Χρήστος Γιανναράς – Μια μαρτυρία για τα Δεκεμβριανά

Χρήστος Γιανναράς [πηγή: Βικιπαίδεια]

 

Θυμάμαι πόσο ανησυχούσα γι’ αυτόν, τον αγαπημένο μου κατηχητή [σημ.: μιλά για τον πτυχιούχο Νομικής και φοιτητή Θεολογίας, Κωνσταντίνο Μουρατίδη], τις μέρες που ακολούθησαν την απελευθέρωση και κατέληξαν στα Δεκεμβριανά. Δεν είχα σαφή εικόνα για το τι γινόταν, υπήρχε όμως μια διάχυτη εντύπωση πως άρχισε εκτεταμένη αλληλοσφαγή -εντύπωση που την έτρεφαν καθημερινά περιστατικά. Από τον Οκτώβρη κιόλας του ’44, κάθε νύχτα η γειτονική μας Φωκίωνος Νέγρη αντηχούσε από λαχανιασμένη κυνηγητά, βλαστήμιες με τα χωνιά ανάμεσα σε κομμουνιστές και στους «εθνικόφρονες», συχνά και πυροβολισμούς. Το πρωί πηγαίνοντας για το σχολειό ψάχναμε για κάλυκες από τις σφαίρες και βρισκόμασταν πολλές φορές μπροστά σε λίμνες από αίμα, σκόρπια μυαλά και τούφες μαλλιά, ενώ τα πτώματα τα είχαν εξαφανίσει. Έτυχε μια φορά να δω και φόνο μπροστά στα μάτια μου: Ένα θεόρατο παλικάρι -γιος του Μαρέντη, που είχε γραφείο κηδειών στο Λυσσιατρείο- προχωρούσε πενήντα μέτρα μπροστά από μένα στην οδό Σικίνου. Τον πυροβόλησαν πισώπλατα, λύγισε και σωριάστηκε στον δρόμο. 1944 -ήμουν εννέα χρονώ.

Φοβόμουν για τον κατηχητή μου, γατί ήταν φοιτητής και δεν μπορούσε να μείνει ουδέτερος. Εξ άλλου ελέγχανε την κατάσταση οι κομμουνιστές και ήξερα γι’ αυτούς ότι ήταν άθεοι, επομένως οι χριστιανοί κινδύνευαν. Ποιος με είχε ποτίσει τόσο έγκαιρα με αυτή τη διαφώτιση, δεν μπορώ να το ξεχωρίσω στη μνήμη. Όμως στον δρόμο, όταν συναντούσα αντάρτες του ΕΛΑΣ ή τους «εκτελεστές», όπως τους έλεγαν, της ΟΠΛΑ -με τα κόκκινα μαντήλια στο λαιμό- σήκωνα το πέτο μου για να κρύψω το σήμα του Κατηχητικού. Δεν έβγαζα το σήμα, το θεωρούσα λιποταξία, αλλά φρόντιζα να το κρύβω μπροστά στον «κίνδυνο». Το «Εγκόλπιο μαθητού», που μας μοίραζαν στο Κατηχητικό, έγραφε:

 

Πριν έβγης απ’ το σπίτι σου, κύτταξε:

φοράς το σήμα σου;

Κατηχητόπουλο χωρίς σήμα είναι ανορθογραφία.

Όταν αλλάζης σακκάκι, μην ξεχνάς να φορέσης

το σήμα σου και πάλι.

Όπου κι αν πας, φέρε το σήμα σου με καμάρι.

Το σήμα στο πέτο,

το Χριστό στην καρδιά.

 

Ο φόβος για τους κομμουνιστές, που με συνόδεψε και σε όλη την εφηβεία, δεν ξέρω τι θεωρητικές αφετηρίες είχε στο μυαλό μου, σίγουρα όμως είχε εμπειρικές ρίζες στα Δεκεμβριανά. Ήταν μια εμπειρία φρίκης αναιτιολόγητης για την εννιάχρονη λογική μου. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί οι άνθρωποι αυτοί πολεμούσαν τον στρατό μας -τον «Ιερό Λόχο», την ταξιαρχία του Ρίμινι- που τόσο θαυμάζαμε για τις νίκες του ενάντια στους Γερμανούς. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί οι κομμουνιστές έπαιρναν ομήρους από τη γειτονιά κάτι ηλικιωμένους ήσυχους ανθρώπους και άφηναν πίσω τους γυναίκες που σπάραζαν και παιδιά που θρηνούσαν. Περνούσαν οι Εαμίτες και οι Εαμίτισσες κάτω από τις πολυκατοικίες της Φωκίωνος Νέγρη, σήκωναν τις γροθιές και φώναζαν στους ενοίκους: «Σήμερα δικά σας, αύριο δικά μας -θα σας πιούμε το αίμα». Δεν καταλάβαινα γιατί.

Ύστερα ήταν η πείνα, πιο φοβερή από όλα τα χρόνια της Κατοχής. Τα μαγαζιά με κατεβασμένα τα ρολά, στους δρόμους δεν μπορούσες να κυκλοφορήσεις -κάθε μέρα υπήρχαν νεκροί στη γειτονιά από «αδέσποτες σφαίρες». Κλεισμένοι στα σπίτια, χωρίς τρόφιμα, έναν ολόκληρο μήνα και οι μάχες να μαίνονται παντού γύρω μας. Όταν οι Άγγλοι χτυπούσαν την Κυψέλη με όλμους από τον Λυκαβηττό, ή όταν τα αεροπλάνα τους πολυβολούσαν τούς Ελασίτες στους δρόμους μας, ήταν τέτοιοι οι κρότοι που τα παιδιά παθαίναμε πανικό: χωνόμασταν κάτω από τραπέζια και κρεβάτια να κρύψουμε το κεφάλι μας. Και οι Ελασίτες τραγουδούσαν με τα χωνιά τους:

 

Δεν μας τρομάζουν των φασιστών τα βόλια

ούτε του Σκόμπυ η νέα διαταγή.

Τόχουμε γράψει βαθειά μεσ’ στην καρδιά μας

λαοκρατία και όχι βασιλιά.

 

Το μόνο φαγώσιμο που υπήρχε στο δικό μας σπίτι ήταν μια κάποια ποσότητα ξερά μπιζέλια. Η μητέρα τα έβραζε, τα άλεθε στον μύλο του κιμά και έστρωνε αυτό τον πολτό σε ένα ταψί. Το πηγαίναμε να ψηθεί σε ένα φούρνο παραδίπλα, που τον κρατούσαν ανοιχτό οι Ελασίτες. Δυο απ’ αυτούς, με δίκωχα και τα όπλα κρεμασμένα στον ώμο, στέκονταν στην πόρτα κι έκοβαν από το ταψί μας το ένα τρίτο περίπου, «για τα παιδιά που πολεμάνε».

Θυμάμαι ότι την παραμονή των Χριστουγέννων έφτασε στο σπίτι μας ο νονός μου -παλιός συνεργάτης του πατέρα μου και πιστός φίλος- από το Λυσσιατρείο όπου έμενε, να δει αν ζούμε, πώς επιβιώνουμε. Έκανε όλο τον δρόμο περπατώντας με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο για ν’ αποφύγει τις αδέσποτες. Ήταν η γιορτή μου την άλλη μέρα κι έκρυβε στην τσέπη του το δώρο του για μένα: μια φέτα σταρένιο ψωμί. Ίσως να μη δέχτηκα ποτέ για τη γιορτή μου πολυτιμότερο δώρο…

Φυσικά, δεν ήταν δυνατό να στερηθούμε το παιχνίδι και την παρέα της γειτονιάς έναν ολόκληρο μήνα. Όταν καταλαβαίναμε ότι τα πυρά απομακρύνονταν κάπως, τα παιδιά μισανοίγαμε τις πόρτες και ξετρυπώναμε -μαζευόμασταν στις εισόδους των πολυκατοικιών ή στις σκάλες των υπογείων. Παίζαμε με τους άδειους κάλυκες από τις σφαίρες ή πετροπόλεμο με τις σφεντόνες μας. Μα μόλις άρχιζε από κάποια γωνιά το κροτάλισμα του πολυβόλου, σκορπίζαμε σαν αστραπή. Πόλεμος ήταν και η ζωή μας και το παιχνίδι μας.

Εκεί, στην παιδοπαρέα, σχολιάζαμε και τις ειδήσεις που κυκλοφορούσαν στη γειτονιά. Είχε αρχίσει να ψιθυρίζεται ότι πάνω στα Τουρκοβούνια, στα διυλιστήρια της Ούλεν, οι Ελασίτες σφάζανε τους ομήρους όχι με μαχαίρια: με κονσερβοκούτια. Το αίσθημα της φρίκης το μοιραζόμασταν όλοι, δεν υπήρχε παιδί που να υποστηρίζει τους αντάρτες. Και δεν είχαμε πλουσιόπαιδα στην παρέα, αντίθετα. Υπήρχε φτώχεια φοβερή στη γειτονιά, παιδιά που μένανε σε σπίτια από λαμαρίνες -τα «λαμαρινάκια», όπως τα λέγαμε.

Θυμάμαι μιαν ατελείωτη (στα παιδικά μου μάτια) φάλαγγα από χωροφύλακες, που τους πέρασαν ένα απόγευμα οι Ελασίτες μπροστά από το σπίτι μας. Είχαν πολεμήσει, μέρες ολόκληρες, στο αστυνομικό τμήμα της οδού Άνδρου -ακούγαμε τη μάχη μέρα-νύχτα. Στο τέλος μεσολάβησε ο παπάς του Αϊ-Γιώργη της Κυψέλης και οι χωροφύλακες παραδόθησαν με την εγγύηση πως δεν θα τους πειράξουν. Τα χαμένα τους πρόσωπα περνούν ακόμα από μπροστά μου. Βρέθηκαν όλοι, μετά τον Δεκέμβρη, στους λόφους της Κυψέλης, ξεκοιλιασμένοι και με δυο κουμπιά της στολής τους στη θέση των ματιών.

Πέρασαν πολλά χρόνια για να μάθω τις αγριότητες και της άλλης παράταξης, των δεξιών. Πάντως εκείνο τον καιρό ζούσαμε όλοι στη γειτονιά -όλοι, δίχως καμιά εξαίρεση- μια φρίκη αποστροφής για τους κομμουνιστές. Γι’ αυτό κι όταν στο τέλος του Δεκέμβρη ή αρχές του Γενάρη -δεν καλοθυμάμαι- έφτασαν στη γειτονιά μας οι Εγγλέζοι του Σκόμπυ, τους υποδεχτήκαμε με παραλήρημα χαράς, σαν ελευθερωτές. Όμως, για μήνες ολόκληρους, οι συζητήσεις στα σπίτια και στους δρόμους ήταν για τις εμπειρίες της δεκεμβριανής φρίκης. Τα μεγαλύτερα αγόρια της γειτονιάς είχαν κατορθώσει να φτάσουν ως τα Τουρκοβούνια και μας περιγράφανε εικόνες που διέγειραν φοβερά την παιδική μας φαντασία: ατελείωτες σειρές τυμπανισμένα πτώματα, χέρια και πόδια δεμένα με συρματόπλεγμα, αυτιά, μύτες και γεννητικά όργανα κομμένα, τα σπλάχνα χυμένα έξω, τα μάτια βγαλμένα. Τι πρέπει να έζησαν αυτοί οι άνθρωποι ώσπου να παραδώσουν την τελευταία τους πνοή και να λυτρωθούν. Και δεν έμαθα ποτέ ότι υπήρχε ανάμεσά τους έστω κάποιος υπουργός κουίσλιγκ ή επώνυμος μαυραγορίτης της Κατοχής ή, έστω, κάποιος μεγαλοβιομήχανος ή εφοπλιστής. Οι «εχθροί του λαού» που σφάχτηκαν με τόσο θηριώδη λύσσα ήταν ο φαρμακοποιός της γειτονιάς, ένας συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος, ο γωνιακός ψιλικατζής, δυο ηλικιωμένοι γιατροί στο παραδιπλανό τετράγωνο…

Χρήστος Γιανναράς, Καταφύγιο Ιδεών, εκδ. Ίκαρος, σελ. 28-33