Τα 7 δώρα του δασκάλου!

1. δίνει τον “εαυτό” του
2. δίνει στους άλλους το προνόμιο της αμφιβολίας
3.δίνει στον εαυτό του το προνόμιο να μαθαίνει νέα πράγματα
4.δίνει στους μαθητές του την ευκαιρία να ξαφνιάζουν τους εαυτούς τους!
5.δίνει στους γονείς μία ευκαιρία να ” εμπλέκονται”
6.δίνει στον καθένα άλλα μέτρα επιτυχίας
7.δίνει στον εαυτό του ένα διάλειμμα περισυλλογής….
heick-the-gift-of-giving-460x345

Αντιγραφή κ μετάφραση:http://www.edutopia.org/blog/teaching-is-giving-teacher-gift-list-terry-heick

Ο δεκάλογος του δασκάλου κατά τον Bertrand Russell

Οι δέκα εντολές ενός καλού δάσκαλου από τον μαθηματικό και φιλόσοφο Bertrand Russell, (1872–1970). Δημοσιεύτηκε το Δεκέμβριο του 1951 στο The New York Times Magazine στο τέλος του άρθρου “The best answer to fanaticism: Liberalism.”

– – – – –

1. Μην αισθάνεσαι απόλυτα σίγουρος για τίποτα .

2. Μην σκέπτεσαι ότι αξίζει να προχωράς κρύβοντας τις αποδείξεις, διότι είναι βέβαιο ότι οι αποδείξεις θα έρθουν στο φως .

3. Μην προσπαθείς πότε να αποθαρρύνεις την σκέψη, αν το κάνεις είναι σίγουρο ότι θα το πετύχεις .

4. Όταν συναντάς αντίδραση, ακόμη και αν αυτή προέρχεται από τον σύζυγο ή από τα παιδιά σου, να πασχίζεις να την ξεπεράσεις με επιχειρήματα και όχι μέσω της εξουσίας, διότι η νίκη η όποια εξαρτάται από την εξουσία είναι απατηλή.

5. Να μην δείχνεις σεβασμό στην αυθεντία των άλλων, διότι είναι δυνατόν να βρει κάνεις αντίθετες αυθεντίες.

6. Να μην χρησιμοποιείς ισχύ για να φιμώσεις απόψεις τις οποίες θεωρείς επιβλαβείς, διότι αν το κάνεις οι απόψεις θα καταπνίξουν τελικά εσένα.

7. Να μην φοβάσαι να είσαι εκκεντρικός στις απόψεις σου, διότι κάθε άποψη η οποία είναι αποδεκτή σήμερα κάποτε υπήρξε εκκεντρική.

8. Να βρίσκεις περισσότερη απόλαυση όταν ευφυείς συνομιλητές διαφωνούν μαζί σου από ότι αν παθητικοί συνομιλητές συμφωνούν μαζί σου, διότι αν αξιολογείς την νόηση όπως θα όφειλες, η πρώτη περίπτωση υποδηλώνει μια βαθύτερη συμφωνία από την δεύτερη

9. Να είσαι ενσυνείδητα ειλικρινής, ακομη και αν η αλήθεια είναι άβολη, διότι είναι περισσότερο άβολη όταν προσπαθείς να την αποκρύψεις .

10. Να μην ζηλεύεις την ευτυχία εκείνων οι οποίοι βλακωδώς θεωρούν ότι ζουν στον παράδεισο, διότι μόνο ένας βλάκας θα πιστέψει ότι αυτή είναι η ευτυχία.

Τα ….μεγάλα μυαλά σκέφτονται με αυτούς τους τρόπους…..

1. Η διάθεση να έχουν ανοιχτό μυαλό και να είναι περιπετειώδεις. Η τάση για να είναι ανοιχτόμυαλοι, να εξερευνούν εναλλακτικές απόψεις, εναλλακτικές της στενής σκέψης και η ικανότητα να παράγουν πολλαπλές επιλογές. 2. Η διάθεση προς διανοητική περιπέτεια. Η τάση να αναρωτιέται κανείς, να δοκιμάζει, να βρίσκει προβλήματα, να διερωτάται, να εμφανίζει εγρήγορση σε ό,τι αφορά τις ανωμαλίες και η ικανότητα στενής παρατήρησης και διαμόρφωσης ερωτημάτων. 3. Η διάθεση αποσαφήνισης και αναζήτησης της κατανόησης. Μια επιθυμία για ξεκάθαρη κατανόηση, αναζήτηση συνδέσεων και εξηγήσεων, μια εγρήγορση σε ό,τι αφορά την ασάφεια, η ανάγκη για συγκέντρωση και η ικανότητα να «χτίζει» έννοιες. 4. Η διάθεση για σχεδιασμό και στρατηγική. Το κίνητρο για τον καθορισμό στόχων, για τη δημιουργία και εκτέλεση σχεδίων και για ενόραση των αποτελεσμάτων, μια εγρήγορση για το πιθανό λάθος και την ανακρίβεια και η ικανότητα να θέτει στόχους και να φτιάχνει συγκεκριμένα πλάνα. 5. Η διάθεση να είναι διανοητικά προσεκτικός. Η θέληση για ακρίβεια, οργάνωση, πληρότητα, μια εγρήγορση για το πιθανό λάθος ή ανακρίβεια και η ικανότητα να επεξεργάζεται πληροφορίες με ακρίβεια. 6. Η διάθεση για αναζήτηση και αξιολόγηση. Η τάση να αμφισβητεί τα δεδομένα, να απαιτεί αιτιολόγηση, μια εγρήγορση στην ανάγκη για παροχή αποδείξεων και η ικανότητα να ζυγίζει και να αξιολογεί. 7. Η διάθεση μεταγνωστικής. Η τάση να παρακολουθεί και να ελέγχει τη ροή της σκέψης ενός ατόμου, εγρήγορση σε πολύπλοκες έννοιες και τρόπο σκέψης και η ικανότητα να ασκεί έλεγχο σε ψυχικές διαδικασίες και να είναι ανακλαστικός. Όλα μαζί τα χαρακτηριστικά αυτά, όταν χρησιμοποιηθούν στις κατάλληλες περιπτώσεις, επιτρέπουν στους ανθρώπους να εμπλακούν πλήρως σε δύσκολα πνευματικά προβλήματα, καταλήγει το δημοσίευμα

Αντικλείδι, http://antikleidi.com/2014/10/20/7-thinking-dispositions-of-the-best-thinkers/

Μαθαίνουμε ξανά να είμαστε άνθρωποι!

petaloudes
Αμάντα Μιχαλοπούλου, Συγγραφέας

Οι φωτογραφίες των Καρυάτιδων ξυπνούν μια συναισθηματική τονικότητα που έχουμε χάσει στην ενήλικη ζωή: το θαυμασμό της ομορφιάς, την ίδια την ομορφιά ως οντολογικό αγαθό. Παρότι η αρχαιολογική σκαπάνη επιτάχθηκε από την πολιτική σκοπιμότητα και την εθνικιστική έξαρση, οι φωτογραφίες διατηρούν κάτι από το δέος του αποκαλυπτικού γεγονότος που μας προσφέρεται δωρεάν ως χάρμα οφθαλμών.

Ετσι θα έπρεπε να είναι η ζωή, σύμφωνα με τον Χάιντεγκερ: αποκαλυπτική (τα ωραία δάχτυλα των ποδιών), αλλά και με μυστηριώδεις περιοχές (ο χιτώνας, ας μην ξεχνάμε, καλύπτει). Ζωή χωρίς χρησιμοθηρία, χωρίς καταναλωτικό σκοπό, επενδεδυμένη με πηγαία χαρά, ξεριζωμένη από την τυραννία του χρόνου. Το γεγονός ότι κοιτάζουμε τις Καρυάτιδες, ότι «καθυστερούμε» χαϊδεύοντας με το βλέμμα το σχήμα του κορμού ή των παρειών, είναι από μόνο του επαναστατικό στην εποχή του κορεσμού των εικόνων.

Σε άλλους οι Καρυάτιδες επιβάλλονται με τον όγκο ή το υλικό τους, σε άλλους με την ιστορία τους ή με το αιφνίδιο της αποκάλυψής τους. Οποια και αν είναι η αιτία, η συνείδησή μας διευρύνεται καθώς κοιτάζουμε, καθώς θέτουμε στον εαυτό μας ερωτήματα που συνήθως αποφεύγουμε. Μαρμαρωμένοι μπροστά στην ουσία της δημιουργίας, βυθισμένοι στο χρόνο και ταυτόχρονα απελευθερωμένοι από την ταχύτητα, μαθαίνουμε ξανά να είμαστε άνθρωποι, πλατωνικοί «αεί παίδες», που κοιτάζουν συναρπαστικούς όγκους.
Πηγή: εφημ. ΚαΘημερινή 05/10/2014

Μνήμη Γιώργου Σεφέρη….

Νίκος Δήμου, από τη συλλογή Προσεγγίσεις (Αθήνα: Διαχρονική, 1979), σ. 61-67

Πρέπει να ήταν φθινόπωρο του 1949. Ήμουν μαθητής, δεκατεσσάρων χρονών. Πρώτη επαφή με το Σεφέρη: η «Άρνηση». Τη βρήκα σε μια ανθολογία στη βιβλιοθήκη του σχολείου. Την ξεσήκωσα σ’ ένα χαρτί –κάνοντας λάθος και στη στίξη (που άλλου; στην περίφημη άνω τελεία). Το έχω ακόμα αυτό το χαρτί.

Στα είκοσι πέντε χρόνια που πέρασαν (γράφω το 1974), λίγες ήταν οι μέρες στη ζωή μου χωρίς Σεφέρη. Με ξενάγησε στην Κύπρο, στην Ελλάδα, στην ιστορία. Με συντροφεύει παντού. Ο τελευταίος στίχος της «Άρνησης», έγινε για μένα πραγματικός. Άλλαξα –από τότε– ζωή.

Θα είχε ίσως ενδιαφέρον για το μελετητή του Σεφερικού (και κάθε ποιητικού) έργου ένα «ημερολόγιο επικοινωνίας» με τον ποιητή, που θα άρχιζε από τα πρώτα εφηβικά χρόνια του αναγνώστη και θα ιστορούσε με λεπτομέρειες τις εξερευνήσεις, τις πρώτες επαφές, τις πρώτες χαρές και τις πρώτες παρεξηγήσεις. Που θα σημείωνε τα ποιήματα που έμειναν για χρόνια ερμητικά κλεισμένα και αποκρυπτογραφήθηκαν με κόπο ή ανοίχτηκαν ξαφνικά. Τα ποιήματα που για χρόνια φορούσαν μια λαθεμένη ερμηνεία –που ακόμα δυσκολεύει την πρόσβαση. Στη δική μου περίπτωση, θα ήταν περίεργος –ιστορικά– ο δρόμος που θα οδηγούσε από τη «Στροφή» μπροστά στο «Ημερολόγιο καταστρώματος Α΄», πίσω στο «Μυθιστόρημα», πάλι μπροστά στη «Γυμνοπαιδιά», το «Τετράδιο Γυμνασμάτων» και το «Ημερολόγιο Β΄», πάλι πίσω στη «Στροφή», για να καταλήξει μετά πολλά χρόνια και μέσα από την «Κίχλη» και τα «Κρυφά ποιήματα», πίσω στη «Στέρνα» και στον «Ερωτικό Λόγο». (Τόσο με είχε από την πρώτη στιγμή σαγηνεύσει η μουσική του «Ερωτικού Λόγου», που για χρόνια τον διάβαζα σαν να ήταν γραμμένος σε ξένη, άγνωστη γλώσσα. Σχεδόν δεν ήθελα να τον «καταλάβω»). Αλλά δε θα είχε τέλος η επίπονη διήγηση ενός διαλόγου που κρατάει, στη δική μου περίπτωση, είκοσι πέντε χρόνια και σίγουρα θα συνεχιστεί –πέρα και μετά το δικό μου θάνατο– από τον ένα, αιώνιο και τους πολλούς εφήμερους συνομιλητές. Ήθελα όμως να γιορτάσω αυτή τη μικρή, μα σημαντική –για μένα– επέτειο, μιλώντας λίγο για την «Άρνηση». Που μ’ αυτή γνώρισα το Σεφέρη. Και που μ’ αυτή τον αποχαιρέτησα, τραγουδώντας με άλλους πολλούς, εκείνο το ανοιξιάτικο απόγευμα του Σεπτεμβρίου.

Σίγουρα η «Άρνηση» δεν είναι από τα σημαντικά έργα του ποιητή. Δίπλα στο «αγγελικό και μαύρο φως» της Κίχλης, είναι μονάχα μια ποιητική στιγμή. «Στιγμή, σπυρί της άμμου», θα ’λεγα με τον τρόπο του Γ.Σ. (Όσο αν και στο σπυρί της άμμου είναι κλεισμένη η Δημιουργία).

Ωστόσο, αυτή τη στιγμή την αγκάλιασε και την αγάπησε ο λαός –πριν ακόμα γίνει τραγούδι. Πολύ περισσότερο αφού έγινε. Για πολύ κόσμο ο Σεφέρης είναι ο ποιητής της «Άρνησης». Και δεν είναι απίθανο για τους πολλούς –αυτούς που δύσκολα θα άντεχαν στο όραμα της «Έγκωμης», στο «αγγελικό και μαύρο φως» της «Κίχλης» ή στο «Εκατόφυλλο Ρόδο»– η «Άρνηση» να γίνει ο Σεφέρης, όπως ο «Ύμνος» είναι ο Σολωμός.

Έχουν τη μοίρα τους τα ποιήματα –σαν τα βιβλία. Οι φίλοι του ποιητή ίσως θα γνωρίζουν πώς αντιδρούσε ο ίδιος στο γεγονός αυτό. Μα όπως κι αν αντιδρούσε, τούτο το ποίημά του ξέφυγε από το χώρο (τον αυστηρό) του ποιητή και πήρε δικό του δρόμο. Ανήκει στο λαό. Μίλησε στον κόσμο. Κι όμως δεν είναι εύκολο ούτε ευχάριστο ποίημα. Γιατί τότε αυτό και όχι άλλο;

Με την πρώτη ματιά, η «Άρνηση» είναι ποίημα απαισιόδοξο, δεμένο με το κλίμα της εποχής του, που φέρνει παράλληλα νέους τρόπους: την πυκνότητα της έκφρασης και τη λιτή σαφήνεια της εικόνας –χαρακτηριστικά ολόκληρης της πρώτης συλλογής του ποιητή. (Οι κριτικοί μίλησαν για επιδράσεις Βαλερύ και Μαλλαρμέ). Σαν «περιεχόμενο» δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπο. Η άρνηση της φύσης να ικανοποιήσει τη δίψα μας, η άρνηση του χρόνου να διατηρήσει τον ερωτά μας είναι συχνά και πάντα αγαπητά θεματικά στοιχεία της λυρικής και ιδιαίτερα της ρομαντικής ποίησης. Στις πρώτες δύο στροφές η μοίρα του ανθρώπου δίνεται με ειρωνεία που θυμίζει Καρυωτάκη («ωραία που φύσηξεν ο μπάτης»). Η εκφραστική δύναμη του ποιητή φαίνεται στην ελλειπτικότητα και την τόλμη της λεκτικής εικόνας («στο περιγιάλι το κρυφό κι άσπρο σαν περιστέρι») –αυτή που κάνει κι άλλα ποιήματα της «Στροφής» (τη «Λυπημένη», τη «Στροφή», τα «Σχόλια») να είναι υποδείγματα πυκνού και καθαρού ποιητικού λόγου. Αλλά οι δύο πρώτες στροφές –παρά την εκφραστική τους ζωντάνια και το τραγικό θέμα– δε θα αρκούσαν να εξηγήσουν την έλξη που εξασκεί το ποίημα. Το μυστικό της δύναμής του πρέπει να βρίσκεται στο κλείσιμό του –στις τρεις απότομες μεταβάσεις της τελευταίας στροφής:

Με τι καρδιά, με τι πνοή,
Τι πόνους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μας·

Εδώ η ανάσχεση της άνω τελείας και η κοφτή, σκληρή λέξη με το θαυμαστικό:

λάθος!

Και ο γρήγορος, ξερός, τελευταίος στίχος: Κι αλλάξαμε ζωή.

Οι πρώτοι τρεις στίχοι, μια μεγάλη ανάσα, ένα ξεκίνημα, ένα πέταγμα και μετά χτύπημα –λάθος! Και μετά:

αλλάξαμε ζωή.

seferis-1

Μια διαδοχή σκληρή, κινηματογραφική, από καταστάσεις. Αυτό δεν είναι λυρικό «ποίημα», είναι δράμα, ανοιχτή σύγκρουση ζωής, μέσα σε ένα (φαινομενικά) παραδοσιακό πλαίσιο ρίμας και μέτρου. Σήμερα τέτοια μοντάζ φαίνονται πιο συνηθισμένα· τότε ήταν μια λεκτική επανάσταση, που ακόμα κρατάει τη δύναμή της. Πώς να μην αιχμαλωτίσει; Τίποτα, άλλωστε, δεν είναι πιο δυνατό από ένα γνωστό αίσθημα, σε μια νέα, πιο ζωντανή μορφή.

Όταν για πρώτη φορά διάβασα το ποίημα –σχεδόν παιδί– δε στάθηκα πολύ στο τέλος του τετράστιχου. Τότε βρήκα τη δύναμη κρυμμένη στην παύση και στη σκληρή λέξη «λάθος». Σήμερα με προβληματίζει περισσότερο ο τελευταίος στίχος: «Κι αλλάξαμε ζωή».

Άλλα πώς αλλάζει κανείς ζωή;

«Έτσι πού τη ζωή σου ρήμαξες εδώ στην κώχη τούτη την μικρή, σ’ όλην την γη την χάλασες» /

λέει ο σοφός γέρος της Αλεξάνδρειας.

Αλήθεια, πώς αλλάζει κανείς ζωή; Έτσι απλά, σ’ ένα στίχο; Μα το «λάθος» δεν είναι του κόσμου. Είναι δικό μας. Και θα ξαναγίνει. Γιατί η τραγωδία δε βρίσκεται στην άρνηση του κόσμου να ικανοποιήσει τη δίψα μας, αλλά στη δική μας άρνηση (ή αδυναμία) να πάψουμε να διψάμε.

Δεν έχω ακόμα καταλήξει αν o ποιητής με το στίχο αυτό ειρωνεύεται –ή ανοίγει (έστω και βεβιασμένα) την πόρτα της ελπίδας. Να το πίστευε πως είναι βολετό ν’ αλλάξουμε; Σίγουρα θα ήξερε καλά ο Σεφέρης πόσο δύσκολο είναι ν’ αλλάξει κανείς ζωή…

Αλλά για τον κόσμο που το διάβασε, που το τραγουδάει, ίσως αυτό το τέλος, μετά το κοφτό «λάθος» να είναι τέλος μαζί και ξεκίνημα. Όσο κι αν ίσως διαισθάνεται πως η νέα ζωή θα καταλήξει πάλι σ’ ένα λάθος.

Γι’ αυτούς που δεν τους δόθηκε η χάρη να δούνε «ένα πρόσωπο το φως ν’ ανηφορίζει», να ζήσουν τη λύτρωση του ποιητή –γι’ αυτούς ίσως η ελπίδα μιας άλλης, διαφορετικής ζωής…

Άλλα είναι ελπίδα; Κάπου διαβλέπω μια σαρκαστική ειρωνεία.

Σπάνια πικρό ποίημα να αγαπηθεί τόσο όσο η «Άρνηση». Ίσως γιατί η απελπισία της γράφεται σε χώρο μεσογειακό και θαλασσινό. Ίσως γιατί ο μπάτης που σβήνει, πάντα μαζί και ζωογονεί. Ίσως γιατί με το λάθος η ζωή δεν τελειώνει. Λέει πως αλλάζει. Αλλάζει;

Τελικά, μόνο η ποίηση αλλάζει –έστω και για στιγμές– τη ζωή μας.

Διδακτική αξιοποίηση γραπτών ιστορικών πηγών: κάποιες προτάσεις.

Διδακτική αξιοποίηση των γραπτών ιστορικών πηγών στο μάθημα της Ιστορίας του Γυμνασίου και του Λυκείου.
Η διδακτική αξιοποίηση των ιστορικών πηγών1 είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στο μάθημα της ιστορίας, γιατί συμβάλλει στην κατανόηση των ιστορικών ζητημάτων και στην καλλιέργεια της ιστορικής σκέψης. Αναπτύσσει επίσης το κριτικό πνεύμα και την ικανότητα σύνθεσης των ιστορικών γεγονότων. Παρέχει ακόμη τη δυνατότητα στους μαθητές να αυτενεργούν και να δραστηριοποιούνται.

Για να είναι αποδοτική η χρήση των πηγών κατά τη διδασκαλία της Ιστορίας απαιτείται η τήρηση βασικών προϋποθέσεων, όπως η προσεκτική επιλογή τους, η ποικιλία τους, η γνώση των ιστορικών συμφραζομένων, η υποβολή κατάλληλων ερωτήσεων διατυπωμένων με σαφήνεια και η ένταξη των πηγών στο σχεδιασμό και την οργάνωση της διδασκαλίας.

Η συνήθης κατηγοριοποίηση των ιστορικών πηγών είναι:

α) γραπτές πηγές (π.χ. αφηγηματικές πηγές, επίσημα κρατικά έγγραφα, ιδιωτικά έγγραφα, εφημερίδες, περιοδικά)

β) παραστατικές πηγές (π.χ. εικόνες, σκίτσα, χάρτες, διαγράμματα) γ) απτικές πηγές (π.χ. νομίσματα, σφραγίδες, όπλα, κτίρια, τείχη)

► Πότε αξιοποιούμε τις ιστορικές πηγές;

• Στην αρχή της νέας διδακτικής ενότητας ως ερέθισμα ή προβληματισμό: δίνονται οι πηγές και μέσω αυτών καλούνται οι μαθητές να συγκεντρώσουν τις ιστορικές πληροφορίες και να οδηγηθούν σε εξαγωγή συμπερασμάτων (διερευνητικό διδακτικό μοντέλο).

• Ενδιάμεσοι, μέσα στη ροή του μαθήματος, για εμπέδωση της ιστορικής αφήγησης (παραγωγική μέθοδος) ή για προβληματισμό, ανάλυση, έρευνα και εντοπισμό ιστορικών στοιχείων (επαγωγική και ερευνητική μέθοδος) (παραδοσιακό διδακτικό μοντέλο).

• Στο τέλος ως εμπέδωση της διδακτικής ενότητας, αξιοποιώντας και τις ερωτήσεις του εγχειριδίου. Κάποιες πηγές τις αναθέτουμε ως εργασίες για το σπίτι, τις οποίες όμως συζητάμε απαραίτητα την επόμενη διδακτική ώρα. Για να επεξεργαστούμε όσο γίνεται περισσότερες εργασίες, χωρίζουμε τους μαθητές της τάξης σε 3-4 ομάδες και αναθέτουμε σε κάθε ομάδα και από μία διαφορετική] εργασία.

* Όπως και να ξεκινήσει κανείς είναι κατανοητό ότι οι πηγές δεν καλύπτουν όλη την ιστορική ύλη και χρειάζεται ο διδάσκων να συμπληρώσει την ιστορική αφήγηση με άλλες πηγές, γεγονός ανέφικτο λόγω του περιορισμένου διδακτικού χρόνου!

► Τα ζητούμενα των ιστορικών παραθεμάτων:

Α. Άλλοτε ζητείται να λάβουμε υπόψη την ιστορική αφήγηση και το σχετικό παράθεμα και να απαντήσουμε σε συγκεκριμένη ερώτηση διδακτικής προσέγγισης ή αξιολόγησης. Αυτό σημαίνει ότι το παράθεμα παρέχει ορισμένες ειδικότερες πληροφορίες για το ιστορικό

1 Στην ιστορική έρευνα βασική θεωρείται η διάκριση ανάμεσα στις πηγές, που είναι γραπτά τεκμήρια της εποχής των ιστορικών γεγονότων, τα οποία γράφηκαν από σύγχρονους ή λίγο μεταγενέστερους συγγραφείς και στα βοηθήματα, που είναι μεταγενέστερα γραπτά τεκμήρια από συγγραφείς που με βάση τις πηγές έχουν ερευνήσει μία ιστορική περίοδο. Στα βιβλία όμως του ΚΕΕ ή στα θέματα εξετάσεων χρησιμοποιείται συλλήβδην ο όρος «πηγή» – «παράθεμα», ο οποίος ακυρώνει την ουσιώδη διάκριση μεταξύ πηγών και βοηθημάτων.

Οι πηγές της ιστορίας διακρίνονται σε άμεσες και έμμεσες. Άμεσο είναι αυτούσια κατάλοιπα του παρελθόντος, όπως κείμενα συνθηκών, νομοθεσίες, έγγραφα, νομίσματα, σφραγίδες, ανασκαφικά ευρήματα, πρακτικά συνόδων κ,ά Έμμεσες είναι οι πηγές, οι οποίες είτε εκ προθέσεως, (όπως είναι τα ιστοριογραφικά έργα), είτε ως προϊόντα του πνευματικού βίου μίας εποχής παρέχουν ειδήσεις περί αυτής. Οι πηγές αυτές εκφράζουν υποκειμενική γνώμη του συγγραφέα: π. χ. χρονογραφίες, ιστοριογραφίες, απομνημονεύματα, λογοτεχνικά κείμενα, ρητορικοί λόγοι.

γεγονός. Επομένως για να δώσουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για το ζητούμενο θα πρέπει να λάβουμε υπόψη 1) την ιστορική αφήγηση και 2) τις πληροφορίες που παρέχει το παράθεμα.

Β. Άλλοτε ζητείται, λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες ενός παραθέματος, να απαντήσουμέ σε μια ερώτηση. Στην περίπτωση αυτή το παράθεμα περιλαμβάνει συνήθως πληροφορίες που δεν περιέχονται στην ιστορική αφήγηση.

Γ. Άλλοτε ζητείται η σύγκριση και εξαγωγή πληροφοριών και συμπερασμάτων από δύο πηγές – παραθέματα. Συνήθως τα παραθέματα αυτά περιέχουν διαφορετικές πληροφορίες και γι’ αυτό θα πρέπει να είμαστε σε θέση να συγκρίνουμε τις διαφορετικές πληροφορίες, έχοντας υπόψη την ιστορική αφήγηση και να συνθέσουμε την απάντησή μας, η οποία αξιοποιεί τις πληροφορίες του βιβλίου και τα δεδομένα του παραθέματος Η συγκριτική μελέτη των πηγών συμβάλλει στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης.

Δ. Άλλοτε ζητείται ο σχολιασμός ενός παραθέματος. Συχνά εντοπίζονται κάποια γεγονότα, πράξεις, πρόσωπα και κίνητρα και ζητείται η αξιολόγηση τους. Η αξιολόγηση αυτή γίνεται με βάση τις ιστορικές γνώσεις των μαθητών.

Συνήθεια ερωτήσεις που αφορούν τις ιστορικές πηγές:

Θέτουμε ερωτήσεις διδακτικής προσέγγισης ή αξιολόγησης. Οι ερωτήσεις έχουν σκοπό την εμπέδωση κεκτημένων γνώσεων και την αξιοποίηση τους για την καλλιέργεια της ιστορικής κρίσης. Προτεινόμενες ερωτήσεις:

1. Αναζήτηση κινήτρων, προθέσεων, ελατηρίων του δημιουργού της ιστορικής πηγής. Αυτό συντελεί στη διαπίστωση της αξιοπιστίας ή μη του παραθέματος.

2. Σχέση αιτίων και αποτελεσμάτων. Αναζήτηση των συνεπειών ενός ιστορικού γεγονότος.

3. Διάκριση αιτίων και αφορμών.

4. Ζητούνται οι ενέργειες στις οποίες προέβη ένα ιστορικό πρόσωπο, οι λόγοι που τον οδήγησαν σε αυτές τις ενέργειες, οι τρόποι με τους οποίους ενήργησε. Ζητείται επίσης να ασκηθεί κριτική των ενεργειών αυτών ή να σκιαγραφήσουμε την προσωπικότητά του.

5. Ζητείται η σύνθεση του περιεχομένου δύο ή περισσότερων πηγών (ερώτηση που πρέπει να γίνεται κυρίως Β’,ΊΓ’ Λυκείου). Η σειρά αναφοράς εξαρτάται από την πορεία που θα ακολουθήσει η διδασκαλία.

6. Ζητείται η σύγκριση δύο η περισσότερων ιστορικών πηγών και ο εντοπισμός των ομοιοτήτων και των διαφορών. Στην περίπτωση αυτή η δεύτερη πηγή θα είναι συμπληρωματική ή αντίθετη ή γραμμένη από διαφορετική οπτική γωνία. Απαιτείται πολύπλευρη εξέταση των γεγονότων. Επιπλέον μπορούμε να ζητήσουμε την εξαγωγή συμπερασμάτων μέσα από το συσχετισμό των πληροφοριών διαφορετικών πηγών.

7. Κριτική και αξιολόγηση γεγονότων, πράξεων, προσώπων που αναφέρονται στις ιστορικές πηγές. Αναζητούνται τα κίνητρα δράσης των προσώπων και αξιολογείται η επιχειρη ματολογία.

8. Σχολιασμός φράσης ή πληροφορίας που μας δίνει μια πηγή.

9. Άσκηση σε σχήμα άστρου, όπου υπάρχει η κεντρική έννοια ΚΕ και οι περιφερειακές έννοιες ΓίΕΓπσυ συνδέονται με την κεντρική. Τις ΠΕ τις τοποθετούμε στα άκρα ακτίνων που ξεκινούν από την ΚΕ. Το «άστρο» μπορούμε να το διατυπώσουμε σε συνεχές κείμενο.

10. Ανάπτυξη μιας άποψης και ελεύθερη διατύπωση προσωπικής γνώμης πάνω σ’ αυτή την άποψη.

11. Οι γραπτές πηγές παρέχουν επίσης την ευκαιρία για διαθεματική προσέγγιση: γλωσσική, σημειολογική, λογοτεχνική, κοινωνική, οικονομική, θρησκευτική κ.ά. Προτάσεις για διαθεματικές εργασίες υπάρχουν στα εγχειρίδια Ιστορίας του Γυμνασίου.

12. Ζητείται να συνδέσουμε τα ιστορικά στοιχεία μιας πηγής με την ιστορική αφήγηση του σχολικού εγχειριδίου και να απαντήσουμε σε ερώτηση διδακτικής προσέγγισης ή αξιολόγησης. Η σύνδεση θα γίνει είτε επαγωγικά είτε παραγωγικά.

► Επεξεργασία των γραπτών πηγών – παραθεμάτων:

Οι τρόποι και οι τεχνικές αξιοποίησης των πηγών στο μάθημα της ιστορίας εξαρτώνται κυρίως από τους διδακτικούς στόχους που θέτουμε, το περιεχόμενο της

διδασκαλίας και κυρίως από τις ικανότητες των μαθητών. Είναι πλεονέκτημα η πηγή να έχει μικρή έκταση, κυρίως στο Γυμνάσιο. Θα μπορούσε η ανάλυση και η ερμηνεία των γραπτών πηγών να ακολουθήσει τα εξής βήματα:

Α. Ανάγνωση – γλωσσική εξομάλυνση:

• Φωναχτή ανάγνωση των πηγών από μαθητές μέσα στην τάξη: ενισχύεται η αναγνωστική αυτοπεποίθηση, εξακριβώνουμε το βαθμό κατανόησης του περιεχομένου.

• Λεξιλογική εξομάλυνση, πραγματολογικά στοιχεία, διευκρίνιση ιστορικών όρων, ορολογία: διατρέχουμε την πηγή και υπογραμμίζουμε σημεία που δεν κατανοούνται εύκολα. Για τη διευκρίνιση όρων καταφεύγουμε στο γλωσσάριο του βιβλίου ή σε λεξικά – εγκυκλοπαίδειες.

Β. Προσέγγιση της πηγής:

• Συμφραζόμενα: αναγνώριση της ταυτότητας της ιστορικής πηγής: εξετάζουμε σε τι είδος ανήκει το απόσπασμα (ιστορικό, ποιητικό, ρητορικό κλπ.), ποιος είναι ο δημιουργός του, το χρόνο (πηγή σύγχρονη ή μεταγενέστερη) και το σκοπό της συγγραφής, ποιες είναι οι συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφηκε η πηγή. Ένταξη της πηγής στο ιστορικό πλαίσιο.

• Εξέταση της αντικειμενικότητας και της αξιοπιστίας της πηγής: επισημαίνονται η σχέση του συγγραφέα με τα ιστορσύμενα γεγονότα και τα πρόσωπα της εποχής του, η προέλευση πληροφοριών, παραλείψεις, αναζήτηση κινήτρων και προθέσεων του δημιουργού, διάκριση σχολίων-γεγονότων.

• Συγκέντρωση των πληροφοριών – δεδομένων της πηγής, οι οποίες σχετίζονται με την ιστορική περίσταση και μπορούν να αξιοποιηθούν στην απάντησή μας (μπορούμε να υπογραμμίζουμε στο παράθεμα τις πληροφορίες που θα αξιοποιήσουμε).

Γ. Ερμηνεία – σύνδεση πηγής με την αφήγηση του βιβλίου – απάντηση σε ερωτήσεις:

• Ερμηνεία της πηγής με βάση τη διατύπωση συγκεκριμένων ερωτημάτων, τα οποία θέτουμε. Αναδιήγηση και σύνδεση της πηγής με την ιστορική αφήγηση. Η σύνδεση αυτή μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους: είτε παραγωγικά, ξεκινώντας από τα στοιχεία της ιστορικής αφήγησης και καταλήγοντας στην πηγή, είτε επαγωγικά, ξεκινώντας από τα στοιχεία της πηγής και καταλήγοντας στην ιστορική αφήγηση.

• Σύγκριση πηγών που προσεγγίζουν το θέμα από διαφορετικές οπτικές, εντοπισμός ομοιοτήτων και διαφορών, εξαγωγή ιστορικών συμπερασμάτων (σε περίπτωση που ζητάμε συγκριτική μελέτη πηγών).

• Απάντηση σε ερωτήσεις. (Διαβάζουμε προσεκτικά το ερώτημα ή τα ερωτήματα για να κατανοήσουμε ποιο ή ποια είναι τα ζητούμενα).

► Για να απαντήσουμε γραπτά σε ερώτηση που σχετίζεται με ένα παράθεμα:

Ακολουθούμε τις βασικές αρχές παραγωγής γραπτού λόγου. (Οι απαιτήσεις μας είναι πιο αυξημένες στο Λύκειο και ιδιαίτερα Β’ και Γ’):

Στην αρχή, στον πρόλογο, κάνουμε μια σύντομη αναφορά στο είδος του παραθέματος (δημοσίευμα τύπου, ιστοριογραφία, επίσημο έγγραφο) και μια σύντομη εισαγωγή στο γεγονός με το οποίο θα ασχοληθούμε. Ο πρόλογος προετοιμάζει την κυρίως απάντηση. Ακολουθεί η κυρίως απάντηση, στην οποία συνδυάζουμε δημιουργικά το σχολικό εγχειρίδιο και το παράθεμα, το οποίο λειτουργεί είτε παραπληρωματικά είτε συμπληρωματικά στην αφήγηση του εγχειριδίου. Επισημαίνουμε στους μαθητές ότι σε καμία περίπτωση η απάντησή μας δεν αποτελεί το νόημα της πηγής!! Έχουμε υπόψη μας ότι η πηγή τεκμηριώνει την ιστορική αφήγηση του βιβλίου και όχι το αντίστροφο. Η απάντησή μας ολοκληρώνεται με έναν επίλογο, στον οποίο καταγράφουμε κάποιες γενικότερες εκτιμήσεις και συμπεράσματα σχετικά με το θέμα που αναπτύξαμε στην κυρίως απάντηση. Μπορούμε επίσης να κάνουμε σύντομη αναφορά στις μετέπειτα εξελίξεις που αφορούν το συγκεκριμένο θέμα με βάση τις ιστορικές μας γνώσεις.

Για να είναι άρτια και ορθή η αξιοποίηση των πηγών θα πρέπει να δίνεται ιδιαίτερη σημασία στις βασικές αρχές παραγωγής γραπτού λόγου: προσέχουμε το περιεχόμενο, την έκφραση και τη δομή:

Περιεχόμενο: Η διατύπωση είναι ακριβής και σαφής. Αποφεύγουμε να μεταφέρουμε στην απάντηση μας αυτούσια αποσπάσματα από την πηγή (χρησιμοποιούμε μόνο τους ιστορικούς όρους – ορολογία) και να διατυπώνουμε υποκειμενικές κρίσεις (όταν δεν μας ζητούνται). Προσπαθούμε πάντα να γενικεύουμε τις πληροφορίες που μας δίνει η πηγή ακολουθώντας την επαγωγική μέθοδο.

Έκφραση: σωστή χρήση των γραμματικών και συντακτικών κανόνων. Αποφεύγουμε το λογοτεχνικό ύφος, το μακροπερίοδο λόγο.

Δομή: ο λόγος μας δομείται σε πρόλογο, κύριο θέμα, επίλογο. Φυσικά ακολουθούμε βασικές αρχές παραγραφοποίησης^

* Για να δίνονται σωστές απαντήσεις από τους μαθητές πρέπει να δίνονται κατάλληλες και σαφείς ερωτήσεις για την αξιοποίηση των πηγών.

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

(Ή βιβλιογραφία, που ακολουθεί, επικεντρώνεται στη διδακτική αξιοποίηση των πηγών στο μάθημα της Ιστορίας).

Ε. Αβδελά Ιστορία και σχολείο, Αθήνα 1998.

Κ. Αγγελάκος – Γ. Κόκκινος [επιμ.], Η διαθεματικόνμα στο σύγχρονο σχολείο και η διδασκαλία Ώ]ς Ιστορίας με τη χρήσι/ ταγγών, Αθήνα 2004.

Ιοίνη Ρίηοδ, Κεαάίη§ ΗκΙοπεαΙ ΟοσιιηιβηΙζ. Α ΜαηιιαΙ^ 8ίιιάβηί5, Οχίοτά 1989. Μ. Κουτσός, Διδακτική ιστορικών πηγών των σχολικών εγχειριδίων, Θεσσαλονίκη 2004. Ιω. Καραγιαννόπουλος, Εισαγοογή στην τεχνική της επιστημονικής ιστορικής εργασίας, Γ’ ανατύπωση, Θεσσαλονίκη 1993.

Δ. Κ. Μαυροσκούφης, Αναζητώντας το ίχνη της ιστορίας. Ιστοριογραφία, διδακτική μεθοδολογία και ιστορικές τπγγές, Θεσσαλονίκη 2005.

Α. Πρασσά, Η αξιοποίηση από τους μαθητές των ιστορικών πηγών μέσα από τη διαδικασία του μαθήματος της Ιστορίας, ΠΕΦ – Σεμινάριο τχ. 21 (1999) σσ. 34-42.

Β. Σακκά, Η προσέγγιση των πηγών και η διδασκαλία της Ιστορίας. Το πρόβλημα της αξιολόγησης, Φιλολογική τχ. 82 (2003) σσ. 22-29.

1η Εφαρμογή: (βιβλ. Ιστορίας Β’ Γυμν. σ. 34 και Β’ Λυκείου σ. 22)

«Οι εικόνες αναπληρώνουν τα είδωλα και άρα αυτοί που τις προσκυνούν είναι ειδωλολάτρες […]. Όμως δεν πρέπει να προσκυνούμε κατασκευάσματα των ανθρώπινων χεριών και κάθε είδους ομοίωμα […]. Πληροφόρησε με ποιος μας κληροδότησε αυτή την παράδοση, δηλαδή να σεβόμαστε και να προσκυνούμε κατασκευάσματα χεριών, ενώ ο Θεός απαγορεύει την προσκύνηση, και εγώ θα συμφωνήσω ότι αυτό είναι νόμος του Θεού». [Από επιστολή τοϋ Λέοντος Γ’ στον πάπα Γρηγόριο Β’, ΤΜ 3 (1968) 279],

– Ερώτηση: Με βάση την παραπάνω πηγή ποια η στάση του αυτοκράτορα Λέοντα Γ’ σχετικά με το θέμα των εικόνων;

Α. Ανάγνωση της πηγής – γλωσσική εξομάλυνση

Β. Προσέγγιση της πηγής:

1. Συμφραζόμενα: συντάκτης: ο αυτοκράτορας Λέων Γ'(717-741), πηγή πρωτογενής (άμεση), σύγχρονη των γεγονότων.

2. Έλεγχος αξιοπιστίας: αδιαμφισβήτητη. Κίνητρα συντάκτη: είναι ο εισηγητής της εικονομαχίας, οι θέσεις του δεν είναι αντικειμενικές, ενώ διατυπώνονται προσωπικά σχόλια και κρίσεις.

3. Συγκέντρωση πληροφοριών: α) Οι εικόνες αναπληρώνουν τα είδωλα, β) αυτοί που τις προσκυνούν είναι ειδωλολάτρες, γ) δεν πρέπει να προσκυνάμε ανθρώπινα έργα, δ) κανείς δεν άφησε ως κληρονομιά αυτή την παράδοση στην Εκκλησία, ε) η προσκύνηση απαγορεύεται από το Θεό – είναι νόμος.

Γ. Ερμηνεία – αναδιήγηση και σύνδεση με την αφήγηση του εγχειριδίου – απάντηση στην ερώτηση:

Πρόλογος: Το κείμενο αποτελεί επιστολή του αυτοκράτορα Λέοντα Γ’ προς τον πάπα Γρηγόριο Β’ και απηχεί τα επιχειρήματα των εικονοκλαστών. Ο Λέων Γ’ ήταν ο εισηγητής της εικονομαχίας (726), ενός κινήματος που συντάραξε το Βυζάντιο για περισσότερο από έναν αιώνα.

Κύριο θέμα: Σύμφωνα με το συντάκτη της επιστολής η προσκύνηση ανθρώπινων κατασκευασμάτων, δηλαδή των εικόνων, συνιστά ειδωλολατρία, καθώς η παράδοση δεν υπαγορεύει κάτι τέτοιο, γιατί κατά τους πρώτους αποστολικούς χρόνους δεν αναφέρεται προσκύνηση εικόνων, (αναδιήγηση των επιχειρημάτων του παραθέματος) Με τις αντιλήψεις αυτές ο Λέων προσπαθεί να υπεραμυνθεί την εικονομαχική του πολιτική. Διατυπώνει προσωπικά σχόλια και κρίσεις, οι οποίες απηχούν προσωπικές του αντιλήψεις, ενώ οι θέσεις που εκφράζονται στην επιστολή δεν είναι αντικειμενικές.

Επίλογος: Τα επιχειρήματα του Λέοντα Γ’ προς τον πάπα δεν στάθηκαν όμως ικανά να αποτρέψουν τις ολέθριες συνέπειες της εικονομαχικής πολιτικής του Βυζαντίου στη εξωτερική πολιτική, διότι ο δυσαρεστημένος πάπας στράφηκε αργότερα προς τους Φράγκους και συνδέθηκε στενά με τους ηγεμόνες τσος.(η εκτίμηση αυτή υπάρχει στο σχολικό εγχειρίδιο Ιστορία Β’ Γυμνασίου, σ. 35 και Β’ Λυκείου, σ. 22).

2η Εφαρμογή (βιβλ. Ιστορίας Β’ Λυκείου, σ. 30)

Α. «Επειδή δεν υπήρχε πια αυτοκράτορας στο έθνος των Ελλήνων και η αυτοκρατορική εξουσία βρισκόταν στα χέρια μιας γυναίκας, φάνηκε σωστό στον ίδιο τον πάπα Λέοντα και σ’ όλους τους άγιους πατέρες που πήραν μέρος στη σύνοδο να δώσουν τον τίτλο του αυτοκράτορα στο βασιλιά των Φράγκων Κάρολο, που είχε στην κυριαρχία του την πόλη της Ρώμης, όπου συνήθιζαν πάντα να εδρεύουν οι καίσαρες, και τις άλλες πόλεις της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Γερμανίας. […] Ο Κάρολος δεν ήθελε να εναντιωθεί σ’ αυτό το θέλημα και, υποτασσόμενος ταπεινά στο Θεό, καθώς και στην επιθυμία που εκφράστηκε από όλο το χριστιανικό κόσμο, δέχτηκε τη χειροτονία του από τον πάπα Λέοντα και, μαζί μ’ αυτή, τον τίτλο του αυτοκράτορα». [Χρονικά του Εογ5οΗ, ΜΟΗ, τ. I, 37, μετ. Λ. Τσακτσίρας]

Β. «Αυτό το χρόνο (800). στις 25 Δεκεμβρίου, ο ρήγας των Φράγκων Κάρολος στέφτηκε (αυτοκράτορας) από τον πάπα Λέοντα. Και ενώ σκόπευε να επιτεθεί με στόλο στη Σικελία, άλλαξε γνώμη και αποφάσισε να ζητήσει σε γάμο την αυτοκράτειρα Ειρήνη. Για το σκοπό αυτό έστειλε τον επόμενο χρόνο πρεσβευτές στο Βυζάντιο. Κι έφτασαν οι απεσταλμένοι του Καρόλου και του πάπα Λέοντος (στην Πόλη), ζητώντας από την Ειρήνη να παντρευτεί τον Κάρολο και έτσι να ενωθεί η Ανατολή με τη Δύση. Κι εκείνη θα δεχόταν αν δεν την εμπόδιζε ο Αέτιος. που είχε μεγάλη δύναμη και σκόπευε να κάνει αυτοκράτορα τον αδελφό του». [Θεοφάνης, Χρονογραφία, έκδ. Ο. άε Βοογ, τ. 1, Λειψία 1883, 575-476],

– Ερωτήσεις: 1. Πώς είδαν οι Δυτικοί και πώς οι Βυζαντινοί την αυτοκρατορική στέψη του Καρόλου; Να λάβετε υπόψη σας το περιεχόμενο του κεφαλαίου και τα δυο παραθέματα. 2. Ο χρονογράφος Θεοφάνης αναφέρει ότι σχεδιαζόταν γάμος μεταξύ Ειρήνης και Καρόλου, ώστε να συνενωθούν οι δύο αυτοκρατορίες. Ανεξάρτητα από το βαθμό αξιοπιστίας της πληροφορίας αυτής, ποια προβλήματα νομίζετε ότι θα προκαλούσε αυτή η επιλογή;

Α. Ανάγνωση της πηγής – γλωσσική εξομάλυνση Β. Προσέγγιση της πηγής:

Συμφραζόμενα: συντάκτες: και οι δύο πηγές είναι σύγχρονες των γεγονότων. Η πρώτη πηγή απηχεί τις απόψεις των Δυτικών και αποτελεί απόσπασμα από χρονικά που συντάχθηκαν στην πόλη ΕοΓδοΙι και αναφέρονται στην περίοδο 703-803. Το απόσπασμα αναφέρεται στους λόγους που υπαγόρευαν την αυτοκρατορική στέψη του Καρόλου. Η δεύτερη πηγή είναι απόσπασμα από τη χρονογραφία του Θεοφάνη (752-818) και απηχεί την επίσημη κρατική αλλά και την ανεπίσημη βυζαντινή αντίδραση στο απροσδόκητο αυτό γεγονός . Ο διδάσκων μπορεί να αξιοποιήσει τα παραθέματα με συγκριτική και αντιθετική εξέταση.
Έλεγχος αξιοπιστίας: Οι πηγές αυτές είναι έμμεσες. Ενδέχεται να διατυπώνουν προσωπικά σχόλια και κρίσεις των συγγραφέων. Ειδικότερα η πληροφορία του Θεοφάνη για το περίφημο αυτοκρατορικό συνοικέσιο πρέπει να είναι αβάσιμη φήμη.

3. Συγκέντρωση πληροφοριών: Υπογραμμίζουμε στα παραθέματα τις πληροφορίες που θα αξιοποιήσουμε με βάση τα ζητούμενα των ερωτημάτων. Επιπλέον, εφόσον το πρώτο ερώτημα ζητά να λάβουμε υπόψη και το σχετικό κεφάλαιο του εγχειριδίου, εντοπίζουμε σε αυτό τα σημεία που θα αξιοποιήσουμε.

Γ. Ερμηνεία – αναδιήγηση και σύνδεση με την αφήγηση του εγχειριδίου – απάντηση στις ερωτήσεις:

Ένα από τα θέματα που είχε ανυπολόγιστες συνέπειες στις σχέσεις Ανατολής – Δύσης ήταν η στέψη του Φράγκου Καρλομάγνου το 800 από τον πάπα Λέοντα ως αυτοκράτορα του Ρωμαϊκού κράτους. Στο ζήτημα αυτό αναφέρονται και τα δύο παραθέματα. Το πρώτο, το Δυτικό χρονικό του ΕοΓδοΙι, απηχεί τις δυτικές αντιλήψεις και αναφέρεται στους λόγους που υπαγόρευαν τη στέψη του Καρόλου- το δεύτερο, που είναι απόσπασμα από τη χρονογραφία του Θεοφάνη, απηχεί την επίσημη κρατική αλλά και την ανεπίσημη βυζαντινή αντίδραση στο απροσδόκητο αυτό γεγονός.

Σύμφωνα με το χρονικό του Γογ5<±, εφόσον η διακυβέρνηση του Βυζαντινού κράτους βρισκόταν στα χέρια μιας γυναίκας, της Ειρήνης της Αθηναίας, και ο Κάρολος ήταν κύριος της Ρώμης και επικεφαλής ενός εκτεταμένου κράτους που περιλάμβανε την Ιταλία, τη Γερμανία και τη Γαλλία, ήταν θέλημα θεού και αίτημα όλων των χριστιανών να στεφθεί αυτοκράτορας του Ρωμαϊκού κράτους (αξιοποίηση των πληροφοριών του πρώτου παραθέματος).

Η στέψη του Καρόλου θεωρήθηκε από τους Βυζαντινούς σκάνδαλο και σφετερισμός των νομίμων και αποκλειστικών δικαιωμάτων τους στη ρωμαϊκή κληρονομιά και κυρίως του δικαιώματος χρήσης του όρου βασιλεύς των Ρωμαίων (αξιοποίηση του σχολικού εγχειριδίου, σ. 30). Πιο συγκεκριμένα η στέψη ήταν πράξη παράνομη σύμφωνα με την πολιτική θεωρία των Βυζαντινών, διότι ο πάπας δεν ήταν αρμόδιος να στέψει οποιονδήποτε ως αυτοκράτορα. Επιπλέον δεν υπήρχε κενό εξουσίας στο βυζαντινό (ρωμαϊκό) θρόνο, έστω και αν τον κατείχε γυναίκα.

Επομένως δεν είναι παράδοξο ότι το Βυζάντιο αρνήθηκε να αναγνωρίσει στον Κάρολο τον αυτοκρατορικό τίτλο.

Ο Κάρολος μετά τη στέψη του, σύμφωνα με τη χρονογραφία του Θεοφάνη, σκόπευε να εκβιάσει την κατάσταση με μια εκστρατεία εναντίον των Βυζαντινών κτήσεων στη Σικελία. Προτίμησε όμως να ζητήσει σε γάμο την Ειρήνη. Η κίνηση αυτή αποτελεί πολιτικό ελιγμό, διότι ξέροντας ο Κάρολος ότι οι βυζαντινοί δεν επρόκειτο να τον αναγνωρίσουν ως αυτοκράτορα του Ρωμαϊκού κράτους κατέφυγε στη διπλωματική λύση της επιγαμίας, προτείνοντας και τη συνένωση των δύο αυτοκρατοριών.

Ο γάμος αυτός ως πολιτική λύση θα ήταν μάλλον ανέφικτος και αυτό γιατί η Ανατολή και η Δύση χωρίζονταν από ένα μεγάλο γλωσσικό, πολιτιστικό και θρησκευτικό χάσμα. Επιπλέον θα επιτεινόταν η οικονομική, πολιτική και πολιτιστική ανομοιογένεια ανάμεσα στο δυτικό και ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας. Δημιουργούνται τέλος πολλά ερωτήματα, όπως πού θα έμεναν οι σύζυγοι; Ποιος θα παραιτούνταν από το αξίωμά του; Θα δεχόταν η φιλόδοξη Ειρήνη να παραιτηθεί από τη μονοκρατορία της; (ο διδάσκων αξιοποιεί το βιβλίο του καθηγητή, σ. 29)

Ελέγχεται επομένως η αξιοπιστία της πληροφορίας του Θεοφάνη, που είναι μάλλον μια αβάσιμη φήμη. Οι διαπραγματεύσεις του Καρόλου με την Ειρήνη το πιθανότερο είναι να αφορούσαν την αναγνώριση του αυτοκρατορικού τίτλου του Καρόλου από τους Βυζαντινούς παρά τον μεταξύ τους γάμο.

Ωστόσο, σύμφωνα με το Θεοφάνη, η Ειρήνη θα δεχόταν το γάμο που της πρότεινε ο Κάρολος, αλλά την εμπόδισε ο πατρίκιος και λογοθέτης Αέτιος, ο οποίος τελικά ανατρέποντας την Ειρήνη (802) ανέβασε στο θρόνο τον αδελφό του Νικηφόρο.

Αικατερίνη Μ. Ρεβάνογλου

Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων

Η χαμένη χαρά τού να μαθαίνεις….


Η γονεϊκή εμμονή με τις ακαδημαϊκές επιδόσεις έχει αποστραγγίσει τα σημερινά παιδιά από τον ενθουσιασμό για την κατάκτηση της γνώσης

Μέσα στη γλυκιά απραξία των καλοκαιρινών διακοπών διαπίστωσα πόσο διαβρωτικό έχει γίνει το στρες για τους μαθητές όλων των βαθμίδων. Τα νέα (από τους παραθερίζοντες στο ίδιο με εμένα κομμάτι της Εύβοιας) ήταν καταιγιστικά. Μια ασθμαίνουσα μητέρα που έκανε εξοντωτικές τηλεφωνικές συνεντεύξεις σε υποψήφιες που θα αναλάμβαναν την κατ’ οίκον υποστήριξη του 8χρονου γιου της τη νέα σχολική χρονιά. Μια 15χρονη (άριστη μαθήτρια) που έβαλε τα κλάματα μόλις άκουσε το εφετινό πρόγραμμα του φροντιστηρίου. Δύο νεαροί γονείς που διαπληκτίζονταν (αγγλιστί) παρά θίν’ αλός για τις επιδόσεις της 9χρονης κόρης τους στα αγγλικά. Ενας 20χρονος που εγκατέλειψε με συμπτώματα υπερκόπωσης και κατάθλιψης (σύμφωνα τουλάχιστον με τη μαρτυρία του πατρός του) τις σπουδές του στο Λονδίνο.

Κάτι φαίνεται να πηγαίνει πολύ στραβά. Τα σημερινά παιδιά είναι τόσο επιβαρημένα με σχολικές υποχρεώσεις, οργανωμένες δραστηριότητες και βέβαια γονεϊκές προσδοκίες, που εμφανίζουν ήδη από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού συμπτώματα burnout μεγαλοστελέχους πολυεθνικής. Εχουν σχεδόν σταματήσει να παίζουν, έχουν σταματήσει να έχουν χρόνο για κάτι που δεν είναι «δομημένο» και «χρήσιμο» για το επαγγελματικό μέλλον τους.

Σύμφωνα με αμερικανική έρευνα για τον ελεύθερο χρόνο των παιδιών ηλικίας 6 έως 8 ετών, εν έτει 1997 τα παιδιά περνούσαν (σε σχέση με το 1981) 18% περισσότερο χρόνο στο σχολείο, 145% περισσότερο χρόνο διαβάζοντας για το σχολείο και 168% περισσότερο χρόνο κάνοντας ψώνια με τους γονείς τους! Αποτέλεσμα; Ο καθαρός χρόνος τους για παιχνίδι (συμπεριλαμβανομένου και του παιχνιδιού μπροστά σε μια οθόνη) περιορίζονταν (πάντα το 1997) σε μόλις 11 ώρες την εβδομάδα.

Τα παιδιά σήμερα μαθαίνουν με μοναδικό στόχο την επαγγελματική αποκατάσταση. Οπως μου έλεγε χαρακτηριστικά τις προάλλες ένας θορυβημένος μπαμπάς δύο εφήβων: «Eχεις ακούσει σήμερα κανένα παιδί να ονειρεύεται να γίνει κάτι; Να σου λέει “όταν θα μεγαλώσω θέλω να γίνω ωκεανολόγος ή κοινωνικός λειτουργός;”». Η παιδική ηλικία θυμίζει πλέον ένα εναγώνιο κυνήγι εκπαιδευτικών στόχων (με συνεχείς αξιολογήσεις, εξετάσεις κ.ο.κ.). Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι όλο και περισσότερα παιδιά ανά τον πλανήτη πάσχουν από το «άγχος των εξετάσεων» (test anxiety). Είναι τέτοια η εσωτερική πίεση να πετύχεις, που παραλύει το χέρι σου όταν πας να γράψεις. Σε περυσινό εκτενές άρθρο του με τίτλο «It’s Only a Test» το αμερικανικό «Time» εξέταζε την εν λόγω πανδημία «που μπορεί να έχει μακροπρόθεσμες συνέπειες στη ζωή του ατόμου. Κάποιος, π.χ., που αγχώνεται υπερβολικά με ένα διαγώνισμα μαθηματικών, μπορεί να αποφεύγει συγκεκριμένα μαθήματα επιλογής και να στερεί εαυτόν από πολλά υποσχόμενες επαγγελματικές επιλογές».

Οι ίδιοι οι γονείς, βέβαια, συμβάλλουν τα μάλα στο να παραγκωνιστεί το πάθος για μάθηση (και να υποδαυλιστεί η ψύχωση με το τέλειο βιογραφικό). Η μαμά πίνει φρέντο με τις φίλες της και μιλάει για το άριστα της κόρης της στη Γλώσσα της Γ΄ Δημοτικού ή για το open class του μπαλέτου, ο πατέρας ζει και αναπνέει για την ημέρα που ο γιος θα πάρει το Zertifikat B2 στα γερμανικά. Οι ειδικοί έχουν φθάσει πλέον στο σημείο να ζητούν από τους γονείς να απομακρύνουν την καυτή ανάσα τους από τον (μονίμως σκυμμένο) σβέρκο των παιδιών, να σταματήσουν αυτή την ευνουχιστική υπερεμπλοκή στην ακαδημαϊκή ζωή τους, να πάψουν επιτέλους να τα «βοηθούν» (συχνά με ουρλιαχτά και απειλές) στο διάβασμα. Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη αυτού του είδους έρευνα (για την επίδραση δηλαδή της γονεϊκής ανάμειξης στις ακαδημαϊκές επιδόσεις των παιδιών) που είδε μέσα στο 2014 το φως της δημοσιότητας αιφνιδίασε τους ίδιους τους ενορχηστρωτές της. Ο Κιθ Ρόμπινσον, καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Τέξας και ο Εϊντζελ Χάρις, της αυτής ειδικότητος στο Πανεπιστήμιο Ντιούκ, διαπίστωσαν εμβρόντητοι (αφού πρώτα μελέτησαν 63 εκφάνσεις της γονεϊκής συμμετοχής, όπως π.χ. στενό τσεκάρισμα του καθημερινού homework, επικοινωνία με δασκάλους, μαραθώνιες συζητήσεις περί επαγγελματικού προσανατολισμού) πως όταν οι γονείς ανακατεύονται υπερβολικά οι επιδόσεις καταβαραθρώνονται.

Ισως στην Ελλάδα της κρίσης να μην είμαστε ακόμη έτοιμοι για μια επανάσταση à la japonaise, όπως ήταν το 2002 η περίφημη «yutori kyōiku» (εκπαίδευση χωρίς πιέσεις). Τουλάχιστον ας χαλαρώσουμε λίγο αυτό το απάνθρωπο σφίξιμο στα παιδιά. Για να μην πάρουν στα σοβαρά αυτό που έλεγε ο Μαρκ Τουέιν χαριτολογώντας: «Δεν επέτρεψα ποτέ στα σχολικά μου χρόνια να ανακατευτούν με την εκπαίδευσή μου».

*Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino την Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014/Παπαδημητρίου Λένα

Καλό μήνα με …νέα ευχή: Καλό αποκαλόκαιρο!

Καλό μήνα!
Καλό μήνα!

Όλγα Σελλά ΟΛΓΑ ΣΕΛΛΑ
Το ελληνικό αποκαλόκαιρο
ΠΟΛΙΤΙΚΗ 02.09.2014 : 12:09

Κ​​αλό αποκαλόκαιρο; Καλό φθινόπωρο; Ή καλό χειμώνα; Η αρχή του φθινοπώρου τείνει να γίνει η πιο αμήχανη ως προς το τι θα ευχηθούμε ως χαιρετισμό. Γι’ αυτό και υπάρχει τέτοια πληθώρα ευχών…
Παλαιότερα οι άνθρωποι έλεγαν «καλό χειμώνα» και «καλό καλοκαίρι». Απλά πράγματα. Οι εποχές του χρόνου ήταν πάντα τέσσερις, αλλά εκείνες που όριζαν τις δουλειές τους και τις ανάγκες τους ήταν οι δύο βασικές: ο χειμώνας και το καλοκαίρι. Αγροτικοί, κυρίως, οι πληθυσμοί, συνταίριαζαν τις ευχές τους με τον τρόπο ζωής τους.

Οταν οι κάτοικοι των πόλεων έγιναν πολύ περισσότεροι, δεν άλλαξαν ιδιαιτέρως τα ήθη και τα έθιμα. Εσωτερικοί μετανάστες οι περισσότεροι νέοι κάτοικοι των πόλεων, μετέφεραν τις συνήθειες των τόπων καταγωγής τους, συνήθειες που έπειτα από πολλά χρόνια έδωσαν τη θέση τους σε πιο «αστικές» συνήθειες (και ίσως σε πολλές περιπτώσεις ακόμα να ανθίστανται). Ως εκ τούτου, η ευχή «καλό χειμώνα» στα τέλη του καλοκαιριού ακουγόταν ως κάτι φυσικό και αυτονόητο.

Οσο όμως περνούσαν τα χρόνια και αστικοπιούνταν περισσότερο ο πληθυσμός των πόλεων, οι διακοπές έγιναν κάτι το ιερό. Το ίδιο και το καλοκαίρι. Λίγο ο τουρισμός που παρατεινόταν μέχρι τον Οκτώβρη, λίγο η αρνητική σκέψη της επιστροφής στην καθημερινότητα της επιβίωσης έκαναν το καλοκαίρι «ιερή αγελάδα». Πώς να το αποχωριστείς λοιπόν; Ετσι, σιγά σιγά άρχισε να ακούγεται η ευχή «καλό φθινόπωρο» τις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη, που άφηνε μια χαραμάδα ελπίδας ότι μια μικρή εξόρμηση, έστω ένα Σαββατοκύριακο, χωράει ακόμα…

Οι ψυχαναλυτές από την πλευρά τους έλεγαν ότι αυτή η ευχή (το «καλό φθινόπωρο») δηλώνει άγχος αποχωρισμού ίσως και φόβο απώλειας, αλλά η άποψή τους καθόλου δεν εισακούστηκε.

Φέτος (νομίζω ότι είναι φετινό) και μέσω του facebook κυρίως –προφορικά δεν το έχω ακούσει– άρχισε να διακινείται, ιδιαιτέρως από μερίδα συγγραφέων και διανοητών, η ευχή «καλό αποκαλόκαιρο». Ωραία λέξη, ευτυχώς που την ξαναθυμήθηκαν και την ξανάφεραν στο λεξιλόγιό μας. Είναι εκείνο το γύρισμα της ώρας που δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο: απομεσήμερο, απόβραδο… Αλλά σημαίνει το τελείωμά του – του μεσημεριού, του βραδιού, του καλοκαιριού…

Ναι, είναι αυτές οι αλλαγές που επιφέρουν οι ανάγκες των ανθρώπων, ο τρόπος ζωής τους και των ενδιαφερόντων τους. Και μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, να τες ξανά οι λέξεις, οι καινούργιες ή οι παλιές, που κάποιοι τις ανασύρουν και τις καθιερώνουν. Αλλες φορές είναι κάποιες ξένες λέξεις που τις ελληνοποιούμε και τις κλείνουμε.

Αυτή τη φορά είναι μία λόγια ελληνική λέξη, που παραπέμπει σ’ εκείνους τους ρομαντικούς συγγραφείς του τέλους του 19ου αιώνα. Και μ’ αυτόν τον τρόπο, μ’ αυτήν την ευχή, υποδεχόμαστε το φθινόπωρο, και γαντζωνόμαστε πάνω στο αποκαλόκαιρο και σ’ εκείνες τις υποσχέσεις που δώσαμε στον εαυτό μας για κάτι Σαββατοκύριακα….

Κι άλλες …καλοκαιρινές σκέψεις….εξ αντιγραφής!

Στις μέρες μας όπου αμφισβητούνται ακόμα και τα αυτονόητα, έχει αρχίσει να ακούγεται η άποψη ότι δεν υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες γλώσσες, αλλά ότι όλες έχουν την ίδια αξία. Αυτό είναι τόσο παράλογο να το πιστεύει κανείς, όσο το να πιστεύει ότι μπορούν σε έναν αγώνα δρόμου όλοι οι δρομείς να τερματίσουν ταυτόχρονα. Κάτι τέτοιο είναι απλά αδύνατον. Το συγκεκριμένο παράδειγμα είναι κάτι πολύ απλό, πόσο μάλλον όταν έχουμε να κάνουμε με κάτι τόσο πολύπλοκο όσο η γλώσσα. Δηλαδή μπορεί μια γλώσσα πρωτόγονου επιπέδου με 10 διαφορετικές λέξεις να έχει την ίδια αξία με μια γλώσσα τόσο σύνθετη όσο οι σημερινές; Ποιός λογικός άνθρωπος μπορεί να το δεχτεί αυτό; Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι οι χιμπατζήδες χρησιμοποιούν μια «γλώσσα» με ένα λεξιλόγιο από τριάντα λέξεις-κραυγές. [11]

Σκοπός αυτού του κειμένου δεν είναι να υποβαθμίσει κάποιες γλώσσες, αλλά να αποδείξει με αντικειμενικά κριτήρια ότι δεν έχουν όλες οι γλώσσες την ίδια αξία (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η κάθε γλώσσα δεν έχει την αξία της). Υπάρχουν σήμερα περίπου 3.000 διαφορετικές γλώσσες (η πλειοψηφία των οποίων δεν έχει σύστημα γραφής). Είναι σίγουρο ότι κάθε γλώσσα έχει την δική της αξία και πρέπει να αγωνιζόμαστε όλοι ώστε όλες οι γλώσσες να επιβιώσουν. Δυστυχώς πολλές γλώσσες έχουν ήδη εκλείψει και θα εκλείψουν και στο μέλλον, και αυτό είναι πραγματικά μια αμαρτία. Όσο αμαρτία είναι όταν εξαφανίζεται ένα είδος ζώου διότι και η γλώσσα κάτι τέτοιο είναι, ένας «ζωντανός» οργανισμός που εξελίσσεται και είτε επιβιώνει είτε χάνεται. Πρακτική δυστυχώς συνέπεια αυτού είναι να χάνονται σημαντικά κομμάτια της εξέλιξης της ανθρώπινης πορείας, για την οποία δεν έχουμε ιδιαίτερα πολλές γνώσεις.

Για πολλούς μη-Έλληνες γλωσσολόγους και ανθρώπους του πνεύματος, είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Ελληνική γλώσσα (ιδιαιτέρως τα Αρχαία Ελληνικά) είναι η ανώτερη μορφή γλώσσας που έχει επινοήσει ποτέ το ανθρώπινο πνεύμα. Οι απόψεις αυτές δεν είναι αυθαίρετες, αλλά βασίζονται σε κριτήρια αντικειμενικά σχετικά με την αξιολόγηση μιας γλώσσας. Παρακάτω θα περιγράψουμε μία σειρά από ιδιότητες τις Ελληνικής γλώσσας και θα αντιπαραβάλουμε κάποιες ξένες γλώσσες (συνήθως την Αγγλική, καθώς αυτή είναι η πιό διαδεδομένη) πρός σύγκριση.
ΠΛΟΥΤΟΣ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟΥ

Είναι γνωστή η έκφραση που χρησιμοποιούν οι Άγγλοαμερικάνοι όταν ψάχνουν να βρούν την κατάλληλη λέξη για κάποια έννοια «Οι Έλληνες θα έχουν μια λέξη για αυτό». Φράση την οποίαν πρώτος είχε γράψει ο καθηγητής Όλιβερ Τάπλιν στο βιβλίο του «Ελληνικό πυρ». [10]

Ενώ η Αγγλική γλώσσα έχει, βάση του μεγάλου Αμερικανικού λεξικού Merriam-Webster, περίπου 166.724 λεξίτυπους (σύμφωνα με το ίδιο λεξικό 41.214 από αυτές τις λέξεις είναι αμιγώς Ελληνικές, χωρίς να υπολογίζουμε τις σύνθετες και τις Ελληνογενείς) [10], η Ελληνική γλώσσα περιλαμβάνει ήδη, στην καταγραφή μέχρι λίγο πριν από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, 1.200.000 λεξίτυπους. Το εντυπωσιακό αυτό νούμερο προκύπτει από το έγκριτο TLG (Θησαυρός Ελληνικής Γλώσσης) το οποίο ακόμα δεν έχει τελειώσει την καταγραφή όλων των Ελληνικών κειμένων. Εκτιμάται μάλιστα από την διευθύντρια του TLG, κα Μαρία Παντελιά, ότι μόλις τελειώσει η καταγραφή θα έχουν αποθησαυριστεί ίσως μέχρι και 2.000.000 λεξίτυποι [15].

Επιπλέον, σύμφωνα με τον κ Α. Κωσταντινίδη συγγραφέα των βιβλίων «Οι Ελληνικές λέξεις στην Αγγλική γλώσσα» και «Η οικουμενική διάσταση της Ελληνικής γλώσσης», πολλά λεξικά σταματούν την ετυμολογία της λέξης στην Λατινική ρίζα αγνοώντας το γεγονός ότι η πλειονότης των ίδιων των Λατινικών λέξεων έχουν Ελληνική ρίζα. [10]

Πολλές Ομηρικές λέξεις σώζονται ακόμα και σήμερα στις Ευρωπαϊκές γλώσσες, και αυτές οι πάμπολλες λέξεις φυσικά δεν εμπίπτουν στην κατηγορία των «αμιγώς Ελληνικών» που αναφέραμε νωρίτερα. Μία από αυτές τις λέξεις είναι το γνωστό «kiss». Ακούγεται αστεία σαν δήλωση ότι είναι στην ουσία Ελληνική λέξη ε; Και όμως, στα Αρχαία Ελληνικά, το «φιλώ» είναι «κυνέω / κυνώ», εξ’ού και το προσκυνώ (σημαίνει κάνω ένα βήμα μπροστά και δίνω ένα φιλί). Στην προστακτική το ρήμα γίνεται «κύσον με», δηλαδή «φίλησε με», όπως θα είπε και η Πηνελόπη στον Οδυσσέα όταν τον είδε να επιστρέφει στην Ιθάκη. Στα Αγγλικά θα λέγαμε «kiss me». Ο βαθμός ομοιότητας των δύο φράσεων δεν αφήνει χώρο για αμφιβολίες. Και αυτό είναι μόνο ένα από τα πολλά παραδείγματα.

ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΝΕΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Η δύναμη της Ελληνικής γλώσσας βρίσκεται στην ικανότητά της να πλάθεται όχι μόνο προθεματικά ή καταληκτικά, αλλά διαφοροποιώντας σε μερικές περιπτώσεις μέχρι και την ρίζα της λέξης (π.χ. «τρέχω» και «τροχός» παρόλο που είναι από την ίδια οικογένεια αποκλίνουν ελαφρώς στην ρίζα). Η Ελληνική γλώσσα είναι ειδική στο να δημιουργεί σύνθετες λέξεις με απίστευτων δυνατοτήτων χρήσεις, πολλαπλασιάζοντας το λεξιλόγιο.

Το διεθνές λεξικό Webster’s (Webster’s New International Dictionary) αναφέρει «Η Λατινική και η Ελληνική, ιδίως η Ελληνική, αποτελούν ανεξάντλητη πηγή υλικών για την δημιουργία επιστημονικών όρων.» [12] ενώ οι Γάλλοι λεξικογράφοι Jean Bouffartigue και Anne-Marie Delrieu τονίζουν «Η επιστήμη βρίσκει ασταμάτητα νέα αντικείμενα ή έννοιες. Πρέπει να τα ονομάσει. Ο θησαυρός των Ελληνικών ριζών βρίσκεται μπροστά της, αρκεί να αντλήσει από εκεί. Θα ήταν πολύ περίεργο να μην βρεί αυτές που χρειάζεται.». [10]

Ο Γάλλος συγγραφέας Ζακ Λακαρριέρ, έκθαμβος μπροστά στο μεγαλείο της Ελληνικής, είχε δηλώσει σχετικώς «Η Ελληνική γλώσσα έχει το χαρακτηριστικό να προσφέρεται θαυμάσια για την έκφραση όλων των ιεραρχιών με μια απλή εναλλαγή του πρώτου συνθετικού. Αρκεί κανείς να βάλει ένα παν- πρώτο- αρχί- υπέρ- ή μια οποιαδήποτε άλλη πρόθεση μπροστά σε ένα θέμα. Κι αν συνδυάσει κανείς μεταξύ τους αυτά τα προθέματα, παίρνει μια ατελείωτη ποικιλία διαβαθμίσεων. Τα προθέματα εγκλείονται τα μεν στα δε σαν μια σημασιολογική κλίμακα, η οποία ορθώνεται πρός τον ουρανό των λέξεων.» [10]

Είναι αλήθεια ότι μπορούμε να βάλουμε και παραπάνω από μια πρόθεση μπροστά απο μία λέξη, ακριβώς όπως περιγράφει ο Γάλλος φίλος μας. Παραδείγματα συνδυασμών πολλαπλών προθέσεων με λέξεις που να δημιουργούν νέες λέξεις υπάρχουν άπειρα. Αντικαταβάλλω, επαναδιατυπώνω, αντιπαρέρχομαι, ανακατασκευάζω κτλ.

Στην Ιλιάδα του Ομήρου η Θέτις θρηνεί για ότι θα πάθει ο υιός της σκοτώνοντας τον Έκτωρα «διό και δυσαριστοτοκείαν αυτήν ονομάζει». Η λέξη αυτή από μόνη της είναι ένα μοιρολόι, δυς + άριστος + τίκτω (=γεννώ) και σημαίνει όπως αναλύει το Ετυμολογικόν το Μέγα «που για κακό γέννησα τον άριστο». [7] Ποιά άλλη γλώσσα στον κόσμο θα μπορούσε να αποδώσει σε μία μόνο λέξη τόσα πολλά και υψηλά νοήματα; Και όπως έλεγαν και οι Αρχαίοι, «το Λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν».

Προ ολίγων ετών κυκλοφόρησε στην Ελβετία το λεξικό ανύπαρκτων λέξεων (Dictionnaire Des Mots Inexistants) όπου προτείνεται να αντικατασταθούν Γαλλικές περιφράσεις με μονολεκτικούς όρους από τα Ελληνικά. Π.χ. androprere, biopaleste, dysparegorete, ecogeniarche, elpidophore, glossoctonie, philomatheem tachymathie, theopempte κλπ, περίπου 2.000 λήμματα με προοπτική περαιτέρω εμπλουτισμού. [6]

Ο Godefroi Herman, ο Γάλλος μεταφραστής των Διονυσιακών του Νόννου, ομολογεί «Πόσες φορές μεταφράζοντας δεν ανέκραξα όπως ο Ρονσάρ: Πόσο είμαι περίλυπος που η γλώσσα η Γαλλική δεν δημιουργεί λέξεις όπως η Ελληνική… ωκύμορος, δύσποτμος, ολιγοφρονείν…». [7]

Η ΑΚΡΙΒΟΛΟΓΙΑ

Στα Αγγλικά το ρήμα και το ουσιαστικό συχνά χρησιμοποιούν ακριβώς την ίδια λέξη π.χ. «drink» που σημαίνει και «ποτό» και «πίνω». Επιπλέον τα ονόματα δεν έχουν κλίσεις, για παράδειγμα στα Ελληνικά λέμε «Ο Θεός, του Θεού, τω Θεώ, τον Θεό, ω Θεέ» ενώ στα Αγγλικά έχουμε μια μόνο λέξη για όλες αυτές τις έννοιες, το «God». Είναι προφανές λοιπόν, ότι τουλάχιστον όσον αφορά την ακριβολογία, γλώσσες όπως τα Ελληνικά υπερτερούν σαφώς σε σχέση με γλώσσες σαν τα Αγγλικά. Είναι λογικό άλλωστε αν κάτσει να το σκεφτεί κανείς, ότι μπορεί πολύ πιο εύκολα να καθιερωθεί μια γλώσσα διεθνής όταν είναι πιο εύκολη στην εκμάθηση, από τη άλλη όμως μια τέτοια γλώσσα εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να είναι τόσο ποιοτική.

Συνέπεια των παραπάνω είναι ότι η Αγγλική γλώσσα δεν μπορεί να είναι λακωνική όπως είναι η Ελληνική, καθώς για να μην είναι διφορούμενο το νόημα της εκάστοτε φράσης, πρέπει να χρησιμοποιηθούν επιπλέον λέξεις. Για παράδειγμα η λέξη «drink» σαν αυτοτελής φράση δεν υφίσταται στα Αγγλικά, καθώς μπορεί να σημαίνει «ποτό», «πίνω», «πιές» κτλ. Αντιθέτως στα Ελληνικά η φράση «πιές» βγάζει νόημα, χωρίς να χρειάζεται να βασιστείς στα συμφραζόμενα για να καταλάβεις το νόημά της.

Παρένθεση: Να θυμίσουμε εδώ ότι στα Αρχαία Ελληνικά εκτός από Ενικός και Πληθυντικός αριθμός, υπήρχε και Δυϊκός αριθμός. Υπάρχει στα Ελληνικά και η Δοτική πτώση εκτός από τις υπόλοιπες 4 πτώσεις ονομαστική, γενική, αιτιατική και κλιτική. [17] Η Δοτική χρησιμοποιείται συνεχώς στον καθημερινό μας λόγο (π.χ. Βάσει των μετρήσεων, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι…) και είναι πραγματικά άξιον λόγου το γιατί εκδιώχθηκε βίαια από την νεοελληνική γλώσσα. Ακόμα παλαιότερα, εκτός από την εξορισμένη αλλά ζωντανή Δοτική υπήρχαν και άλλες τρείς επιπλέον πτώσεις οι οποίες όμως χάθηκαν. [7]

Το ίδιο πρόβλημα, σε πολύ πιο έντονο φυσικά βαθμό, έχει και η Κινεζική γλώσσα. Όπως μας λέει και ο Κρητικός δημοσιογράφος Α. Κρασανάκης «Επειδή οι απλές λέξεις είναι λίγες, έχουν αποκτήσει πάρα πολλές έννοιες, για να καλύψουν τις ανάγκες της έκφρασης, πρβλ π.χ.: “σι” = γνωρίζω, είμαι, ισχύς, κόσμος, όρκος, αφήνω, θέτω, αγαπώ, βλέπω, φροντίζω, περπατώ, σπίτι κ.τ.λ., «πα» = μπαλέτο, οκτώ, κλέφτης, κλέβω… «πάϊ» = άσπρο, εκατό, εκατοστό, χάνω….» [1]. Ίσως να υπάρχει ελαφρά διαφορά στον τονισμό, αλλά δύσκολα μπορώ να φανταστώ πως θα μπορούσαν να υπάρχουν δεκάδες διαφορετικοί τονισμοί για μία μονοσύλλαβη λέξη, ώστε να διαχωρίσουν φωνητικά όλες οι πιθανές της έννοιες. Αλλά ακόμα και να υπάρχει, πως είναι δυνατόν να καταστήσεις ένα σημαντικό κείμενο (π.χ. συμβόλαιο) ξεκάθαρο;

Η ΚΥΡΙΟΛΕΞΙΑ

Στην Ελληνική γλώσσα ουσιαστικά δεν υπάρχουν συνώνυμα, καθώς όλες οι λέξεις έχουν λεπτές εννοιολογικές διαφορές μεταξύ τους. Για παράδειγμα η λέξη «λωποδύτης» χρησιμοποιείται για αυτόν που βυθίζει το χέρι του στο ρούχο (=λωπή) μας και μας κλέβει, κρυφά δηλαδή, ενώ ο «ληστής» είναι αυτός που μας κλέβει φανερά, μπροστά στα μάτια μας. Επίσης το «άγειν» και το «φέρειν» έχουν την ίδια έννοια. Όμως το πρώτο χρησιμοποιείται για έμψυχα όντα, ενώ το δεύτερο για τα άψυχα.

Στα Ελληνικά έχουμε τις λέξεις «κεράννυμι», «μίγνυμι» και «φύρω» που όλες έχουν το νόημα του «ανακατεύω». Όταν ανακατεύουμε δύο στερεά ή δύο υγρά μεταξύ τους αλλά χωρίς να συνεπάγεται νέα ένωση (π.χ. λάδι με νερό), τότε χρησιμοποιούμε την λέξη «μειγνύω» ενώ όταν ανακατεύουμε υγρό με στερεό τότε λέμε «φύρω». Εξ’ού και η λέξη «αιμόφυρτος» που όλοι γνωρίζουμε αλλά δεν συνειδητοποιούμε τι σημαίνει. Όταν οι Αρχαίοι Έλληνες πληγωνόντουσαν στην μάχη, έτρεχε τότε το αίμα και ανακατευόταν με την σκόνη και το χώμα. Το κεράννυμι σημαίνει ανακατεύω δύο υγρά και φτιάχνω ένα νέο, όπως για παράδειγμα ο οίνος και το νερό. Εξ’ού και ο «άκρατος» (δηλαδή καθαρός) οίνος που λέγαν οι Αρχαίοι όταν δεν ήταν ανακατεμένος (κεκραμμένος) με νερό.

Τέλος η λέξη «παντρεμένος» έχει διαφορετικό νόημα από την λέξη «νυμφευμένος», διαφορά που περιγράφουν οι ίδιες οι λέξεις για όποιον τους δώσει λίγη σημασία. Η λέξη παντρεμένος προέρχεται από το ρήμα υπανδρεύομαι και σημαίνει τίθεμαι υπό την εξουσία του ανδρός ενώ ο άνδρας νυμφεύεται, δηλαδή παίρνει νύφη. [5] Γνωρίζοντας τέτοιου είδους λεπτές εννοιολογικές διαφορές, είναι πραγματικά πολύ αστεία μερικά από τα πράγματα που ακούμε στην καθημερινή – συχνά λαθεμένη – ομιλία (π.χ. «ο Χ παντρεύτηκε»).

Η Ελληνική γλώσσα έχει λέξεις για έννοιες οι οποίες παραμένουν χωρίς απόδοση στις υπόλοιπες γλώσσες, όπως άμιλλα, θαλπωρή και φιλότιμο. Μόνον η Ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει την ζωή από τον βίο, την αγάπη από τον έρωτα. Μόνον αυτή διαχωρίζει, διατηρώντας το ίδιο ριζικό θέμα, το ατύχημα από το δυστύχημα, το συμφέρον από το ενδιαφέρον. [7]

ΓΛΩΣΣΑ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ

Το εκπληκτικό είναι ότι η ίδια η Ελληνική γλώσσα μας διδάσκει συνεχώς πως να γράφουμε σωστά. Μέσω της ετυμολογίας, μπορούμε να καταλάβουμε ποιός είναι ο σωστός τρόπος γραφής ακόμα και λέξεων που ποτέ δεν έχουμε δεί ή γράψει.

Το «πειρούνι» για παράδειγμα, για κάποιον που έχει βασικές γνώσεις Αρχαίων Ελληνικών, είναι προφανές ότι γράφεται με «ει» και όχι με «ι» όπως πολύ άστοχα το γράφουμε σήμερα. Ο λόγος είναι πολύ απλός, το «πειρούνι» προέρχεται από το ρήμα «πείρω» που σημαίνει τρυπώ-διαπερνώ, ακριβώς επειδή τρυπάμε με αυτό το φαγητό για να το πιάσουμε. Επίσης η λέξη «συγκεκριμένος» φυσικά και δεν μπορεί να γραφτεί «συγκεκρυμμένος», καθώς προέρχεται από το «κριμένος» (αυτός που έχει δηλαδή κριθεί) και όχι βέβαια από το «κρυμμένος» (αυτός που έχει κρυφτεί). Άπειρα παραδείγματα τέτοιου είδους υπάρχουν, σχεδόν ολόκληρο το λεξικό της Ελληνικής.

Άρα το να υπάρχουν πολλά γράμματα για τον ίδιο ήχο (π.χ. η, ι, υ, ει, οι κτλ) όχι μόνο δεν θα έπρεπε να μας δυσκολεύει, αλλά αντιθέτως να μας βοηθάει στο να γράφουμε πιο σωστά, εφόσον βέβαια έχουμε μια βασική κατανόηση της γλώσσας μας. Επιπλέον η ορθογραφία με την σειρά της μας βοηθάει αντίστροφα στην ετυμολογία αλλά και στην ανίχνευση της ιστορική πορείας της κάθε μίας λέξης.

Η ΣΟΦΙΑ

Στην γλώσσα έχουμε το σημαίνον (την λέξη) και το σημαινόμενο (την έννοια). Στην Ελληνική γλώσσα αυτά τα δύο έχουν πρωτογενή σχέση, καθώς αντίθετα με τις άλλες γλώσσες το σημαίνον δεν είναι μια τυχαία σειρά από γράμματα. Σε μια συνηθισμένη γλώσσα όπως τα Αγγλικά μπορούμε να συμφωνήσουμε όλοι να λέμε το σύννεφο car και το αυτοκίνητο cloud, και από την στιγμή που το συμφωνήσουμε και εμπρός να είναι έτσι. Στα Ελληνικά κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Για αυτόν τον λόγο πολλοί διαχωρίζουν τα Ελληνικά σαν «εννοιολογική» γλώσσα από τις υπόλοιπες «σημειολογικές» γλώσσες.

Μάλιστα ο μεγάλος φιλόσοφος και μαθηματικός Βένερ Χάιζενμπεργκ είχε παρατηρήσει αυτή την σημαντική ιδιότητα για την οποία είχε πεί «Η θητεία μου στην αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στην γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στην λέξη και στο εννοιολογικό της περιεχόμενο.» [7]

Όπως μας έλεγε και ο Αντισθένης, «Αρχή σοφίας, η των ονομάτων επίσκεψις». [7] Για παράδειγμα ο «άρχων» είναι αυτός που έχει δική του γή (άρα=γή + έχων). Και πραγματικά, ακόμα και στις μέρες μας είναι πολύ σημαντικό να έχει κανείς δική του γή / δικό του σπίτι. Ο «βοηθός» σημαίνει αυτός που στο κάλεσμα τρέχει. Βοή=φωνή + θέω=τρέχω. Ο Αστήρ είναι το αστέρι, αλλά η ίδια η λέξη μας λέει ότι κινείται, δεν μένει ακίνητο στον ουρανό (α + στήρ από το ίστημι που σημαίνει στέκομαι).

Αυτό που είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι ότι πολλές φορές η λέξη περιγράφει ιδιότητες της έννοιας την οποίαν εκφράζει, αλλά με τέτοιο τρόπο που εντυπωσιάζει και δίνει τροφή για την σκέψη. Για παράδειγμα ο «φθόνος» ετυμολογείται από το ρήμα «φθίνω» που σημαίνει μειώνομαι. Και πραγματικά ο φθόνος σαν συναίσθημα, σιγά σιγά μας φθίνει και μας καταστρέφει. Μας «φθίνει» – ελαττώνει σαν ανθρώπους – και μας φθίνει μέχρι και τη υγεία μας. Και φυσικά όταν θέλουμε να χαρακτηρίσουμε κάτι που είναι τόσο πολύ ώστε να μην τελειώνει πως το λέμε; Μα φυσικά «άφθονο».

Έχουμε την λέξη «ωραίος» που προέρχεται από την «ώρα». Διότι για να είναι κάτι ωραίο, πρέπει να έρθει και στην ώρα του. Ωραίο δεν είναι ένα φρούτο ούτε άγουρο ούτε σαπισμένο, και ωραία γυναίκα δεν είναι κάποια ούτε στα 70 της άλλα ούτε φυσικά και στα 10 της. Ούτε το καλύτερο φαγητό είναι ωραίο όταν είμαστε χορτάτοι, επειδή δεν μπορούμε να το απολαύσουμε. Ακόμα έχουμε την λέξη «ελευθερία» για την οποία το «Ετυμολογικόν Μέγα» διατείνεται «παρά το ελεύθειν όπου ερά» = το να πηγαίνει κανείς όπου αγαπά [9]. Άρα βάσει της ίδιας της λέξης, ελεύθερος είσαι όταν έχεις την δυνατότητα να πάς όπου αγαπάς. Πόσο ενδιαφέρουσα ερμηνεία…

Το άγαλμα ετυμολογείται από το αγάλλομαι (ευχαριστιέμαι) επειδή όταν βλέπουμε ένα όμορφο αρχαιοελληνικό άγαλμα η ψυχή μας αγάλλεται. Και από το θέαμα αυτό επέρχεται η αγαλλίαση. Αν κάνουμε όμως την ανάλυση της λέξης αυτής θα δούμε ότι είναι σύνθετη από αγάλλομαι + ίαση(=γιατρειά). Άρα για να συνοψίσουμε, όταν βλέπουμε ένα όμορφο άγαλμα (ή οτιδήποτε όμορφο), η ψυχή μας αγάλλεται και ιατρευόμαστε. Και πραγματικά, γνωρίζουμε όλοι ότι η ψυχική μας κατάσταση συνδέεται άμεσα με την σωματική μας υγεία. Παρένθεση: και μια και το έφερε η «κουβέντα», η Ελληνική γλώσσα μας λέει και τι είναι άσχημο. Από το στερητικό «α» και την λέξη σχήμα μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε τι. Για σκεφτείτε το λίγο…

Σε αυτό το σημείο, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στην αντίστοιχη Λατινική λέξη για το άγαλμα (που άλλο από Λατινική δεν είναι). Οι Λατίνοι ονόμασαν το άγαλμα, statua από το Ελληνικό «ίστημι» που ήδη αναφέραμε σαν λέξη, και το ονόμασαν έτσι επειδή στέκει ακίνητο. Προσέξτε την τεράστια διαφορά σε φιλοσοφία μεταξύ των δύο γλωσσών, αυτό που σημαίνει στα Ελληνικά κάτι τόσο βαθύ εννοιολογικά, για τους Λατίνους είναι απλά ένα ακίνητο πράγμα.

Μια και αναφέραμε τα Λατινικά, ας κάνουμε άλλη μια σύγκριση. Ο «άνθρωπος στα Ελληνικά ετυμολογείται ώς το όν που κυττάει προς τα πάνω (άνω + θρώσκω). Πόσο σημαντική και συναρπαστική ετυμολογία που μπορεί να αποτελέσει βάση ατελείωτων φιλοσοφικών συζητήσεων. Αντίθετα στα Λατινικά ο άνθρωπος είναι «Homo» που ετυμολογείται από το χώμα. Το όν που κυττάει ψηλά στον ουρανό λοιπόν για τους Έλληνες, σκέτο χώμα για τους Λατίνους… Υπάρχουν και άλλα παρόμοια παραδείγματα που θα μπορούσαν να αναφερθούν εδώ. Είναι λογικό στο κάτω κάτω ότι μια γλώσσα που βασίστηκε στην Ελληνική αντιγράφοντάς την, εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να έχει τα ίδια υψηλά νοήματα.

Είναι προφανής η σχέση που έχει η γλώσσα με την σκέψη του ανθρώπου. Όπως λέει και ο George Orwell στο αθάνατο έργο του «1984», απλή γλώσσα σημαίνει και απλή σκέψη. Εκεί το καθεστώς προσπαθούσε να περιορίσει την γλώσσα για να περιορίσει την σκέψη των ανθρώπων, καταργώντας συνεχώς λέξεις. «Η γλώσσα και οι κανόνες αυτής αναπτύσσουν την κρίση» έγραφε ο Μιχάι Εμινέσκου, εθνικός ποιητής των Ρουμάνων. [16] Μια πολύπλοκη γλώσσα αποτελεί μαρτυρία ενός προηγμένου πνευματικά πολιτισμού. Το να μιλάς σωστά σημαίνει να σκέφτεσαι σωστά, να γεννάς διαρκώς λόγο και όχι να παπαγαλίζεις λέξεις και φράσεις.

Όπως σημειώνει και ο «δικός μας» Κωνσταντίνος Τσάτσος, πρώην Υπουργός, πρώην Πρόεδρος Δημοκρατίας και συγγραφέας, «Όσο πιό προηγμένος είναι ο πολιτισμός ενός έθνους, τόσο πιό πλούσιες σε προϊστορία, και συνεπώς και σε ουσία, είναι οι λέξεις της γλώσσας… Με την γλώσσα μεταδίδομε λογικούς συνειρμούς και διεγείρομε συναισθήματα… Κάθε λαός έχει την γλώσσα που του αξίζει. Στην γλώσσα, όπως και στα τραγούδια του, εναποθηκεύεται ο πολιτισμός του… είναι ο πιό αδιάψευστος μάρτυρας της ιστορικής του συνείδησης και της ιστορικής του συνέχειας.»

Το διαβάσαμε από το: Η μαγεία της Ελληνικής γλώσσας http://thesecretrealtruth.blogspot.com/2012/05/blog-post_1392.html#ixzz397w5mThZ