Χριστουγεννιάτικα έθιμα της Τήνου

0

Συγγραφέας: ΜΠΟΝ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ | Κατηγορία Ήθη και έθιμα, Χριστούγεννα | , στις 04-12-2016

Σας παραθέτω δύο χριστουγεννιάτικα έθιμα του τόπου μου που παρουσιάζουν ενδιαφέρον!

αρχείο λήψης (1)

1. ΚΑΒΟΣ ΄Ενα μυσταγωγικό έθιμο…
Το χωριό Τριπόταμος, στην Τήνο, γίνεται φόντο μιας
κινηματογραφικής σκηνής, από τη λιτάνευση των εικόνων.

Μια θρησκευτική λιτανεία, που όμως οι ρίζες της δείχνουν να πηγαίνουν πολύ βαθιά στο χρόνο και να αγγίζουν αρχαιότερες λατρείες. Η λιτάνευση γίνεται την ημέρα της Πρωτοχρονιάς, στο χωριό Τριπόταμος της Τήνου και είναι μέρος ενός μοναδικού εθίμου.
Το έθιμο, λέγεται ΚΑΒΟΣ.
Το τελετουργικό του αρχίζει την Πρωτοχρονιά, διεξοδείται ολόκληρο το χρόνο και η κορυφαία του πράξη συντελείται τα Χριστούγεννα, με έναν τρόπο μυστηριακό και εν πολλοίς, απόκρυφο για τους αμύητους.
Μοναδικό καθ’ όλα και μυσταγωγικό, φαίνεται να έχει χάσει σήμερα πολλά από τα ουσιαστικά του χαρακτηριστικά, ωστόσο, παραμένει ο τελεστικός του ιστός, που αποτελεί ενδεχομένως και ένα χρήσιμο μονοπάτι για την έρευνα της ουσίας του εθίμου.
Ο «Κάβος», είναι μια ιστορία μυημένων, με μια κωδικοποιημένη συμπεριφορά και πάμπολλους γρίφους, σε ό,τι αφορά την προέλευση του εθίμου.
Το «ακοίμητο φως» του Κάβου, προπορεύεται.

ΑΚΟΙΜΗΤΟ ΦΩΣ
Πυρήνας του, μοιάζει να είναι ένα φανάρι με «ακοίμητο φως». Είναι σημαντικό, ότι ο άνθρωπος που το κρατάει, βρίσκεται επικεφαλής της πομπής και ακολουθούν οι εικόνες της λιτάνευσης και ο ιερέας. Το στοιχείο της φωτιάς, δυναμικό αφ’ εαυτού, προσδιορίζει και το έθιμο που συντελείται, ακριβώς στην αρχή του καινούργιου χρόνου.
Οι Ιερές φωτιές της αρχαιότητας και τα πύραυνα του εξαγνισμού, είναι ένας αυτόματος συνειρμός, μπροστά σ’ αυτή την Ιερή Φλόγα, που περιφέρεται με τον ίδιο ακριβώς εξαγνιστικό τρόπο, οδηγώντας στο κάθε σπίτι του χωριού τον καινούριο χρόνο, χωρίς μιάσματα και ανεπιθύμητα βάρη. Εκείνη την ημέρα, κάθε σπίτι είναι άβατο, αν πρώτα δεν μπει «το φως του Κάβου».
Ίσως, αυτό το «ακοίμητο φως», να ερμηνεύει και το όνομα του εθίμου. Ο «Κάβος», ως ναυτικός όρος, σημαίνει ένα σκοινί για να δένουν στους ντόκους τα καράβια. Αυτό το φως, μοιάζει να «δένει» το έθιμο αυτό με τον αρχικό του πυρήνα, αφού αυτό το φως, κρατιέται ακοίμητο, εδώ και πολλούς αιώνες.
Ακοίμητο, θα πει ότι καίει μέρα νύχτα, χωρίς να σβήσει ποτέ. Που σημαίνει ότι, αν η αρχή του εθίμου ανιχνεύεται χίλια ή χίλια πεντακόσια χρόνια πριν, αυτό το φως, άναψε τότε και η φλόγα του κρατιέται άσβηστη μέχρι σήμερα.
Μερικοί, υποστηρίζουν ότι η λέξη «Κάβος», προέρχεται από την Ιταλική λέξη Capo, που σημαίνει «επικεφαλής». Και έτσι, πάλι, το όνομα αυτού του εθίμου, επισημαίνει ότι πρέπει να δούμε αυτό που βρίσκεται στην κορυφή της λιτάνευσης, δηλαδή το «ακοίμητο φως».
Τόσο το «ακοίμητο φως» της λιτανείας, όσο και η λέξη «κάβος», μοιάζει να συναποτελούν ένα κώδικα, ο οποίος, όμως, στις μέρες μας, είναι πια ένας γρίφος.

Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς, δεν μπαίνει κανείς, σε κανένα σπίτι του χωριού, αν δεν μπει πρώτα το ακοίμητο φως, με τις εικόνες, να κάμουν «ποδαρικό», ενώ ο παπάς ψάλλει μια δέηση μέσα στο σπίτι. Το σπίτι, θα πάρει και φως από το φως της λιτανείας, ενώ σε κάθε σπίτι, γίνεται κέρασμα σε όσους ακολουθούν τη λιτάνευση των εικόνων.
Στο τέλος της λιτάνευσης ακολουθεί κοινό τραπέζι, σε μια μεγάλη αίθουσα δίπλα από την εκκλησία. Είναι το πρώτο τραπέζι που κάνει ο νέος Κάβος. Λίγες μέρες πριν, δηλαδή την ημέρα των Χριστουγέννων, το έθιμο αλλάζει χέρια και περνάει από τον προηγούμενο κάβο στον επόμενο.
Κάβος, είναι ο άνθρωπος που χρεώνεται κάθε χρόνο το έθιμο και αναλαμβάνει τις υποχρεώσεις του, που θα δούμε στη συνέχεια ποιες είναι αυτές.

.ΕΝΑ ΑΡΧΑΙΟ, ΙΕΡΟ ΦΑΓΟΠΟΤΙ
Οι εικόνες, περνούν από τον ένα Κάβο στον άλλο, την ημέρα των Χριστουγέννων, αμέσως μετά το κοινό τραπέζι στο οποίο έχουν δικαίωμα να παρακαθήσουν, μόνο οι αρχηγοί των οικογενειών του χωριού.
Ο Ιερέας του Τριπόταμου, περιγράφει τι ακριβώς γίνεται από την παραμονή των Χριστουγέννων, με τις ετοιμασίες για το μεγάλο κοινό τραπέζι, στη γιορτή της «Αγάπης».
«Την παραμονή των Χριστουγέννων το πρωί, συγκεντρώνονται οι γυναίκες του χωριού στην αίθουσα που γίνεται το τραπέζι, για να καθαρίσουν τα μαγειρικά σκεύη, να καθαρίσουν τα κρεμμύδια για το στιφάδο και να τυλίξουν τους ντολμάδες».
Τα φαγητά που θα σερβιριστούν σ’ αυτό το τραπέζι των Χριστουγέννων –που είναι μόνο για άντρες– είναι ίδια, εδώ και πάρα πολλούς αιώνες και απαγορεύεται να προστεθεί ή να αφαιρεθεί κάτι από αυτά.
«Οι καμπάνες χτυπούν στις 5 τα χαράματα, την ημέρα των Χριστουγέννων. Πρώτος φτάνει στην εκκλησία ο Κάβος, που κρατάει ένα καλάθι γεμάτο κεριά και όποιος μπαίνει στην εκκλησία, του δίνει ο ίδιος από ένα κερί. Μόλις ακουστεί ο Χερουβικός Ύμνος, οι μάγειροι, παίρνουν την ευλογία και αφού προσκυνήσουν την εικόνα της Παναγίας, πηγαίνουν και ανάβουν τα τζάκια, για να βάλουν πάνω τα 7 καζάνια με το κρέας, τους ντολμάδες και το ρόστο. Μετά τη Θεία Λειτουργία, όσοι ξένοι από άλλα μέρη βρεθούν στον Τριπόταμο, πηγαίνουν στην αίθουσα δίπλα από την εκκλησία και τους προσφέρεται μια σούπα από βραστό κρέας, που λέγεται «Αστέρας» και μαζί με τη σούπα, προσφέρεται και ψητό λουκάνικο.»

Παραμένουν ερμητικά ανερμήνευτα, ωστόσο, τόσο τα 7 καζάνια στα οποία ψήνεται το φαγητό, όσο και το όνομα «αστέρας» που έχει η σούπα, έστω και αν εύκολα μπορεί κανείς να το συνδέσει με το αστέρι των Μάγων. Ο αριθμός 7, έχει ένα βάρος και μια πληθώρα ερμηνειών, που διατρέχουν τον αρχαίο κόσμο και είναι τόσο ισχυρές, που και ο Χριστιανισμός υιοθέτησε ένα μέρος τους, διατηρώντας την ιδιαιτερότητα αυτού του συμβολικού αριθμού.
Στις 12 το μεσημέρι των Χριστουγέννων, χτυπούν πάλι οι καμπάνες και γίνεται λιτάνευση στο χωριό, της εικόνας της Γέννησης.
Η λιτανεία, καταλήγει στο Ναό και στη μεγάλη αίθουσα έχει στρωθεί ήδη το τραπέζι για τους αρχηγούς των οικογενειών, οι οποίοι, μπαίνοντας στην αίθουσα, χαιρετιούνται μεταξύ τους με έναν ιδιότυπο χαιρετισμό, με χειραψία, που έχει κατά κάποιο τρόπο ένα μυστικό χαρακτήρα, αναγνώρισης και εμπιστοσύνης.
Σε κάθε σπίτι, έχει ετοιμαστεί ένας χώρος για να υποδεχτεί τις εικόνες στη διάρκεια της περιφοράς τους στο χωριό. Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού, ανάβει ένα κερί από το «ακοίμητο φως» και ο ιερέας ψάλλει μια δέηση στο σπίτι, για το καλό της νέας χρονιάς.

Ο Ιερέας, που παρακάθεται και εκείνος στο γεύμα, λέει μια ευχή και αμέσως μετά, σερβίρονται τα φαγητά με την ίδια πάντοτε, εδώ και αιώνες, αδιασάλευτη σειρά και τάξη.
Πρώτα, σερβίρεται η σούπα με ρύζι αυγολέμονο.
Δεύτερο πιάτο, σερβίρεται κρέας βραστό.
Τρίτο πιάτο, είναι το στιφάδο. Τα κρεμμύδια, λένε, σ’ αυτό το τραπέζι, συμβολίζουν τη γλυκύτητα που πρέπει να έχουν οι άνθρωποι στις σχέσεις τους.
Τέταρτο πιάτο στη σειρά, σερβίρονται οι ντολμάδες, που και αυτοί έχουν το συμβολισμό τους σ’ αυτό το τραπέζι. Συμβολίζουν την ομόνοια και την αδελφοσύνη, που είναι τα κύρια χαρακτηριστικά που προσδίδονται σε αυτό το γεύμα, για τους ομοτράπεζους του Κάβου. «Όπως -λέει- είναι σφιχτό το ρύζι μέσα στους τυλιγμένους λαχανοντολμάδες, έτσι πρέπει και οι χωριανοί να είναι μεταξύ τους, σφιχτά, ο ένας δίπλα στον άλλο.
Πέμπτο πιάτο, σερβίρεται το ρόστο. Κρέας μοσχαρίσιο, κοκκινιστό με κρεμμύδια και 6 γλώσσες μοσχαρίσιες, που και αυτές έχουν ένα αποτροπαϊκό χαρακτήρα, να διώχνουν, δηλαδή, τη γλωσσοφαγιά.
Τελευταία, προσφέρονταν τα φρούτα (Μήλα, πορτοκάλια και μανταρίνια).
Έβδομο στοιχείο, είναι το κρασί, που καταναλώνεται άφθονο και το πίνουν  σε παλιά, κοινόχρηστα, χάλκινα τάσια-κούπες.

Παλιότερα, οι συνδαιτυμόνες, έπρεπε να έχουν μαζί τους, το πιάτο του καθένας, και το ψωμί του, όπως και τα μαχαιροπίρουνά του, δεμένα σε μια πετσέτα, που έφερνε καθένας από το σπίτι του.
Με αυτό το γεύμα, από την πρώτη ήδη χειραψία για την είσοδο στην αίθουσα, οι συνδαιτυμόνες συμφιλιώνονται μεταξύ τους, αν τυχόν είχαν διαφορές, πριν καθίσουν στο κοινό τραπέζι.

Στη διάρκεια αυτού του γεύματος, τα παλιότερα κυρίως χρόνια, συζητούσαν και για τυχόν εργασίες που έπρεπε να γίνουν στο χωριό, για να συντηρηθούν κάποιοι δρόμοι και χώροι κοινόχρηστοι. Και οι εργασίες αυτές, γινόντουσαν από κοινού. Σ’ αυτό το τραπέζι οι αρχηγοί των οικογενειών, προγραμμάτιζαν το Δημόσιο Βίο του Τριπόταμου, για την ερχόμενη χρονιά.
Μετά το κοινό, αυτό, γεύμα, ξαναχτυπούν οι καμπάνες και ο απερχόμενος Κάβος, φέρνει την εικόνα της Γέννησης στο τραπέζι και μοιράζει σε όλους από ένα κερί.
Αρχίζει, έτσι, μια ακολουθία που κατά τη διάρκειά της, ψάλλονται οι καταβασίες των Χριστουγέννων. Ο ιερέας παίρνει ένα πρόσφορο που είχε βάλει πίσω από την εικόνα και καθώς ψάλλεται η Θ΄ Ωδή, αρχίζει να διανέμει το πρόσφορο στους συνδαιτυμόνες. Καθένας τους, παίρνει με την άκρα των δακτύλων του ένα μικρό ψίχουλο, το βάζει στο στόμα και κάνει το σταυρό του.

Με αυτό το τελετουργικό, τελειώνει η θητεία του παλιού Κάβου και τότε ο ιερέας, πάλι ρωτά τους παρευρισκόμενους, με την ακόλουθη φράση: «Ποιος θέλει να αναλάβει την υποχρέωση της αδελφότητος;». Αυτός που θα πει «Εγώ», αναλαμβάνει Κάβος για τη νέα χρονιά.
Αυτό, βέβαια, είναι το τυπικό του εθίμου, γιατί υπάρχει μια μακρά λίστα αναμονής, με τους ανθρώπους που έχουν ήδη δηλώσει ότι θέλουν να αναλάβουν. Υπολογίζεται, ότι για να ικανοποιηθεί η υπάρχουσα λίστα, θα πρέπει να περάσουν περισσότερα από πενήντα χρόνια.
Οι ερμηνείες που δίδονται σ’ αυτό το έθιμο είναι αρκετές, χωρίς, ωστόσο, καμιά από αυτές να προσεγγίζει με απόλυτη σιγουριά, τα ακριβή αίτια που έκαναν τους θεμελιωτές του, να το καθιερώσουν.
Είναι σαφές, ότι υπάρχουν και ερμητικά στοιχεία και κώδικες, αλλά και τελετουργικά δρώμενα, που, ενδεχομένως, σε παλιότερους χρόνους, ο χαρακτήρας τους να ήταν ακόμη πιο ισχυρός και ευδιάκριτος.

αρχείο λήψης (2)

ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΗΝΟΥ
Τα κάλαντα είναι µια κατηγορία δηµοτικών τραγουδιών που ψάλλονται σε όλη την Ελλάδα την παραµονή των Χριστουγέννων, Πρωτοχρονιάς, Θεοφανείων, Βαΐων, για να υµνήσουν το Θεό, Χριστό, Μ. Βασίλειο, Άγ. Ιωάννη Βαπτιστή.
Στην Τήνο παλιότερα εξέφραζαν, κυρίως, το θρησκευτικό συναίσθηµα . Τα έψαλλαν το βράδυ της παραµονής οι ηλικιωµένοι του χωριού σε όλα τα σπίτια ξεκινώντας από του παπά. Με τα χρόνια, όσο οι παλιοί καλαντιστάδες έφευγαν από τη ζωή, τα έλεγαν οι νέοι όχι µόνο του χωριού αλλά και από τα γύρω χωριά κρατώντας πολλές φορές τύµπανα, τα οποία σήµερα αντικαταστάθηκαν από τα τρίγωνα. Συνηθισµένα τηνιακά κάλαντα της Πρωτοχρονιάς είναι τα ακόλουθα:

«- Εις αυτό το νέο έτος Βασιλείου εορτή
ήρθα να σας χαιρετίσω µε την πρέπουσα ευχή.
– Κι ο Βασίλειος ο Μέγας Καισαρείας θαυµαστός
να’ ναι µες στ’ αρχοντικό σας σύντροφος και βοηθός.
– Και για τους ξενιτεµένους έχω να ειπώ πολλά
όπου είναι και βρισκόνται να ’χουν την καλή καρδιά.
– Κι άλλα έτερα σας πρέπουν να ειπώ δεν ηµπορώ
σας αφήνω καληνύχτα κι αύριο µε το καλό.»

 

 

Αφήστε μια απάντηση