Αρχαία Ελληνικά Α΄ λυκείου (5) – Θουκυδίδης, 3.76-81 (και ένα παράλληλο από τον ιστορικό Προκόπιο)

Θουκυδίδου Ιστορίαι, Βιβλίο 3ο

Κεφάλαια 76ο – 81ο

 

Ερμηνευτικά σχόλια

 

76ο

Στο μικρό αυτό κεφάλαιο πρέπει να ξεχωρίσουμε τον σημαντικό αριθμό των πελοποννησιακών καραβιών, τον τόπο προέλευσης (Κυλλήνη) και τους διοικητές: πρόκειται για τον Αλκίδα, διοικητή 40 καραβιών, και τον Βρασίδα, σύμβουλο του πρώτου και διοικητή μιας μοίρας 13 καραβιών. Τον πρώτο λόγο τον έχει ο Αλκίδας. Παρακάτω, στον κεφάλαιο 79, θα δούμε τους δύο διοικητές να διαφωνούν και τελικά να επικρατεί η απόφαση του Αλκίδα.

 

77ο

– Η αντίδραση των Κερκυραίων και τα αίτιά της: οι Κερκυραίοι φαίνονται απολύτως αιφνιδιασμένοι, αφού δεν πρέπει να πήραν είδηση την άφιξη της ναυτικής δύναμης των Πελοποννησίων.

– Η τακτική των Κερκυραίων και το σχέδιο των Αθηναίων: οι Αθηναίοι προτείνουν να βγουν πρώτοι για να αντιμετωπίσουν την πελοποννησιακή ναυτική δύναμη, ώστε να έχουν χρόνο οι  Κερκυραίοι να προετοιμάσουν τον στόλο τους. Οι τελευταίοι αιφνιδιασμένοι δεν ακούν τους Αθηναίους και κάνουν ένα λάθος τακτικής: στέλνουν λίγα λίγα τα πλοία τους απέναντι στους Πελοποννησίους και φυσικά τα αποτελέσματα είναι οικτρά. Ο τρόπος που διατάσσουν τις δυνάμεις τους οι Πελοποννήσιοι απέναντι στους Κερκυραίους δείχνει τη χαμηλή μαχητικότητα του κερκυραϊκού στόλου. Περισσότερες λεπτομέρειες στα σχόλια των σελίδων 329-330.

 

78ο

Στο κεφάλαιο αυτό αξίζει να προσέξουμε τα στοιχεία που αποδεικνύουν τη ναυτική πείρα των Αθηναίων: παρόλο που είναι λίγα τα καράβια τους και δεν μπορούν να περιμένουν καμιά ουσιαστική βοήθεια από τους Κερκυραίους, επιτίθενται στα πλάγια του πελοποννησιακού στόλου και βυθίζουν ένα πλοίο. Στη συνέχεια, επιχειρούν να δημιουργήσουν σύγχυση στους αντιπάλους και τους φέρνουν σε δύσκολη θέση. Αυτό φαίνεται και από το ότι τα πελοποννησιακά πλοία που παρατάχτηκαν απέναντι στους Κερκυραίους σπεύδουν να βοηθήσουν όσα αντιμετωπίζουν την αθηναϊκή δύναμη. Οι Αθηναίοι και εδώ δείχνουν τις ικανότητές τους: υποχωρούν αργά και με τάξη, δημιουργώντας ασπίδα ασφαλείας και δίνοντας έτσι χρόνο στους Κερκυραίους να βάλουν χωρίς προβλήματα τα πλοία τους στο λιμάνι.

 

79ο

Οι Πελοποννήσιοι μετά την ξεκάθαρη νίκη επιστρέφουν στο αγκυροβόλιό τους στα Σύβοτα. Την επομένη ο Βρασίδας προτείνει να επιτεθούν στην πόλη, αλλά ο Αλκίδας φαίνεται να διστάζει. Τελικά, αποβιβάζονται νοτιότερα, στη Λευκίμμη, και λεηλατούν την ύπαιθρο.

 

80ο

Οι δημοκρατικοί Κερκυραίοι απελπισμένοι από το αποτέλεσμα της ναυμαχίας προσπαθούν να έρθουν σε διαπραγματεύσεις με τους ολιγαρχικούς συμπολίτες τους και καταφέρνουν να επανδρώσουν 30 πλοία. Στο μεταξύ, αθηναϊκός στόλος αποτελούμενος από 60 πλοία καταφτάνει στην Κέρκυρα.

 

81ο

Είναι φανερό ότι ο πελοποννησιακός στόλος δεν έχει καμία πρόθεση να συγκρουστεί με τον αθηναϊκό: οι Πελοποννήσιοι αναχωρούν νύχτα, πλέουν κοντά στη στεριά της Ηπείρου (και όχι στα ανοιχτά) και αντί να παραπλεύσουν την Λευκάδα προτιμούν να περάσουν τα καράβια τους πάνω από τον ισθμό (η Λευκάδα τότε δεν ήταν νησί: ενωνόταν με τη στεριά με μια στενή λωρίδα γης). Η βιαστική φυγή των Πελοποννησίων πυροδοτεί δραματικές εξελίξεις στην Κέρκυρα: οι δημοκρατικοί, ασφαλείς χάρη στον αθηναϊκό στόλο, εξοντώνουν χωρίς δισταγμό τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Είναι χαρακτηριστικό, όπως σημειώνει ο Θουκυδίδης, ότι πολλοί φόνοι δεν είχαν πολιτικό κίνητρο αλλά προσωπικές έχθρες και οικονομικές διαφορές: ο οφειλέτης σκότωνε τον δανειστή του, για να μην του ξεπληρώσει τα δανεικά!

 

 

Ετυμολογικά – παράγωγα – ομόρριζα – συνώνυμα

 

Κεφάλαιο 76ο

ἦρχε < ἄρχω: αρχή, αρχίζω, αρχηγός, άρχοντας, αρχομανής, αναρχία, αναρχικός, υπάρχω, (αν-)υπαρκτός.

διακομιδήν < δια + κομίζω: συγκομιδή, (απο-, δια-, μετα-, προσ-) κομίζω, αποκομιδή, κόμιστρο.

ἕως (= αυγή): εωθινός, εωσφόρος.

 

Κεφάλαιο 77ο

§ 1 παραινέω, -ῶ < παρά + αἰνέω, -ῶ: παραίνεση, παραινετικός, επαινώ, επαινετικός.

§ 2 σποράδες < σπείρω: σπορά, σποραδικός, σποράδην, σπέρνω, σπέρμα, σπόρος, σπαρτό, σπορέας.

 

Κεφάλαιο 78ο

§ 1 ἐταλαιπώρουν < ταλαιπωρέω, -ῶ < ταλαίπωρος: ταλαιπωρία, ταλαίπωρος, ταλαιπωρώ. 

καταδύω < κατά + δύω (= βυθίζω): δύω, δύτης, (ανά-, διεισ-, εν-, εκ-, επέν-, κατά-, υπό-) δύση, ένδυμα, ενδύομαι, αποδυτήριο.

§ 2 κρουόμενοι < κρούω (= κτυπώ): κρούσμα, κρουστός, (από-, συν-, παρα-, προσ-, υπό-)κρούση, αποκρουστικός.

 

 

Η μορφή του Ιουστινιανού στα ψηφιδωτά του ναού του Αγίου Βιταλίου, στη Ραβέννα

 

Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι γραμμένο από τον ιστορικό του 6ου μ.Χ. αιώνα Προκόπιο (περισσότερες λεπτομέρειες στο άρθρο της Βικιπαίδειας). Μας μεταφέρει στην Κωνσταντινούπολη (ο ιστορικός χρησιμοποιεί τη λέξη Βυζάντιο) την εποχή που κυβερνά ο Ιουστινιανός (527-565): πρόκειται για μια ταραγμένη περίοδο, όπου έχει καταλυθεί κάθε έννοια νόμου και τάξης εξαιτίας της σύγκρουσης των δύο παρατάξεων της πόλης, των Πράσινων και των Βένετων. Έχει ενδιαφέρον να δούμε τις αντιστοιχίες που υπάρχουν με τα περιστατικά που σημειώνει ο Θουκυδίδης στο 81ο κεφάλαιο:

Ο δήμος εξάλλου ήταν από παλιά χωρισμένος σε δύο φατρίες, όπως έχω αναφέρει στο προηγούμενο μέρος της ιστορίας μου. Ο Ιουστινιανός, αφού προσεταιρίστηκε τη μία, τους Βένετους, τους οποίους και προηγουμένως υποστήριζε με πάθος, τα κατάφερε να σκορπίσει παντού τη σύγχυση και την ταραχή, με αποτέλεσμα να οδηγήσει το ρωμαϊκό κράτος στον έσχατο εξευτελισμό. Αλλά ούτε καν οι Βένετοι δεν δέχτηκαν όλοι να συμμορφωθούν με τη θέληση του ανθρώπου αυτού, παρά μόνον εκείνοι που είχαν ανατρεπτικές διαθέσεις. Ωστόσο, ακόμα κι αυτοί, όταν πια προχώρησε το κακό, αποδείχτηκαν οι πιο συνετοί άνθρωποι του κόσμου. Τα κακά που έκαναν ήταν μικρότερα από την εξουσία που τους είχε δοθεί. Ούτε όμως και η στασιαστική μερίδα των Πράσινων έμεινε ήσυχη, αλλά εγκληματούσαν κι αυτοί συνεχώς όσο τους επέτρεπε η μικρή τους δύναμη, κι ας τους τιμωρούσαν συστηματικά έναν έναν. Αυτό μάλλον τους έκανε να αποθρασύνονται όλο και περισσότερο, γιατί το άδικο οδηγεί συνήθως τον άνθρωπο σε απόγνωση. Τότε λοιπόν, ενώ αυτός συνέχιζε να ρίχνει λάδι στη φωτιά και να ερεθίζει απροκάλυπτα τους Βένετους, ολόκληρη η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία συνταράχθηκε απ’ άκρη σ’ άκρη σαν να την είχε πλήξει σεισμός ή κατακλυσμός και σαν να είχαν πέσει όλες οι πόλεις της στα χέρια των εχθρών. Σ’ όλα τα μέρη κλονίστηκαν τα πάντα και τίποτα πια δεν έμεινε όρθιο και η σύγχυση οδήγησε σε πλήρη ανατροπή του νόμου και της τάξης. […] 

Όλοι σχεδόν οπλοφορούσαν φανερά, στην αρχή μόνο τη νύχτα, ενώ την ημέρα είχαν κρεμασμένα πλάι στο μηρό τους δίκοπα μικρά σπαθιά κρυμμένα κάτω από το ιμάτιο και, μόλις σκοτείνιαζε, σχημάτιζαν συμμορίες και λήστευαν τους πλουσιότερους, και στην αγορά και στα στενοσόκακα, αρπάζοντας από τα θύματά τους και ρούχα και ζώνες και πόρπες χρυσές και ό,τι άλλο είχαν απάνω τους. Μερικούς μάλιστα όχι μόνο τους λήστευαν, αλλά θεωρούσαν καλό και να τους σκοτώσουν για να μην καταγγείλουν αυτά που τους είχαν συμβεί. Με τις πράξεις αυτές όλοι βέβαια ήταν στο έπακρο αγανακτισμένοι, ακόμα και οι Βένετοι που δεν ανήκαν στη μερίδα των στασιαστών, επειδή κι αυτοί πάθαιναν τα ίδια. Γι’ αυτόν το λόγο οι περισσότεροι άρχισαν να φοράνε μπρούτζινες ζώνες και πόρπες και ρούχα πολύ κατώτερα απ’ ό,τι  ταίριαζε στη σειρά τους, για να μη χάσουν βέβαια από κοκεταρία τη ζωή τους, κι έτρεχαν να κρυφτούν στα σπίτια τους πριν ακόμη βασιλέψει ο ήλιος. Όσο το κακό τραβούσε σε μάκρος κι οι αρχές της πόλης δεν επέβαλλαν στους εγκληματίες καμιά ποινή, αυτοί αποθρασύνονταν ολοένα και περισσότερο. Το σφάλμα, όταν του παρέχεται ασυδοσία, έχει τι ιδίωμα να πολλαπλασιάζεται επ’ άπειρον, αφού μάλιστα, ακόμη κι όταν τιμωρούνται τα εγκλήματα, έχουν την τάση να μη σταματούν εντελώς. Είναι μέσα στη φύση των περισσοτέρων ανθρώπων η ροπή προς την αμαρτία.

Έτσι λοιπόν εξελίσσονταν τα πράγματα με τους Βένετους. Όσο για τους αντιπάλους τους, άλλοι απ’ αυτούς προσχώρησαν στη δική τους παράταξη από την επιθυμία να εγκληματούν μαζί τους εντελώς ατιμώρητα κι άλλοι ζούσαν κρυμμένοι σε κάποιες ξένες χώρες όπου είχαν καταφύγει· πολλούς όμως ακόμα κι εκεί τους έπιαναν και είτε τους σκότωναν οι αντίπαλοί τους είτε τους καταδίκαζαν σε θάνατο οι αρχές. Συνέρρεαν όμως στην οργάνωση κι άλλοι πολλοί νεαροί που ποτέ πριν δεν είχαν δείξει ενδιαφέρον για τέτοιου είδους πράγματα· τους παρέσυρε όμως εκεί η ασυδοσία της δύναμης και της αυθάδειας, γιατί δεν υπάρχει στον κόσμο έργο απ’ αυτά που οι άνθρωποι ονομάζουν μιάσματα που δεν διαπράχθηκε εκείνη την εποχή κι έμεινα ατιμώρητο. Στην αρχή σκότωναν τους στασιαστές της αντίπαλης φατρίας, αλλά προχώρησαν κι ως το σημείο να σκοτώνουν κι αυτούς που δεν τους είχαν φταίξει σε τίποτε. Υπήρχαν και πολλοί που τους δωροδοκούσαν κι ύστερα τους υπεδείκνυαν τους προσωπικούς εχθρούς τους κι εκείνοι τους σκότωναν ευθύς αποδίδοντάς τους το όνομα των Πράσινων κι ας τους ήταν εντελώς άγνωστοι. Και μάλιστα αυτά δεν γίνονταν εν κρυπτώ και παραβύστω, αλλά σε κάθε ώρα της ημέρας, σε κάθε μέρος της πόλης, μπροστά στα μάτια των πιο διακεκριμένων προσώπων γίνονταν οι πράξεις αυτές, αν το ’φερνε η περίσταση. Καμιά ανάγκη δεν είχαν να συγκαλύπτουν τα εγκλήματα, μιας που καμιά τιμωρία δεν είχαν να φοβηθούν. Το θεωρούσαν μάλιστα σαν ένα είδος κατόρθωμα κι έκαναν επίδειξη δύναμης και ανδρισμού καμαρώνοντας που σκότωναν μ’ ένα μόνο χτύπημα όποιον άνθρωπο βρισκόταν άοπλος στο δρόμο τους. Κανείς πια δεν έλπιζε ότι θα επιζήσει από τους κινδύνους μιας τέτοιας ζωής. Τρομοκρατημένοι όπως ήταν όλοι νόμιζαν ότι επίκειται ο θάνατός τους και πίστευαν ότι σε κανέναν τόπο, σε καμιά χρονική στιγμή δεν μπορούσαν να είναι σίγουροι για τη ζωή τους, αφού άνθρωποι σκοτώνονταν χωρίς κανένα λόγο, ακόμα και μέσα σε πανσέβαστα ιερά και στις μεγάλες γιορτές, και δεν είχε απομείνει ίχνος εμπιστοσύνης ούτε καν προς τους φίλους και τους συγγενείς, αφού πολλοί σκοτώνονταν από επίβουλα σχέδια των πιο κοντινών τους προσώπων.

Παρ’ όλ’ αυτά, καμιά έρευνα δεν διεξαγόταν για τα εγκλήματα που είχαν γίνει. Τα χτυπήματα έπεφταν απροσδόκητα πάνω σε όλους και κανένας δεν βρισκόταν να υπερασπίσει τα θύματα. Καμιά δύναμη δεν είχε απομείνει, ούτε νόμου ούτε συμβολαίου, για να διασφαλίσει την τάξη και όλα συνταράχτηκαν από την ολοένα αυξανόμενη κυριαρχία της βίας και το πολίτευμα έμοιαζε πιο πολύ με τυραννίδα, που δεν είχε όμως τουλάχιστον εγκαθιδρυθεί, αλλά κάθε μέρα άλλαζε μορφή και βρισκόταν πάντα την αρχή της. Ακόμα κι οι αποφάσεις των αξιωματούχων έμοιαζαν να λαμβάνονται υπό το κράτος του τρόμου από ανθρώπους που το φρόνημά τους είχε καταντήσει δουλικό από το φόβο ενός ανδρός. Οι δικαστές εξάλλου, όταν ήταν να αποφασίσουν για κάποια διένεξη, δεν έβγαζαν απόφαση κατά την κρίση τους για το δίκιο και το νόμιμο, αλλά ανάλογα με τις καλές ή τις κακές σχέσεις που είχε ο καθένας από τους αντιδίκους με τους στασιαστές. Ο δικαστής που τυχόν θα παρέβλεπε τις δικές τους εντολές ήξερε ότι τον περίμενε η ποινή του θανάτου.

Πολλοί δανειστές εκβιάστηκαν σκληρά να δώσουν πίσω τα γραμμάτια στους πιστωτές τους χωρίς να πάρουν πίσω τίποτε από τα χρήματα που είχαν δανείσει, κι άλλοι πολλοί, παρά τη θέλησή τους, άφησαν ελεύθερους τους δούλους τους. Λένε μάλιστα ότι και πολλές γυναίκες αναγκάστηκαν από τους δούλους τους να προβούν σε πολλές πράξεις που απεχθάνονταν. Ακόμα και γιοι επιφανέστατων προσώπων ήταν ανακατεμένοι μ’ αυτούς τους νεαρούς, κι ανάγκαζαν τους πατέρες τους να κάνουν πολλά παρά τη θέλησή τους και να δίνουν σ’ αυτούς τα χρήματά τους. Πολλά παιδιά μάλιστα αναγκάστηκαν ακόμα και να πέσουν στο ανόσιο κρεβάτι των στασιαστών εν γνώσει των πατέρων τους. Αλλά και παντρεμένες γυναίκες συνέβη να πάθουν τα ίδια ακριβώς. Λένε ότι μια γυναίκα, πολύ πλούσια στολισμένη, διέσχιζε τον Βόσπορο μαζί με τον άνδρα της για να πάει σε κάποιο από τα προάστια της αντικρινής στεριάς· στο διάστημα του διάπλου τους συνάντησαν οι στασιαστές, την απέσπασαν με απειλές από τον άνδρα της και την έβαλαν στη δική τους βάρκα. Εκείνη μπήκε  στη βάρκα με τους νεαρούς, αφού προηγουμένως είχε παραγγείλει στον άνδρα της μυστικά να έχει θάρρος και τίποτε κακό να μην φοβάται γι’ αυτήν γιατί δεν πρόκειται, είπε, να υποστεί το σώμα της καμιά προσβολή. Κι ενώ ακόμα ο άνδρας της την κοίταζε περίλυπος, ρίχτηκε στη θάλασσα και χάθηκε από τη ζωή.

Τέτοια λοιπόν ήταν τα θρασύτατα έργα που είχαν τότε διαπράξει στο Βυζάντιο οι στασιαστές. Κι όμως αυτά στενοχωρούσαν λιγότερο τα θύματά τους από το άδικο που έκαμε ο Ιουστινιανός στην Πολιτεία, επειδή το μεγαλύτερο μέρος της πικρίας που προξενεί η διατάραξη της τάξης σ’ αυτούς που παθαίνουν από τους κακούργους τα πιο αβάσταχτα κακά, το αφαιρεί πάντα η προσδοκία ότι οι κακούργοι θα τιμωρηθούν από τους νόμους και τις αρχές. Με την ελπίδα ότι το μέλλον θα είναι καλύτερο, πιο εύκολα και πιο ανώδυνα υπομένει ο άνθρωπος τα κακά του παρόντος· όταν όμως ασκούν βία εναντίον του οι αρχές του κράτους, η οδύνη του για τις συμφορές του είναι, φυσικά, μεγαλύτερη και οδεύει σταθερά προς την απόγνωση επειδή δεν προσδοκά την τιμωρία των ενόχων. Το φταίξιμο του Ιουστινιανού ήταν ότι όχι μόνο δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να συμπαρασταθεί στα θύματα των εγκλημάτων, αλλά ότι δεν δίσταζε καθόλου να προστατεύει φανερά τους στασιαστές. Και χρήματα πολλά παρείχε στους νεαρούς αυτούς και πολλούς τους έπαιρνε κοντά του, και μάλιστα θεωρούσε πρέπον να αναθέτει σε μερικούς απ’ αυτούς διοικητικές εξουσίες και άλλα αξιώματα.

Προκόπιου, Ανέκδοτα ή Απόκρυφη Ιστορία, μετάφραση Αλόη Σιδέρη, εκδ. Άγρα, σελ.60-65.