Το στοιχείο 117 ανακαλύφθηκε για πρώτη φορά το 2010 από μια αμερικανο-ρωσική επιστημονική ομάδα και τώρα, όπως παραδοσιακά απαιτείται, υπήρξε η επιβεβαίωση της ύπαρξης του, καθώς μια δεύτερη διεθνής ερευνητική ομάδα, με επικεφαλής Γερμανούς επιστήμονες, κατάφερε επίσης να «δει» το εν λόγω στοιχείο.
Το επόμενο βήμα, σύμφωνα με το “New Scientist”, θα είναι πλέον η Διεθνής Ένωση Καθαρής και Εφαρμοσμένης Χημείας (IUPAC) και η αντίστοιχη Διεθνής Ένωση Καθαρής και Εφαρμοσμένης Φυσικής (IUPAP) να αποδεχτούν επίσημα την επιβεβαίωση και να αποφασίσουν αν χρειάζονται και άλλα πειράματα ή αν θα αναγνωρίσουν οριστικά το νέο στοιχείο 117, οπότε αυτό θα πρέπει πλέον να πάρει ένα όνομα. Η κοινή επιτροπή των δύο επιστημονικών Ενώσεων θα κρίνει ποιός ερευνητικός φορέας δικαιούται να «βαφτίσει» το νέο στοιχείο.
Η τιμή ανήκει πρωτίστως στους επιστήμονες του Εθνικού Εργαστηρίου Λόρενς Λίβερμορ του υπουργείου Ενέργειας των ΗΠΑ και του Κοινού Ινστιτούτου Πυρηνικής Έρευνας της Ρωσίας, που έκαναν τη σχετική αρχική ανακάλυψη προ τετραετίας.
Η επιβεβαίωση έγινε στον γερμανικό επιταχυντή του Κέντρου Έρευνας Βαρέων Ιόντων Χέλμχολτς στο Ντάρμσταντ. Οι γερμανοί και άλλοι χημικοί και πυρηνικοί φυσικοί (συνολικά 72 ερευνητές από 11 χώρες), με επικεφαλής τον καθηγητή Κρίστοφ Ντίλμαν, βομβάρδισαν με ιόντα ασβεστίου έναν εξωτικό στόχο, ένα ραδιοϊσότοπο του μπερκελίου (Bk-249), και από τη σύγκρουση αυτή σχηματίστηκαν δύο άτομα του στοιχείου 117, που «έζησαν» λιγότερο από ένα δέκατο του δευτερολέπτου.
Το στοιχείο 117 -για το οποίο υπήρξε και σχετική επιστημονική δημοσίευση στο κορυφαίο περιοδικό φυσικής “Physical Review Letters”- διασπάται πολύ γρήγορα στα στοιχεία 113 και 115, τα οποία είχαν ανακαλυφθεί το 2004, στο πλαίσιο της ίδιας αμερικανο-ρωσικής ερευνητικής συνεργασίας.
Τα χημικά στοιχεία μετά τον ατομικό αριθμό 104 (αφορά τον αριθμό των πρωτονίων σε ένα πυρήνα ατόμου) θεωρούνται υπερβαρέα και είναι συνήθως φευγαλέα. Όμως τα πιο σταθερά από αυτά (που ακόμη δεν έχουν εντοπιστεί) πιστεύεται ότι «κατοικούν» στη λεγόμενη «νησίδα σταθερότητας», μια περιοχή όπου αναμένεται να βρεθούν πυρήνες σταθερών υπερβαρέων χημικών στοιχείων με πολύ μεγάλη διάρκεια ζωής.
Προς το παρόν -και μέχρι να βρεθούν τέτοια υπερβαρέα στοιχεία στη φύση- αυτά παράγονται σε επιταχυντές με τη σύγκρουση σωματιδίων. Η σύντηξη δύο ελαφρύτερων πυρήνων, κάτι που πολύ σπάνια συμβαίνει, μπορεί να οδηγήσει στην παραγωγή ενός υπερβαρέος στοιχείου, το οποίο ζει ελάχιστα.
Εδώ και 30 χρόνια αδιάκοπων ερευνών, νέα «τεχνητά» υπερβαρέα στοιχεία ανακαλύπτονται με ρυθμό ένα ανά δύο έως τρία χρόνια και με απώτερο στόχο πάντα την ανακάλυψη της «νησίδας σταθερότητας». Οι πιο πρόσφατες προθήκες στον Περιοδικό Πίνακα ήσαν τα στοιχεία 114 και 116, που ανακοινώθηκαν το 2011.
Ανακαλύφθηκε νέο στοιχείο στον Περιοδικό Πίνακα
10 Μάι 2014 από Μάνος Ψαρουδάκης
Ανατροπή κύβου στη βάση κεκλιμένου επιπέδου
4 Μάι 2014 από Μάνος Ψαρουδάκης
Ομογενής κύβος ακμής α= √2 m ολισθαίνει κατά μήκος κεκλιμένου επιπέδου γωνίας κλίσης θ = 15° και φτάνει στη βάση του κεκλιμένου με ταχύτητα u. Να υπολογιστεί η ταχύτητα u ώστε ο κύβος να ανατραπεί. Δίνεται η επιτάχυνση της βαρύτητας g=10 m/s^2 και √3=1,7. Θεωρούμε ότι ο κύβος δεν ολισθαίνει καθόλου πάνω στο οριζόντιο επίπεδο.
Για τη λύση της άσκησης πατήστε Ανατροπή κύβου στη βάση κεκλιμένου επιπέδου (Λύση)
Από την εποχή που η Φυσική, ως επιστήμη, έπαψε να έχει τον απόλυτο μεταφυσικό χαρακτήρα της γνώσης για να τον αντικαταστήσει με μια τμηματική ή γενικεύουσα διανοητική ανακατασκευή του φυσικού κόσμου με βάση εμπειρικές, πειραματικές, και μαθηματικές έννοιες, γνώρισε δύο χαρακτηριστικές περιόδους: Την περίοδο της κλασικής Φυσικής, που οι επιστημονικές έννοιες αποκρυσταλλώθηκαν και πήραν πιο καθαρή από άλλοτε μορφή και εδραιώθηκαν περί το τέλος του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα, και τη δεύτερη περίοδο, που θα ‘λεγα ότι δεν έχει ιδιαίτερο όνομα, αλλά ανάλογα με τον χαρακτήρα (π.χ. θεωρία της σχετικότητας), ανάλογα με την περιοχή (π.χ. Πυρηνική Φυσική), ανάλογα με τη βασική έννοια του μελετώμενου αντικειμένου (π.χ. κβαντομηχανική), αποκτά το ιδιαίτερο όνομα του χαρακτήρα της.
Θα μπορούσαμε ίσως να χαρακτηρίσουμε τη νέα αυτή περίοδο ως περίοδο Ατομικής Φυσικής, παρά το γεγονός ότι περιλαμβάνει έννοιες από όλα σχεδόν τα ανεξαρτήτως αναπτυχθέντα επί μέρους τμήματα όπως της Μηχανικής, Οπτικής, Θερμότητας, Ηλεκτρισμού, Αστροφυσικής (αστρονομίας και μετεωρολογίας) ή ακόμη από τη Χημεία η οποία παρότι φαίνεται ότι έχει μεθοδολογική αυτοτέλεια, αποτελεί κλάδο της Ατομικής Φυσικής, που είναι ιδιαίτερα εμφανής στην Ανόργανη Χημεία.
Σε πολύ γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι η Κλασική Φυσική χαρακτηρίζεται από μερικούς γενικούς χαρακτήρες, όπως η διάκριση και η ευστάθεια του χώρου και του χρόνου, η παράλληλη τοποθέτηση του ερευνητή και του ερευνώμενου αντικειμένου και η καθοριζόμενη εκτύλιξη του φυσικού κόσμου, με νόμους τους οποίους δεχόμαστε, αναδρομικά ή ακόμη και προληπτικά, ότι έχουν απόλυτη ισχύ. Οι αρχές αυτές αφορούν προβλήματα του μακρόκοσμου όπως π.χ. η Νευτώνεια Μηχανική ή ακόμη την ηλεκτρομαγνητική θεωρία τού Maxwell (που αναπτύχθηκε κατά το τελευταίο μισό του περασμένου αιώνα), την Οπτική τού Hertz ή τη στατιστική αρχή της θερμότητας του Boltzman.
Αντίθετα, η σύγχρονη Φυσική άρχισε τη σταδιοδρομία της ως κριτική των εννοιών του χώρου και του χρόνου και ακόμη τη μη παράλληλη τοποθέτηση ερευνητή και ερευνώμενου αντικειμένου, αλλά την αμοιβαία διείσδυση του ανθρώπινου και του αντικειμενικού, με μοιραία συνέπεια τον περιορισμό της ισχύος των φυσικών νόμων, για πολλές από τις περιοχές της Φυσικής.
Το όριο που διαχώρισε την παλιά κλασική από τη σύγχρονη Φυσική είναι το πείραμα των Michelson-Morley (1887). Απέδειξαν πειραματικά ότι η κινητική κατάσταση της πηγής του φωτός δεν επηρεάζει την ταχύτητα διάδοσής του, γεγονός που αποτέλεσε το βασικό θεμέλιο πάνω στο οποίο ο Άλμπερτ Αϊνστάιν (ύστερα από 17 χρόνια), το 1905, διατύπωσε τα συμπεράσματα (αξιώματα) πάνω στα οποία βασίζεται η ειδική θεωρία της σχετικότητας:
1) Η Co αποτελεί μια παγκόσμια σταθερά ανεξάρτητη από αδρανειακό σύστημα και
2) Όλοι οι νόμοι της Φυσικής είναι ίδιοι για όλα τα αδρανειακά συστήματα που κινούνται με σταθερές ταχύτητες το ένα προς το άλλο. (Στην προκειμένη περίπτωση οι μετασχηματισμοί του Γαλιλαίου δεν είναι οι πιο κατάλληλοι για να εφαρμοστούν στη θεωρία της σχετικότητας και γι’ αυτό εφαρμόζονται οι μετασχηματισμοί Lorentz (1903.)
Αποδεικνύεται δηλαδή η ισοδυναμία των αδρανειακών συστημάτων . Ακόμη, η διαπίστωση από τον Max Planck (το 1901) ότι η ενέργεια που εκπέμπει ένα άτομο που ακτινοβολεί δεν είναι συνεχής αλλά εκπέμπεται κατά στατιστικώς υπολογιζόμενα άλματα, με συνέπεια τον καθορισμό της ελάχιστης τιμής ενέργειας, της ενέργειας του quantum φωτός ή φωτονίου. Σ’ αυτά που ειπώθηκαν προσθέτουμε τη συμπεριφορά του ηλεκτρονίου ως σωματιδίου και ως κύματος, παραδοχές τις οποίες αποδεχόμαστε μέχρι σήμερα.
Τίθεται τώρα το ερώτημα.
Κατά πόσο περιόρισε η σύγχρονη φυσική έρευνα τους κλασικούς νόμους;
Η απάντηση είναι: Παρόλη την καινοτομία της η νέα Φυσική ούτε επιχειρεί ούτε είναι σε θέση να διαψεύσει προηγούμενες επιστημονικές απόψεις και αρχές.
Για την Ατομική Φυσική, η προηγηθείσα κλασική περίοδος ανέπτυξε και έκλεισε ένα επιστημονικό σύστημα που το περιεχόμενό του πάντοτε ισχύει, εφόσον, βέβαια, με το σύστημα αυτό δεν γίνεται προσπάθεια ώστε να ερμηνευθούν φαινόμενα που ανήκουν σε άγνωστους για εκείνη τομείς. Με άλλα λόγια, η σύγχρονη Φυσική περιόρισε την έκταση αλλά όχι τον χρόνο της ισχύος των νομικών αρχών της εποχής που διαδέχθηκε. Την ορθότητα της αρχής τού Pascal ή των συγκοινωνούντων δοχείων, η Φυσική των quanta ούτε επαληθεύει ούτε αμφισβητεί.
Εφόσον, όμως, επρόκειτο να ρυθμιστούν γεγονότα άγνωστα στην κλασική Φυσική, οι γενικοί, κατ’ αρχάς χρονικά απεριόριστης ισχύος νόμοι, δεν θα ήταν οι ενδεδειγμένοι. Οι νόμοι της κλασικής Φυσικής επειδή καθορίζουν τα συμβαίνοντα στον κόσμο ο οποίος υπόκειται άμεσα στις αισθήσεις μας, είναι άσχετοι με τη νομοτέλεια που επικρατεί σε μια περιοχή, που η ανθρώπινη αίσθηση είτε δεν εισχωρεί, είτε για να εισχωρήσει της δημιουργεί κάποιο προσωπικό (μοντέλο). Έτσι, μοιραία οδηγούμεθα στη μελέτη αντικειμένων τα οποία δεν αρκεί να παρατηρηθούν, αλλά να εκφραστούν με υπολογισμό ή μέτρηση, πολλές φορές με μια αφηρημένη σχέση που βέβαια απαιτεί μια άλλη γλώσσα, τη γλώσσα των μαθηματικών.
Σήμερα, η Φυσική γνωρίζει ότι ο κόσμος που μελετά δεν υπάρχει με τον τρόπο που εκδηλώνεται, αλλά τον ανακαλύπτει με τον τρόπο που τον προκαλεί. Συμπερασματικά, λοιπόν, θα λέγαμε ότι η Φυσική δεν ασχολείται σήμερα με «χειροπιαστά» γεγονότα, αλλά με πράγματα που είναι σε θέση να δημιουργήσει ή πιο γενικά ό,τι είναι δυνατό να αποτελέσει πρόβλημα μιας δυνατής μαθηματικής πράξης.
ΠΑΠΑΖΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
* Το παραπάνω κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε τον Οκτώβριο του 1984 στο περιοδικό «Απόψεις», της Ε.Ε.Φυσικών
Ηλεκτρικό πεδίο 11
6 Φεβ 2014 από Μάνος Ψαρουδάκης
Σημειακό ηλεκτρικό φορτίο Q = 1μC βρίσκεται ακίνητο σε οριζόντιο δάπεδο. Στην κατακόρυφο που περνά από το Q και σε απόσταση x από αυτό ισορροπεί σημειακό φορτίο q = 1μC και μάζας m = 90g.
α) Να υπολογίσετε την απόσταση x
β) Κατεβάζουμε το φορτίο q σε απόσταση x/2 από το φορτίο Q και το αφήνουμε ελεύθερο. Να υπολογίσετε το ρυθμό μεταβολής της ταχύτητας και το ρυθμό μεταβολής της ορμής τη στιγμή που αφήνεται ελεύθερο.
γ) Να βρείτε σε ποια θέση θα αποκτήσει το φορτίο q τη μέγιστη ταχύτητα και να υπολογίσετε το μέτρο της.
δ) Να επαληθεύσετε ότι το μέγιστο ύψος από το δάπεδο στο οποίο θα φτάσει το φορτίο q είναι h = 0,2m.
Δίνονται k = 9.109Nm2/C2 και g = 10m/s2. Η αντίσταση του αέρα θεωρείται αμελητέα.
Για τη λύση της άσκησης πατήστε Ηλεκτρικό πεδίο 11 (Λύση)









