Θάλασσα, θάλασσα

Τραγούδια για τη θάλασσα μας θυμίζουν το καλοκαίρι.

Ποιητές μας μιλούνε για θάλασσες!

Οι θαλασσογραφίες είναι αγαπημένο θέμα,  όταν ζωγραφίζουμε.

Το θαλασσινό τριφύλλι

 Μια φορά στα χίλια χρόνια
του πελάγου τα τελώνια
μες στα σκοτεινά τα φύκια
μες τα πράσινα χαλίκια.

Το φυτεύουνε και βγαίνει
πριν ο ήλιος ανατείλει
το μαγεύουνε και βγαίνει
το θαλασσινό τριφύλλι.

Το θαλασσινό τριφύλλι ποιος
θα βρει να μου το στείλει.
Ποιος θα βρει να μου το στείλει
το θαλασσινό τριφύλλι.

Μια φορά στα χίλια χρόνια
κελαηδούν αλλιώς τ’ αηδόνια.
Δε γελάνε μήτε κλαίνε,
μόνο λένε μόνο λένε.

Μια φορά στα χίλια χρόνια
γίνεται η αγάπη αιώνια.
Να `χεις τύχη να `χεις τύχη
κι η χρονιά να σου πετύχει.

Το θαλασσινό τριφύλλι ποιος
θα βρει να μου το στείλει.
Ποιος θα βρει να μου το στείλει
το θαλασσινό τριφύλλι.

 Οδυσσέας Ελύτης

 

1 Βγαίνει η βαρκούλα,
βγαίνει η βαρκούλα του ψαρά
από το περιγιάλι,
βαρκούλα, βαρκούλα,
από το περιγιάλι,
βαρκούλα του ψαρά.

 

2 Κι απλώνει ο ναύτης
κι απλώνει ο ναύτης με χαρά
τα δίχτυα του και πάλι,
βαρκούλα, βαρκούλα,
τα δίχτυα του και πάλι,
βαρκούλα του ψαρά.

 

3 Το φεγγαράκι,
το φεγγαράκι το γιαλό
τον κάνει σαν καθρέφτη,
βαρκούλα, βαρκούλα,
τον κάνει σαν καθρέφτη,
βαρκούλα του ψαρά.

 

4 Και κάθε ψάρι
και κάθε ψάρι παχουλό
μέσα στα δίχτυα πέφτει,
βαρκούλα, βαρκούλα,
μέσα στα δίχτυα πέφτει,
βαρκούλα του ψαρά.

 

5 Πολύ κουράστη-
πολύ κουράστηκες ψαρά
τα ψάρια είναι δικά σου
βαρκούλα, βαρκούλα,
βαρκούλα του ψαρά.

 

6 Και πούλα τα
και πούλα τα στην αγορά
να θρέψεις τα παιδιά σου
βαρκούλα, βαρκούλα,
να θρέψεις τα παιδιά σου
βαρκούλα του ψαρά.

 

 (Κωστή Παλαμά, αρχικό ποιήμα με τίτλο «Ο Ψαράς»)

P1100642

P1100641 P1100640 P1100639 P1100638 P1100637 P1100636 P1100635 P1100634 P1100633 P1100632 P1100643

και επίσης:

Πηδάμε στις βάρκες

λύνουμε τα σκοινιά

και τραγουδάμε τη θάλασσα

Γιάννης Ρίτσος

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου: Η Γιορτή της Μάθησης, Τρεις Ιεράρχες

Στις 30 Ιανουαρίου η εκκλησία μας τιμά τη μνήμη των τριών Ιεραρχών :

Το Μέγα Βασίλειο, το Γρηγόριο το Θεολόγο και τον Ιωάννη το Χρυσόστομο.

Ζούσαν απλή ζωή χωρίς πολυτέλειες. Αφιέρωσαν τη ζωή τους στους φτωχούς συνανθρώπους τους και στους δυστυχισμένους.

Ήταν και οι τρεις σοφοί. Αγάπησαν τα γράμματα και τον πολιτισμό των αρχαίων Ελλήνων.

Έγιναν μεγάλοι δάσκαλοι, πραγματικοί φωστήρες, αλλά και σπουδαίοι ρήτορες.

Για τη σοφία τους και την καλοσύνη τους, ο λαός τους εκτιμούσε και τους αγαπούσε.

Η γιορτή των τριών Ιεραρχών είναι η γιορτή των δασκάλων και των μαθητών, των σχολείων και των γραμμάτων, των βιβλίων και της μάθησης.

 

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΤΟΥ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟΥ ΜΑΣ

Η Γιορτή των Τριών Ιεραρχών

Την Πέμπτη 30 Ιανουαρίου και ώρα 9:οο το πρωί, ο Σύλλογος Διδασκόντων του

Νηπιαγωγείου μας θα παρευρεθεί

στη λειτουργία του Ι.Ν Αγίου Στεφάνου της Εξοχής για τον εορτασμό των Τριών

 Ιεραρχών. Παρακαλούνται όσοι γονείς επιθυμούν να συνοδεύσουν τα παιδιά τους στην εκκλησία αυτή τη μέρα.

Τα σχολεία αυτή τη μέρα αργούν.

 Αυτές τις μέρες, Θυμόμαστε το παρακάτω υπέροχο ποιήμα του Παλαμά:

 ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΧΤΙΣΤΕ

 Λιτά χτίστε τα, απλόχωρα, μεγάλα,

γερά, θεμελιωμένα από της χώρας

ακάθαρτης, πολύβοης, αρρωστιάρας

μακριά μακριά τ’ανήλιαγα σοκάκια,

τα σχολειά χτίστε.

 ………………………………………….

Κι ο δάσκαλος, ποιητής και τα βιβλία

να είναι σαν κρίνα.

 ………………………………………….

 Τα σχολεία χτίστε, υψώστε τα πλατάνια

για το δροσό στης ρεματιάς τη χάρη,

για τον καρπό σπάρτε τα αμπέλια, ας είναι

γούρμα, σταφύλια

…………………………………………

 Λογής, κεχριμπαρένια, άλικα, μαύρα.

 ………………………………………….

Και βαθιούς τράφους γύρω-γύρω σκάφτε

και πύργους πολεμόχαρους υψώστε

και βαρδιατόρους βάλτε να κρατάνε

μακριά-μακριά τον ψεύτη και τον πλάνο

της Ρωμιοσύνης

Κ. Παλαμάς

ΥΛΙΚΟ ΓΙΑ ΤΗ ΓΙΟΡΤΗ, ΘΑ ΒΡΕΙΤΕ ΣΤΟΥΣ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΣΥΝΔΕΣΜΟΥΣ:

*Στην αγαπημένη μας Βικιπαίδεια

*Υλικό για τα Νηπιαγωγεία

*Από την Προοδευτική Κίνηση Δασκάλων και Νηπιαγωγών, πολύ πλούσιο υλικό!

Σαν το κοχύλι μες στην άμμο

ΤΟ ΚΟΧΥΛΙ

*Το έγραψε ο Οδυσσέας Ελύτης το 1979

Έπεσα για να κολυμπήσω
κι άφησα την καρδιά μου πίσω

Άφησα την καρδιά μου χάμω
σαν το κοχύλι μες την άμμο

Πέρασαν όλες οι κοπέλες
με τα μαγιό και τις ομπρέλες

Ύστερα πέρασαν οι φίλοι
κανείς δε βρήκε το κοχύλι

Χρόνους και χρόνους κολυμπάω
που να ν αγάπη για να πάω

Έφαγε η θάλασσα το βράχο
κι έμεινε το νησί μονάχο

«..Η στιγμή γέννησε τον ποιητή..» : Οδυσσέας Ελύτης

Ο Οδυσσέας Ελύτης (2 Νοεμβρίου 191118 Μαρτίου 1996), φιλολογικό ψευδώνυμο του Οδυσσέα Αλεπουδέλλη, ήταν ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, μέλος της λογοτεχνικής γενιάς του ’30. Διακρίθηκε το 1960 με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης και το 1979 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, ο δεύτερος και τελευταίος μέχρι σήμερα Έλληνας που τιμήθηκε με βραβείο Νόμπελ. Γνωστότερα ποιητικά του έργα είναι τα Άξιον Εστί, Ήλιος ο πρώτος, Προσανατολισμοί κ.α. Διαμόρφωσε ένα προσωπικό ποιητικό ιδίωμα και θεωρείται ένας από τους ανανεωτές της ελληνικής ποίησης. Πολλά ποιήματά του μελοποιήθηκαν, ενώ συλλογές του έχουν μεταφραστεί μέχρι σήμερα σε πολλές ξένες γλώσσες. Το έργο του περιλάμβανε ακόμα μεταφράσεις ποιητικών και θεατρικών έργων.

Πολλές λεπτομέρειες για τη ζωή του ποιητή μπορεί κανείς να βρει εδώ:

‘Ενα πολύ καλό βίντεο για τη ζωή του Οδυσσέα Ελύτη είναι το παρακάτω :

Εμείς στο Νηπιαγωγείο προσεγγίσαμε τον ποιητή μέσο του ποιήματός του «Το θαλασσινό τριφύλλι» :

Μια φορά στα χίλια χρόνια
του πελάγου τα τελώνια
μες στα σκοτεινά τα φύκια
μες τα πράσινα χαλίκια.

Το φυτεύουνε και βγαίνει
πριν ο ήλιος ανατείλει
το μαγεύουνε και βγαίνει
το θαλασσινό τριφύλλι.

Το θαλασσινό τριφύλλι ποιος
θα βρει να μου το στείλει.
Ποιος θα βρει να μου το στείλει
το θαλασσινό τριφύλλι.

Μια φορά στα χίλια χρόνια
κελαηδούν αλλιώς τ’ αηδόνια.
Δε γελάνε μήτε κλαίνε,
μόνο λένε μόνο λένε.

Μια φορά στα χίλια χρόνια
γίνεται η αγάπη αιώνια.
Να `χεις τύχη να `χεις τύχη
κι η χρονιά να σου πετύχει.

Το θαλασσινό τριφύλλι ποιος
θα βρει να μου το στείλει.
Ποιος θα βρει να μου το στείλει
το θαλασσινό τριφύλλι.

 

Το νηπιαγωγείο καταθέτει τις ιστορίες του για χάρη της Ποίησης!

Ανακαλύψαμε ένα ανθολόγιο, από εκείνα που δεν είναι πλουμιστά εικονογραφημένα, που δεν έχουν ζωηρά χρώματα κι ούτε σκληρό εξώφυλλο, με λίγα λόγια ένα βιβλίο που «δε σου γεμίζει το μάτι». Το περιεχόμενό του -όμως- είναι υπέροχο, τρυφερό και ποιητικό, κατάλληλο για τις δικές μας νηπιαγωγικές περιπλανήσεις: Από εκεί μέσα διαλέξαμε θησαυρούς και στήσαμε μια μέρα της ποίησης δική μας. Τα παιδιά του Νηπιαγωγείου μας αφιέρωσαν σ’ αυτή τη μέρα, τις δικές τους ποιητικές ιστορίες, και εμείς όλα αυτά τα καταγράφουμε στο παρακάτω ταινιάκι:

Τώρα που ο μικρός Πρίγκηπας μας αποχαιρετά…

Ολοκληρώνουμε το πρότζεκτ «Ποιήματα μετρώ κι αστέρια», με την πραγματοποίηση μιας Γιορτούλας, διαφορετικής από τις άλλες. Θα προβάλλουμε μια ταινία στους καλεσμένους μας, όπου τα παιδιά θα αφηγούνται την ιστορία του Μικρού Πρίγκηπα. Λόγοι ασφαλούς χρήσης του Διαδικτύου μας απαγορεύουν να την παρουσιάσουμε στο ιστολόγιό μας. Δύο τραγούδια από τα πολύ ποιοτικά σι ντι «Τεμπέλης Δράκος» και «Επιστροφή του Τεμπέλη Δράκου» πλαισιώνουν τη γιορτή μας: Η Αλεπού και Δύο Φίλοι

¨Οπως είχαμε πει και στην αρχή του Πρότζεκτ αυτού, ο Μικρός Πρίγκηπας είναι αυτός που μας βοήθησε να τρυπώσουμε στο μαγικό κόσμο των ποιητών. Ετσι κι εμείς μετρήσαμε ποιήματα (από τους ποιητές) κι αστέρια (από το μικρό Πρίγκηπα) και ολοκληρώσαμε με δράσεις γλώσσας αλλά και μαθηματικών. Η τελευταία μαθηματική μας δράση μας δυσκόλεψε, αλλά την καταφέραμε βοηθώντας ο ένας τον άλλον. Θα «πάρετε μια γεύση» από την προβολή που ετοιμάσαμε:

Διονύσιος Σολωμός, ο ποιητής του Εθνικού Ϋμνου

¨Οπως είχαμε υποσχεθεί στα νήπια, μιλήσαμε για τον Διονύσιο Σολωμό. Εκείνο που έκανε εντύπωση στα παιδιά είναι ότι έγραφε τα ποιήματά του στα ιταλικά -στην αρχή της ποιητικής του δημιουργίας. Πρώτο του ποιήμα στα ελληνικά (που το μάθαμε κι εμείς στο νηπιαγωγείο) :

«η Ξανθούλα».

Την είδα την ξανθούλα,
την είδα `ψες αργά
που εμπήκε στη βαρκούλα
να πάει στην ξενιτιά.

Εφούσκωνε τ’ αέρι
λευκότατα πανιά
ωσάν το περιστέρι
που απλώνει τα φτερά.

Εστέκονταν οι φίλοι
με λύπη με χαρά
κι αυτή με το μαντίλι
τους αποχαιρετά.

Και το χαιρετισμό της
εστάθηκα να ειδώ,
ως που η πολλή μακρότης
μου το `κρυψε κι αυτό.

Σ’ ολίγο, σ’ ολιγάκι
δεν ήξερα να πω
αν έβλεπα πανάκι
ή του πελάγου αφρό.

Και αφού πανί, μαντίλι
εχάθη στο νερό
εδάκρυσαν οι φίλοι
εδάκρυσα κι εγώ.

Δεν κλαίγω για τη βαρκούλα
δεν κλαίγω τα πανιά
μόν’ κλαίγω την Ξανθούλα
που πάει στην ξενιτιά.

Δεν κλαίγω τη βαρκούλα
με τα λευκά πανιά
μόν’ κλαίγω την Ξανθούλα
με τα ξανθά μαλλιά.

Το ιστόγραμμα της ενασχόλησής μας με την Παιδική Ποίηση

Μαζί με τα παιδιά, φτιάξαμε το ιστόγραμμα της ενασχόλησής μας με την Παιδική Ποίηση. Οι φωτογραφίες των ποιητών «συνδέθηκαν» με τα ποιήματα που ήδη έχουμε μάθει και τα παιδιά δήλωσαν πως θέλουν να ασχοληθούν και με δύο ακόμη ποιητές: τον Δ Σολωμό (που τον θυμούνται από την 28η Οκτωβρίου και την ακρόαση του Εθνικού Υμνου) αλλά και τον Οδυσσέα Ελύτη που τον επέλεξαν μάλλον «τυχαία» από τις φωτογραφίες των ποιητών που έχουμε αναρτημένες στην τάξη απο την αρχή της χρονιάς!

Αρα, έπεται συνέχεια……………….

Το όνειρο του Μικρού Πρίγκηπα

Ο μικρός μας Πρίγκηπας ξύπνησε σήμερα από τις φωνές των παιδιών του νηπιαγωγείου και μας διηγήθηκε το όνειρό του: είδε τη μαμά του, όταν ήταν μικρό παιδί, να του απαγγέλει το αγαπημένο του ποιήμα και μετά να γελάνε μαζί οι δύο τους. Κι αυτό το όνειρο το είδε δύο φορές!

Κι όπως μας είπε ο ίδιος,  ήταν ένα πολύ σκανταλιάρικο παιδί.

ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΔΙΗΓΗΘΗΚΕ Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ ΣΗΜΕΡΑ:

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΚΑΝΕΙΣ

•Ποιός νἆναι αὐτὸς ὁ «Κύριος Κανείς»;
Χθὲς σὰν καθήσαμε νὰ πιοῦμε τσάι,
μπράμ, νά σου τον, ἕνα φλυτζάνι σπάει
καὶ βρέχει τὸ φουστάνι τῆς Φανῆς,
ὁ σκανταλιάρης «Κύριος Κανείς».

Κι ὕστερα τσίμπησε τὴν ἄσπρη γάτα,
ἔσπασε καὶ δυὸ-τρία καλὰ πιάτα,
ἐζούγκηξε τοῦ Γιάγκου τὸ καπέλλο,
καὶ ξέσκισε τῆς Ἕλλης μας τὸ βέλο,
καὶ μούγκριζε φριχτὰ σὰν Ἐρυννίς,
ὁ πεισματάρης «Κύριος Κανείς».

Ἔχει θαρρῶ κακὴν ἀνατροφή,
γιατὶ ἔβαλε μὲς τὸν καφέ μου ἁλάτι,
καὶ μοῦ ἔμπηξε καρφίτσες στὸ κρεβάτι,
καὶ στὸ σκαμνὶ τοῦ μπέμπη ἕνα καρφί,
κι ὕστερα τὸν ρωτοῦσε: «ποῦ πονεῖς;»
ὁ κατεργάρης «Κύριος Κανείς».

Ποιός νἆναι; -Μπὰ κανείς μας δὲν τὸν ξέρει,
κανείς μας δὲν τὸν εἶδε πουθενά…
Μ’ αὐτὸς τὰ παιχνιδάκια μας χαλνᾶ,
κι ἔσπασε καὶ τῆς πλύσης τὸ πανέρι.
Δὲν εἶναι φαίνεται, καθόλου εὐγενὴς
αὐτὸς ὁ μάγκας «Κύριος Κανείς».

Δὲν τὸν γνωρίζουμε! Ὀρκιζόμαστε.
Μὰ ἡ μητερούλα μας χαμογελᾶ
καὶ λέγει πὼς τὸν ξέρουμε καλὰ
καὶ πὼς δὲν πρέπει νὰ κρυβόμαστε
καὶ ψέματα νὰ λέμε στοὺς γονεῖς,
γιατὶ εἴμαστε ὅλοι ἐμεῖς ὁ «Κύριος Κανείς».

Ν. Ποριώτης

* η Ερινύς: θεϊκό πρόσωπο που στην αρχαία μυθολογία κυνηγούσε τους εγκληματίες.

ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ

Το κείμενο είναι το Πρώτο Ανάγνωσμα του έργου του Οδυσσέα Ελύτη «Άξιον εστί». Η ποιητική αυτή σύνθεση δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1959. Διαιρείται σε τρία μέρη: «Η Γένεσις», «Τα Πάθη» και «Το Δοξαστικόν».
Το Πρώτο Ανάγνωσμα ανήκει στη δεύτερη ενότητα της συλλογής «Άξιον εστί», που τιτλοφορείται «Τα Πάθη». Είναι γραμμένο σε πεζό λόγο – όπως άλλωστε και τα υπόλοιπα πέντε Αναγνώσματα που υπάρχουν στο «Άξιον εστί».
Αναφέρεται στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940, που έγινε κατά το μεγαλύτερο μέρος του στα βουνά της Αλβανίας.
Το κείμενο αρχίζει με τη διαταγή που έλαβε ένα στρατιωτικό σώμα στις 7 Ιανουαρίου 1941 να κατευθυνθεί προς τη γραμμή Χειμάρρας – Τεπελενίου. Μετά από δώδεκα μέρες ξεκούρασης μακριά από την πρώτη γραμμή, οι στρατιώτες έπρεπε τώρα να πορευτούν πάλι προς το μέτωπο, για να ενισχύσουν τους Αρτινούς.
Έτσι αρχίζει η δύσκολη και απάνθρωπη πορεία των Ελλήνων στρατιωτών. Προχωρούν ασταμάτητα μέσα στη λάσπη, ενώ οι αντίξοες καιρικές συνθήκες με τα κρύα και τις βροχές, η πείνα, οι ψείρες και οι κακουχίες τους ταλαιπωρούν αφάνταστα.
Τις λιγοστές φορές που έκαναν στάση για να ξεκουραστούν, παρέμεναν σιωπηλοί, ενώ μοναδική έγνοια τους ήταν να μοιραστούν μια-μια τις σταφίδες. Η πορεία τους γίνεται μόνο το βράδυ, διότι την ημέρα υπάρχει κίνδυνος να τους αντιληφθούν τ’ αεροπλάνα των εχθρών.
Η ταλαιπωρία και η στέρηση δεν αργεί να κάνει τους στρατιώτες να μην αναγνωρίζουν πια ούτε τον εαυτό τους στον καθρέφτη. Μόνη παρηγοριά τους είναι η θύμηση του ένδοξου παρελθόντος των Ελλήνων. Νιώθουν ότι ενώνονται με τους πρόγονούς τους ήρωες και αγωνιστές, οι οποίοι είχαν αγωνιστεί σε παλαιότερες εποχές εναντίον άλλων κατακτητών.
Φθάνοντας κοντά στην πρώτη γραμμή του πολέμου, ο θόρυβος των όπλων και των κανονιών ακούγεται ολοένα και δυνατότερος. Το θέαμα που αντικρίζουν οι στρατιώτες στη διαδρομή είναι φοβερό. Τραυματίες και ετοιμοθάνατοι μεταφέρονται από το μέτωπο πάνω σε φορεία, ενώ οι νοσοκόμοι διηγούνται ανατριχιαστικές ιστορίες για την πρώτη γραμμή. Κάπου-κάπου συναντούν και κάποιους αιχμαλώτους που μυρίζουν κρασί. Οι γεμάτες με κονσέρβες και σοκολάτες τσέπες τους κάνουν ακόμη μεγαλύτερη την πείνα των Ελλήνων στρατιωτών.
Η πρώτη γραμμή του πολέμου βρίσκεται πλέον κοντά, καθώς το δηλώνουν οι καπνοί και οι φωτοβολίδες στον ουρανό.
Ας το ακούσουμε σε απαγγελία Μάνου Κατράκη!

Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.

Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ’ αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.

Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετο, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αεροπλάνα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το ‘χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.

Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μας θύμωναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους – ίσως και που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες, μ’ άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα να ‘ναι.

Δώδεκα μέρες κιόλας, είχαμε μεις πιο πίσω στα χωριά κοιτάξει σε κατρέφτη, ώρες πολλές, το γύρο του προσώπου μας. Κι απάνω που συνήθιζε ξανά το μάτι μας τα γνώριμα παλιά σημάδια, και δειλά συλλαβίζαμε το χείλο το γυμνό ή το χορτάτο από τον ύπνο μάγουλο, να που τη δεύτερη τη νύχτα σάμπως πάλι αλλάζαμε, την τρίτη ακόμη πιο πολύ, την ύστερη, την τέταρτη, πια φανερό, δεν ήμασταν οι ίδιοι.

Μόνε σαν να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο, θαρρούσες, απ’ όλες τις γενιές και τις χρονιές, άλλοι των τωρινών καιρών κι άλλοι πολλά παλιών, που ‘χαν λευκάνει απ’ τα περίσσια γένια. Καπεταναίοι αγέλαστοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες θεριά, λοχίες του ’97 ή του ’12, μπαλτζήδες βλοσυροί πάνου απ’ τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελάτες και σκουταροφόροι, με το αίμα επάνω τους ακόμη Βουργάρων και Τούρκων. Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχώντας πλάι πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριάζουμε άλλο τίποτε. Γιατί, καθώς όταν βαρούν απανωτές αναποδιές τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα, συνηθάν εκείνοι στο Κακό, τέλος του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα – έτσι κι εμείς επροχωρούσαμε ίσια πάνου σ’ αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε Αντάρα ή Σύγνεφο. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή, το πιο συχνά, ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας.

Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλούσιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν καταιγίδα πίσω απ’ τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που καθαρά στο τέλος να διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγορο των πολυβόλων. Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν’ απαντούμε απ’ τ’ άλλο μέρος να’ ρχονται οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους. Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκόμοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι οπού κατόπι, σαν ακούγανε για που τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας ιστορίες για σημεία και τέρατα. Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι: «Οϊ Οϊ, μάνα μου», «οϊ οϊ, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που ‘λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου.

Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περίπολα. Βρομούσανε κρασί τα χνότα τους, κι οι τσέπες τους γιομάτες κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιοφύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας, κι εκείνα ανήμπορα μέσα στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.
Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν μεριές μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτοβολίδες.

Η ΓΙΟΡΤΟΥΛΑ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ 28Η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

Οργανώσαμε τη γιορτούλα μας πάνω σε αυτό το κείμενο και εστιάσαμε στη διαφορά ΠΟΛΕΜΟΣ – ΕΙΡΗΝΗ.


Υπό τους ήχους του CARMINA BURANA του Orff, τα παιδιά της τάξης «παριστάνουνε» τον πόλεμο και τις συνθήκες των στρατιωτών όπως μας περιγράφει ο Ελύτης.

Στη συνέχεια υπό τους ήχους του Μendelssohn (κονσέρτο για βιολί, συμφωνία αρ.3, τα παιδιά αναπαριστούνε την ειρήνη και «δηλώνουν»  φωναχτά τις επιθυμίες τους.


Στο τέλος όλοι μαζί ψάλλουμε τον εθνικό ύμνο, του Διονύσιου Σολωμού (παρακάτω η προβολή με όλα τα λόγια -158 στίχους- «του ύμνου εις την Ελευθερίαν»).