Ο Εκπαιδευτικός ως Σύμβουλος στο Σύγχρονο Σχολείο

Εισαγωγή

Το θέμα στο οποίο αναφέρεται η σημερινή μας εισήγηση, όπως δηλώνει και ο τίτλος της, είναι ο Εκπαιδευτικός ως Σύμβουλος στη σχέση του με τους μαθητές και τους γονείς. Δε θα αναφερθούμε στον ρόλο του Εκπαιδευτικού ως Σύμβουλος Επαγγελματικού Προσανατολισμού.

Για τον Εκπαιδευτικό ως Σύμβουλο υπάρχουν αρκετές αναφορές. Οφείλουμε βέβαια εξαρχής να σημειώσουμε ότι συμφωνούμε με όσους θεωρούν πως οι δύο ρόλοι, Εκπαιδευτικός και Σύμβουλος, είναι διακριτοί, αφού πράγματι το συμβουλευτικό έργο το ασκεί ο ειδικός επιστήμονας. Όμως σε πολλά σημεία συγγενεύουν και αλληλοσυμπληρώνονται.

Εμείς, θα προσπαθήσουμε να αναδείξουμε τις προσδοκίες και απαιτήσεις των γονέων για τον Εκπαιδευτικό. Θα δείξουμε ότι αρκετές από αυτές τις προσδοκίες των γονέων για τον Εκπαιδευτικό στο σύγχρονο σχολείο εγγίζουν τη συμβουλευτική διάσταση του ρόλου του στη σχέση και επικοινωνία του με τους μαθητές και τους ίδιους,

Ο ρόλος

Έχουν γραφεί και ειπωθεί πάρα πολλά για το ρόλο του Εκπαιδευτικού, τα οποία στοχεύουν να μας εξηγήσουν γιατί εξαρχής ήταν ιδεολογικά και συμβολικά φορτισμένος, γιατί πολλές φορές συγχέουμε τον επάγγελμα με το λειτούργημα, γιατί διαμορφώθηκε με στοιχεία (κοινωνικά γνωρίσματα) του γυναικείου φύλου, κ.ά.

Ο ρόλος Εκπαιδευτικός έχει αρκετές διαστάσεις οι οποίες είναι αλληλοσυμπληρούμενες: είναι επιστήμονας, φορέας εξουσίας, μεσάζοντας της κοινωνικοποίησης και της ανάπτυξης της ατομικότητας, πρότυπο μίμησης, ιδιώτης. Ο ρόλος είναι ταυτόχρονα παιδαγωγικός, δημοσιοϋπαλληλικός, προσωπικός.

Ο ρόλος του Εκπαιδευτικού, ως σύνολο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων καθώς και ο τρόπος που τον ασκεί ο καθένας, μέσα σε ένα πεδίο όπως το ορίζει ο Pierre Bourdieu, προσδιορίζεται από κανόνες και απαιτήσεις που α) απαιτούνται και του επιβάλλονται από το θεσμό, β) επιδιώκουν να του επιβάλλουν άτομα ή ομάδες για την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων, γ) ο ίδιος ο Εκπαιδευτικός ως Πρόσωπο επιλέγει.

Αυτές οι απαιτήσεις σήμερα, λόγω των γενικότερων κοινωνικών αλλαγών και εξελίξεων, είναι εντονότερες. Προέρχονται ταυτόχρονα από πολλούς φορείς ή ομάδες συμφερόντων, είναι φανερές ή άδηλες και ασκούνται πάνω στο ρόλο του Εκπαιδευτικού άμεσα ή έμμεσα.([1])

Σχήμα 1: Ρόλος

Στα καθήκοντα του Εκπαιδευτικού είναι να διδάσκει, να παιδαγωγεί και να αξιολογεί. Αγωγή και Διδασκαλία είναι οι δύο όψεις της παιδαγωγικής πράξης. Η Διδασκαλία είναι ένα σύνολο διαπροσωπικών και κοινωνικών σχέσεων, μια διαδικασία επικοινωνίας ανάμεσα σε όσους παίρνουν μέρος και δεν αφορά μόνο τον Εκπαιδευτικό. Μέσω της Διδασκαλίας η οποία είναι ταυτόχρονα τέχνη και επιστήμη ο  Εκπαιδευτικός μεταβιβάζει την κοινωνική πείρα και παράδοση, αλλά ταυτόχρονα δραστηριοποιεί τις δυνάμεις της αλλαγής.

Το σύγχρονο πολυπολιτισμικό σχολείο στοχεύει στην ολόπλευρη ψυχοσωματική και κοινωνική ανάπτυξη και πρόοδο του μαθητή, στην ανάπτυξή του ως Πρόσωπο. Ο εκπαιδευτικός ενθαρρύνει την ενεργοποίηση όλων εκείνων των συναισθηματικών και νοητικών διεργασιών των μαθητών που διεγείρουν το ενδιαφέρον, καλλιεργούν την δεκτικότητα και αναπτύσσουν στρατηγικές μάθησης τέτοιες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εργαλείο για την απόκτηση γνώσεων και μετά το σχολείο.

Αυτό επιτυγχάνεται με τις σκόπιμες αλλά και τις απρογραμμάτιστες ενέργειες του Εκπαιδευτικού Ειδικά οι τελευταίες είναι δυνατόν να αναιρέσουν το αποτέλεσμα των προγραμματισμένων ενεργειών του διότι συμβαίνουν αθόρυβα, στη σχολική τάξη, μέσα στην από την καθημερινή επικοινωνία του με τους μαθητές.

Για να υπάρξει όμως επικοινωνία χρειάζεται να χρησιμοποιούνται οι κατάλληλοι επικοινωνιακοί κώδικες, να διασφαλίζονται οι κατάλληλες εξωτερικές συνθήκες (τόπος, χρόνος), να μην παρεμβάλλονται αρνητικά στερεότυπα και προκαταλήψεις, κ.λπ. Με τον όρο «επικοινωνία» εννοούμε στην πιο γενική του έννοια την κατάσταση εκείνη κατά την οποία ένα μήνυμα μεταβιβάζεται από έναν πομπό σε ένα δέκτη. Για να συντελεστεί η επικοινωνία είναι αναγκαίες δύο προϋποθέσεις. Πρώτον, να υπάρχει ένα πλαίσιο στο οποίο να βασίζεται η λειτουργία της και, δεύτερον, ένα σύστημα σημάτων με το οποίο αυτή να συντελείται. Η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων επιτυγχάνεται μεταδίδοντας το γνωστικό μέρος του μηνύματος μέσω της λεκτικής οδού και το συναισθηματικό ή συγκινησιακό μέρος μέσα από τη μη λεκτική οδό.

Το σχολείο προσπαθεί να πετύχει όσα απαιτεί η κοινωνία μέσα σε δύσκολες κοινωνικές συνθήκες: η εξέλιξη των Μ.Μ.Ε., η παγκοσμιοποίηση, οι αλλαγές στο χώρο των αξιών, δυσχεραίνουν το ρόλο του. Επίσης όλοι οι φορείς της Αγωγής δε στοχεύουν προς την κατεύθυνση που το σχολείο επιθυμεί. Επιπλέον δεν είναι αυτονόητη η κοινωνικά αποδεκτή συμπεριφορά των μαθητών οι οποίοι προέρχονται από οικογενειακά και κοινωνικά περιβάλλοντα που δεν έχουν τον ίδιο κώδικα με αυτόν του σχολείου (Bernstein).

Η σχολική τάξη γίνεται πλέον αντιληπτή ως οικοσύστημα  Η πραγματικότητα δημιουργείται με τη σύμφωνη γνώμη και ενεργό συμμετοχή των μελών της. Η συμμόρφωση και η υπακοή, η ατομική και ομαδική μάθηση μέσα στη σχολική τάξη, η επικοινωνία, οι προσδοκίες είναι ζητήματα που δεν αφορούν μόνο τον εκπαιδευτικό. Σε όλα τα στάδια της μαθησιακής διαδικασίας, ο μαθητής συμμετέχει σε δραστηριότητες ατομικές και ομαδικές. Παράλληλα, όμως, είναι αναγκαίο να του δίνεται εξίσου η ευκαιρία για εξατομικευμένη εργασία σύμφωνα με τους δικούς του τρόπους και ρυθμούς μάθησης. Αποκτά τη δυνατότητα (αλλά και τη ευθύνη) να ανακαλύψει, να ενεργοποιήσει και να αναπτύξει τις προσωπικές του στρατηγικές μάθησης, διευρύνοντας διαρκώς τις γνώσεις του. Έτσι, γίνεται αυτόνομος και ευέλικτος, ικανός να αντεπεξέρχεται σε επικοινωνιακές καταστάσεις προβλέψιμες ή απρόβλεπτες.

Οι απαιτήσεις της Πολιτείας και της Επιστήμης αποτυπώνονται στους στόχους του νέου Δ.Ε.Π.Π.Σ.. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι στόχοι της εκπαίδευσης είναι :

ü      η παροχή γενικής παιδείας

ü      η καλλιέργεια των δεξιοτήτων του μαθητή και η ανάδειξη των ενδιαφερόντων του

ü      η εξασφάλιση ίσων ευκαιριών και δυνατοτήτων μάθησης για όλους τους μαθητές και

ü      η ενίσχυση της πολιτισμικής και γλωσσικής ταυτότητας στο πλαίσιο της πολυπολιτισμικής κοινωνίας

ü      η ευαισθητοποίηση για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και η υιοθέτηση προτύπων συμπεριφοράς

ü      η προετοιμασία για την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών

ü      η φυσική, ψυχική και κοινωνική ανάπτυξη

ü      η ευαισθητοποίηση σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων, παγκόσμιας ειρήνης και διασφάλιση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας

Για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι σημαντικό ρόλο παίζουν η προσωπικότητα του Εκπαιδευτικού, οι διαπροσωπικές σχέσεις μεταξύ εκπαιδευτικού – μαθητών και μεταξύ των μαθητών, ο τρόπος οργάνωσης της σχολικής ζωής και τάξης, η ποιότητα του μαθήματος. Και μόνο η απλή ανάγνωση κάνει φανερό ότι ο ρόλος του Εκπαιδευτικού σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Επιστήμης αλλάζει και είναι αναγκαίο να λειτουργεί και ως Σύμβουλος.

Θα είχε ενδιαφέρον να γνωρίζαμε τις απαιτήσεις και προσδοκίες που έχουν και οι γονείς από τον Εκπαιδευτικό των παιδιών τους. Είναι γνωστό άλλωστε ότι ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια οι σχέσεις της οικογένειας με το σχολείο έγιναν πολύ στενές. Όλο και περισσότερες χώρες ζητούν από τους γονείς να είναι εμπλακούν στην εκπαίδευση των παιδιών τους και να γίνουν ενεργοί συμπαραστάτες του σχολείου.

Στα πλαίσια της διδακτορικής μας διατριβής ρωτήσαμε ένα δείγμα γονέων για το ποιον θεωρούν ως ιδανικό Δάσκαλο για τα παιδιά τους.

Οι απαντήσεις τους αναφέρονται σε ζητήματα που αφορούν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του Δασκάλου, τη διδακτική του επάρκεια, την αγάπη για τη δουλειά του όπως επίσης την αγάπη και ενδιαφέρον του για το παιδί.

Αναφέρουν μεταξύ άλλων τα εξής:

ü      να αισθάνεται υπεύθυνος για την επιτυχία ή αποτυχία των μαθητών

ü      να δημιουργεί κλίμα εμπιστοσύνης με τα παιδιά

ü      να ενθαρρύνει και να ενισχύει θετικά τους μαθητές

ü      να έχει ψυχική επαφή με τα παιδιά

ü      να προσεγγίζει τα παιδιά ανάλογα με τις ιδιαιτερότητές τους

ü      να τον διακρίνει ικανότητα για σωστή επικοινωνία με το μαθητή για να δημιουργεί ερέθισμα για μάθηση

ü      να τονώνει την αυτοπεποίθηση του κάθε παιδιού

ü      να ασχολείται με όλα τα παιδιά στην τάξη κι όχι μόνο με τους καλούς μαθητές

ü      να εξηγεί τα μαθήματα στα παιδιά και να τα καταλαβαίνουν

ü      να κάνει τα παιδιά να αγαπάνε τα μαθήματα όπως τα παιχνίδια

ü      να πλησιάζει πολύ τα παιδιά, να τα αγαπάει και το κυριότερο να τον νιώθουν πάντα δίπλα τους

ü      να κάνει  διάλογο με το παιδί

ü      να μην κάνει διακρίσεις

Όπως προκύπτει από την παρουσίαση των απαντήσεων, για τους γονείς δεν είναι αρκετό ο Εκπαιδευτικός να «μαθαίνει γράμματα στα παιδιά τους», ούτε να διδάσκει καλά και να παρακολουθεί τις εξελίξεις της Επιστήμης. Ο Δάσκαλος (ο Εκπαιδευτικός γενικότερα) πρέπει να διακρίνεται για την αγάπη του προς το παιδί, να ενδιαφέρεται για τη γενικότερη ψυχοσωματική και κοινωνικοσυναισθηματική του ανάπτυξη, να κατανοεί και να συμπαρίσταται στα παιδιά, με ένα λόγο να είναι κοντά τους. Ο Εκπαιδευτικός δηλαδή πρέπει να λειτουργεί σε σχέση με το παιδί ως στοργικός συμπαραστάτης και ως βοηθός – διευκολυντής της ανάπτυξής τους, να μην κάνει διακρίσεις μεταξύ των μαθητών, να ενδιαφέρεται για όλα τα παιδιά χωρίς εξαίρεση, να δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γι’ αυτά που δυσκολεύονται, να τα ενθαρρύνει, δηλαδή να αναπληρώνει τις ελλείψεις της οικογένειας. Να εμπνέει, να αποτελεί πρότυπο, να οδηγεί τους μαθητές στην αυτονομία.

Γι’ αυτό σπουδαίο ρόλο παίζουν και τα χαρακτηριστικά της Προσωπικότητάς του. Ο Εκπαιδευτικός, όπως λένε οι γονείς, πρέπει:

ü      να είναι ανοιχτόμυαλος, αντικειμενικός, δραστήριος, δημοκρατικός, μεθοδικός, ενθαρρυντικός, επικοινωνιακός, ευρηματικός, σεμνός, υπομονετικός, καλός, ηθικός, ήρεμος,, ευχάριστος, ευγενικός και σεβαστικός προς τους μαθητές, λίγο αυστηρός,

ü      να έχει διορατικότητα, οργανωτικότητα, σταθερότητα χαρακτήρα και συμπεριφοράς, καλή διαγωγή, υπομονή, καλοσύνη, επιμονή

Είναι σαφές ότι για να τα καταφέρει ο Εκπαιδευτικός να ανταποκριθεί στις ανάγκες και απαιτήσεις του ρόλου του είναι ανάγκη να ασκήσει και να χρησιμοποιήσει τις συμβουλευτικές δεξιότητες που έχει και τις οποίες εμπειρικά και άτυπα ασκεί.

Όμως ο Εκπαιδευτικός πρέπει να λειτουργήσει ως Σύμβουλος και στη σχέση του με τους γονείς. Αρκετές έρευνες αναφέρονται στη σχέση της οικογένειας με το σχολείο και αναδεικνύουν το ρόλο και τη σημασία του μορφωτικού, οικονομικού επιπέδου και γενικότερα των δομικών και λειτουργικών χαρακτηριστικών της οικογένειας στην εκπαιδευτική διαδικασία. Τονίζουν επίσης ότι η σχέση τους κυριαρχείται από πολλά στερεότυπα. Αναφέρονται επίσης σε εμπόδια στην επικοινωνία και συνεργασία των γονέων με το σχολείο τα οποία αποδίδονται είτε στους γονείς είτε στους εκπαιδευτικούς. Κριτική δέχονται οι έρευνες που υποστηρίζουν ότι είναι εφικτή η συνεργασία, επειδή αναφέρονται γενικά σε «γονείς» χωρίς να παίρνουν υπόψη τους χαρακτηριστικά των γονέων, όπως η κοινωνική τάξη, η εθνικότητα, και το φύλο Αρκετές έρευνες δείχνουν ότι οι γονείς δεν έχουν όλοι τις ίδιες σχέσεις με το σχολείο, το οποίο ούτε το αντιλαμβάνονται ούτε το αναπαριστούν με όμοιο τρόπο. Δεν αναπτύσσουν τις ίδιες στάσεις έναντι της εκπαίδευσης των παιδιών τους και δεν εμπλέκονται στον ίδιο βαθμό όσον αφορά το εκπαιδευτικό έργο του σχολείου και την προετοιμασία του παιδιού στο σπίτι. Ωστόσο, τα σχολεία είναι ανάγκη να εμπλέξουν και να βοηθήσουν όλους τους γονείς και τα παιδιά τους, αφού η εκπαίδευση είναι ζήτημα που δεν αφορά μόνον το σχολείο, αλλά επίσης την οικογένεια και την κοινότητα. Δεν μπορούν χωρίς τη συνεργασία της οικογένειας να είναι αποτελεσματικά για όλους τους μαθητές τους

Παρουσιάζουμε τις απόψεις των γονέων για το πώς επιθυμούν τη σχέση και συνεργασία τους με τον Εκπαιδευτικό:

ü            να συζητάει και με τους γονείς γιατί δεν είναι όλοι μορφωμένοι

ü            να συνεργάζεται για το όποιο πρόβλημα με τους γονείς

ü            φιλικός απέναντι στους γονείς

ü            να κάθεται να εξηγεί στους γονείς για την πρόοδο των παιδιών και για  όλα τα προβλήματα που υπάρχουν

ü            να ενημερώνει σωστά τους γονείς για τη συμπεριφορά του μαθητή

ü            να λένε την αλήθεια για τη συμπεριφορά του παιδιού στην τάξη και αν διαβάζει καλά

ü            πρόθυμος να συζητήσει τα προβλήματα που μπορεί να υπάρχουν

ü            να έχει καλές γνώσεις, κατάρτιση, μεθοδικότητα

ü            να μπορούν να μεταδώσουν αυτά που πρέπει στα παιδιά

Από τις απαντήσεις των γονέων φαίνεται με σαφήνεια ότι οι απαιτήσεις και προσδοκίες τους από τον Εκπαιδευτικό εμπεριέχουν στοιχεία της συμβουλευτικής διάστασης του ρόλου του. Επιθυμούν να είναι αυτός που θα κάνει το πρώτο βήμα, που θα διαμορφώσει το πλαίσιο ώστε οι συναντήσεις τους να έχουν όφελος για τα παιδιά τους.

Οι γονείς έκαναν ιδιαίτερη αναφορά και στα προσόντα που κατά τη γνώμη τους πρέπει να έχει ο Εκπαιδευτικός.. Δε θα αναφέρουμε τις απαντήσεις τους. Σημειώνουμε μόνο πως οι προσδοκίες και απαιτήσεις τους είναι τόσες που ο Εκπαιδευτικός πάντα θα υπολείπεται. Σύμφωνα με τους γονείς ο Εκπαιδευτικός πρέπει να έχει διδακτική επάρκεια και άριστη παιδαγωγική κατάρτιση, να ενημερώνεται σχετικά με τις εξελίξεις στη δουλειά του, να έχει μεταδοτικότητα και να προσπαθεί συνεχώς να βελτιώνεται για να μπορεί να βοηθήσει τα παιδιά τους.

Αντί συμπεράσματος

Σύμφωνα με τις απαιτήσεις που διατυπώνονται στο Δ.Ε.Π.Π.Σ. αλλά και τις απόψεις των γονέων φαίνεται ότι ο Εκπαιδευτικός είναι αναγκαίο να αντιληφθεί ότι ο ρόλος αλλάζει και δεν είναι μόνο αίτημα αλλά και ανάγκη να λειτουργήσει ως Σύμβουλος, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που οι εξειδικευμένοι επιστήμονες θα αναλάβουν το συγκεκριμένο ρόλο στο σχολείο. Αυτό θα συμβεί όχι γιατί αυτό είναι απαίτηση της Πολιτείας, της Επιστήμης, των γονέων ή των μαθητών, αλλά γιατί αυτή είναι η πραγματικότητα: το σχολείο αλλάζει και ο εκπαιδευτικός δεν μπορεί να λειτουργήσει με άλλον τρόπο.

Ο Εκπαιδευτικός είναι ανάγκη πλέον να επικοινωνεί, να σχετίζεται εύκολα, να καταλαβαίνει και να αντιμετωπίζει τα προβλήματα των μαθητών. Να είναι δίκαιος, ευαίσθητος, να δημιουργεί ατμόσφαιρα εμπιστοσύνης, να είναι ειλικρινής, να βοηθά τους μαθητές να αποκτήσουν εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, να έχει προσδοκίες απ’ αυτούς, να δημιουργεί κίνητρα, να αναπτύσσει στάσεις και αξίες, να συνεργάζεται με γονείς, μαθητές, συναδέλφους, να αποκτά συνεχώς νέες πληροφορίες, γνώσεις και ικανότητες.

Πώς θα το καταφέρει αυτό;

Χρειάζεται κατά τη διάρκεια των σπουδών του, αλλά κι αργότερα κατά τη συμμετοχή του σε επιμορφωτικές σεμινάρια και ημερίδες, να ασκηθεί σε δεξιότητες όπως η προσεκτική ακρόαση των μαθητών, η εμπαθητική κατανόηση, η βλεμματική επαφή, η ενσυναίσθηση, η οικοδόμηση πάνω στα θετικά στοιχεία, η εξοικείωση με τη γλώσσα του σώματος, η αποδοχή και κατανόηση του άλλου, η έκφραση συναισθημάτων. Με τη γνώση και χρήση αυτών των δεξιοτήτων θα προσπαθήσει να ικανοποιήσει τις βασικές ανάγκες των μαθητών για ασφάλεια, αγάπη, ταύτιση, δύναμη, ανεξαρτησία, αυτοαντίληψη, αυτοεκτίμηση, αυτοτέλεια, στοχεύοντας επίσης στην μεγιστοποίηση της μαθησιακής επιτυχίας και στην ανάπτυξη των εσωτερικών κινήτρων των μαθητών.

Χρειάζεται βεβαίως  και η Πολιτεία να σταθεί δίπλα στον εκπαιδευτικό, αρωγός και συμπαραστάτης στο δύσκολο έργο που καλείται να φέρει εις πέρας. Καθώς ο ρόλος αλλάζει, το αποτέλεσμα πολλές φορές είναι η κόπωση, το άγχος και σε πολλές περιπτώσεις η δυσφορία των εκπαιδευτικών. Γι’ αυτό χρειάζεται η φροντίδα.

Ενδεικτική σχετική βιβλιογραφία

Καλαβά – Μυλωνά, Ν. (2000). Ο Εκπαιδευτικός στο ρόλο του Συμβούλου. Επιθεώρηση Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού, 54-55: 97-101.

Κοσμίδου – Hardy, Χ. (1998). Ο δάσκαλος ως σύμβουλος στη διδακτική μαθησιακή συνάντηση. Επιθεώρηση Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού, 46-47: 33-63.

Κοσμίδου – Hardy, Χ. (1997). Αναζητώντας την ταυτότητα του επιτυχημένου καθηγητή ΣΕΠ: υπόθεση ειδίκευσης; Επιθεώρηση Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού, 40-41: 112-115.

Κοσμόπουλος, Αλ. (1999). Ψυχολογία και Οδηγητική της Παιδικής και Νεανικής Ηλικίας. Αθήνα: Γρηγόρης.

Κοσμόπουλος, Αλ. (1996). Σύμβουλος και Δάσκαλος: δυο όψεις του ίδιου νομίσματος; Επιθεώρηση Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού, 38-39: 102-109.

Μαλικιώση – Λοΐζου, Μ. (2001). Η Συµβουλευτική Ψυχολογία στην Εκπαίδευση. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα

Μάνος, Κωνσταντίνος Γ. (1997) Η Συµβουλευτική στην Εκπαίδευση τ. Α΄ και Β΄. Αθήνα.

Μπρούζος, Α. (19982). Ο Εκπαιδευτικός ως λειτουργός Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού: Μια ανθρωπιστική θεώρηση της εκπαίδευσης . Αθήνα: Λύχνος.

Μπρούζος, Α. (1997). Οι μαθητές κρίνουν τους καθηγητές τους ως λειτουργούς συμβουλευτικής: εμπειρική προσέγγιση. Επιθεώρηση Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού, 40-41: 143-161.

Μπρούζος, Α. Ράπτη, Κ. (2001). Ο συμβουλευτικός ρόλος του εκπαιδευτικού στο πολυπολιτισμικό σχολείο. Επιθεώρηση Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού, 58-59: 75-90.

Μυλωνάς, Θ. (1993). Αλλαγές του ρόλου του εκπαιδευτικού στην Ελλάδα. Σύγχρονη Εκπαίδευση, 68:29-37.

Σιούτα Ε. (1998). Ο Εκπαιδευτικός – σύμβουλος στη σύγχρονη σχολική και κοινωνική πραγματικότητα. Επιθεώρηση Συμβουλευτικής και Προσανατολισμού, 46-47: 133-136..


[1] π.χ. προέρχονται από τους προϊσταμένους,  τους επιστήμονες, τους συναδέλφους, τους γονείς, τους μαθητές, τους καθηγητές της μέσης εκπαίδευσης («οι δάσκαλοι μας τα στέλνουν αγράμματα»), αλλά και την κοινή γνώμη γενικότερα.

Αφήστε μια απάντηση