Το όνειρο του Μικρού Πρίγκηπα

Ο μικρός μας Πρίγκηπας ξύπνησε σήμερα από τις φωνές των παιδιών του νηπιαγωγείου και μας διηγήθηκε το όνειρό του: είδε τη μαμά του, όταν ήταν μικρό παιδί, να του απαγγέλει το αγαπημένο του ποιήμα και μετά να γελάνε μαζί οι δύο τους. Κι αυτό το όνειρο το είδε δύο φορές!

Κι όπως μας είπε ο ίδιος,  ήταν ένα πολύ σκανταλιάρικο παιδί.

ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΔΙΗΓΗΘΗΚΕ Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ ΣΗΜΕΡΑ:

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΚΑΝΕΙΣ

•Ποιός νἆναι αὐτὸς ὁ «Κύριος Κανείς»;
Χθὲς σὰν καθήσαμε νὰ πιοῦμε τσάι,
μπράμ, νά σου τον, ἕνα φλυτζάνι σπάει
καὶ βρέχει τὸ φουστάνι τῆς Φανῆς,
ὁ σκανταλιάρης «Κύριος Κανείς».

Κι ὕστερα τσίμπησε τὴν ἄσπρη γάτα,
ἔσπασε καὶ δυὸ-τρία καλὰ πιάτα,
ἐζούγκηξε τοῦ Γιάγκου τὸ καπέλλο,
καὶ ξέσκισε τῆς Ἕλλης μας τὸ βέλο,
καὶ μούγκριζε φριχτὰ σὰν Ἐρυννίς,
ὁ πεισματάρης «Κύριος Κανείς».

Ἔχει θαρρῶ κακὴν ἀνατροφή,
γιατὶ ἔβαλε μὲς τὸν καφέ μου ἁλάτι,
καὶ μοῦ ἔμπηξε καρφίτσες στὸ κρεβάτι,
καὶ στὸ σκαμνὶ τοῦ μπέμπη ἕνα καρφί,
κι ὕστερα τὸν ρωτοῦσε: «ποῦ πονεῖς;»
ὁ κατεργάρης «Κύριος Κανείς».

Ποιός νἆναι; -Μπὰ κανείς μας δὲν τὸν ξέρει,
κανείς μας δὲν τὸν εἶδε πουθενά…
Μ’ αὐτὸς τὰ παιχνιδάκια μας χαλνᾶ,
κι ἔσπασε καὶ τῆς πλύσης τὸ πανέρι.
Δὲν εἶναι φαίνεται, καθόλου εὐγενὴς
αὐτὸς ὁ μάγκας «Κύριος Κανείς».

Δὲν τὸν γνωρίζουμε! Ὀρκιζόμαστε.
Μὰ ἡ μητερούλα μας χαμογελᾶ
καὶ λέγει πὼς τὸν ξέρουμε καλὰ
καὶ πὼς δὲν πρέπει νὰ κρυβόμαστε
καὶ ψέματα νὰ λέμε στοὺς γονεῖς,
γιατὶ εἴμαστε ὅλοι ἐμεῖς ὁ «Κύριος Κανείς».

Ν. Ποριώτης

* η Ερινύς: θεϊκό πρόσωπο που στην αρχαία μυθολογία κυνηγούσε τους εγκληματίες.

ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ

Το κείμενο είναι το Πρώτο Ανάγνωσμα του έργου του Οδυσσέα Ελύτη «Άξιον εστί». Η ποιητική αυτή σύνθεση δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1959. Διαιρείται σε τρία μέρη: «Η Γένεσις», «Τα Πάθη» και «Το Δοξαστικόν».
Το Πρώτο Ανάγνωσμα ανήκει στη δεύτερη ενότητα της συλλογής «Άξιον εστί», που τιτλοφορείται «Τα Πάθη». Είναι γραμμένο σε πεζό λόγο – όπως άλλωστε και τα υπόλοιπα πέντε Αναγνώσματα που υπάρχουν στο «Άξιον εστί».
Αναφέρεται στον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940, που έγινε κατά το μεγαλύτερο μέρος του στα βουνά της Αλβανίας.
Το κείμενο αρχίζει με τη διαταγή που έλαβε ένα στρατιωτικό σώμα στις 7 Ιανουαρίου 1941 να κατευθυνθεί προς τη γραμμή Χειμάρρας – Τεπελενίου. Μετά από δώδεκα μέρες ξεκούρασης μακριά από την πρώτη γραμμή, οι στρατιώτες έπρεπε τώρα να πορευτούν πάλι προς το μέτωπο, για να ενισχύσουν τους Αρτινούς.
Έτσι αρχίζει η δύσκολη και απάνθρωπη πορεία των Ελλήνων στρατιωτών. Προχωρούν ασταμάτητα μέσα στη λάσπη, ενώ οι αντίξοες καιρικές συνθήκες με τα κρύα και τις βροχές, η πείνα, οι ψείρες και οι κακουχίες τους ταλαιπωρούν αφάνταστα.
Τις λιγοστές φορές που έκαναν στάση για να ξεκουραστούν, παρέμεναν σιωπηλοί, ενώ μοναδική έγνοια τους ήταν να μοιραστούν μια-μια τις σταφίδες. Η πορεία τους γίνεται μόνο το βράδυ, διότι την ημέρα υπάρχει κίνδυνος να τους αντιληφθούν τ’ αεροπλάνα των εχθρών.
Η ταλαιπωρία και η στέρηση δεν αργεί να κάνει τους στρατιώτες να μην αναγνωρίζουν πια ούτε τον εαυτό τους στον καθρέφτη. Μόνη παρηγοριά τους είναι η θύμηση του ένδοξου παρελθόντος των Ελλήνων. Νιώθουν ότι ενώνονται με τους πρόγονούς τους ήρωες και αγωνιστές, οι οποίοι είχαν αγωνιστεί σε παλαιότερες εποχές εναντίον άλλων κατακτητών.
Φθάνοντας κοντά στην πρώτη γραμμή του πολέμου, ο θόρυβος των όπλων και των κανονιών ακούγεται ολοένα και δυνατότερος. Το θέαμα που αντικρίζουν οι στρατιώτες στη διαδρομή είναι φοβερό. Τραυματίες και ετοιμοθάνατοι μεταφέρονται από το μέτωπο πάνω σε φορεία, ενώ οι νοσοκόμοι διηγούνται ανατριχιαστικές ιστορίες για την πρώτη γραμμή. Κάπου-κάπου συναντούν και κάποιους αιχμαλώτους που μυρίζουν κρασί. Οι γεμάτες με κονσέρβες και σοκολάτες τσέπες τους κάνουν ακόμη μεγαλύτερη την πείνα των Ελλήνων στρατιωτών.
Η πρώτη γραμμή του πολέμου βρίσκεται πλέον κοντά, καθώς το δηλώνουν οι καπνοί και οι φωτοβολίδες στον ουρανό.
Ας το ακούσουμε σε απαγγελία Μάνου Κατράκη!

Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.

Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ’ αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.

Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετο, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αεροπλάνα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το ‘χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.

Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μας θύμωναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους – ίσως και που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες, μ’ άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα να ‘ναι.

Δώδεκα μέρες κιόλας, είχαμε μεις πιο πίσω στα χωριά κοιτάξει σε κατρέφτη, ώρες πολλές, το γύρο του προσώπου μας. Κι απάνω που συνήθιζε ξανά το μάτι μας τα γνώριμα παλιά σημάδια, και δειλά συλλαβίζαμε το χείλο το γυμνό ή το χορτάτο από τον ύπνο μάγουλο, να που τη δεύτερη τη νύχτα σάμπως πάλι αλλάζαμε, την τρίτη ακόμη πιο πολύ, την ύστερη, την τέταρτη, πια φανερό, δεν ήμασταν οι ίδιοι.

Μόνε σαν να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο, θαρρούσες, απ’ όλες τις γενιές και τις χρονιές, άλλοι των τωρινών καιρών κι άλλοι πολλά παλιών, που ‘χαν λευκάνει απ’ τα περίσσια γένια. Καπεταναίοι αγέλαστοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες θεριά, λοχίες του ’97 ή του ’12, μπαλτζήδες βλοσυροί πάνου απ’ τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελάτες και σκουταροφόροι, με το αίμα επάνω τους ακόμη Βουργάρων και Τούρκων. Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχώντας πλάι πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριάζουμε άλλο τίποτε. Γιατί, καθώς όταν βαρούν απανωτές αναποδιές τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα, συνηθάν εκείνοι στο Κακό, τέλος του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα – έτσι κι εμείς επροχωρούσαμε ίσια πάνου σ’ αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε Αντάρα ή Σύγνεφο. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή, το πιο συχνά, ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας.

Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλούσιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν καταιγίδα πίσω απ’ τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που καθαρά στο τέλος να διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγορο των πολυβόλων. Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν’ απαντούμε απ’ τ’ άλλο μέρος να’ ρχονται οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους. Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκόμοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι οπού κατόπι, σαν ακούγανε για που τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας ιστορίες για σημεία και τέρατα. Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι: «Οϊ Οϊ, μάνα μου», «οϊ οϊ, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που ‘λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου.

Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περίπολα. Βρομούσανε κρασί τα χνότα τους, κι οι τσέπες τους γιομάτες κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιοφύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας, κι εκείνα ανήμπορα μέσα στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.
Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν μεριές μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτοβολίδες.

Η ΓΙΟΡΤΟΥΛΑ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ 28Η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

Οργανώσαμε τη γιορτούλα μας πάνω σε αυτό το κείμενο και εστιάσαμε στη διαφορά ΠΟΛΕΜΟΣ – ΕΙΡΗΝΗ.


Υπό τους ήχους του CARMINA BURANA του Orff, τα παιδιά της τάξης «παριστάνουνε» τον πόλεμο και τις συνθήκες των στρατιωτών όπως μας περιγράφει ο Ελύτης.

Στη συνέχεια υπό τους ήχους του Μendelssohn (κονσέρτο για βιολί, συμφωνία αρ.3, τα παιδιά αναπαριστούνε την ειρήνη και «δηλώνουν»  φωναχτά τις επιθυμίες τους.


Στο τέλος όλοι μαζί ψάλλουμε τον εθνικό ύμνο, του Διονύσιου Σολωμού (παρακάτω η προβολή με όλα τα λόγια -158 στίχους- «του ύμνου εις την Ελευθερίαν»).




Είμαι συγγραφέας, «φτιάχνω βιβλία»

¨Ενας από τους στόχους που βάλαμε για τη χρονιά αυτή είναι και η ανάπτυξη της βιβλιοφιλίας.

Η επισκεψή μας στη Βιβλιοθήκη στη Θέρμη μας «άνοιξε την όρεξη», όπως ήταν αναμενόμενο, για βιβλία…

Από τη μέρα εκείνη και μετά, κάθε γραφή των παιδιών συνοδεύεται και από μια ιστορία τους.

Κάναμε την πρώτη μας απόπειρα να «φτιάξουμε» βιβλία, εστιάζοντας στις πληροφορίες που υπάρχουν πάνω στο βιβλίο (στο εξώφυλλο και στο οπισθόφυλλο) -σε πρώτη φάση. Οι πρωτόλειες αυτές δουλειές των παιδιών παρουσιάζονται στο παρακάτω βίντεο.

«Προσκύνημα» για τους χαμένους ήρωες του 40

Ο ιστορικός χρόνος και τα δικαιώματα των λαών θα μας απασχολήσουν με την ευκαιρία της Εθνικής επετείου της 28ης Οκτωβρίου. Οι Ελληνες, όπως και άλλοι λαοί, δοκίμασαν την αγριότητα της φασιστικής Γερμανίας, προβάλλοντας μια ισχυρή αντίσταση και κερδίζοντας -στο τέλος- την ελευθερία τους ως αναφαίρετο οικουμενικό δικαίωμά τους.

Τα συναισθήματα και ο πόνος από το χαμό συγγενών και φίλων είναι σημεία που θα τονίσουμε στις αναφορές μας στο φετινό εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου:

Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος

Πρώτη εκτέλεση: Τζένη Καρέζη & Νίκος Δημητράτος ( Ντουέτο )

«ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ»

Πάμε κι εμείς στην αυλή του φθινοπώρου

πίσω απ’ τα πετρωμένα στάχυα του καλοκαιριού

πάμε κι εμείς στα παιδιά που κοιμήθηκαν

κάτω απ’ τα ματωμένα νύχια του περιστεριού

πάμε να δεις στην αυλή που μεγάλωσαν

[ Δυο παιδιά ερωτευμένα

δυο παιδιά του χαμού ]2

Ορέστη απ’ το Βόλο

Μαρία απ’ τη Σπάρτη

γυρεύω το γιο μου

Μαρία απ’ τη Σπάρτη

Ορέστη απ’ το Βόλο

την κόρη μου θέλω

[ Δυο παιδιά ερωτευμένα

δυο παιδιά του Χαμού ]2

Ορέστη απ’ το Βόλο

Μαρία απ’ τη Σπάρτη

γυρεύω το γιο μου

Μαρία απ’ τη Σπάρτη

Ορέστη απ’ το Βόλο

την κόρη μου θέλω

Η επίσκεψή μας στη βιβλιοθήκη της Θέρμης

Περάσαμε απρόσμενα καλά !

Εκτός από το «παιχνίδι ρόλων» που παίξανε τα παιδιά, εκτός από τον πολύ όμορφο χώρο που είδανε, τα βιβλία που ξεφυλίσανε.. παίξανε και υπέροχα κρουστά από το εργαστήρι κρουστών του Πολιτιστικού Κέντρου Θέρμης. Επίσης επισκέφτηκαν το εργαστήρι βιτρώ, όπου εκεί η υπεύθυνη μας εξήγησε πώς κατασκευάζεται το βιτρώ και μας άφησε να πιάσουμ ε τα υλικά αυτά και τα εργαλεία της! Φεύγοντας δανειστήκαμε ο καθένας από ένα βιβλίο μαζί με τη κάρτα δανεισμού, αλλά και πήραμε ένα δώρο-έκπληξη!

Υπεύθυνος και εμψυχωτής για  όλα αυτά που ζήσαμε ήταν ο κ Χρήστος Βαγιωνάς, ο βιβλιοθηκονόμος της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Θέρμης και μέλος ενός πολύ καλού συγκροτήματος τζαζ μουσικής, ο οποίος μας έκανε να ζήσουμε μια πολύ δημιουργική μέρα! Το γεγονός ότι μας έπαιξε σαξόφωνο για να μας αποχαιρετίσει, ήταν η πιο σπουδαία του έκπληξη.

Σας ευχαριστούμε πολύ κ Χρήστο! και σας αφιερώνουμε το παρακάτω τραγούδι που είναι το αγαπημένο της τάξης μας:

Πρωινή προσευχή, του Στασινόπουλου Μ.

» Μὲ τὴ γλυκειὰν αὐγούλα
χαρούμενα ξυπνῶ
νὰ στέλνω προσευχούλα
θερμὴ στὸν οὐρανό.

Ἀξίωσέ με, Θέ μου,
νἆμαι καλὸ παιδὶ
καὶ πάντα χάριζέ μου
χαρὰ καὶ προκοπή.

Θέ μου σὰν τὰ πουλάκια
χαρούμενα νὰ ζῶ,
καὶ τ’ ἄλλα τὰ παιδάκια
πολὺ νὰ τ’ ἀγαπῶ.

Καὶ στέλνε μου ἀπὸ πάνω
τὴ χάρη σου κι εὐχὴ
νὰ σ’ ἔχω σ’ ὅ,τι κάνω
προστάτη καὶ σκεπή»

Συνεχίζοντας το Πρότζεκτ με την Παιδική Ποίηση, ο Τζόνι μας «εκμυστηρεύτηκε» την προσευχή που κάνει ο Μικρός Πρίγκηπας.

Εμείς τη μάθαμε και την αποτυπώσαμε γραφικά.  Αρεσε πολύ!

ΤΟ Β, β

Συνεχίζουμε την προβολή της πολύ καλής σειράς της εκπαιδευτικής τηλεόρασης «¨Ενα γράμμα μια ιστορία». Αυτή τη φορά παρακολουθήσαμε το γράμμα Β.

***θα το δείτε στον παρακάτω σύνδεσμο:

Εμείς πάντως δοκιμάσαμε τις δυνάμεις μας με το γράμμα Β, στο πρόγραμμα tux paint:

¨Επειτα ακολούθησε σχετική συζήτηση και καταγραφή των λέξεων που θυμότανε τα παιδιά:

κι αυτό είναι το τραγούδι της πολύ καλής αυτής σειράς:

Στίχοι: Σοφία Μαντουβάλου
Μουσική: Δημήτρης Μαραμής
Πρώτη εκτέλεση: Αργυρώ Ανανιάδου & Κωνσταντίνος Καϊκής ( Ντουέτο )

Ένα γράμμα μια ιστορία
με μεγάλη φαντασία
Άλφα, Βήτα, Γάμμα, Ω!
ψάχνω γύρω μου να βρω
να ακούσω και να δω
με τα ίδια μου τα μάτια
με τα ίδια μου τ’ αυτιά
πώς η γλώσσα χαρωπά
με τους ήχους της γελά!

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΑΡΕΣΕΙ

Με το άλφα και το βήτα
κούκου ,άκου ,κούκου κοίτα
Με το ένα και το δύο
Πάω στο νηπιαγωγείο!

‘Ηρθα ,να με! Όλα κι όλα
να τα μάθω θέλω όλα
Παιχνιδάκια, τραγουδάκια
αριθμούς και γραμματάκια .

Κούκου-κούκου ,άκου, άκου
κούκου-κούκου ,κοίτα, κοίτα
Κούκου-κούκου ,άκου, άκου
κούκου-κούκου, κοίτα ,κοίτα

Πάω στο νηπιαγωγείο
Με μολύβια και βιβλίο
Πράγματα να μάθω κι άλλα
και μικρά, μα και μεγάλα .

Ζωγραφιές και παραμύθια
και το άλφα απ΄την αλήθεια
και το πι απ την παρέα
και το ωμέγα απ τα ωραία !

Κούκου-κούκου ,άκου ,άκου
κούκου-κούκου ,κοίτα ,κοίτα
Κούκου-κούκου ,άκου ,άκου
κούκου-κούκου ,κοίτα κοίτα

Πάω να κάνω φιλαράκια
Αγοράκια κοριτσάκια
Για να κάνουμε ομάδα
Και να πάει μπροστά η Ελλάδα !

ΠΑΡΑΜΥΘΟΜΕΖΕΔΕΣ

¨Ενα από τα «ευφυή» παραμύθια των εκδόσεων Πατάκη  είναι το παρακάτω. Αρεσε πολύ στα παιδιά του Ολοήμερου!

-Μια μέρα, μια πονηρή αλεπού πιάνει μια ωραία, λαχταριστή χήνα. Το έξυπνο πουλί όμως προτείνει της αλεπούς να της πεί ένα παραμύθι μέχρι να φτάσουν στη φωλιά της. Η αλεπού απολαμβάνει το παραμύθι κι έτσι δε φέρνει αντίρρηση στη χήνα όταν αυτή της προτείνει να της πει ακόμα ένα παραμύθι για μεζέ…
Στους «Παραμυθομεζέδες» θα βρείτε τέσσερα πασίγνωστα παραμύθια σε μορφή μικρών βιβλίων, διασκευασμένα ειδικά για αλεπούδες!

ΔΑΝΕΙΣΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

Φέτος η δανειστική βιβλιοθήκη θα λειτουργήσει με αφορμή την επίσκεψή μας στη Δημοτική Βιβλιοθήκη της Θέρμης. Επειδή οι τίτλοι που έχουμε στο νηπιαγωγείο είναι περιορισμένοι, θα φροντίσουμε να ανταλάσσουμε βιβλία μεταξύ μας αλλά και να δανειζόμαστε από τη βιβλιοθήκη της Θέρμης, προκειμένου να ενισχύσουμε τη φιλαναγνωσία.

¨Ενα ενδιαφέρον κείμενο που σταχυολογήσαμε από τους εκδοτικούς οίκους και μας δίνει ιδιαίτερες -για κάθε ηλικία-συμβουλές ανάγνωσης,  μπορείτε να διαβάσετε πατώντας Συμβουλές για την ανάπτυξη της φιλαναγνωσίας

Λόγω του υψηλού ηλικιακού επιπέδου των παιδιών (έχουμε 19 παιδιά μεγάλα νήπια), θα δουλέψουμε πιο εντατικά σχετικά με το δανεισμό των βιβλίων. Στα παιδιά του Νηπιαγωγείου μας φέτος θα δίνουμε το παρακάτω έντυπο, που θα συνοδεύει το βιβλίο που θα δανείζονται και θα πρέπει να το επιστρέφουνε στο νηπιαγωγείο μαζί με το βιβλίο τους. Οι γονείς θα τους βοηθούνε να το συμπληρώσουν, αλλά και να «αγαπήσουν» τη διαδικασία αυτή. Εμείς στο νηπιαγωγείο θα επιβραβεύουμε με το δικό μας τρόπο την εργασία αυτή των παιδιών. Δείτε το έντυπο πατώντας ΕΝΤΥΠΟ ΔΑΝΕΙΣΜΟΥ

Τέλος, το κάθε παιδί θα έχει τη δική του κάρτα ανάγνωσης, που θα την ενημερώνουμε εμείς, έτσι ώστε στο τέλος της χρονιάς να έχει όλους τους τίτλους που δανείστηκε κατά τη διάρκεια της χρονιάς. Για να δείτε την κάρτα πατήστε ATOMIKH KARTA1

Κι επειδή ήδη έχουμε ξεκινήσει τη διαδικασία ανάγνωσης βιβλίων μέσα στο Νηπιαγωγείο, σας παρουσιάζουμε την πρώτη εργασία των νηπίων σχετικά με το δανεισμό που πραγματοποιήσαμε, ως «δοκιμαστικό», μέσα στην τάξη:

Δείτε τις πρώτες αυτές δουλειές στην παρακάτω προβολή: