Ο ΦΟΙΒΟΣ ΚΑΙ Ο ΑΛΛΟΣ ΦΟΙΒΟΣ

¨Ενα πολύ καλό παραμύθι από τη Γλυκερία Γκρέκου και τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, που κάνει αναφορά στην αναπηρία: το διαβάσαμε στην αυλή του σχολείου μας, στη σκιά ενός δέντρου και άρεσε πολύ στα παιδιά του Νηπιαγωγείου μας.

Το θέμα του βιβλίου αφορά στην καθημερινότητα δύο παιδιών. Ενός «συνηθισμένου», του Φοίβου, και ενός παιδιού με αναπηρία, του άλλου Φοίβου. Ο άλλος Φοίβος, με αναπηρία, γίνεται «άλλος» μέσα από τη δική του ιδιαιτερότητα, αλλά κυρίως μέσα από την εικόνα που έχουν οι άλλοι γι΄ αυτόν. Στις σελίδες του βιβλίου ο αναγνώστης ανακαλύπτει πως όλοι οι άνθρωποι έχουν τις ίδιες ανάγκες, νιώθουν τα ίδια συναισθήματα, έχουν τα ίδια δικαιώματα.
Δείτε τις εργασίες των παιδιών στην παρακάτω προβολή:

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΛΟΥΛΟΥΔΙΩΝ

Πρωτομαγιά των εργατών

Η πρώτη του Μάη πήρε μέσα από τη διεθνή ιστορική συγκυρία και μια άλλη διάσταση, έντονα πολιτική και συνδέθηκε με τους εργατικούς και συνδικαλιστικούς αγώνες. Οι συντεχνίες και οι εργαζόμενοι είχαν στη διάρκεια των αιώνων κάποιες μέρες εορτασμού και προώθησης των αιτημάτων τους στην τοπική κοινωνία. Στη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης μια μέρα του Σεπτεμβρίου ήταν αυτή που αναγόταν σε εργατική αργία.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες από το 1790, η 4η Ιουλίου, ημέρα της Ανεξαρτησίας γιορταζόταν από τους εργαζόμενους, κυρίως από τα πρώτα συνδικάτα που έθεταν την ίδια εποχή το πρώτο εργατικό αίτημα, αυτό του δεκαώρου εργασίας. Την Πρωτομαγιά του 1886 το Ευγενές Τάγμα των Ιπποτών Εργασίας (The Noble Order of the Knights of Labor), ένα κίνημα στις Η.Π.Α. που επεδίωκε να οργανώσει την παροχή και διανομή αγαθών σε συνεταιριστική βάση και αριθμούσε 700.000 μέλη, κήρυξε γενική απεργία σε συνεργασία με άλλες μικρότερες εργατικές ενώσεις της χώρας, μεταξύ των οποίων και η Αμερικανική Ομοσπονδία Εργασίας. Με βασικό αίτημα το οκτάωρο εργασίας -το κεντρικό σύνθημα «8 ώρες εργασία, 8 ώρες ανάπαυση και μόρφωση, 8 ώρες ύπνος» η απεργία κινητοποίησε περί τις 100.000 απεργούς στο Σικάγο κυρίως και συνδυάστηκε με υπαίθριες διαδηλώσεις, συμπλοκές με την Αστυνομία, θύματα και συλλήψεις. Η Αμερικανική Ομοσπονδία Εργασίας από τη χρονιά εκείνη και το 1892 πολλαπλασίασε τον αριθμό των μελών της και μέσω απεργιακών κινητοποιήσεων πέτυχε τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στις οποίες εμπεριέχονταν και ρήτρες για τη διασφάλιση του οκταώρου.

Οι εξελίξεις αυτές στην άλλη άκρη του Ατλαντικού είχαν εντυπωσιάσει τους Ευρωπαίους ηγέτες εργατικών κινημάτων και σοσιαλιστικών κομμάτων ώστε, να καθιερωθεί η εργατική Πρωτομαγιά από την επόμενη χρονιά για την προβολή των εργατικών διεκδικήσεων και βασικό αίτημα το οκτάωρο καθημερινής εργασίας. Στους εορτασμούς που ακολούθησαν προβλήθηκαν επίσης αιτήματα σχετικά με την απαγόρευση της παιδικής εργασίας, τη χειραφέτηση της γυναίκας, αντιρατσιστικά, αλλά και φιλειρηνικά, κατά των πολέμων και των εξοπλισμών κλπ.

Από τη δεύτερη χρονιά καθιέρωσης του εορτασμού, το 1891, καταγράφεται η μεγάλη απεργία των υφαντουργών στη Γαλλία και τα πρώτα θύματα μεταξύ των απεργών στη διάρκεια ταραχών που επακολούθησαν.

Οι Πρωτομαγιές των Ελλήνων εργατών

Το 1892 στο χώρο του Σταδίου ο σοσιαλιστής Σταύρος Καλλέργης οργάνωσε την πρώτη πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση στην Ελλάδα. Η συγκέντρωση είχε περισσότερο συμβολικό χαρακτήρα καθώς συμμετείχαν σ’ αυτή 30 πολιτικοί του φίλοι που συσπειρώνονταν γύρω από το Σοσιαλιστικό Όμιλο. Το 1893 όμως 2.000 άτομα συμμετείχαν στην Πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση με αιτήματα: Κυριακή αργία, οχτάωρο, κρατική ασφάλιση στους «παθόντες εν τη εργασία». Το 1894 στο Στάδιο μια ογκώδης συγκέντρωση διεκδικεί τα παραπάνω αιτήματα. Η αστυνομία θα συλλάβει 10 στελέχη του Σοσιαλιστικού Ομίλου ενώ τον Αύγουστο φυλακίζεται ο Σταύρος Καλλέργης.

Από τότε και έπειτα η αστυνομική και κρατική βία συνοδεύει τις απόπειρες των εργατικών οργανώσεων να γιορτάσουν αγωνιστικά την Πρωτομαγιά. Το 1936 ο Μάης βρίσκει τους εργάτες της Θεσσαλονίκης ξεσηκωμένους. Μετά από μια σειρά κινητοποιήσεων που αρχίζουν από τον Φλεβάρη, στις 4 Μάη 5.000 καπνεργάτες ξεκινούν πορεία στο κέντρο της πόλης. Στη διαδρομή γίνονται 10.000 και τα καταστήματα κλείνουν σε ένδειξη συμπαράστασης. Στις 8 Μάη γίνεται καθολική απεργία στη Θεσσαλονίκη, που εξαπλώνεται σε Ξάνθη, Αγρίνιο, Κομοτηνή, Σέρρες, Ελευσίνα. Στις 9 Μάη, ημέρα Σάββατο, 50.000 λαού διαδηλώνει. Κάτω από τα γραφεία των αυτοκινητιστών η αστυνομία σκοτώνει τον εργάτη Τάσο Τούση. Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος, εμπνεύστηκε από τη δολοφονία του εργάτη και από τη συγκλονιστική φωτογραφία που έδειχνε τη μητέρα του γονατιστή να κλαίει πάνω από το νεκρό γιό της και γράφει το ποίημα «Επιτάφιος».

Το 1944 η μέρα της Πρωτομαγιάς λαμβάνει μια άλλη διάσταση για την Ελλάδα : οι γερμανικές αρχές Κατοχής εκτελούν στο σκοπευτήριο της Καισαριανής 200 πατριώτες για την αντιστασιακή τους δράση.

Πρωτομαγιά των λουλουδιών

Γνωστός στους διάφορους πολιτισμούς με διαφορετικά ονόματα, ο Μάιος ονομάστηκε έτσι από τη ρωμαϊκή θεότητα Maja (Μάγια) της οποίας το όνομα προήλθε με τη σειρά του από την ελληνική λέξη Μαία, τροφός και μητέρα. Η Μάγια ταυτίστηκε και με την Ατλαντίδα νύμφη Μαία, μητέρα του Ερμή στον οποίο και αφιερώθηκε ο μήνας. Ήδη από τους Ρωμαίους, η αρχή του μήνα σηματοδοτούνταν από τον εορτασμό της Αγαθής Θεάς ενώ σε όλη τη διάρκειά του τελούνταν γιορτές συνδεδεμένες με την ευφορία των αγρών.

Η φυσιογνωμία του Μαΐου στη λαϊκή αντίληψη έχει δυο σημασίες: συνυπάρχει σ αυτήν το καλό και το κακό, η αναγέννηση και ο θάνατος. Όλες αυτές οι ιδιότητες συγκλίνουν και συγκεντρώνονται στην πρώτη του μέρα, την Πρωτομαγιά. Ο εθιμικός εορτασμός της ως της τελικής νίκης του καλοκαιριού κατά του χειμώνα και της επικράτησης της ζωής επί του θανάτου έχει μακρότατη παράδοση με ρίζες που ανάγονται σε προχριστιανικές αγροτικές λατρευτικές τελετές που αποσκοπούσαν στη γονιμότητα των αγρών και, κατ’ επέκταση, και των ζώων και των ανθρώπων.

Αργότερα, η αρχική αυτή έννοια χάθηκε και τα έθιμα επιβίωσαν απλώς ως λαϊκές γιορτές στις οποίες συμπεριλαμβάνονται περιφορά δέντρων, πράσινων κλαδιών ή στεφάνων με λουλούδια, ανακήρυξη του βασιλιά ή της βασίλισσας του Μάη, χορός γύρω από ένα δέντρο ή ένα στολισμένο κοντάρι-γαϊτανάκι. Πρόκειται για μια από τις ελάχιστες γιορτές χωρίς θρησκευτικό περιεχόμενο που έχουν διατηρηθεί ως τις μέρες μας με εκδηλώσεις που απαντώνται στον λαϊκό πολιτισμό πολλών ευρωπαϊκών λαών. Σε χωριά της Γερμανίας π.χ. την 1η Μαΐου ένα κλαδί στολισμένο με ταινίες τοποθετείται στην κεντρική πλατεία και γύρω του στήνονται ξέφρενοι χοροί. Ακόμη εκλέγουν το πιο όμορφο κορίτσι του χωριού ως βασίλισσα του Μαΐου το οποίο ντύνουν με κάτασπρο φόρεμα.

Στην αρχαία Ελλάδα

Οι αρχαίοι Έλληνες, ως φλογεροί φυσιολάτρες, γιόρταζαν το άνοιγμα των λουλουδιών και το φτάσιμο της άνοιξης. Aπό τα αρχαιότερα χρόνια του πολιτισμού τους, που έφθασε στην Eλλάδα από τη Θράκη το ρόδο, μαζί με τις Oρφικές διδασκαλίες, το άνθος αυτό έγινε σύμβολο και υμνήθηκε ως η νύμφη των ανθέων. H γιορτή, όμως, της άνοιξης, η αρχαία Πρωτομαγιά, πήρε σιγά-σιγά κι επίσημη μορφή. Aπό τις παλαιότερες γιορτές, δημιουργήθηκαν τα Aνθεστήρια, η γιορτή των λουλουδιών. Aυτή ήταν η πρώτη επίσημη γιορτή ανθέων των Eλλήνων. Iδρύθηκε πρώτα στην Aθήνα, όπου με μεγαλοπρέπεια βάδιζαν προς τα ιερά πομπές με κανηφόρες, που έφερναν άνθη. Έπειτα τα Aνθεστήρια διαδόθηκαν και σ άλλες πόλεις της Eλλάδος και πήραν πανελλήνια μορφή.

«Τα έθιμα της πρωτομαγιάς»

Κεντρικός πυρήνας του εορτασμού της Πρωτομαγιάς σε όλους τους πολιτισμούς ήταν η ανθρώπινη χαρά για την άνοιξη, η αυθόρμητη λατρεία της βλάστησης. Τόπος εορτασμού λοιπόν ήταν η εξοχή, όπου συνηθιζόταν κυλίσματα στη χλόη, πλύσιμο του προσώπου με μαγιάτικη δροσιά, χτύπημα του σώματος με χλωρά κλαριά κ.λ.π  Απότοκο των δοξασιών αυτών είναι το μαγιάτικο στεφάνι στην πόρτα των σπιτιών από διάφορα άνθη και καρπούς.

Η αναγέννηση της φύσης στον ελληνικό λαϊκό βίο συμβολιζόταν με διάφορα έθιμα: το Μαγιόξυλο στην Κέρκυρα (κορμός τρυφερού κυπαρισσιού στολισμένος με άνθη και ένα στεφάνι περιφερόταν από νέους στους δρόμους της πόλης), το Μαγιόπουλο στο Βόλο (παιδί που ενσάρκωνε το Μάη, στολισμένο με λουλούδια, συνοδευόταν στην περιπλάνησή του στους δρόμους από χορό προσωπιδοφόρων που τραγουδούσε μαγιάτικα τραγούδια), τη Ναύπακτο (όπου το παιδί συνόδευαν γέροι φουστανελάδες) και την Αγόριανη, την «Πιπεριά» στην Εύβοια (ένας άνδρας ντυμένος με λουλούδια και κλαδιά ελιάς, καρυδιάς και άλλων δέντρων συμβόλιζε τη δύναμη της βλάστησης και βρεχόταν με νερό σε κάθε σπίτι από αυτά που επισκεπτόταν για να τραγουδήσει με τη συνοδεία άλλων πέντε-έξι συντρόφων του), τον «Ζαφείρη» στο Ζαγόρι της Ηπείρου (ένα παιδί προσποιούνταν το νεκρό ξαπλωμένο στο χλωρό χορτάρι για να το ράνουν με λουλούδια τα νεαρά κορίτσια μέχρι ότου το καλέσουν να αναστηθεί και να τρέξουν όλοι μαζί τραγουδώντας στα χωράφια), το «Φουσκοδέντρι» στην Καστανιά Στυμφαλίας, αναγόμενα όλα στα Αδώνια των αρχαίων.

Πολλές δοξασίες και προλήψεις σχετικές με τα μάγια, συνδέονταν στην παράδοση του λαού με τον Μάιο και τη βλαπτική του ιδιότητα. Το γεγονός έχει την εξήγησή του στο ότι κατά τα ρωμαϊκά χρόνια τελούνταν γιορτές προς τιμήν των νεκρών. Οι νεκροί και οι ψυχές τους γύριζαν ελεύθερες πάνω στη γη από τη νύκτα της Ανάστασης του Χριστού ως τη μέρα της Πεντηκοστής. Είναι λοιπόν ο μήνας των νεκρών και οι θνητοί δεν πρέπει να κάνουν κάτι που θα τους προσβάλλει. Η επιφυλακτικότητα αυτή έφερε τη συνήθεια σε πολλά μέρη να μη γίνονται γάμοι αυτό τον μήνα αλλά και να λαμβάνονται μια σειρά μέτρων για να μην πιάσουν τα μάγια.

πηγή πληροφοριών: Σύλλογος Εκπαιδευτικών α’ Αθήνας

TA ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

Ετοιμάσαμε μια παρουσίαση για όλα τα παραδοσιακά μουσικά όργανα, χρήσιμη για τα νήπια που θέλουν να βλέπουν όσα από τα μουσικά όργανα δεν ξέρουν βιωματικά! Οι πληροφορίες για το κάθε όργανο προέρχονται από την πολύ καλή ιστοσελίδα της ΠΕΕΜΔΕ (Πανελλήνια Ενωση Εκπαιδευτικών Μουσικής Δημόσιας Εκπαίδευσης). Αρκεί να πατάτε για την εμφάνιση κάθε διαφάνειας!

[vodsch __sse12701520″ width=»525″ height=»455″>

]

ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ

ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΑ ΜΟΥΣΙΚΑ ΟΡΓΑΝΑ


Τα μουσικά όργανα είναι κατασκευές που παράγουν μουσικούς ήχους. Το σχήμα και ο τεχνικός τους μηχανισμός είναι κατάλληλα για να μπορούν τα χέρια και η αναπνοή των εκτελεστών να δίνουν μελωδίες με το ηχόχρωμα του καθενός.

Και υπάρχουν σε όλους τους πολιτισμούς και τους λαούς της γης. Κι ενώ είναι από τα ίδια υλικά φτιαγμένα, ηχούν τόσο διαφορετικά από τόπο σε τόπο και τόσο μοναδικά που μας υποδεικνύουν πόσο πρέπει να σεβόμαστε τον πολιτισμό και την παράδοση του κάθε λαού.

ΙΔΙΟΦΩΝΑ

Ιδιόφωνα λέγονται τα όργανα που το καθένα από την ίδια του την κατασκευή μας δίνει την ηχητικά χαρακτηριστική φωνή του.

Λαλίτσες:

Μικρά κανατάκια που όταν φυσάς στο μικρό τους στόμιο, το νερό μέσα στο στρογγυλό, μικρό τους σώμα γουργουρίζει. Ο ήχος τους μοιάζει με κελάηδημα πουλιών.

Κοχύλας ή Μπουρού:

Εμείς στην Ελλάδα έχουμε γύρω μας όμορφες θάλασσες και ακρογιαλιές. Οι ψαράδες ρίχνουν τα δίχτυα τους για να γεμίσουν ψάρια. Βρίσκουν όμως πολλές φορές μεγάλα κοχύλια που έχουν μέσα τους ένα ζωντανό οργανισμό. Τα βράζουν σε ζεματιστό νερό για να μείνει άδειος αυτός ο όμορφος Κοχύλας ή Μπουρού, όπως λέγεται, για να σφυρίξουν όταν καθαριστεί και δεν έχει πια τίποτα μέσα.

Τρίβουν την άκρη του πολύ προσεκτικά, σε μια σκληρή πέτρα, για να ανοίξει μια μικρή τρύπα. Εκεί θα είναι το μέρος που θα φυσήξουν.

Κάθε κοχύλι έχει το δικό του μουσικό τόνο και από αυτόν τον ήχο καταλαβαίνουν ποιος είναι εκείνος που σφυρίζει.

Η μπουρού παλιά ήταν πολύ χρήσιμη στα νησιά γιατί οι νησιώτες έδιναν διάφορα μηνύματα. Πότε άραξε το καράβι και πότε θα φύγει κάποιο άλλο. Όταν βρεθούν όμως σε κίνδυνο με την ομίχλη, μπουρμπουρίζουν για να τους έρθει βοήθεια.

Βούγκες:

Σε μας, εδώ στην Ελλάδα δένουν τα παιδιά ένα μικρό ξύλο, όχι πολύ ελαφρύ, με ένα σπάγκο και το στριφογυρίζουν γύρω – γύρω με δύναμη. Τότε ακούγεται ένα βουητό που είναι πολύ διασκεδαστικό. Βούγκες τις λένε.

Η ροκάνα:

Οι λαϊκές ροκάνες είναι ξύλινες και τις ακούμε στις αποκριάτικες γιορτές. Αλλά πιο παλιά οι παπάδες στις εκκλησιές χτυπούσαν τις ροκάνες για να καλέσουν τους πιστούς να πάνε στη λειτουργία. Οι χωρικοί «σκιάζανε τα άγρια» δηλαδή με το θόρυβο της ροκάνας τρόμαζαν τα πουλιά ή τα αρπαχτικά ζώα, όταν πλησιάζανε στα περιβόλια και έτρωγαν τις σοδειές τους.

Κουτάλια:

Εδώ στον τόπο μας, μας αρέσει πάρα πολύ ο χορός. Ο ρυθμός, που είναι πολύ χαρακτηριστικό στοιχείο για την ταχύτητα ή τον τρόπο των βημάτων των χορευτών, έχει πολλές ποικιλίες για το όλο ζωντάνεμα του χορού. Μερικές φορές, οι χορευτές βαστάνε ξύλινα κουτάλια για να συνοδεύσουν με ποικίλα χτυπήματα και ρυθμούς το χορό τους.

Μη νομίζετε πως είναι κανένα ιδιαίτερο μουσικό όργανο. Ξύλινα κουτάλια που τα μεταχειρίζονται ακόμα και σήμερα στα χωριά για να μαγειρεύουν ή να τρώνε τη σούπα τους. Μερικά είναι και πολύ όμορφα σκαλισμένα ή ζωγραφισμένα.

Κουδούνια:

Άλλη ομάδα από τα ιδιόφωνα είναι τα οργανάκια που άμα τα χτυπήσουμε ή τα κουνήσουμε, συνεχίζουν να μας δίνουν τη συνέχεια της φωνής τους ή του ήχου τους. Δεν είναι σαν τα ξύλινα που ο ήχος σταματάει ξαφνικά και είναι ξερός. Αυτά είναι τα κουδούνια και όλα όσα έχουν καμπανιστό ήχο.

Κάθε κουδούνι έχει τον δικό του ήχο και οι τσοπάνηδες ψάχνουν για να βρουν τον ήχο που ταιριάζει στο κοπάδι τους.

Αρχικά το κουδούνι ήταν ένα φυλαχτό που προστάτευε τα ζώα από τα κακά πνεύματα. Τον ίδιο προορισμό είχε αρχικά το κουδούνι και στους ιερούς χώρους, δηλαδή να προστατεύει τους πιστούς, με τη μαγική δύναμη του ήχου και όχι για να τους καλεί στη λειτουργία.

Ζίλια:

Τα Ζίλια είναι μικρά οργανάκια που ακούγονται σαν συνοδεία στα κάλαντα, στους γάμους και στα πανηγύρια και ακόμα στους χορούς που οι χορεύτριες χτυπάνε με τα δάχτυλά τους διάφορους ρυθμούς στα χορευτικά βήματα που κάνουν. Στις βυζαντινές τοιχογραφίες τα ζίλια, δηλαδή τα μικρά κύμβαλα, τα βλέπουμε συχνά.

Τρίγωνο:

Τελειώνουμε την οικογένεια των ιδιόφωνων με το πολύ γνωστό σε όλους μας τρίγωνο. Κρεμιέται σε ένα κορδονάκι και με ένα σιδερένιο ραβδάκι χτυπιέται για να κάνει τον καμπανιστό ήχο του.


ΠΟΛΛΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΒΙΝΤΕΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΜΟΥΣΙΚΗ, ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΕΔΩ!

Σχετικά με την ενασχόλησή μας με τα ιδιόφωνα μουσικά όργανα του νηπιαγωγείου μας δηλαδή το τρίγωνο, τα κουδουνάκια και τη ζίλια, σας παρουσιάζουμε τις εργασίες μας, υπό τη φωνή της Φλέρυς Νταντωνάκη:

ΜΙΚΡΟΙ ΜΑΕΣΤΡΟΙ

Συνεχίζουμε το πρότζεκτ «η μουσική μας παρέα» και ετοιμάζουμε μια μικρή γιορτούλα αποχαρετισμού των παιδιών που θα φύγουνε στο Δημοτικό (για μέσα Μάη). Κι αυτός ο αποχαιρετισμός θα γίνει με «μουσικό τρόπο». Θα ..τραγουδήσουμε: κάποιοι θα είναι οι μουσικοί, κάποιοι οι τραγουδιστές και κάποιος ο ΜΑΕΣΤΡΟΣ.

Μιά πρώτη συζήτηση, μια πρώτη μικρή πρόβα και να οι εντυπώσεις των νηπίων στα φύλλα εργασίας τους  :

ΤΟ ΣΑΛΙΓΚΑΡΙ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

Σήμερα γιόρτασε τα γενέθλιά της η Αθηνά. Το αναφέρουμε για δύο -κυρίως- λόγους:

1ον: τα γιορτάσαμε έξω στην αυλή, πράγμα που δεν γινότανε μέχρι τώρα (λόγω καιρού)

2ον: γιατί η Αθηνά μας χάρισε για τα γενέθλιά της ένα δικό της δημιούργημα που μόνο ένα παιδί μπορεί να στήσει τόσο όμορφα, αρκεί να υπάρχει κάποιο (εσωτερικό ή εξωτερικό ) κίνητρο.

ΦΥΤΕΥΟΥΜΕ (3η φάση)

Αυτή τη φορά φυτέψαμε λουλούδια. Και μάλιστα καλέντουλες!

¨Ητανε πρόσφατη η 3ήμερη ετήσια γιορτή ανταλλαγής σπόρων στο Πελίτι (το τριήμερο που μας πέρασε), μας επηρέασε κι είπαμε να φυτέψουμε κάτι χρήσιμο και ταυτόχρονα όμορφο, όπως η καλέντουλα

¨Ετσι, πρώτα βγάλαμε χόρτα από το παρτέρι της αυλής μας, έπειτα σκάψαμε τρύπες και βάλαμε μέσα τα φυτά και τέλος -αφού τα πατήσαμε με το χώμα- τα ποτίσαμε πολύ καλά.

Τώρα περιμένουμε να δούμε αν «έπιασαν» οι καλέντουλές μας:

ΠΟΙΟΣ ΤΑ ΦΤΙΑΧΝΕΙ;

Κάθε φορά -εν όψει Γιορτών στο Νηπιαγωγείο- εμείς οι Νηπιαγωγοί οργανώνουμε διάφορες δράσεις σχετικές με κατασκευές. Ετσι και τώρα το Πάσχα! Λαμπάδες, καλαθάκια, αυγά, λαγοί κτλ κτλ φτιάχτηκαν πολλά-σε όλα τα νηπιαγωγεία της Ελλάδος.

-ΠΟΙΟΣ ΟΜΩΣ ΤΑ ΦΤΙΑΧΝΕΙ, ΠΟΙΟΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΑ ΦΤΙΑΧΝΕΙ ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΤΑ ΧΑΙΡΕΤΑΙ, ΤΕΛΙΚΑ;

Σε σχετική συζήτηση που δημιουργήθηκε στον κόμβο του ΠΣΔ, η συναδέλφισσα Νηπιαγωγός απο το Ελευθέριο Κορδελιό μας κατέθεσε την άποψή της, η οποία είναι:

«Η γνωστική περιοχή »Δημιουργία και έκφραση» του ΑΠΣ του Νηπ/γείου περιλαμβάνει τη γνωριμία των παιδιών με τις τέχνες. Για να γίνουν ικανά τα παιδιά να δημιουργήσουν και να εκφραστούν μέσα από τις τέχνες, πρέπει πρώτα να αποκτήσουν δεξιότητες όπως η λεπτή κινητικότητα, η μίμηση, η φαντασία, ο ρυθμός στην κίνηση και το λόγο κλπ. Επομένως η προετοιμασία των εορτών με το ενδιαφέρον, που προκαλεί πάντα στα παιδιά, μπορεί να αξιοποιηθεί μόνο για την κατάκτηση των εκπαιδευτικών στόχων, που αναφέρθηκαν παραπάνω καθώς και για την απόκτηση γνώσεων από όλες όμως τις γνωστικές περιοχές του ΑΠΣ (διαθεματική προσέγγιση). Τα όποια έργα των παιδιών πρέπει να είναι προϊόντα δικής τους έμπνευσης, φαντασίας και ιδέας, για να μπορέσουμε να αξιολογήσουμε όλους τους τομείς ανάπτυξης κι αν χρειαστεί να ενισχύσουμε τυχόν ελλείψεις και ανάγκες. Το τελικό αποτέλεσμα για να έχει νόημα για τα παιδιά και να συνδεθεί η γνώση με τη ζωή, μπορεί να παρουσιαστεί με οποιαδήποτε μορφή όπως δημιουργία έκθεσης, συμμετοχή σε εκδηλώσεις, παρουσίαση θεατρικής παράστασης ή εθίμων σε άλλες τάξεις και στους γονείς και φίλους κλπ. Τελικά, η ιεράρχηση των στόχων και η υπηρέτηση των εκπαιδευτικών σκοπών, που είναι και ο ρόλος του νηπ/γείου, ακυρώνουν την αξία μιας κατασκευής από ενήλικο ή μιας στημένης γιορτής για τις ανάγκες των άλλων.»

Να και μια ανάρτηση της Συναδέλφισσας Νηπιαγωγού απο το 14ο Νηπιαγωγείο Αθηνών,για το ίδιο ζήτημα:

«….. θα παρατηρήσετε ότι για τις δημιουργίες και τις κατασκευές των παιδιών, επιμένω να λέω ότι είναι «δικές τους» δημιουργίες. Δεν το κάνω τυχαία. Εμείς μπορούμε να δίνουμε τις γενικές οδηγίες και ιδέες για το κάθε έργο, αλλά το έργο πρέπει να είναι δημιούργημα του παιδιού. Θα μου πείτε ότι λέω το αυτονόητο; Και όμως, δεν είναι τόσο αυτονόητο.

Ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Υποθέτουμε ότι θέλουμε να κατασκευάσουμε μία απλή κάρτα με κοτοπουλάκια. Για να το κάνουμε πιο συγκεκριμένο, η κάρτα θα είναι από κανσόν χαρτί και επάνω θα είναι κολλημένα τα κοτοπουλάκια, που θα έχουν φτιαχτεί από άλλο χαρτί. Αυτή η κάρτα μπορεί να γίνει με τους ακόλουθους τρόπους:

1) Το κοτοπουλάκια είναι κομμένα από τη νηπιαγωγό και τα παιδιά έχουν για μοναδικό έργο να τα κολλήσουν.
2) Τα κοτοπουλάκια είναι όμοια ζωγραφισμένα από την νηπιαγωγό στο χαρτί και τα παιδιά έχουν ως έργο να τα κόψουν και να τα κολλήσουν.
3) Το κάθε παιδί ζωγραφίζει τα κοτοπουλάκια του σε ένα χαρτί, τα κόβει και τα κολλάει επάνω στην κάρτα.

Φυσικά και η τρίτη εκδοχή είναι αυτή που επιλέγουμε:

α) Είναι δημιουργία (αισθητικός τομέας)

β) Κάνοντάς την τα παιδιά αποκτούν αυτοπεποίθηση  – «μπορώ και εγώ να το κάνω», «η δασκάλα μου πιστεύει σε εμένα και θεωρεί ωραίο αυτό που κάνω» (συναισθηματικός τομέας)

γ) Αποτυπώνουν μορφές που ίσως και να μην είχαν ξαναδοκιμάσει, π.χ. κοτόπουλο, και έτσι αναγκάζονται να σκεφτούν πώς είναι, ή να το αναζητήσουν στα βιβλία μας για να το παρατηρήσουν (νοητικός τομέας)

δ) Ασκούν τη λεπτή κινητικότητα, και στο σχέδιο, και στο κόψιμο, και στο κόλλημα (νοητική και σωματική άσκηση)

ε) Μαθαίνουν ότι η διαφορά μας είναι η ομορφιά μας, ενώ αντίθετα η ομοιότητα είναι στοιχείο του ολοκληρωτισμού (κοινωνικός τομέας)

Αλλά ακόμη και εάν δεν υπήρχαν όλα τα προηγούμενα που συνηγορούν υπέρ του τρίτου τρόπου δουλειάς, θα ήταν αρκετό το ακόλουθο: Η τρίτη κάρτα είναι πιο ωραία! Τα έργα των παιδιών είναι πάντα πιο ωραία από τα έργα των νηπιαγωγών, ακόμη και αν τα κρίνουμε με καθαρά εικαστικά κριτήρια (εξαιρούνται μόνο οι νηπιαγωγοί που τυγχάνει να είναι και σπουδαίες/οι δημιουργοί).

ΙΘΑΚΕΣ

Μέρες διακοπών και αναστοχαζόμαστε (μας βοηθούν γι’ αυτό και κάποιοι φίλοι), λόγια χιλιοειπωμένα που έχουμε – ίσως – ξεχάσει:

Ο Σον Κόνερι απαγγέλει την Ιθάκη του Κωνσταντίνου Καβάφη με συνοδεία τη μουσική του Βαγγέλη Παπαθανασίου

(δημοσιευμένο στις 05/02/2011 από rosetabooks)

ΙΘΑΚΗ 1911


Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μεν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.
Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωϊά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους,
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά,
σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.
Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί ειν’ ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στο δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.
Η Ιθάκη σ’έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.
Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.

ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ

ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ ΜΕ ΜΙΑ ΠΡΟΒΟΛΗ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

ΚΙ ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΆ ΤΟΥ, ΜΕ ΤΗΝ ΤΟΣΟ «ΠΡΩΤΟΛΕΙΑ» ΓΛΩΣΣΑ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙ:


Πάσχα Ρωμέϊκο

Ο μπάρμπα-Πύπης, γηραιός φίλος μου, είχεν επτά ή οκτώ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων και μεγεθών, όλα εκ παλαιού χρόνου και όλα κατακαίνουργα, τα οποία εφόρει εκ περιτροπής μετά του ευπρεπούς μαύρου ιματίου του κατά τας μεγάλας εορτάς του ενιαυτού, οπόταν έκαμνε δύο ή τρεις περιπάτους από της μιας πλατείας εις την άλλην διά της οδού Σταδίου. Οσάκις εφόρει τον καθημερινόν κούκον του, με το σάλι του διπλωμένον εις οκτώ ή δεκαέξ δίπλας επί του ώμου, εσυνήθιζε να κάθηται επί τινας ώρας εις το γειτονικόν παντοπωλείον, υποπίνων συνήθως μετά των φίλων, και ήτο στωμύλος και διηγείτο πολλά κ’ εμειδία προς αυτούς.

Όταν εμειδία ο μπάρμπα-Πύπης, δεν εμειδίων μόνον αι γωνίαι των χειλέων, αι παρειαί και τα ούλα των οδόντων του, αλλ’ εμειδίων οι ιλαροί και ήμεροι οφθαλμοί του, εμειδία στίλβουσα η σιμή και πεπλατυσμένη ρις του, ο μύσταξ του ο ευθυσμένος με λεβάνταν και ως διά κολλητού κηρού λελεπτυσμένος, και το υπογένειόν του το λευκόν και επιμελώς διατηρούμενον, και σχεδόν ο κούκος του ο στακτερός, ο λοξός κ’ επικληνής προς το ους, όλα παρ’ αυτώ εμειδίων.

Είχε γνωρίσει πρόσωπα και πράγματα εν Κερκύρα· όλα τα περιέγραφε μετά χάριτος εις τους φίλους του. Δεν έπαυσε ποτέ να σεμνύνεται δια την προτίμησιν την οποίαν είχε δείξει αείποτε διά την Κέρκυραν ο βασιλεύς, και έζησεν αρκετά διά να υπερηφανευθή επί τη εκλογή, ην έκαμε της αυτής νήσου προς διατριβήν η εφτακρατόρισσα της Αούστριας. Ενθυμείτο αμυδρώς τον Μουστοξύδιν, μα δότο, δοτίσσιμο κε ταλέντο! Είχε γνωρίσει καλώς τον Μάντζαρον, μα γαλαντουόμο! τον Κερκύρας Αθανάσιον, μα μπράβο! τον Σιορπιέρρο, κε γκράν φιλόζοφο! Το τελευταίον όνομα έδιδεν εις τον αοίδιμον Βράϊλαν, διά τον τίτλον ον του είχαν απονείμει, φαίνεται οι Άγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter).

Είχε γνωρίσει επίσης τον Σόλωμο (κε ποέτα!), του οποίου απεμνημόνευε και στίχους τινάς, απαγγέλων αυτούς κατά το εξής υπόδειγμα:

Ωσάν τη σπίθα κρουμμένη στη στάχτη

πού εκρουβόταν για μας λευτεριά;

Εισέ πάσα μέρη πετιέται κι’ ανάφτει

και σκορπιέται σε κάθε μεριά.

Ο μπάρμπα-Πύπης έλειπεν υπέρ τα είκοσιν έτη εκ του τόπου της γεννήσεώς του. Είχε γυρίσει κόσμον κ’ έκαμεν εργασίας πολλάς. Έστειλέ ποτε και εις την Παγκόσμιον έκτεσι, διότι ήτο σχεδόν αρχιτέκτων, και είχε μάλιστα και μίαν ινβεντσιόνε. Εμίσει τους πονηρούς και τους ιδιοτελείς, εξετίμα τον ανθρωπισμόν και τη τιμιότητα. Απετροπιάζετο τους φαύλους.

«Ιλ τραδιτόρε νον α κομπασσιόν» -ο απατεώνας δεν έχει λύπησι. Ενίοτε πάλι εμαλάττετο κ’ εδείκνυε συγκατάβασιν εις τας ανθρωπίνας ατελείας. «Ουδ’η γης αναμάρτητος –άγκε λα τέρρα νον ε ιμπεκάμπιλε.» Και ύστερον, αφ’ ου η γη δεν είναι, πώς θα είναι ο Πάπας; Όταν του παρετήρει τις ότι ο Πάπας δεν εψηφίσθη ιμπεκάμπιλε, αλλά ινφαλίμπιλε, δεν ήθελε ν’ αναγνωρίσει την διαφοράν.

Δεν ήτο άμοιρος και θρησκευτικών συναισθημάτων. Τας δύο ή τρεις προσευχάς, ας είξευρεν τας είξευρεν ελληνιστί. «Τα πατερμά του είξευρε ρωμέϊκα». Έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος κύριος Σαβαώθ… ως ενάντιος υψίστοις» Όταν με ερώτησε δις ή τρις τι σημαίνει τούτο, το ως ενάντιος, προσεπάθησα να διορθώσω και εξηγήσω το πράγμα. Αλλά μετά δύο ή τρεις ημέρας υποτροπιάζων πάλιν έλεγεν: «Άγιος, άγιος, άγιος… ως ενάντιος υψίστοις!»

Εν μόνον είχεν ελάττωμα, ότι εμίσει αδιαλλάκτως παν ό,τι εκ προκαταλήψεως εμίσει και χωρίς ν’ ανέχηται αντίθετον γνώμην ή επιχείρημα. Πολιτικώς κατεφέρετο πολύ κατά των Άγγλων, θρησκευτικώς δε κατά των Δυτικών. Δεν ήθελε ν’ ακούση το όνομα του Πάπα, και ήτο αμείλικτος κατήγορος του ρωμαϊκού κλήρου…

Την εσπέραν του Μεγάλου Σαββάτου του έτους 188… περί ώραν ενάτην, γερόντιόν τι ευπρεπώς ενδεδυμένον, καθόσον ηδύνατο να διακρίνη τις εις το σκότος, κατήρχετο την απ’ Αθηνών είς Πειραιά άγουσαν, την αμαξιτήν. Δεν είχεν ανατείλει ακόμη η σελήνη, και ο οδοιπόρος εδίσταζε ν’ αναβή υψηλότερον, ζητών δρόμον μεταξύ των χωραφίων. Εφαίνετο μη γνωρίζων καλώς τον τόπον. Ο γέρων θα ήτο ίσως πτωχός, δεν θα είχε 50 λεπτά δια να πληρώση το εισιτήριον του σιδηροδρόμου ή θα τα είχε κ’ έκαμνεν οικονομίαν.

Αλλ’ όχι δεν ήτο πτωχός, δεν ήτο ούτε πλούσιος, είχε διά να ζήση. Ήτο ευλαβής και είχε τάξιμο να καταβαίνη κατ’ έτος το Πάσχα πεζός εις τον Πειραιά, ν’ ακούη την Ανάστασιν εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και όχι εις άλλην Εκκλησίαν, να λειτουργήται εκεί, και μετά την απόλυσιν ν’ αναβαίνη πάλιν πεζός εις τας Αθήνας.

Ήτο ο μπάρμπα-Πύπης, ο γηραιός φίλος μου, και κατέβαινεν εις τον Πειραιά διά ν’ ακούση το Χριστός Ανέστη εις τον ναόν του του ομωνύμου και προστάτου του, διά να κάμη Πάσχα ρωμέϊκο κ’ ευφρανθή η ψυχή του.

Και όμως ήτο… δυτικός!

Ο μπάρμπα-Πύπης, Ιταλοκερκυραίος, απλοϊκός, Ελληνίδος μητρός. Έλλην την καρδίαν, και υφίστατο άκων ίσως, ως και τόσοι άλλοι, το άπειρον μεγαλείον και την άφατον γλυκύτητα της εκκλησίας της Ελληνικής. Εκαυχάτο ότι ο πατήρ του,όστις ήτο στρατιώτης του Ναπολέοντος Α’ «είχε μεταλάβει ρωμέϊκα» όταν εκινδύνευσε ν’ αποθάνη, εκβιάσας μάλιστα προς τούτο, διά τινων συστρατιωτών του, τον ιερέα τον αγαθόν. Και όμως όταν, κατόπιν τούτων, φυσικώς, του έλεγε τις: «Διατί δεν βαπτίζεσαι μπάρμπα-Πύπη;» η απάντησίς του ήτο ότι άπαξ εβαπτίσθη και ότι ευρέθη εκεί.

Φαίνεται ότι οι Πάπαι της Ρώμης με την συνήθη επιτηδείαν πολιτικήν των, είχον αναγνωρίσει εις τους Ρωμαιοκαθολικούς των Ιονίων νήσων τινά των εις τους Ουνίτας απονεμομένων προνομίων, επιτρέψαντες αυτοίς να συνεορτάζωσι μετά των ορθοδόξων όλας τας εορτάς. Αρκεί να προσκυνήση τις την εβδομάδα του Ποντίφηκος· τα λοιπά είναι αδιάφορα.

Ο μπάρμπα-Πύπης έτρεφε μεγίστην ευλάβειαν προς τον πολιούχον ΄Αγιον της πατρίδος του και προς το σεπτόν αυτού λείψανον. Επίστευεν εις το θαύμα το γενόμενον κατά των Βενετών, τολμησάντων ποτέ να ιδρύσωσιν ίδιον θυσιαστήριον εν αυτώ τω ορθοδόξω ναώ, (il santo Spiridion ha fatto questo caso), ότε ο Άγιος επιφανείς νύκτωρ εν σχήματι μοναχού, κρατών δαυλόν αναμμένον, έκαυσεν ενώπιον των απολιθωθέντων εκ του τρόμου φρουρών το αρτιπαγές αλτάρε. Αφού ευρίσκετο μακράν της Κερκύρας, ο μπάρμπα-Πύπης ποτέ δεν θα έστεργε να εορτάση το Πάσχα μαζί με τσου φράγκους.

Την εσπέραν λοιπόν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου ότε κατέβαινεν εις Πειραιά πεζός, κρατών εις την χείρα τη λαμπάδα του, ην έμελλε ν’ ανάψη κατά την Ανάστασιν, μικρόν πριν φθάση εις τα παραπήγματα της μέσης οδού, εκουράσθη και ηθέλησε να καθίση επ’ ολίγον ν’ αναπαυθή. Εύρεν υπήνεμον τόπον έξωθεν μιας μάνδρας, εχούσης και οικίσκον παρά την μεσημβρινήν γωνίαν, κ’ εκεί εκάθησεν επί των χόρτων, αφού επέστρωσε το εις πολλάς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Έβγαλεν από την τσέπην την σιγαροθήκην του, ήναψεν σιγαρέττον κ’ εκάπνιζεν ηδονικώς.

Εκεί ακούει όπισθέν του ελαφρόν θρουν ως βημάτων επί παχείας χλόης και, πριν προφθάση να στραφή να ίδη, ακούει δεύτερον κρότον ελαφρότερον. Ο δεύτερος ούτος κρότος του κάστηκε ότι ήτον ως ανυψουμένης σκανδάλης φονικού όπλου.

Εκείνην την στιγμήν είχε λαμπρυνθή προς ανατολάς ο ορίζων, και του Αιγάλεω αι κορυφαί εφάνησαν προς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Η σελήνη, τετάρτην ημέραν άγουσα από της πανσελήνου, θ’ ανέτελλε μετ’ ολίγα λεπτά. Εκεί όπου έστρεψε την κεφαλήν προς τα δεξιά, εγγύς της βορειανατολικής γωνίας του αγροτικού περιβόλου, όπου εκάθητο, του κάστηκε, ως διηγείτο αργότερα ο ίδιος, ότι είδε ανθρωπίνην σκιάν, εις προβολήν τρόπον τινά ισταμένην και τείνουσαν εγκαρσίως μακρόν τι ως ρόπαλον ή κοντάριον προς το μέρος αυτού. Πρέπει δε να ήτο τουφέκιον.

Ο μπάρμπα-Πύπης ενόησεν αμέσως τον κίνδυνον. Χωρίς να κινηθή άλλως από την θέσιν του, έτεινε την χείρα προς τον άγνωστον κ’ έκραξεν εναγωνίως.

-Φίλος! Καλός! μη ρίχνεις…

Ο άνθρωπος έκαμε μικρόν κίνημα οπισθοδρομήσεως, άλλά δεν επανέφερεν το όπλον εις ειρηνικήν θέσιν.ουδέ καταβίβασε την σκανδάλην.

-Φίλος! και τι θέλεις εδώ; ηρώτησε με απειλητικήν φωνήν.

-Τι θέλω; επανέναβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Κάθουμαι να φουμάρο το τσιγάρο μου.

-Και δεν πας αλλού να το φουμάρης,ρε; απήντησεν αυθαδώς ο άγνωστος. Ηύρες τον τόπο, ρε, να φουμάρης το τσιγάρο σου!

-Και γιατί; επανέλαβεν ο μπάρμπα-Πύπης. Τι σας έβλαψα;

-Δεν ξέρω ‘γω απ’ αυτά, είπεν οργίλως ο αγρότης· εδώ είναι αποθήκη, έχει χόρτα, έχει κι’ άλλα πράμματα μέσα. Μόνον κόττες δεν έχει, προσέθηκε μετά σκληρού σαρκασμού. Εγελάστηκες.

Ήτο πρόδηλον ότι είχεν εκλάβει τον γηραιόν φίλον μου ως ορνιθοκλόπον, και διά να τον εκδικηθή του έλεγεν ότι τάχα δεν είχεν όρνιθας, ενώ κυρίως ο αγρονόμος διά τάς όρνιθάς του θα εφοβήθη και ωπλίσθη με την καραβίναν του.

Ο μπάρμπα-Πύπης εγέλασε πικρώς προς τον υβριστικόν υπαινιγμόν.

-Συ εγελάστηκες, απήντησεν· εγώ κόττες δεν κλέφτω, ούτε λωποδύτης είμαι· εγώ πηγαίνω στον Πειραιά ν’ ακούσω Ανάσταση στον Άγιο Σπυρίδωνα.

Ο χωρικός εκάγχασε.

-Στον Πειραιά; στον Αϊ-Σπυρίδωνα; κι’ από πού έρχεσαι;

-Απ’ την Αθήνα.

-Απ’ την Αθήνα; και δεν έχει εκεί εκκλησίαις, ν’ ακούσης Ανάσταση;

-Έχει εκκλησίαις, μα εγώ τώχω τάξιμο, απήντησεν ο μπάρμπα-Πύπης.

Ο χωρικός εσιώπησε προς στιγμήν, είτα επανέλαβε.

-Να φχαριστάς, καϋμένε…

Και τότε μόνον κατεβίβασε την σκανδάλην και ώρθωσε το όπλον προς τον ώμον του.

-Να φχαριστάς καϋμένε, την ημέρα που ξημερώνει αύριον, ει δε μη, δεν τώχα για τίποτες να σε ξαπλώσω δω χάμου. Τράβα τώρα!

Ο γέρων Κερκυραίος είχεν εγερθή και ητοιμάζετο να απέλθη, αλλά δεν ηδυνήθη να μη δώση τελευταίαν απάντησιν.

-Κάνεις άδικα και συχωρεμένος νάσαι που με προσβάλλεις, είπε. Σ’ ευχαριστώ ως τόσο που δε μ’ ετουφέκισες, αλλά νον βα μπένε.., δεν κάνεις καλά να με παίρνεις για κλέφτη. Εγώ είμαι διαβάτης, κ’ επήγαινα, σου λέω στον Πειραιά.

-Έλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρε…

Και ο χωρικός στρέψας την ράχιν εισήλθεν ανατολικώς διά της θύρας του περιβολίου, κ’ έγινεν άφαντος.

Ο γέρων φίλος μου εξηκολούθησε τον δρόμον του.

Το συμβεβηκός τούτο δεν ημπόδισε τον μπάρμπα-Πύπην να εξακολουθή κατ’ έτος την ευσεβή του συνήθειαν, να καταβαίνει πεζός εις τον Πειραιά, να προσέρχηται εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και να κάμει Πάσχα ρωμέϊκο.

Εφέτος το μισοσαράκοστον μοι επρότεινεν, αν ήθελα να τον συνοδεύσω εις την προσκύνησίν του ταύτην. Θα προσεχώρουν δε εις την επιθυμίαν του, αν από πολλών ετών δεν είχα την συνήθειαν να εορτάζω εκτός του Άστεως το Άγιον Πάσχα.

ΚΑΙ ΜΕΡΙΚΕΣ ΙΔΕΕΣ ΓΙΑ ΠΑΣΧΑΛΙΝΑ ΑΥΓΑ: