Feed
Άρθρα
Σχόλια

Αρχείο για την κατηγορία 'Διάφορα'

Το παράδοξο των διδύμων

Τα ταξίδια με ταχύτητες κοντά σε αυτήν του φωτός πάντα εξάπτει την φαντασία των ανθρώπων. Όλοι θέλουμε να ταξιδέψουμε στο χώρο για κάποιο χρονικό διάστημα (ένα χρόνο, ας πούμε) και ύστερα να επιστρέψουμε στη Γη. Για τους ανθρώπους που έμειναν στον πλανήτη μας, ο χρόνος στον μεγάλης ταχύτητας πύραυλο μας προχωρά πιο αργά από τον πλανητικό χρόνο. Επομένως, όταν το πλήρωμα του πυραύλου προσγειωθεί στη Γή, ο χρόνος που θα έχει περάσει στη Γη θα είναι μεγαλύτερος από εκείνον που θα έχουν μετρήσει τα ρολόγια των αστροναυτών. Επομένως, οι ταξιδιώτες φθάνουν στο μέλλον του πλανήτη τους.

Στα 1911, ο γάλλος φυσικός Pierre Langevin μελέτησε το ακόλουθο νοητό πείραμα. Φαντασθείτε κάποιον που αναχωρεί για ένα διαστημικό ταξίδι, αφήνοντας πίσω στη Γη το δίδυμο αδελφό του. Όταν επιστρέφει, είναι νεότερος από τον αδελφό του. Για τον αστροναύτη, αυτό είναι ένα χειροπιαστό αποτέλεσμα από το ταξίδι του στο μέλλον της Γης.

Πάντως, ορισμένοι θεωρητικοί φυσικοί είχαν αμφιβολίες για τη δυνατότητα της πραγματοποίησης του φαινομένου αυτού. H επιχειρηματολογία τους βασιζόταν στο γεγονός ότι η θεωρία του Αϊνστάιν δήλωνε τη σχετικότητα της κίνησης. Επομένως, ο αστροναύτης μπορούσε να θεωρεί ότι ο ίδιος μένει στάσιμος και ότι οι δέσμιοι της Γης άνθρωποι απομακρύνονται στην αντίθετη διεύθυνση με την ίδια ταχύτητα. Από αυτή την οπτική γωνία, το ρολόι στη Γή κτυπά πιο αργά από εκείνο που βρίσκεται στο διαστημόπλοιο. Επομένως, ο αστροναύτης συμπεραίνει ότι όταν επιστρέψει από το ταξίδι του, ο δίδυμος αδελφός του θα είναι νεότερος του.

H συλλογιστική αυτή δημιουργεί ένα προφανές παράδοξο. Καθένας από τους δύο αδελφούς θεωρεί ότι στο τέλος του πειράματος ο άλλος θα είναι νεότερος. Ποιος έχει δίκιο; Πάντως, όταν συναντηθούν, θα αναγνωρίσουν αμέσως, από την εμφάνιση τους, ποιος από τους δύο είναι ο νεότερος. Αυτή είναι η αρχή του διάσημου “παραδόξου των διδύμων”.

Οι ειδικοί μπόρεσαν να ξεδιαλύνουν την κατάσταση αρκετά γρήγορα και έτσι ανακάλυψαν την αλήθεια. Για τους αμύητους, όμως, οι φήμες γύρω από το “παράδοξο των διδύμων” σηματοδοτούσαν, για πολλά χρόνια, την αποτυχία της θεωρίας της σχετικότητας.

Ποιός είναι, λοιπόν, ο μεγαλύτερος στην ηλικία αδελφός και γιατί;

Το σημαντικό σημείο της επιχειρηματολογίας για το ρυθμό της λειτουργίας ενός ρολογιού ισχύει μόνο από την οπτική γωνία ενός “εργαστηρίου” ή, γενικότερα, των σωμάτων που κινούνται λόγω της αδράνειας. Οι φυσικοί λένε ότι οι τύποι του Αϊνστάιν (στη μορφή που τους έγραψε) ισχύουν μόνο για τα “αδρανειακά συστήματα αναφοράς”: Ένας επιβάτης δεν αντιλαμβάνεται την κίνηση μόνο όταν ένα σκάφος ή ένας πύραυλος κινούνται χωρίς επιτάχυνση ή επιβράδυνση.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο αστροναύτης αισθάνεται την επιτάχυνση όταν ο πύραυλος του εκτινάσσεται μακριά. Σχεδόν όλοι γνωρίζουμε σήμερα τη βαρυτική επιτάχυνση την οποία υφίστανται οι αστροναύτες κατά τη διάρκεια της απογείωσης και της προσγείωσης των διαστημοπλοίων.

Επομένως, είναι σαφές ότι η κατάσταση ενός ανθρώπου στη Γη δεν είναι ισοδύναμη με εκείνη ενός αστροναύτη στον πύραυλο. H Γη μπορεί να θεωρηθεί ένα σχεδόν αδρανειακό σύστημα αναφοράς. Ωστόσο, για την επιστροφή ενός ταξιδιώτη του διαστήματος από ένα μακρύ ταξίδι, είναι απαραίτητη η επιβράδυνση και η ακινητοποίηση του σκάφους, έπειτα η επιτάχυνση του προς τη Γη και, τέλος, η επιβράδυνση του ξανά και η ασφαλής του προσθαλάσσωση.

Φυσικά, κατά τη διάρκεια της επιτάχυνσης και της επιβράδυνσης η κίνηση δεν είναι αδρανειακή και οι αστροναύτες υφίστανται τις αντίστοιχες επιταχύνσεις. Κατά τη διάρκεια των διαστημάτων αυτών, οι τύποι που έχουν γραφεί για τα αδρανειακά συστήματα δεν εφαρμόζονται στο “εργαστήριο”-σκάφος και ο αστροναύτης δεν έχει κανένα λόγο να θεωρεί ότι το γήινο ρολόι λειτουργεί πιο αργά.

Το τελικό λοιπόν συμπέρασμα των θεωρητικών φυσικοί είναι πως δεν υπάρχει καμία αντίφαση. Το συμπέρασμα του παρατηρητή στη Γή είναι σωστό, εφόσον το σύστημα αναφοράς του είναι πάντοτε αδρανειακό (με ικανοποιητική ακρίβεια), ενώ ο πύραυλος κινείται με επιτάχυνση.

Το “αφελές” συμπέρασμα του αστροναύτη ότι το ρολόι στη Γη κτυπά πιο αργά, είναι λάθος. Επομένως, ο διαστημικός ταξιδιώτης όταν επιστρέφει στη Γή, έχει ταξιδεύσει στο μέλλον. Όσο πιο γρήγορη είναι η κίνηση του πυραύλου και όσο περισσότερο διαρκεί η πτήση, τόσο πιο μακριά στο μέλλον μεταφέρεται ο αστροναύτης.

Ας κάνουμε τις εξής παραδοχές για να μελετήσουμε αριθμητικά το φαινόμενο

Ας πούμε ότι οι αστροναύτες ταξιδεύουν προς τον αστέρα που αποτελεί τον πιο κοντινό γείτονα του Ήλιου μας: τον Εγγύτατο του Κενταύρου (Proxima Centauri ή Άλφα του Κενταύρου) ο οποίος βρίσκεται σε απόσταση περίπου 40 χιλιάδων δισεκατομμυρίων χιλιομέτρων (4,3 έτη φωτός) από μας. Και ότι σύμφωνα με αυτό το σενάριο, ο πύραυλος επιταχύνεται κατά τη διάρκεια των 4,5 πρώτων μηνών της πτήσης. Οι μηχανές του πυραύλου υποτίθεται ότι παράγουν μια ώθηση πάνω στους αστροναύτες κατά 3g – τους κάνει, δηλαδή, τρεις φορές βαρύτερους από ό,τι ήταν στη Γή.

Μετά την επιτάχυνση, το διαστημόπλοιο κινείται με ταχύτητα 250.000 km/s (κάπου το 80% της ταχύτητας του φωτός). Οι μηχανές έχουν πια σβήσει και το σκάφος συνεχίζει να κινείται εξαιτίας της αδράνειας. Τώρα το πλήρωμα μπορεί να ατενίζει το βαρετό θέαμα του σκοτεινού ουρανού.

Προσεγγίζοντας τον Άλφα του Κενταύρου, οι κινητήρες επιβράδυνσης ανάβουν, το σκάφος επιβραδύνεται και τελικά σταματά.

Μόλις φτάσει, στρέφεται κατά 180 μοίρες και αναπτύσσει και πάλι την ίδια επιτάχυνση. Μετά από λίγους μήνες η ταχύτητα του γίνεται σταθερή για αρκετά χρόνια. Φτάνοντας κοντά στον Ήλιο επιβραδύνεται για να προσεγγίσει τη Γη μας.

Σύμφωνα με το γήινο ρολόι η πτήση αυτή διαρκεί 12 χρόνια, ενώ το ρολόι του σκάφους καταγράφει μόνο εφτά περίπου χρόνια. Όταν επιστρέφουν στη Γή, οι ταξιδιώτες έχουν εισχωρήσει κατά πέντε χρόνια στο μέλλον! Αυτός είναι, λοιπόν, ο τρόπος με τον οποίο η “κοσμική μηχανή του χρόνου” λειτουργεί.

Καθυστέρηση των ρολογιών λόγω της βαρύτητας

Γνωρίζουμε από την αρχή της ισοδυναμίας ότι η επιτάχυνση ενός πυραύλου ισοδυναμεί με την παρουσία κοντά του ενός μεγάλου βαρυτικού πεδίου. Έτσι, αν ο ένας δίδυμος αδελφός βρίσκεται σε κοντινή τροχιά γύρω από τον Ήλιο (σε σχέση με τον άλλο δίδυμο που είναι στη Γη), υπάρχει και πάλι το φαινόμενο της διαστολής του χρόνου. Ο πρώτος δίδυμος αδελφός  αν συναντηθεί κάποτε με τον άλλο, θα διαπιστώσει ότι είναι πιο νέος από τον δεύτερο στη Γη γιατί το ρολόι του ‘έχανε’ (επειδή κυλάει ο χρόνος πιο αργά για αυτόν κοντά στον Ήλιο) ως προς το ρολόι του δεύτερου. Κι όλα αυτά λόγω του ισχυρού βαρυτικού πεδίου του άστρου μας.

Χρησιμοποιήθηκαν και αποσπάσματα από το βιβλίο “Μηχανή του χρόνου”, του αστροφυσικού Igor Novikov στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης. Εκδόσεις Τραυλός.

Πηγή: Physics4u

Έλεγχος επίδοσης του μαθητή Albert Einstein!!!

Ιστορία και εξέλιξη των ιδεών στη Φυσική

Από την εποχή που ο άνθρωπος εμφανίστηκε πάνω στη Γη άρχισε
να αναρωτιέται για το πώς δημιουργήθηκε ο ίδιος και ο κόσμος στον οποίο ζει
καθώς και για το ποιες δυνάμεις και νόμοι διέπουν τα φυσικά φαινόμενα που
παρατηρεί γύρω του. Στους περισσότερους λαούς τις απαντήσεις σ’ αυτά τα
ερωτήματα είχαν αναλάβει να δίνουν οι ιερείς και οι άρχοντες, οι οποίοι δεν
αισθάνονταν την ανάγκη να τις δικαιολογούν ή να τις συζητούν.

Οι αρχαίοι Έλληνες, όμως, ήταν ιστορικά οι πρώτοι άνθρωποι
που επιχείρησαν μια διεξοδική έρευνα του Σύμπαντος, δηλαδή μια συστηματική
συλλογή γνώσης βασισμένη στην ανθρώπινη λογική, με λίγους περιορισμούς από
οποιοδήποτε ιερατείο. Όσοι από αυτούς προχώρησαν σ’ αυτήν την έρευνα, δηλαδή
στην προσπάθεια κατανόησης της φύσης, βασιζόμενοι στον ορθολογισμό και χωρίς να
επιζητήσουν τη βοήθεια της διαίσθησης, της έμπνευσης ή της αποκάλυψης,
ονομάστηκαν φιλόσοφοι. Χωρίς αμφιβολία υπήρχαν σοφοί άνθρωποι, ακόμη και
ορθολογιστές, πριν από τους Έλληνες, αλλά δεν γνωρίζουμε σήμερα τα ονόματά
τους. Ο λόγος είναι ότι ο Ελληνικός πολιτισμός άφησε πίσω του μια ορθολογιστική
φιλοσοφία καταγεγραμμένη σε γραπτά κείμενα, η οποία, όπως θα δούμε, αποτέλεσε
τον πρόγονο της σύγχρονης επιστήμης.

Η φιλοσοφία μπορεί, γενικά, να ασχοληθεί με τη διερεύνηση
δύο διαφορετικών «κόσμων», του «εσωτερικού» και του «εξωτερικού». Στην πρώτη
περίπτωση επικεντρώνεται στη συνείδηση των ανθρώπων, αναζητώντας την κατανόηση
της ανθρώπινης συμπεριφοράς, δηλαδή της ηθικής, των κινήτρων και των
αντιδράσεων των ανθρώπων. Στη δεύτερη περίπτωση επικεντρώνεται στον γύρω κόσμο,
επιχειρώντας μια διερεύνηση του αντιληπτού Σύμπαντος ή, με άλλα λόγια, της
φύσης. Ο πιο γνωστός εκπρόσωπος της πρώτης τάσης στην αρχαία Ελλάδα ήταν ο
Πλάτωνας, μαθητής του μεγάλου Σωκράτη, ενώ ο πιο γνωστός εκπρόσωπος της δεύτερης
ήταν ο Αριστοτέλης, μαθητής του Πλάτωνα. Αξίζει να επισημάνουμε το γεγονός ότι
μέσα σε διάστημα μόνο πενήντα χρόνων ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός έδωσε στον
κόσμο αυτά τα δύο συστήματα φιλοσοφίας που διαμορφώνουν, ακόμη και σήμερα, τα
δύο βασικά φιλοσοφικά ρεύματα.

Οι φιλόσοφοι που ακολούθησαν τη δεύτερη εναλλακτική οδό,
δηλαδή το δρόμο του Αριστοτέλη, ονομάστηκαν φυσικοί φιλόσοφοι, και για πολλούς
αιώνες μετά από την ακμή του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού η μελέτη των
φαινομένων της φύσης συνεχίστηκε να ονομάζεται Φυσική Φιλοσοφία. Η σύγχρονη
έκφραση που χρησιμοποιείται στη θέση της, Φυσική Επιστήμη ή απλά Επιστήμη
(αγγλικά Science από τη λατινική λέξη scientia που σημαίνει επιστήμη, γνώση)
δεν καθιερώθηκε παρά σχετικά πρόσφατα, μόλις τον δέκατο ένατο αιώνα. Ακόμη και
σήμερα το υψηλότερο πανεπιστημιακό πτυχίο, που απονέμεται στη δυτική Ευρώπη και
τις Ηνωμένες Πολιτείες για σπουδές στις φυσικές επιστήμες, έχει τον τίτλο
Διδάκτωρ Φιλοσοφίας (Philosophiae Doctor, PhD). Η λέξη Φυσική, επομένως, είναι
μια συντομευμένη μορφή του όρου «Φυσική Φιλοσοφία» και, στην αρχική της έννοια,
περιλάμβανε όλους του κλάδους των φυσικών επιστημών. Καθώς όμως το πεδίο των
Φυσικών Επιστημών γινόταν ολοένα και βαθύτερο και ευρύτερο και καθώς οι
πληροφορίες που συσσωρεύονταν γίνονταν ολοένα και πιο πολλές, οι φυσικοί
φιλόσοφοι έπρεπε να εξειδικευθούν, διαλέγοντας κάποια συγκεκριμένη κατεύθυνση
της επιστημονικής προσπάθειας ως πεδίο εργασίας τους. Οι ειδικοί αυτοί έλαβαν
ξεχωριστά ονόματα και άρχισαν να διαχωρίζονται από τον παλιότερα ενιαίο χώρο
της Φυσικής Φιλοσοφίας.

Η μελέτη των αφηρημένων σχέσεων μορφής και αριθμών
ονομάστηκε Μαθηματικά. Η μελέτη της θέσης και της κίνησης των ουράνιων σωμάτων
ονομάστηκε Αστρονομία (από τις ελληνικές λέξεις αστήρ και νόμος). Η μελέτη των
φυσικών χαρακτηριστικών της Γης, στην οποία ζούμε, ονομάστηκε Γεωλογία. Η
μελέτη της σύστασης και των αλληλεπιδράσεων των ουσιών ονομάστηκε Χημεία. Η
μελέτη της δομής, της λειτουργίας και των αλληλεπιδράσεων των ζωντανών
οργανισμών ονομάστηκε Βιολογία, και ούτω καθεξής. Ο όρος Φυσική έμεινε να
περιγράφει τη μελέτη εκείνων των κατευθύνσεων της φύσης, που παρέμειναν μετά
την αφαίρεση των ειδικοτήτων που αναφέραμε παραπάνω. Για το λόγο αυτό η Φυσική
κατέληξε σήμερα να περιλαμβάνει ένα μάλλον ετερογενές σύνολο γνώσεων, που είναι
δύσκολο να περιγραφεί με ένα γενικό ορισμό. Σίγουρα πάντως περιλαμβάνει
φαινόμενα όπως η κίνηση, η θερμότητα, το φως, ο ήχος, ο ηλεκτρισμός και ο
μαγνητισμός. Όλα τα παραπάνω αποτελούν μορφές ενέργειας, οπότε η μελέτη της
(κλασικής) Φυσικής μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει, κυρίως, μια μελέτη των
αλληλεπιδράσεων της ύλης με την ενέργεια. Αυτός ο ορισμός μπορεί να ερμηνευθεί
είτε με τη στενή είτε με την ευρεία έννοια. Αν ερμηνευθεί με τη στενή έννοια,
τότε καταλήγουμε στο περιεχόμενο των σπουδών ενός «τυπικού» Τμήματος Φυσικής.
Αν όμως ερμηνευθεί με την ευρεία, τότε η Φυσική μπορεί να θεωρηθεί ότι
συμπεριλαμβάνει και ένα μεγάλο τμήμα από τις υπόλοιπες κατευθύνσεις των Φυσικών
Επιστημών. Αξίζει να σημειωθεί ότι η τελευταία, ευρεία, ερμηνεία είναι αυτή που
επικράτησε κατά τον εικοστό αιώνα.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η διαφοροποίηση των φυσικών
επιστημών σε ειδικότητες είναι, τελικά, μια τεχνητή κατάταξη. Ενόσω το επίπεδο
των γνώσεων ήταν ακόμη σχετικά χαμηλό, η διάκριση ήταν χρήσιμη και φαινόταν φυσιολογική.
Ήταν δυνατό για κάποιον άνθρωπο να σπουδάζει Αστρονομία ή Βιολογία χωρίς να
ασχολείται με τη Χημεία ή τη Φυσική, ή ακόμη και να σπουδάζει είτε μόνο Φυσική
είτε μόνο Χημεία ξεχωριστά. Με τον καιρό και τη συσσώρευση της γνώσης, όμως, τα
σύνορα των ειδικοτήτων έγιναν ασαφή και τελικά πολλές ειδικότητες επικαλύφθηκαν
κατά ένα μέρος, με αποτέλεσμα οι τεχνικές και οι μέθοδοι μιας επιστήμης να
χρησιμοποιηθούν και από τις υπόλοιπες. Για παράδειγμα, στο δεύτερο μισό του
δέκατου ένατου αιώνα οι φυσικές τεχνικές επέτρεψαν τον προσδιορισμό της χημικής
σύστασης και της φυσικής δομής των άστρων. Έτσι γεννήθηκε η επιστήμη της
Αστροφυσικής. Η μελέτη των ταλαντώσεων που διεγείρονται στο στερεό τμήμα της
Γης από τους σεισμούς δημιούργησε τη Γεωφυσική. Η μελέτη των χημικών ουσιών με
μεθόδους της Φυσικής απετέλεσε τη Φυσική Χημεία. Τέλος η Χημεία, με τη σειρά
της, εισχώρησε στη μελέτη της Βιολογίας για να δημιουργήσει αυτό που σήμερα
ονομάζουμε Μοριακή Βιολογία.

Όσον αφορά στα Μαθηματικά, αυτά από την αρχή αποτέλεσαν
βασικά εργαλεία των φυσικών πολύ περισσότερο απ’ όσο των χημικών ή των
βιολόγων. Σήμερα η ανάγκη της γνώσης των Μαθηματικών στις φυσικές επιστήμες
έχει αυξηθεί σημαντικά, ενώ παράλληλα η παραπάνω διαφοροποίηση εξακολουθεί να
ισχύει. Έτσι βρισκόμαστε στο σημείο όπου τα Μαθηματικά θεωρούνται απαραίτητα
εργαλεία στις υπόλοιπες κατευθύνσεις των φυσικών επιστημών. Από την άλλη
πλευρά, όμως, η έρευνα για τις βασικές αρχές της Φυσικής έχει γίνει τόσο
εξειδικευμένη, ώστε κατέληξε να είναι πολύ δύσκολη η διαφοροποίηση ανάμεσα σε
έναν «εφαρμοσμένο Μαθηματικό» και σε έναν «θεωρητικό Φυσικό». Στο σημείο αυτό
θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι οι μαθηματικοί που συνεισέφεραν στην ανάπτυξη
της Φυσικής ανήκουν σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη ανήκουν αυτοί που περιέγραψαν
ή έλυσαν, με τη βοήθεια των μαθηματικών, γνωστά προβλήματα που ανήκουν στη
Φυσική ή άπτονται, έστω, της Φυσικής, όπως ήταν, για παράδειγμα, οι Λαγκράνζ
(Joseph Louis Compte de Lagrange, 1736-1813), Γκάους (Johann Carl Friedrich
Gauss, 1777-1855), Πουανκαρέ (Jules Henri Poincaré, 1854-1912) κλπ. Στη δεύτερη
ανήκουν αυτοί που δημιούργησαν θεωρίες σε εντελώς αφηρημένα αντικείμενα (ή σε
μοντέλα που δεν φαινόταν να έχουν σχέση με την παρατηρούμενη Φύση και τις
ιδιότητές της), των οποίων όμως τα αποτελέσματα βρήκαν εφαρμογή στη Φυσική εκ
των υστέρων, όπως, για παράδειγμα, είναι η μη αντιμεταθετική άλγεβρα του
Χάμιλτον (Sir William Rowan Hamilton, 1805-1865), οι ομάδες Λι (Sophus Lie,
1842-1899), οι τανυστές Ρίμαν (Georg Friedrich Bernhard Riemann, 1826-1866)
κλπ.

Το τελικό αποτέλεσμα είναι ότι πολλοί μεγάλοι επιστήμονες
που έζησαν τον δέκατο όγδοο και δέκατο ένατο αιώνα μπορούν να καταταγούν σε
διαφορετικές ειδικότητες, ανάλογα με το πρίσμα υπό το οποίο παρατηρεί κανείς το
έργο τους. Για παράδειγμα οι Ζοζέφ-Λουί Γκε-Λισάκ (Joseph-Louis Gay-Lussac,
1778–1850) και Μάικλ Φάραντέι (Michael Faraday, 1791-1867) μπορεί να θεωρηθούν
και ως χημικοί, ενώ στο παρόν σύγγραμμα τους αναφέρουμε ως φυσικούς. Από την
άλλη μεριά οι Χόιχενς (Christiaan Huygens, 1629-1695), Νιούτον (Sir Isaac
Newton, 1642-1727), Κουλόν (Charles Augustin de Coulomb, 1736-1806), Γαλιλαίος
(Galileo Galilei, 1564-1642) και Κίρχοφ (Gustav Robert Kirchhoff, 1824-1887)
από πολλούς θεωρούνται ως μαθηματικοί, ενώ και πάλι εδώ τους κατατάσσουμε ως
φυσικούς.

Σημειώσεις του Χ.Βάρβογλη στο μάθημα Ιστορία και εξέλιξη
των ιδεών στη Φυσική

« Πιο πρόσφατα Άρθρα - Παλιότερα Άρθρα »

Άνοιγμα μενού
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων