὸ καλὸ τοῦ κόσμου καὶ γιὰ τὴν οἰκοδομὴ τῆς Ἐκκλησίας».[62]

Γι’ αὐτὸ καὶ ἐνθουσιαζόταν ὁ Φῆλιξ μὲ τὴ δήλωση ἁγιορείτη ἱερομονάχου[63] ὅτι στὰ δίσεχτα χρόνια τῆς Χούντας, ὁ Θεοδωράκης, (στσ. ὁ Χατζηδάκης), ἡ Φαραντούρη, ἡ Ἕλλη, ἡ Τζένη, ἡ Ἀλίκη, ἡ Μελίνα, ὁ Καμπανέλλης, ὁ Ξυλούρης, (στσ. ὁ Κουγιουμτζῆς) κἄ. μᾶς παρηγοροῦσαν ἱεροκρυφίως, καὶ οἱ Μητροπάνος, Γαλάνη καὶ Μακεδόνας κἄ. τραγούδησαν τοὺς καημοὺς τοῦ Νεοέλληνα, ἐνῶ ὁ ἐν λόγῳ πατὴρ προσκαλοῦσε τὸ Μίκη νὰ ἐπισκεφτεῖ τὸ Ἅγιον Ὄρος γιὰ νὰ γνωρίσει τὸ (ὀρθόδοξο) ρὸκ τοῦ μέλλοντος. «Ἐδῶ μποροῦμε νὰ ξαποστάσουμε καὶ -γιατί ὄχι;- νὰ στεγαστοῦμε καὶ μεῖς», λογιζόταν ὁ Φῆλιξ. «Ἐδῶ», σ’ αὐτὸν τὸν τρόπο. Ἔκανε σὰν τὸν κύριο Πωσνατομποὺμ ποὺ βρῆκε τὴν κυρία Χαμενμολύβ.[64]

Ἔτσι γνωρίστηκε μὲ τοὺς Πατέρες, σύγχρονους καὶ παλαιούς, οἱ ὁποῖοι «βαθιὰ ἐμποτισμένοι ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς Ὀρθοδοξίας καὶ τοὺς ἐνάντια σὲ κάθε λογικοκρατούμενη αἱρετικὴ ἀντίληψη ἀγῶνες της, δὲν παραδέχτηκαν ποτὲ τὰ τοῦ Εὐαγγελίου σὰν ψυχρὲς ἀντικειμενικὲς ἀλήθειες, ὑποκείμενες σὲ παντὸς εἴδους ἀμφισβητήσεις, ἀλλὰ σὰ γαμήλιο πανηγυρικὸ ἑορτασμὸ τῆς ἀγαπητικῆς κοινωνίας τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο».[65] Ὁ φωτισμός τους δὲν ἀποτελεῖ παρὰ «τὴ ζωὴ τοῦ πράγματος μὲσ’ στὸ ὑποκείμενο».[66]

Ἔτσι, οἱ Πατέρες ἐπέμειναν «ἐνάντια στὴ Χριστολογικὴ (στσ. ἄρα καὶ Ἀνθρωπολογικὴ) μανία τῶν Κοπρώνυμων εἰκονομάχων (στσ. πάσης φύσεως) καὶ νίκησαν νιώθοντας πολὺ καλά, ὅτι γιὰ τὸν καθένα μας, πολὺ περισσότερο, ἀπὸ τὸ κοινὸ πρὸς τὰ ζῶα μέρος τοῦ βίου τοῦ ἀνθρώπου, ἐνέχει σημασία τὸ γαμήλιό του ἔνδυμα»,[67] γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ εἰσέλθει στὸ Νυμφώνα. Ἡ αἵρεση ἄλλωστε οὐσιαστικὰ δὲ βλάπτει τὴ Θεολογία, ἀλλὰ τὴν Ἀνθρωπολογία. Πλήττει καίρια τὸν ὅλον Ἄνθρωπο, σὰν καλπάζουσα πνευματικὴ λευχαιμία. «Ὁ Θεὸς νὰ φυλάει» ποὺ λέει καὶ ὁ λαός, διότι, ὅσον εὐφυὴς κι ἂν εἶσαι, δὲ μπορεῖς νὰ ξεχωρίσεις τὸ γλυκὸ ἀπὸ τὸ ἁλμυρὸ νερὸ ὅταν ἀνακατωθοῦν.[68] Χρειάζεται ταπείνωση καὶ χάρη Θεοῦ γιὰ νὰ ἐκλείψει ἡ ἰδιορ-ρυθμία καὶ ἡ κακὴ αἴσθηση διαφορᾶς ἀπὸ τὴν καρδιὰ τοῦ πεφυσιωμένου οἰηματία. Πάλι ὁ ἅγιος Μάξιμος μᾶς δείχνει τὴν ὁδό : σταυρώνουμε τὰ φαινόμενα-αἰσθητὰ (μὲ ἀγώνα, φιλότιμο καὶ μεράκι) καὶ θάπτουμε τὰ νοούμενα (διὰ τῆς παραμονῆς ἐν εὐχῇ μέσα στὴν καρδιά), καί, ὅποτε Ἐκεῖνος θελήσει «ποιεῖ μονήν», κοινωνίαν, στὸ νοῦ, τὸ σῶμα καὶ τὴν καρδιά μας.[69] Ναί, ἀμήν! Ἔρχου Κύριε Ἰησοῦ!

 

 

[1] Ὁ ἥρωας τοῦ πρώτου βιβλίου τοῦ Νίκου Πεντζίκη μὲ τὸν ὁμώνυμο τίτλο καὶ καταληκτικὴ ἡμερομηνία στὸ κείμενο τὸ 1935, βλ. Ἀντρέας Δημακούδης καὶ ἄλλες μαρτυρίες χαμοῦ καὶ δεύτερης πανοπλίας, ἐκδ. ΑΣΕ, Θεσσαλονίκη, 1977, σελ. 5.

[2] Ὁ ὅρος ἀνήκει στὸν ἐκ Μαντουδίου τῆς Εὐβοίας Π. Δ. Μαστροδημήτρη καὶ ἀναφέρεται στὴν περίοδο τῆς  ἐξ’ ἐρωτικῆς ἀπογοητεύσεως «αὐτοκτονίας» τοῦ Δημακούδη στὰ νερὰ τοῦ Ρήνου, πρὶν τὴν «ἀνάστασή» του. Βλ. στὸ βιβλίο του Ἡ Ἐκκλησία ὡς τέλος καὶ ὡς ἀποκάλυψη στὸν Παπαδιαμάντη καὶ στὸν Πεντζίκη, ἐκδ. ΔΟΜΟΣ, Ἀθήνα 1998.

[3] Μὲ τὴ φράση αὐτὴ ἐννοεῖται –πεντζικικῶς- ἡ στολὴ μετανοίας ποὺ φέρει ὁ ἄνθρωπος.

[4] Ἡ φράση ἀναφέρεται στὸ γνωστὸ ἀξίωμα τοῦ Γάλλου φιλοσόφου Réné Descartes (1596-1650 ) “je doute pour tout”, δηλαδὴ «ἀμφιβάλλω γιὰ τὰ πάντα».

[5] Ὑπαινιγμὸς γιὰ τὸ κλασσικὸ σύγγραμμα τοῦ Sigmund Freud (1856-1939), Εἰσαγωγὴ στὴν Ψυχανάλυση, ἐκδόσεις ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ, Ἀθήνα, 1996.

[6] Καπιταλισμὸς καὶ σχιζοφρένεια: ὁ ἀντι-Οἰδίπους, τῶν Gilles Deleuze (1925-1995) καὶ Félix Guattari (1930-1992), ἐκδ. ΡΑΠΠΑ, Ἀθήνα, 1977.

[7] Πάνω στὸ ἀμέσως προμνημονευθὲν βιβλίο τῶν Deleuze καὶ Guattari τῆς γαλλικῆς ἀντι-φροϋδικῆς σχολῆς.

[8] μακαριστὸς ἀρχιμανδρίτης Γεράσιμος Κουλουμπῆς (†2013)

[9] Ρωμ. β΄ 15.

[10] Τὸ ἀναφέρει ὁ Δημήτρης Πικιώνης (1887-1968) στὸ κείμενό του «Συναισθηματικὴ τοπογραφία» (1935).

[11] Πεντζίκη, «Προσεύχομαι στὰ πράγματα γιὰ νὰ μὲ δώκουν ζωή», περιοδ. Τὸ Τέταρτο,τχ. 2, Ἰούνιος 1985.

[12] Πεντζίκη, Ὁμιλήματα, ἐκδ. ΑΚΡΙΤΑΣ, 1992 (α΄ἐπανέκδοση), σελ. 90

[13] Πρωτοπρεσβύτερος Στέφανος Ἀναγνωστόπουλος · ὁ ὁποῖος τοῦ συνιστοῦσε συνεχῶς τὴν ἀνάγνωση ὅλου τοῦ ἔργου τοῦ Ἁγίου.

[14] Ἀναφορὰ στὸ στίχο «θάλασσα λανθασμένη δὲ γίνεται», τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη ἀπὸ τὴ Μαρία Νεφέλη, ἐκδ. ΙΚΑΡΟΣ, Ἀθήνα 19793.

[15] Νίκου Ἐγγονόπουλου, Στὴν κοιλάδα μὲ τοὺς ροδῶνες, ἐκδ. ΙΚΑΡΟΣ, Ἀθήνα, 1978.

[16] Β΄ Πετρ. γ΄ 12.

[17] Πεντζίκη, «Ὑποσυνειδήτου κλῖμαξ καὶ σουρρεαλισμός», στὸ Ἀντρέας Δημακούδης καὶ ἄλλες μαρτυρίες χαμοῦ καὶ δεύτερης πανοπλίας, ἐκδ ΑΣΕ, 1977, σελ. 183

[18] ὅπ.

[19] Λουκ, ιζ΄ 20-21.

[20] Στρατῆ Πασχάλη, «Ἡ ἐκζήτηση τῆς ἀδεξιότητας», περιοδ. Σύναξη, τχ. 27, σελ. 110, χωρὶς συγκεκριμένη παραπομπὴ στὴ Lettre du Voyant,στὸν Paul Demeny, στὶς 15 Μαΐου 1871, τὴν ὁποία ἁπλῶς ἀναφέρει.

[21] Γαλ β΄ 20

[22] π. Νικολάου Λουδοβίκου, «Τὸ φαινόμενο τῆς νεοειδωλολατρείας καὶ ἡ ποιμαντική του ἀντιμετώπιση:ἡ ἀνάγκη μιᾶς ἐπανερμηνείας», Πρακτικὰ ΣΤ΄ Πανελλήνιου λειτουργικοῦ συμποσίου, ΚΛΑΔΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΤΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΗΣ ΚΑΙ ΜΟΡΦΩΤΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, 20051, σελ. 541, χωρὶς συγκεκριμένη παραπομπή.

[23] Σχόλιο πάνω στὸ γνωστὸ στίχο τοῦ Σεφέρη «τὰ μυστικὰ τῆς θάλασσας ξεχνιοῦνται στ’ ἀκρογιάλι», βλ. στὴ συνέντευξη τοῦ Πεντζίκη στὸ περιοδ. Τὸ Τέταρτο, τχ. 2, Ἰούνιος 1985, σελ. 102.

[24] Σεφέρη Γ., Δοκιμὲς Α΄, ΙΚΑΡΟΣ, Ἀθήνα 1974, σελ. 215.

[25] Φ. Ντοστογιέφσκι, Τὸ ὄνειρο ἑνὸς γελοίου, ἐκδ. ΕΡΑΤΩ, Ἀθήνα 2013, σελ. 30.

[26] Πεντζίκη, Πρὸς ἐκκλησιασμόν, ἐκδ. ΑΣΕ, Θεσσαλονίκη 1986, σελ. 63-64.

 

Αφήστε μια απάντηση

 Φιλοξενείται από Blogs.sch.gr
Top