Στη στήλη που διατηρεί στην Ελευθεροτυπία η Μαρία Μυστακίδου, συστήνει καθημερινά στους αναγνώστες της ενδιαφέροντες δικτυακούς τόπους. Σήμερα, πρότεινε τον ιστοτόπο της πόλης του Ροβανιέμι (το χωριό του Αι-Βασίλη, ντε). Σημείωσα τη διεύθυνση για να τον επισκεφτώ με την κρυφή ελπίδα πως θα μάθαινα και κάτι για τους εκατοντάδες αναξιοπαθούντες συμπατριώτες, οι οποίοι  αναγκάζονται, κάθε χρόνο τέτοιες μέρες, να ξενιτευτούν στον αφιλόξενο λαπωνικό βορρά.

Φώναξα μάλιστα και τη μικρή μου κόρη να δει τον Αι-Βασίλη και τους χωριανούς του. Ήρθε ανόρεχτα:

– Σιγά τον Άγιο Βασίλη, είπε, αυτός όλο κάτι πλαστικά ελαφάκια φέρνει. Τα καλά δώρα τα φέρνει ο Γερμανός…

Χάζεψε λίγο τον Άγιο (που δεν τον βρήκε του γούστου της), είπε κάτι για τα ελαφάκια που μοιάζουν με …»γαϊδούρια» και έφυγε αφήνοντάς με εμβρόντητο. Όχι γιατί έφυγε αλλά απ’ αυτά που διάβαζα.

Υποθέστε ότι είχαμε εμείς κάτι ανάλογο με το χωριό του Αι-Βασίλη. Φανταστείτε λίγο τον ιστοτόπο του…

Δε θα αναστέναζε από κατάνυξη; Δε θα ήταν τίγκα στα σουβενίρ, τα κομποσκοίνια, τις εικονίτσες; Δε θα διαφήμιζε ρουμς του λετ και τσίκνα από τοπική σπεσιαλιτέ; Δε θα τύλιγε την τοπική ανάπτυξη σε ολίγη από αρχαίο πνεύμα αθάνατο και αγώνες ενάντια στον ξένο κατακτητή; Κι όλ’ αυτά με γουέμπ ντιζάιν τσίλικο, σε φόντο κατά προτίμηση ουρανί, με τζάβα σκριπτ όμορφα, κάθε κλικ και θαύμα, και μουσική υπόκρουση κάτι από ζόρμπα δε γκρηκ.

Αλλά είπαμε, εμείς είμεθα άνθρωποι μεσογειακοί, ζεστοί, εξωστρεφείς και ευφυείς.

Ενώ αυτοί, οι βόρειοι, οι Λάπωνες, οι άξεστοι, οι απόγονοι των βαρβάρων, που έλιαζαν βελανίδια τα φυματικά τους καλοκαίρια, όταν εμείς χτίζαμε Παρθενώνες, πώς λέτε ότι διαφημίζουν την πραμάτειά τους;

Με ένα κειμενάκι  λίγων σειρών, σε δώδεκα γλώσσες (δεν τους έφταναν τα εγγλέζικα), και στα ελληνικά μάλιστα, ένεκα οι αναξιοπαθούντες συμπατριώτες που λέγαμε. Πού είναι ο Αι- Βασίλης στο κείμενο οέο; Πουθενά ο Αι – Βασίλης, οι άσχετοι. Αντ’ αυτού κάτι ακαταλαβίστικα. Απ’ τον τίτλο κιόλας «το Ροβανιέμι- κέντρο διεθνούς τεχνογνωσίας και πολιτισμού«. Ρε πλάκα με κάνετε; Πού είναι ο Αι-Βασίλης;

Κι από κάτω η πρώτη παράγραφος (εντάξει, αυτή την έβαλαν σωστά, μετά τον τίτλο). Αντιγράφω: » …Η πόλη έχει ένα υψηλού εκπαιδευτικού επιπέδου εργατικό δυναμικό έτοιμο να αναλάβει δράση προσφέροντας υψηλής ποιότητας υπηρεσίες και τεχνογνωσία. Συγκριτικά με το μέγεθος του πληθυσμού (60.000 κάτοικοι), ο αριθμός των δημιουργικών επαγγελματιών στο Ροβανιέμι είναι ο τρίτος μεγαλύτερος στη Φινλανδία». Ρε, έχετε τον Άγιο Βασίλη και μιλάτε για την εκπαίδευση και τα δημιουργικά επαγγέλματα; Είστε με τα καλά σας;

Το πράγμα, όμως, χειροτερεύει αμέσως μετά:  «Στο Ροβανιέμι, η ποιότητα ζωής αποτελεί τη στέρεα βάση για την παραγωγική δημιουργικότητα. Μέσα σε αυτό το πλούσιο και λειτουργικό περιβάλλον, πολίτες και επιχειρήσεις μπορούν να αναπτύξουν τις δυνατότητές τους…» Άκου οι άσχετοι, ποιότητα ζωής και τουρισμός. Ρε σεις, φέρτε Έλληνες μάνατζερς να σας κάνουν τον πάγο τσιμέντο, Φαληράκι, Μύκονο και Μάλλια μαζί, να ποτίσουν αγνή μεσογειακή μπόμπα τον τουρίστα, να κάνει τούμπες στο χιόνι και να το φχαριστιέται, κι αφήστε τις φιλοσοφίες με την ποιότητα ζωής.

Αλλά η χαριστική βολή ήρθε αμέσως μετά. Ολόκληρη θεματική περιοχή του ιστοτόπου αφιερωμένη στην εκπαίδευση. Στην πρωτοβάθμια, που οι δάσκαλοι, λέει, είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για τη μόρφωση των παιδιών (το σκεφτήκατε καλά;), τη Δευτεροβάθμια και τη βασική καλλιτεχνική εκπαίδευση που «διδάσκει τα παιδιά», ακούστε το καλύτερο, «ικανότητες αυτοέκφρασης και δεξιότητες χρήσιμες για την επαγγελματική, ανώτερη και ανώτατη ακαδημαϊκή εκπαίδευση» (πώς λένε τον Λάπωνα μπουζουκτσή;)  και την Τριτοβάθμια, με τρία Πανεπιστήμια,  στην οποία φοιτούν 11.000 κάτοικοι της πόλης, δηλαδή το 18% του πληθυσμού (φανταστείτε τρία Πανεπιστήμια στη Μύκονο). Και τότε ποιος σερβίρει σ’ αυτήν την πόλη; Αφιλόξενοι βάρβαροι, ε βάρβαροι!

Και πουθενά ο Αι-Βασίλης…

Τέτοια αντιστροφή αξιών στην παγωμένη Λαπωνία. Να ΄χεις το χρυσωρυχείο στα πόδια σου, να σου ‘ρχονται ένα εκατομμύριο ματσωμένοι τουρίστες τον χρόνο και συ να χτίζεις Πανεπιστήμια και να στέλνεις τα παιδιά σου να παρα-μορφωθούν αντί να τα κονομήσουν γρήγορα κι εύκολα.

Και τα διαβάζω και συγχύζομαι και βγαίνω απ’ τα ρούχα μου χρονιάρες μέρες. Αλλά συγκρατούμαι. Γιατί ξέρω ότι εμείς κινούμαστε σ’ άλλες σφαίρες.  Γιατί εμείς είμεθα άνθρωποι μεσογειακοί, ζεστοί, εξωστρεφείς και ευφυείς. Και τα ‘χουμε λυμένα αυτά. Και το ξεχνάω. Γιατί έχω να πάω και διάλογο μετά τις γιορτές. Για τις Πανελλαδικές. Γιατί όλα τ’ άλλα τα ‘χω λύσει…

Ο ιστοτόπος των βαρβάρων

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων