Από την αρχή της νεας χρονιάς στο νηπιαγωγείο μας άρχισε να πραγματοποιείται η Δανειστική βιβλιοθήκη.Ο μαθητής επιλέγει το βιβλίο που θα δανειστεί για το Σαββατοκύριακο βρίσκει το εξωφυλλο που αντιστοιχει στο κάθε βιβλίο και γράφει ημερομηνία και το όνομα του.
Να σημειωθεί ότι όλα αυτά γίνονται αφού έχει υπογράψει το “συμβόλαιο” για το πως συμπεριφερόμαστε στα βιβλία και πως τα αντιμετοπίζουμε με σεβασμό.
Αφού λοιπόν το διαβάσει κάνει την ανατιθέμενη εργασία και το επιστρέφει στο σχολείο. Παρουσιάζει την εργασία του και φροντίζει να την βάλει στον φάκελο του και στο συρτάρι. Ρουτίνα που προάγει τόσο την φιλαναγνωσία αλλά και την υπευθυνότητα και την αυτονομία.
Παρακάτω παρατίθεται ένα άρθρο σχετικά με την διήγηση παραμυθιών με γονεική εμπλοκή, του Νίκου Τσακνάκη (Κλινικός Ψυχολόγος Παιδιού Και Εφήβου)
Πώς «μιλάει» το παραμύθι στην παιδική ψυχή;
Μέσα από την αφήγηση του παραμυθιού το παιδί κινητοποιεί τη δύναμη της φαντασίας του και προσπαθεί να μορφοποιήσει κάθε φορά το σκηνικό της ιστορίας και να τοποθετήσει τους ήρωες σε αυτή. Έτσι, ενδυναμώνεται και ασκείται η φαντασία του. Συμβολισμοί και μεταφορές, συμβάλλουν στην κατανόηση από το παιδί σύνθετων και πολύπλοκων θεμάτων όπως είναι η φιλία, η οικογένεια, ο αποχωρισμός και ο θάνατος (Cassar, 2000; Fleer & Hammer, 2013). Σταδιακά το παιδί που ήδη από τα 2 έτη αρχίζει να κατανοεί καλύτερα τη συμβολική διάσταση της γλώσσας καθώς και το συμβολικό παιχνίδι, βρίσκει ανακούφιση μέσα στο παραμύθι από τα υπαρξιακά του άγχη. Για παράδειγμα, του δίνεται η δυνατότητα να εξοικειωθεί σιγά-σιγά με την έννοια της ζωής και του θανάτου (π.χ. ο Καλός ζει ευτυχισμένος και ο Κακός τιμωρείται με θάνατο) (Cassar, 2000; Fleer&Hammer, 2013).
Καθώς, λοιπόν, το παραμύθι λειτουργεί καταπραϋντικά στις ανησυχίες της παιδικής ψυχής, μπορούμε εύκολα να κατανοήσουμε το ρόλο και τη λειτουργία του στη συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού. Το παιδί ταυτίζεται με τους ήρωες και μέσα από αυτήν την ταύτιση ζει τις συναισθηματικές καταστάσεις των χαρακτήρων. Το παιδί βιώνει ένα φάσμα συναισθημάτων όπως χαρά, αγωνία, απογοήτευση, λύτρωση, διαδικασία που το βοηθάει να κατανοήσει και να ονοματίσει τα συναισθήματά του. Η διαδικασία αυτή από μόνη της ηρεμεί την παιδική ψυχή που ακόμα δυσκολεύεται να προσδιορίσει τι νιώθει και μαθαίνει να ρυθμίζει τα συναισθήματά του κάτω από διάφορες και διαφορετικές συνθήκες. Αρχίζει, δηλαδή, να κατακτά τη συναισθηματική αυτορρύθμιση (Cassar, 2000; Fleer&Hammer, 2013; Blake&Maiese, 2008).
Ακόμη, το παραμύθι βοηθάει το παιδί σιγά-σιγά να κοινωνικοποιηθεί. Πιο συγκεκριμένα, μέσα από τους ήρωες, διδάσκεται κοινωνικά αποδεκτές συμπεριφορές και μοντέλα συμπεριφορών. Παράλληλα, οι λύσεις που βρίσκουν οι ήρωές του, αποτελούν πρότυπα μίμησης για να αντιμετωπίσει παρόμοια προβλήματα. Το παιδί μαθαίνει την ύπαρξη του καλού και του κακού, την έννοια της τιμωρίας και της επιβράβευσης, του δίκαιου και του άδικου, της δύναμης και της αδυναμίας. Έτσι από την πραγματικότητα του παραμυθιού, σταδιακά μεταβαίνει στις «πραγματικότητες» της ζωής (Cassar, 2000; Fleer&Hammer, 2013).
Πώς λειτουργεί το παραμύθι στη σχέση γονέα-παιδιού;
Όταν ο γονιός αφηγείται ένα παραμύθι στο παιδί, η σχέση τους ενισχύεται. Είναι μία στιγμή ζεστασιάς και συναισθηματικής εγγύτητας. Μία στιγμή που ο γονιός «διαλέγεται» με το παιδί. Είναι η στιγμή που μπορεί ο γονιός να «αφουγκράζεται» το παιδί του. Τα οφέλη του παραμυθιού τόσο για το παιδί όσο και για τη σχέση με το γονιό του ενδυναμώνονται όταν η ώρα του παραμυθιού είναι συγκεκριμένη, σαν ένα τελετουργικό (π.χ. το βράδυ πριν τον ύπνο στο δωμάτιο του παιδιού). Καλό θα ήταν η τελετουργία αυτή να εμπλουτίζεται, όπως για παράδειγμα ο γονιός να ζητά από το παιδί να αποφασίσει για την επόμενη κίνηση του ήρωα ή να φτιάξουν μαζί μία ιστορία από την αρχή. Σε αυτήν την περίπτωση η αφήγηση γίνεται πιο διαδραστική. (Fleer&Hammer, 2013; Blake&Maiese, 2008).
Το παιδί κινητοποιείται νοητικά και φαντασιακά μέσα από τον παραμυθιακό λόγο και την εικόνα. Ο γονιός στα μάτια του παιδιού αποκτά ενεργό ρόλο και τον οδηγεί στον κόσμο των συμβόλων.



